Φράγκοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Φράγκοι (φυλή))
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Φράγκοι (αποσαφήνιση).
Αριστοκρατικά φραγκικά κτερίσματα από την περίοδο των Μεροβιγγείων.

Οι Φράγκοι (λατινική γλώσσα: Franci ή gens Francorum) ήταν ένα σύνολο γερμανικών φύλων, το όνομα του οποίου αναφέρεται για πρώτη φορά σε ρωμαϊκές πηγές του 3ου αιώνα, συνδεδεμένο με φυλές στο Ρήνο, στο χείλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αργότερα, ο όρος συνδέθηκε με τις εκρωμαϊσμένες γερμανικές δυναστείες εντός της καταρρέουσας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι οποίες τελικά διοίκησαν ολόκληρη την περιοχή μεταξύ των ποταμών Λίγηρα και Ρήνου και επέβαλαν την εξουσία τους σε πολλά άλλα μεταρωμαϊκά βασίλεια και γερμανικούς λαούς, αναγνωριζόμενες αργότερα από την Καθολική Εκκλησία ως διάδοχοι των παλαιών ηγεμόνων της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας[1][2][3].

Παρόλο που το φράγκικο όνομα εμφανίζεται στον 3ο αιώνα, τουλάχιστον μερικές από τις αρχικές φράγκικες φυλές ήταν από καιρό γνωστές με τα δικά τους ονόματα στους Ρωμαίους, τόσο ως σύμμαχοι που προσέφεραν στρατιώτες όσο και ως εχθροί. Το νέο όνομα εμφανίζεται για πρώτη φορά όταν οι Ρωμαίοι και οι σύμμαχοί τους έχαναν τον έλεγχο της περιοχής του Ρήνου. Οι Φράγκοι αναφέρθηκαν για πρώτη φορά ότι συνεργάστηκαν για να εισβάλουν στη ρωμαϊκή επικράτεια, αλλά από την αρχή αυτό συνδέθηκε και με επιθέσεις εναντίον τους που οργανώθηκαν έξω από την περιοχή των συνόρων τους, για παράδειγμα από τους Σάξονες, και από την επιθυμία των συνοριακών φύλων να μετακινηθούν στη ρωμαϊκή επικράτεια.

Οι γερμανικές φυλές που σχημάτική-γλωσσική ομάδα.[4][5]

Γνωστοί φράγκικοι λαοί εντός των ρωμαϊκών συνόρων του Ρήνου ήταν οι Σάλιοι Φράγκοι, στους οποίους επιτράπηκε να ζήσουν στη ρωμαϊκή επικράτεια, ενώ άλλοι Φράγκοι μετά από πολλές απόπειρες κατέκτησαν τη ρωμαϊκή συνοριακή πόλη της Κολωνίας και εγκαταστάθηκαν στην αριστερή όχθη του Ρήνου. Αργότερα, σε μία περίοδο συγκρούσεων σε ολόκληρη τη Γαλατία στις δεκαετίες του 450 και του 460, ο Φράγκος Χιλδέριχος Α΄ ήταν ένας από τους στρατιωτικούς ηγέτες που διοίκησαν ρωμαϊκές δυνάμεις διαφόρων εθνικών δεσμών. Ο Χιλδέριχος και ο γιος του, Κλόβις Α΄, αντιμετώπισαν τον ανταγωνισμό του Αιγίδιου και του γιου του ως διεκδικητές του βασιλείου των Φράγκων και διοικητές των ρωμαϊκών δυνάμεων του Λίγηρα (σύμφωνα με τον Γρηγόριο Τουρώνη, ο Αιγίδιος κυβέρνησε το βασίλειο για 8 χρόνια όταν ο Χιλδέριχος βρισκόταν σε εξορία, ενώ ο γιος του αναφέρεται ως "βασιλιάς των Ρωμαίων"). Αυτός ο νέος τύπος βασιλείου, εμπνευσμένος ίσως από τον Αλάριχο Α', αντιπροσωπεύει την αρχή της δυναστείας των Μεροβίγγειων, η οποία κατάφερε να κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας τον 6ο αιώνα, καθώς και να εδραιώσει την ηγεσία της σε όλα τα φράγκικα βασίλεια στα σύνορα του Ρήνου. Στη βάση αυτής της αυτοκρατορίας οι αναδυόμενοι Καρολίδες θεωρήθηκαν τελικά ως οι νέοι αυτοκράτορες της δυτικής Ευρώπης το 800.

Οι όροι "Φράγκος" ή "Φραγκικός" αναπτύχθηκαν στη συνέχεια σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, που μερικές φορές αντιπροσώπευαν ένα πολύ μεγάλο μέρος της Ευρώπης, και από την άλλη, μερικές φορές περιορίζονταν στη Γαλλία. Κατά το Μέσο και τον Ύστερο Μεσαίωνα οι Δυτικοευρωπαίοι μοιράζονταν την πίστη τους στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και συνεργάστηκαν ως σύμμαχοι στις Σταυροφορίες πέρα ​​από την Ευρώπη, στο Λεβάντε. Το 1099 ο πληθυσμός σταυροφόρων της Ιερουσαλήμ αποτελείτο ως επί το πλείστον από Γάλλους αποίκους, που εκείνη την εποχή εξακολουθούσαν να αναφέρονται ως Φράγκοι, και άλλους Ευρωπαίους, όπως Ισπανούς, Γερμανούς και Ούγγρους. Οι Γάλλοι ιππότες αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος της σταθερής ροής ενισχύσεων καθ' όλη τη διάρκεια των διακοσίων χρόνων των Σταυροφοριών, έτσι ώστε οι Άραβες συνέχισαν να αναφέρονται ενιαία στους σταυροφόρους και τους Δυτικοευρωπαίους ως Franjī, ελάχιστα ενδιαφερόμενοι αν προέρχονταν πραγματικά από τη Γαλλία.[6] Οι Γάλλοι Σταυροφόροι εισήγαγαν επίσης στο Λεβάντε τη γαλλική γλώσσα, καθιστώντας τη βάση της lingua franca («φραγκική γλώσσα») των Σταυροφορικών κρατών.[6][7] Αυτό είχε διαρκή αντίκτυπο στα ονόματα των Δυτικοευρωπαίων σε πολλές γλώσσες.[8][9][10]. Η Δυτική Ευρώπη είναι γνωστή εναλλακτικά στους Πέρσες ως «Φραγγκιστάν».[11]

Μετά τη Συνθήκη του Βερντέν το 843 το Φραγκικό Βασίλειο χωρίστηκε σε τρία ξεχωριστά: τη Δυτική Φραγκία, τη Μέση Φραγκία και την Ανατολική Φραγκία. Το 870 η Μέση Φραγκία διαιρέθηκε περαιτέρω, με το μεγαλύτερο μέρος της επικράτειάς της να μοιράζεται μεταξύ της Δυτικής και της Ανατολικής Φραγκίας, που στη συνέχεια θα αποτελέσουν τους πυρήνες του μελλοντικού Βασιλείου της Γαλλίας και της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αντίστοιχα, με τη Δυτική Φραγκία (Γαλλία) να διατηρεί τελικά το χορωνύμιο.

Eτυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απεικόνιση του 19ου αιώνα διαφορετικών Φράγκων (400–600 μ.Χ.)

Το όνομα Franci δεν ήταν όνομα φυλής, αλλά μέσα σε λίγους αιώνες είχε επισκιάσει τα ονόματα των αρχικών λαών στους οποίους αναφερόταν. Ακολουθώντας το προηγούμενο του Έντουαρντ Γκίμπον και του Γιάκομπ Γκριμ[12] το όνομα των Φράγκων έχει συνδεθεί με το αγγλικό επίθετο frank, που αρχικά σήμαινε «ελεύθερος».[13] Υπήρξαν επίσης υποθέσεις ότι το Frank προέρχεται από τη γερμανική λέξη για το "ακόντιο" (όπως στην Αρχαία αγγλική franca ή στην Αρχαία νορδική frakka).[14] Λέξεις σε άλλες γερμανικές γλώσσες που σημαίνουν «σκληρός», «τολμηρός» ή «θρασύς» (γερμανική frech, μέση ολλανδική vrac, αρχαία αγγλική frǣc και αρχαία νορβηγική frakkr), μπορεί επίσης να είναι σημαντικές.[15]

Ο Ευμένιος απευθύνθηκε στους Φράγκους για το θέμα της εκτέλεσης Φράγκων αιχμαλώτων στον ιππόδρομο του Τριρ από τον Κωνσταντίνο Α' το 306: Ubi nunc est illa ferocia; Ubi semper infida mobilitas ("Πού είναι τώρα αυτή η αγριότητά σας; Πού είναι αυτή η αναξιόπιστη αστάθεια;").[16][17] Το λατινικό feroces χρησιμοποιείτο συχνά για να περιγράψει τους Φράγκους.[18] Οι κατά περιόδους ορισμοί της φράγκικης εθνότητας ποικίλλουν ανάλογα τόσο με την εποχή όσο και την άποψη. Το τυπολόγιο του Mάρκουλφ που γράφτηκε περί το 700 μ.Χ. περιέγραφε μια συνέχιση των εθνικών ταυτοτήτων σε ένα μικτό πληθυσμό, όταν δήλωνε ότι «όλοι οι λαοί που κατοικούν [στην επαρχία ], Φράγκοι, Ρωμαίοι, Βουργουνδοί και εκείνοι άλλων εθνών, ζουν… σύμφωνα με τους νόμους και τα έθιμά τους."[19] Γράφοντας το 2009 ο καθηγητής Κρίστοφερ Γουίκχαμ επεσήμανε ότι "η λέξη "Frankish" γρήγορα έπαψε να έχει αποκλειστικά εθνοτική χροιά. Βόρεια του ποταμού Λίγηρα όλοι φαίνεται να θεωρούνταν Φράγκοι το αργότερο από τα μέσα του 7ου αιώνα [εκτός από τους Βρετόνους]. Μετά από αυτό οι Romani [Ρωμαίοι] ήταν ουσιαστικά οι κάτοικοι της Ακουιτανίας ».[20]

Μυθολογική καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκτός από την Ιστορία των Φράγκων του Γρηγόριου της Τουρ, δύο πρώιμες πηγές αναφέρουν τη μυθολογική προέλευση των Φράγκων: ένα έργο του 7ου αιώνα γνωστό ως Χρονικό του Φρέντεγκαρ και το ανώνυμο Liber Historiae Francorum, που γράφτηκε έναν αιώνα αργότερα.

Πολλοί λένε ότι οι Φράγκοι κατάγονταν αρχικά από την Παννονία και κατοικούσαν πρώτα στις όχθες του Ρήνου. Στη συνέχεια διέσχισαν τον ποταμό, βάδισαν μέσα από τη Θουριγγία και τοποθέτησαν σε κάθε συνοικία και σε κάθε πόλη μακρυμάλληδες βασιλιάδες που επιλέγονταν από την κατεξοχήν και ευγενέστερη οικογένειά τους.

(Γρηγόριος του Τουρ, Ιστορία των Φράγκων (6ος αι. μ.Χ.))[21]

Ο συγγραφέας του Χρονικού του Φρέντεγκαρ υποστήριξε ότι οι Φράγκοι κατάγονταν από την Τροία και παρέθεσε τα έργα του Βιργίλιου και του Ιερώνυμου:

Ο μακαριστός Ιερώνυμος έχει γράψει για τους αρχαίους βασιλιάδες των Φράγκων, των οποίων την ιστορία αφηγήθηκε για πρώτη φορά ο ποιητής Βιργίλιος: ο πρώτος τους βασιλιάς ήταν ο Πρίαμος και, μετά την κατάληψη της Τροίας με δόλο, έφυγαν. Στη συνέχεια είχαν ως βασιλιά τον Φρύγα, μετά χωρίστηκαν σε δύο τμήματα, το πρώτο πήγε στη Μακεδονία και το δεύτερο που έφυγε από την Ασία με τον Φρύγα και ονομαζόταν Φρύγες, εγκαταστάθηκε στις όχθες του Δούναβη και του Ωκεανού. Χωρισμένοι πάλι σε δύο ομάδες, οι μισοί από αυτούς μπήκαν στην Ευρώπη με τον βασιλιά τους Φράγκιο. Αφού διέσχισαν την Ευρώπη με τις γυναίκες και τα παιδιά τους κατέλαβαν τις όχθες του Ρήνου και όχι μακριά από τον Ρήνο άρχισαν να χτίζουν την πόλη της «Τροίας» ( Colonia Traiana-Xanten).

[21]

Σύμφωνα με τον ιστορικό Πάτρικ Τ. Τζήρυ αυτές οι δύο ιστορίες είναι «όμοιες καθώς προδίδουν τόσο το γεγονός ότι οι Φράγκοι γνώριζαν ελάχιστα για την καταγωγή τους και ότι μπορεί να ένιωθαν κάποια κατωτερότητα σε σύγκριση με άλλους λαούς της αρχαιότητας που είχαν αρχαίο όνομα και ένδοξη παράδοση. (...) Και οι δύο θρύλοι είναι φυσικά εξίσου φανταστικοί γιατί, ακόμη περισσότερο από τους περισσότερους βάρβαρους λαούς, οι Φράγκοι δεν είχαν κοινή ιστορία, καταγωγή ή παράδοση μιας ηρωικής εποχής μετανάστευσης. Οπως οι Αλαμαννοί γείτονές τους ήταν το 6ο αιώνα, ένα αρκετά πρόσφατο δημιούργημα, ένας συνασπισμός φυλετικών ομάδων του Ρήνου, που διατηρούσαν για πολύ καιρό ξεχωριστές ταυτότητες και θεσμούς».[22]

Το άλλο έργο, το Liber Historiae Francorum, προηγουμένως γνωστό ως Gesta regum Francorum πριν από την αναδημοσίευσή του το 1888 από τον Μπρούνο Κρους,[23] περιέγραψε πώς 12.000 Τρώες, με επικεφαλής τον Πρίαμο και τον Αντήνορα, έπλευσαν από την Τροία στον ποταμό Ντον της Ρωσίας και στη συνέχεια στην Παννονία, που βρίσκεται στον ποταμό [[Δούναβης|Δούναβη], και εγκαταστάθηκαν κοντά στη Θάλασσα του Αζόφ. Εκεί ίδρυσαν μια πόλη με το όνομα Σικάμβρια. (Οι Σικάμβριοι ήταν η πιο γνωστή φυλή στην πατρίδα των Φράγκων την εποχή των αρχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, των οποίων η μνήμη διατηρείται, αν και ηττήθηκαν και διασκορπίστηκαν πολύ πριν εμφανιστεί το όνομα των Φράγκων.) Οι Τρώες ενώθηκαν με τον Ρωμαϊκό στρατό για να ολοκληρώσουν το έργο της εκδίωξης των εχθρών τους στα έλη της Mαιώτιδας, για αυτό έλαβαν το όνομα Φράγκοι (που σημαίνει «αγριεμένοι»). Μια δεκαετία αργότερα οι Ρωμαίοι σκότωσαν τον Πρίαμο και έδιωξαν τον Μαρκομέρο και τον Σούννο, τους γιους του Πρίαμου και του Αντήνορα, και τους άλλους Φράγκους.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κύριες πρωτογενείς πηγές για τους πρώτους Φράγκους περιλαμβάνουν τους Panegyrici Latini, τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, τον Κλαυδιανό, το Ζώσιμο, το Σιδώνιο Απολλινάρι και το Γρηγόριο της Τουρ. Οι Φράγκοι αναφέρονται για πρώτη φορά στην Historia Augusta, μια συλλογή βιογραφιών των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Καμία από αυτές τις πηγές δεν παρουσιάζει λεπτομερή κατάλογο για το ποιες φυλές ή τμήματα φυλών έγιναν Φράγκοι, ή σχετικά με την πολιτική και την ιστορία, αλλά για να αναφέρω τον Τζέιμς (1988, σελ. 35):

Ένα χαρούμενο ρωμαϊκό τραγούδι καταγεγραμμένο σε πηγή του τέταρτου αιώνα, συνδέεται με τη δεκαετία του 260, αλλά η πρώτη εμφάνιση των Φράγκων σε πηγή της εποχής ήταν το 289. [...] Οι Χᾳμαβοί) αναφέρονται ως φράγκικος λαός ήδη από το 289, οι Βρούκτεροι από το 307, οι Χατουάροι από το 306–315, οι Σαλοί ή Σαλιανοί από το 357 και οι Αμσιβάριοι και οι Τούβαντες από το 364–375.

Οι Φράγκοι περιγράφονταν στα ρωμαϊκά κείμενα τόσο ως σύμμαχοι (laeti) όσο και ως εχθροί (dediticii). Περίπου το έτος 260 μια ομάδα Φράγκων διείσδυσε μέχρι την Ταρραγόνα στη σημερινή Ισπανία, όπου λυμαινόταν την περιοχή για περίπου μια δεκαετία πριν υποταχθούν και εκδιωχθούν από τους Ρωμαίους. Το 287 ή το 288 ο Ρωμαίος Καίσαρας Μαξιμιανός ανάγκασε το Φράγκο ηγέτη Γενόβαλδο και το λαό του να παραδοθούν αμαχητί.

Το 288 ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός νίκησε τους Σαλιανούς Φράγκους, τους Χᾳμαβούς, τους Φρίσιους και άλλους γερμανικούς λαούς που ζούσαν κατά μήκος του Ρήνου και τους μετέφερε στη Κάτω Γερμανία για να την εφοδιάσει με ανθρώπινο δυναμικό και να αποτρέψει την εγκατάσταση άλλων γερμανικών φυλών.[24][25] Το 292 ο Κωνστάντιος, πατέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου [26] νίκησε τους Φράγκους που είχαν εγκατασταθεί στις εκβολές του Ρήνου και τους μετεγκατέστησε στη γειτονική περιοχή της Τοξανδρίας.[27] Ο Ευμένιος αναφέρει ότι ο Κωνστάντιος «σκότωσε, έδιωξε, αιχμαλώτισε [και] απήγαγε» τους Φράγκους που είχαν εγκατασταθεί εκεί και άλλους που είχαν περάσει το Ρήνο, χρησιμοποιώντας τον όρο nationes Franciae για πρώτη φορά. Φαίνεται πιθανό ότι ο όρος Φράγκος σε αυτήν την πρώτη περίοδο είχε μια ευρύτερη σημασία, μερικές φορές περιλαμβάνοντας τους παράκτιους Φρίσιους.[28]

Ο Βίος του Αυρηλιανού, που πιθανώς γράφτηκε από τον Βόπισκο, αναφέρει ότι το 328 Φράγκοι επιδρομείς αιχμαλωτίστηκαν από την 6η Λεγεώνα που στρατοπέδευε στο Μάιντς και στη συνέχεια 700 από αυτούς σκοτώθηκαν και 300 πουλήθηκαν ως σκλάβοι.[29][30] Οι φραγκικές επιδρομές στον Ρήνο έγιναν τόσο συχνές που οι Ρωμαίοι άρχισαν να εγκαθιστούν τους Φράγκους στα σύνορά τους για να τους ελέγχουν.

Λεπτομέρεια του Χάρτης του Πόιτινγκερ, που δείχνει τη Φραγκία στην κορυφή

Οι Φράγκοι αναφέρονται στο Χάρτης του Πόιτινγκερ, έναν άτλαντα των ρωμαϊκών δρόμων. Είναι αντίγραφο του 13ου αιώνα ενός εγγράφου του 4ου ή του 5ου αιώνα που αντικατοπτρίζει πληροφορίες από τον 3ο αιώνα. Οι Ρωμαίοι γνώριζαν το σχήμα της Ευρώπης, αλλά οι γνώσεις τους δεν είναι εμφανείς στο χάρτη, που ήταν μόνο ένας πρακτικός οδηγός για τους δρόμους που έπρεπε να ακολουθηθούν από σημείο σε σημείο. Στη μέση περιοχή του Ρήνου του χάρτη η λέξη Φραγκία μοιάζει με ορθογραφικό λάθος του Βρούκτεροι. Πέρα από το Μάιντς είναι η Σουηβία, η χώρα των Σουηβών και πέρα ​​από αυτή η Αλαμαννία, η χώρα των Αλαμαννών. Απεικονίζονται τέσσερις φυλές στις εκβολές του Ρήνου: οι Χαούκοι, οι Αμσιβάριοι («κάτοικοι του Eμς»), οι Χερούσκοι και οι Χᾳμαβοί, ακολουθούμενοι από τους qui et Pranci («που είναι επίσης Φράγκοι»). Αυτό σημαίνει ότι οι Χᾳμαβοί θεωρούνταν Φράγκοι. Ο Χάρτης πιθανότατα βασιζόταν στο Orbis Pictus, ένα χάρτη εικοσαετούς εργασίας που είχε παραγγείλει ο Αύγουστος και στη συνέχεια φυλασσόταν στο Ρωμαϊκό Υπουργείο Οικονομικών για την εκτίμηση των φόρων αλλά δεν διασώθηκε. Οι πληροφορίες για τα αυτοκρατορικά τμήματα της Γαλατίας μάλλον προέρχονται από αυτό.

Σαλιανοί Φράγκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σαλιανοί αναφέρθηκαν για πρώτη φορά από τον Αμμιανό Μαρκελλίνο, που περιέγραψε τη νίκη του Ιουλιανού επί «των πρώτων Φράγκων από όλους, αυτών που εθιμικά αποκαλούνται Σαλιανοί»,το 358.[31][32] Ο Ιουλιανός επέτρεψε στους Φράγκους να παραμείνουν στην Τοξιάνδρια ως φοιδεράτοι εντός της Αυτοκρατορίας, έχοντας μεταναστεύσει εκεί από το δέλτα των Ρήνου-Μεύση.[33][34] Το Notitia Dignitatum του 5ου αιώνα αναφέρει μια ομάδα στρατιωτών ως Salii.

Μερικές δεκαετίες αργότερα Φράγκοι στην ίδια περιοχή, πιθανώς οι Σαλιανοί, έλεγχαν τον ποταμό Σκάλδη και διέκοψαν τις συγκοινωνιακές συνδέσεις με τη Βρετανία στη Μάγχη. Αν και οι ρωμαϊκές δυνάμεις κατάφεραν να τους ειρηνεύσουν, δεν κατάφεραν να εκδιώξουν τους Φράγκους, που συνέχισαν να προκαλούν φόβο ως πειρατές.

Οι Σαλιανοί θεωρούνται γενικά ως οι προκάτοχοι των Φράγκων που ωθήθηκαν προς τα νοτιοδυτικά στη σημερινή σύγχρονη Γαλλία, που τελικά κυβερνήθηκε από τους Μεροβίγγειους (βλ. παρακάτω). Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι όταν η δυναστεία των Μεροβίγγεων δημοσίευσε το Σαλικό Νόμο (Lex Salica) αυτός εφαρμόστηκε στην περιοχή της Νευστρίας από τον ποταμό Λίγηρα ως το Silva Carbonaria, το δυτικό βασίλειο που ιδρύθηκε από αυτούς έξω από την αρχική περιοχή της εγκατάστασης των Φράγκων. Τον 5ο αιώνα οι Φράγκοι υπό τον Κλοντιόνε προωθήθηκαν στα ρωμαϊκά εδάφη μέσα και πέρα ​​από το «Silva Carbonaria» ή «Δάσος του Κάρβουνου», που διέσχιζε την περιοχή της σύγχρονης δυτικής Βαλλονίας. Το δάσος ήταν το όριο των αρχικών Σαλιανών εδαφών στα βόρεια και της πιο εκρωμαϊσμένης περιοχής στα νότια στη ρωμαϊκή επαρχία Belgica Secunda (σχεδόν ισοδύναμο με αυτό που ο Ιούλιος Καίσαρας είχε αποκαλέσει πριν από πολύ καιρό "Βέλγιο"). Ο Κλοντιόνε κατέκτησε το Τουρναί, το Αρτουά, το Καμπραί και μέχρι τον ποταμό Σομ. Ο Κλοντιόνε συχνά θεωρείται πρόγονος της μελλοντικής δυναστείας των Μεροβίγγειων. Ο Χιλδέριχος Α΄, που σύμφωνα με τον Γρηγόριο της Τουρ ήταν φημισμένος απόγονος του Κλοντιόνε, θεωρήθηκε αργότερα ως διοικητικός ηγέτης στη ρωμαϊκή Belgica Secunda και πιθανώς σε άλλες περιοχές.[35]

Τα αρχεία του Χιλδέριχου δείχνουν ότι δραστηριοποιήθηκε μαζί με τις ρωμαϊκές δυνάμεις στην περιοχή του Λίγηρα, αρκετά μακριά προς τα νότια. Οι απόγονοί του κατέληξαν να κυβερνούν τη Ρωμαϊκή Γαλατία μέχρι εκεί και αυτό έγινε το Φραγκικό βασίλειο της Νευστρίας, η βάση του οποίου θα γινόταν η μεσαιωνική Γαλλία. Ο γιος του Χιλδέριχου Κλόβις Α΄ ανέλαβε επίσης τον έλεγχο των πιο ανεξάρτητων φραγκικών βασιλείων ανατολικά της Silva Carbonaria και της Belgica Secunda. Αυτό αργότερα έγινε το Φραγκικό βασίλειο της Αυστρασίας, όπου ο πρώιμος νομικός κώδικας αναφερόταν ως "Ριπουαριανός".

Ριπουάριοι Φράγκοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά προσέγγιση τοποθεσία των αρχικών φραγκικών φυλών τον 3ο αιώνα

Από την εποχή του αυτοκράτορα Πόστομου (258-262 μ.Χ.) ορισμένοι Φράγκοι κατατάσσονταν ατομικά ως βοηθητικοί στον ρωμαϊκό στρατό. Οι Ριπουάριοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στη σημερινή Φλάνδρα. Υιοθέτησαν τον πολιτισμό της χριστιανικής Δύσης τον 8ο μόλις αιώνα.

Οι Φράγκοι της Ρηνανίας που ζούσαν κοντά στο τμήμα του Ρήνου από το Μάιντς περίπου μέχρι το Ντούισμπουργκ, την περιοχή της πόλης της Κολωνίας, θεωρούνται συχνά διαφορετικοί από τους Σαλιανούς και μερικές φορές στα σύγχρονα κείμενα αναφέρονται ως Ριπουάριοι Φράγκοι. Η Κοσμογραφία της Ραβέννας αναφέρει ότι η Francia Renensis περιλάμβανε την παλιά civitas των Ούβιων στη Germania II (Germania Inferior), αλλά και το βόρειο τμήμα της Germania I (Germania Superior), συμπεριλαμβανομένου του Μάιντς. Όπως οι Σαλιανοί εμφανίζονται και αυτοί στις ρωμαϊκές πηγές τόσο ως επιδρομείς όσο και ως συνεισφέροντες σε στρατιωτικές μονάδες. Σε αντίθεση με τους Σαλιανούς δεν υπάρχει καμία αναφορά για το πότε, αν ποτέ, η αυτοκρατορία αποδέχθηκε επίσημα την εγκατάστασή τους εντός αυτής. Τελικά κατάφεραν να διατηρήσουν την πόλη της Κολωνίας και κάποια στιγμή φαίνεται ότι απέκτησαν το όνομα Ριπουάριοι, που μπορεί να σήμαινε «ανθρώπους του ποταμού». Σε κάθε περίπτωση ένας Μεροβίγγειος νομικός κώδικας ονομαζόταν Lex Ribuaria, αλλά πιθανότατα ίσχυε σε όλα τα παλαιότερα εδάφη των Φράγκων, συμπεριλαμβανομένων των αρχικών περιοχών των Σαλιανών.

Ο Ιορδάνης στο Getica αναφέρει τους Ριπουάριους ως βοηθητικό σώμα του Φλάβιου Αέτιου κατά τη Μάχη των Καταλανικών πεδίων το 451: «Hi enim affuerunt auxiliares: Franci, Sarmatae, Armoriciani, Liticiani, Burgundiones, Saxones, Riparii, Olibriones... [36] αλλά αυτοί οι Riparii («κάτοικοι του ποταμού») σήμερα δεν θεωρούνται Ριπουαριανοί Φράγκοι, αλλά μια γνωστή στρατιωτική μονάδα με βάση της στον ποταμό Ροδανό.[37]

Η επικράτειά τους και στις δύο πλευρές του Ρήνου αποτέλεσε κεντρικό τμήμα της Μεροβίγγειας Αυστρασίας, που εκτεινόταν για να περιλάβει τη Ρωμαϊκή Germania Inferior(αργότερα Germania Secunda, που περιλάμβανε την αρχική Σαλιανά και Ριπουάρια εδάφη και ταυτίζεται περίπου με τη μεσαιωνική Κάτω Λοθαριγγία) καθώς και τη Βελγική Γαλατία Prima (ύστερο ρωμαϊκό «Βέλγιο», περίπου μεσαιωνική Άνω Λοθαρίγγια) και χώρες στην ανατολική όχθη του Ρήνου.

Βασίλειο των Μεροβίγγειων (481–751)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μεροβίγγειοι
Περιδέραιο του 6ου–7ου αιώνα από γυάλινες και κεραμικές χάντρες με κεντρική χάντρα αμέθυστου. Παρόμοια περιδέραια έχουν βρεθεί σε τάφους Φράγκων γυναικών στη Ρηνανία.
Περόνη του 6ου αιώνα που βρέθηκε στη βορειοανατολική Γαλλία και τη Ρηνανία. Τα φορούσαν οι αρχόντισσες των Φράγκων ανά ζευγάρια στον ώμο ή ως στολίδια ζώνης.

Ο Γρηγόριος της Τουρ (Βιβλίο ΙΙ) ανέφερε ότι μικρά φραγκικά βασίλεια υπήρχαν κατά τον πέμπτο αιώνα γύρω από την Κολωνία, το Τουρναί, το Καμπραί και αλλού. Το βασίλειο των Μεροβίγγιεων τελικά κυριάρχισε επί των άλλων, πιθανώς λόγω της συσχέτισής του με τις ρωμαϊκές δομές εξουσίας στη βόρεια Γαλατία, στις οποίες προφανώς ενσωματώθηκαν σε κάποιο βαθμό οι στρατιωτικές δυνάμεις των Φράγκων. Ο Aιγίδιος ήταν αρχικά ο magister militum της βόρειας Γαλατίας που διορίστηκε από τον Μαϊοριανό, αλλά μετά το θάνατο αυτού φαινόταν προφανώς ως Ρωμαίος επαναστάτης που βασιζόταν στις Φράγκικές δυνάμεις. Ο Γρηγόριος της Τουρ ανέφερε ότι ο Χιλδέριχος Α' εξορίστηκε για 8 χρόνια ενώ ο Αιγίδιος είχε τον τίτλο του «Βασιλιά των Φράγκων». Τελικά ο Χιλδέριχος επέστρεψε και πήρε τον ίδιο τίτλο, ενώ Αιγίδιος πέθανε το 464 ή το 465..[38] Ο Χιλδέριχος και ο γιος του Κλόβις Α΄ περιγράφονταν και οι δύο ως ηγεμόνες της ρωμαϊκής επαρχίας Belgica Secunda, από τον πνευματικό της ηγέτη την εποχή του Κλόβις, Αγιο Ρεμίγιο.

Αργότερα ο Κλόβις νίκησε τον γιο του Αιγιδίου Συάγριο το 486 ή 487 και στη συνέχεια φυλάκισε και εκτέλεσε τον Φράγκο βασιλιά Χαράριχο. Λίγα χρόνια αργότερα σκότωσε τον Ραγνάχαρο, τον Φράγκο βασιλιά του Καμπραί, και τα αδέρφια του. Αφού κατέκτησε το Βασιλείο του Σουασόν και εκδίωξε τους Βησιγότθους από τη νότια Γαλατία με τη Μάχη του Βουιγιέ, εδραίωσε τη Φραγκική ηγεμονία στο μεγαλύτερο μέρος της Γαλατίας, εξαιρουμένων της Βουργουνδίας, της Προβηγκίας και της Βρετάνης, που τελικά απορροφήθηκαν από τους διαδόχους του. Τη δεκαετία του 490 είχε κατακτήσει όλα τα βασίλεια των Φράγκων στα δυτικά του ποταμού Μεύση, εκτός από τους Ροπουαριανούς Φράγκουςκαι ήταν σε θέση να κάνει πρωτεύουσά του την πόλη του Παρισιού. Έγινε ο πρώτος βασιλιάς όλων των Φράγκων το 509, αφού είχε κατακτήσει την Κολωνία.

Ο Κλόβις Α΄ μοίρασε το βασίλειό του στους τέσσερις γιους του, που ενώθηκαν για να νικήσουν τη Βουργουνδία το 534.Εσωτερικές διαμάχες σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας των αδελφών Σιγιβέρτου Α΄ και Χιλπέριχου Α΄, που τροφοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τον ανταγωνισμό των βασίλισσών τους, Μπρουνχίλντας και Φρεδεγόνδης και συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας των γιων τους και των εγγονών τους. Τρία διακριτά υποβασίλεια εμφανίστηκαν: η Αυστρασία, η Νευστρία και η Βουργουνδία, καθένα από τα οποία αναπτύχθηκε ανεξάρτητα και προσπάθησε να ασκήσει επιρροή στα άλλα. Η επιρροή της οικογένειας των Αρνουλφιδών της Αυστρασίας επιβεβαίωσε τη μετατόπιση του πολιτικού κέντρου βάρους του βασιλείου σταδιακά προς τα ανατολικά στη Ρηνανία.

Το Φραγκικό βασίλειο επανενώθηκε το 613 από τον Χλωτάριο Β΄, γιο του Χιλπέριχου Α΄, που παραχώρησε στους ευγενείς του το Διάταγμα του Παρισιού σε μια προσπάθεια να μειώσει τη διαφθορά και να επιβεβαιώσει εκ νέου την εξουσία του. Μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες του γιου του και διαδόχου του Δαγοβέρτου Α΄ η βασιλική εξουσία μειώθηκε γρήγορα υπό μια σειρά βασιλιάδων, παραδοσιακά γνωστών ως les rois fainéants. Μετά τη Μάχη του Tερτρύ το 687 κάθε κύριος του παλατιού, που στο παρελθόν ήταν ο αρχιοικιακός υπάλληλος του βασιλιά, κατείχε ουσιαστικά την εξουσία έως ότου το 751, με την έγκριση του Πάπα και των ευγενών, ο Πιπίνος ο Βραχύς εκθρόνισε τον τελευταίο Μεροβίγγειο βασιλιά Χιλδέριχο Γ΄ και στέφθηκε βασιλιάς. Αυτό εγκαινίασε μια νέα δυναστεία, τους Καρολίδες.

Αυτοκρατορία των Καρολιδών (751–843)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ενοποίηση που πέτυχαν οι Μεροβίγγοι εξασφάλισε τη συνέχιση αυτού που έγινε γνωστό ως Καρολίγγεια Αναγέννηση. Η Αυτοκρατορία των Καρολιδών κατακλυζόταν από εσωτερικούς πολέμους, αλλά ο συνδυασμός της Φραγκικής κυριαρχίας και του Ρωμαϊκού Χριστιανισμού εξασφάλιζε τη θεμελιώδη ενότητά της. Η κυβέρνηση και ο πολιτισμός της εξαρτιόνταν πολύ από κάθε ηγεμόνα και τους στόχους του και έτσι κάθε περιοχή της αυτοκρατορίας αναπτύχθηκε διαφορετικά. Αν και οι στόχοι ενός ηγεμόνα εξαρτιόνταν από τις πολιτικές συμμαχίες της οικογένειάς του, οι ηγετικές οικογένειες της Γαλλίας μοιράζονταν τις ίδιες βασικές πεποιθήσεις και ιδέες περί διακυβέρνησης, που είχαν τόσο ρωμαϊκές όσο και γερμανικές ρίζες.

Το Φραγκικό κράτος εδραίωσε την κυριαρχία του στην πλειονότητα της Δυτικής Ευρώπης μέχρι τα τέλη του 8ου αιώνα, εξελισσόμενο στην Αυτοκρατορία των Καρολιδών. Με τη στέψη του ηγεμόνα του Καρλομάγνου ως Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Πάπα Λέοντα Γ' το 800 μ.Χ. αυτός και οι διάδοχοί του αναγνωρίστηκαν ως νόμιμοι διάδοχοι των αυτοκρατόρων της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ως εκ τούτου η Αυτοκρατορία των Καρολιδών άρχισε σταδιακά να θεωρείται στη Δύση ως συνέχεια της αρχαίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από αυτή την αυτοκρατορία δημιουργήθηκαν αργότερα πολλά διάδοχα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Βουργουνδίας, αν και η φραγκική ταυτότητα παρέμεινε στενά ταυτισμένη με τη Γαλλία.

Μετά το θάνατο του Καρλομάγνου ο μόνος ενήλικος γιος του που ζούσε έγινε Αυτοκράτορας και Βασιλιάς ως Λουδοβίκος ο Ευσεβής. Μετά το θάνατό του ωστόσο, σύμφωνα με την παράδοση και το νόμο των Φράγκων, που απαιτούσε την ισότητα μεταξύ όλων των ενήλικων ανδρών κληρονόμων, η Φραγκική Αυτοκρατορία χωρίστηκε πλέον μεταξύ των τριών γιων του.

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συμμετοχή στο Ρωμαϊκό στρατό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γερμανικοί λαοί, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των φυλών στο δέλτα του Ρήνου που αργότερα αποτέλεσαν τους Φράγκους, είναι γνωστό ότι υπηρέτησαν στο Ρωμαϊκό στρατό από την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα. Μετά την κατάρρευση της ρωμαϊκής διοίκησης στη Γαλατία τη δεκαετία του 260 οι στρατιές υπό τον Γερμανό Βατάβιο Πόστουμο επαναστάτησαν και τον ανακήρυξαν αυτοκράτορα και στη συνέχεια αποκατέστησαν την τάξη. Από τότε Γερμανοί στρατιώτες του Ρωμαϊκού στρατού, κυρίως Φράγκοι, προήχθησαν από τις τάξεις του. Λίγες δεκαετίες αργότερα ο Mενάπιος Καραύσιος δημιούργησε ένα Βαταβικό-Βρετανικό κρατίδιο στο ρωμαϊκό έδαφος, που υποστηρίχθηκε από Φράγκους στρατιώτες και επιδρομείς. Φράγκοι στρατιώτες όπως ο Μαγνέντιος, ο Σίλβανος και ο Aρβίτιος κατείχαν θέσεις διοίκησης στο Ρωμαϊκό στρατό κατά τα μέσα του 4ου αιώνα. Από την αφήγηση του Αμμιανού Μαρκελλίνου είναι φανερό ότι τόσο οι Φραγκικοί όσο και οι Αλαμαννικοί φυλετικοί στρατοί ήταν οργανωμένοι σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα.

Μετά την εισβολή του Κλοντιόνε ο Ρωμαϊκός στρατός στα σύνορα του Ρήνου έγιναν φραγκική "υπεργολαβία" και οι Φράγκοι ήταν γνωστό ότι στρατολογούντο ως ρωμαϊκά στρατεύματα που υποστηριζόταν από μια οινεί ρωμαϊκή βιομηχανία πανοπλιών και όπλων. Αυτό κράτησε τουλάχιστον μέχρι τις ημέρες του λόγιου Προκοπίου (περίπου 500 – 565), περισσότερο από έναν αιώνα μετά την κατάρρευση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που περιέγραψε τους πρώην Αρβόρυχους, που είχαν συγχωνευθεί με τους Φράγκους, να διατηρούν την οργάνωσή τους σε λεγεώνες, όπως οι πρόγονοί τους κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Οι Φράγκοι υπό τους Μεροβίγγειους συνδύασαν τα γερμανικά έθιμα με τη ρωμαϊκή οργάνωση και αρκετές σημαντικές τακτικές καινοτομίες. Πριν από την κατάκτηση της Γαλατίας οι Φράγκοι πολεμούσαν κυρίως ως φυλή, εκτός αν ήταν μέρος μιας ρωμαϊκής στρατιωτικής μονάδας που πολεμούσε σε συνδυασμό με άλλες αυτοκρατορικές μονάδες.

Στρατιωτικές πρακτικές των πρώτων Φράγκων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κύριες πηγές για τα στρατιωτικά έθιμα και τον οπλισμό των Φράγκων είναι ο Αμμιανός Μαρκελλίνος, ο Αγαθίας και ο Προκόπιος. Οι δύο τελευταίοι Ανατολικοί Ρωμαίοι έγραψαν για την εμπλοκή των Φράγκων στο Γοτθικό Πόλεμο.

Ο Προκόπιος έγραψε το 539:

Εκείνη την εποχή οι Φράγκοι, ακούγοντας ότι και οι Γότθοι και οι Ρωμαίοι είχαν υποφέρει σοβαρά από τον πόλεμο ..., ξεχνώντας προς στιγμή τους όρκους και τις συνθήκες τους ... (γιατί αυτό το έθνος σε θέματα εμπιστοσύνης είναι το πιο δόλιο στον κόσμο), συγκεντρώθηκαν αμέσως σε αριθμό εκατό χιλιάδων υπό την ηγεσία του Θευδεβέρτου Α΄ και εισέβαλαν στην Ιταλία: είχαν ένα μικρό σώμα ιππικού γύρω από τον αρχηγό τους και αυτοί ήταν οι μόνοι οπλισμένοι με δόρατα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ήταν πεζοί που δεν είχαν ούτε τόξα ούτε δόρατα, αλλά ο καθένας τους έφερε ένα σπαθί, μια ασπίδα και ένα τσεκούρι. Η σιδερένια κεφαλή αυτού του όπλου ήταν παχιά και εξαιρετικά αιχμηρή και στις δύο πλευρές, ενώ η ξύλινη λαβή ήταν πολύ κοντή. Και συνηθίζουν πάντα να ρίχνουν αυτά τα τσεκούρια με ένα σύνθημα στην αρχή και έτσι να συντρίβουν τις ασπίδες του εχθρού και να σκοτώνουν τους άνδρες..[39]

Ο σύγχρονός του Αγαθίας, που στήριξε τα κείμενά του στα πρότυπα του Προκόπιου, λέει:

Ο στρατιωτικός εξοπλισμός αυτού του λαού [των Φράγκων] είναι πολύ απλός... Δεν γνωρίζουν τη χρήση του θώρακα από ελάσματα ή της περικνημίδας και η πλειοψηφία τους αφήνει το κεφάλι ακάλυπτο, μόνο λίγοι φοράνε κράνος. Έχουν το στήθος τους και την πλάτη τους μέχρι την οσφύ γυμνά και καλύπτουν τους μηρούς τους είτε με δέρμα είτε με λινό. Δεν επιχειρούν έφιπποι παρά μόνο σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Η μάχη πεζή είναι και σύνηθες και εθνικό έθιμο και είναι ικανοί σε αυτό. Στο ισχίο φορούν ξίφος και στην αριστερή πλευρά είναι στερεωμένη η ασπίδα τους. Δεν έχουν ούτε τόξα, ούτε σφεντόνες, ούτε κανένα εκτοξευόμενο όπλο εκτός από το δίκοπο τσεκούρι και τον άγγωνα (είδος ακοντίου) που χρησιμοποιούν πιο συχνά. Οι άγγωνες είναι δόρατα που δεν είναι ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν, αν είναι απαραίτητο, για ρίψη σαν ακόντια, αλλά και για μάχη σώμα με σώμα.[40]

Ενώ τα παραπάνω αποσπάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί ως δήλωση των στρατιωτικών πρακτικών του έθνους των Φράγκων τον 6ο αιώνα και μάλιστα έχουν επεκταθεί σε ολόκληρη την περίοδο πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Καρόλου Μαρτέλου (αρχές των μέσων του 8ου αιώνα), η ιστοριογραφία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο έχει τονίσει τα κληρονομημένα από τους Ρωμαίους στρατιωτικά χαρακτηριστικά των Φράγκων από την έναρξη της κατάκτησης της Γαλατίας. Οι βυζαντινοί συγγραφείς παρουσιάζουν αρκετές αντιφάσεις και δυσκολίες. Ο Προκόπιος αρνείται για τους Φράγκους τη χρήση του δόρατος ενώ ο Αγαθίας το θεωρεί ένα από τα κύρια όπλα τους. Συμφωνούν ότι οι Φράγκοι ήταν κυρίως πεζοί, πετούσαν τσεκούρια και έφεραν σπαθί και ασπίδα. Και οι δύο συγγραφείς αντικρούουν επίσης την αυθεντία των Γαλατών συγγραφέων της ίδιας γενικά χρονικής περιόδου (Σιδώνιος Απολλινάρις και Γρηγόριος της Τουρ) και τα αρχαιολογικά στοιχεία. Ο Lex Ribuaria, ο νομικός κώδικας των αρχών του 7ου αιώνα της Ρηνανίας ή των Ριπουαριανών Φράγκων, καθορίζει τις αξίες των διαφόρων αγαθών. Ενώ ένα δόρυ και η ασπίδα άξιζαν μόνο δύο σόλιδους, ένα ξίφος και το θηκάρι άξιζαν επτά, ένα κράνος έξι και ένας «μεταλλικός χιτώνας» δώδεκα.[44] Τα σαξ και οι αιχμές βελών αφθονούν στους τάφους των Φράγκων, παρόλο που οι Βυζαντινοί ιστορικοί δεν τα συνδέουν με τους Φράγκους.

Tο εξώφυλλο της Historia Francorum του Γρηγορίου

Οι πηγές του Γρηγορίου και του Lex Salica υπονοούν ότι οι πρώτοι Φράγκοι ήταν λαός ιππέων. Στην πραγματικότητα ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υποστηρίξει ότι οι Φράγκοι διέθεταν τόσο πολλά άλογα που μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν για να οργώσουν τα χωράφια τους και έτσι ήταν γεωργικά τεχνολογικά προηγμένοι έναντι των γειτόνων τους. Ο Lex Ribuaria διευκρινίζει ότι η αξία μιας φοράδας ήταν ίδια με αυτή ενός βοδιού ή μιας ασπίδας και ενός δόρατος, δύο σόλιδοι, και ενός επιβήτορα επτά ή ίδια με ένα σπαθί και το θηκάρι, που υποδηλώνει ότι τα άλογα ήταν σχετικά κοινά. Ίσως οι βυζαντινοί συγγραφείς θεωρούσαν το φράγκικο ασήμαντο σε σχέση με το ελληνικό ιππικό, κάτι που μάλλον είναι ακριβές.[41]

Μεροβίγγιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνθεση και ανάπτυξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φραγκικό στρατιωτικό κατεστημένο ενσωμάτωσε πολλούς από τους προϋπάρχοντες ρωμαϊκούς θεσμούς στη Γαλατία, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια και μετά τις κατακτήσεις του Κλόβις Α' στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 6ου αιώνα. Η φραγκική στρατιωτική στρατηγική περιστρεφόταν γύρω από την κατοχή και κατάληψη οχυρωματικών κέντρων (κάστρα) και γενικά τα κέντρα αυτά φρουρούνταν από φρουρές militiesή laeti, που ήταν πρώην Ρωμαίοι μισθοφόροι γερμανικής καταγωγής. Σε όλη τη Γαλατία οι απόγονοι των Ρωμαίων στρατιωτών συνέχισαν να φορούν τις στολές τους και να εκτελούν τα εθιμοτυπικά τους καθήκοντα.

Αμέσως κάτω από το Φράγκο βασιλιά στη στρατιωτική ιεραρχία βρίσκονταν οι leudes, οι ορκισμένοι ακόλουθοί του, που ήταν γενικά «παλιοί στρατιώτες» σε υπηρεσία μακριά από την αυλή.[42] Ο βασιλιάς είχε μια επίλεκτη σωματοφυλακή, που ονομαζόταν truste. Τα μέλη της συχνά υπηρετούσαν σε centannae, οικισμούς φρουρών που ιδρύονταν για στρατιωτικούς και αστυνομικούς σκοπούς. Η καθημερινή σωματοφυλακή του βασιλιά αποτελείτο από antrustiones (ανώτεροι στρατιώτες που ήταν αριστοκράτες σε στρατιωτική θητεία) και pueri (κατώτεροι στρατιώτες και όχι αριστοκράτες).[43] Όλοι οι υψηλόβαθμοι άνδρες είχαν pueri.

Ο Φράγκος στρατός δεν αποτελείτο μόνο από Φράγκους και Γαλατο-Ρωμαίους, αλλά περιείχε επίσης Σάξονες, Αλανούς, Ταϊφάλους και Αλαμαννούς. Μετά την κατάκτηση της Βουργουνδίας(534) οι καλά οργανωμένοι στρατιωτικοί θεσμοί αυτού του βασιλείου ενσωματώθηκαν στο Φραγκικό βασίλειο. Επικεφαλής μεταξύ αυτών ήταν ο μόνιμος στρατός υπό τη διοίκηση του Πατρικίου της Βουργουνδίας.

Στα τέλη του 6ου αιώνα, κατά τη διάρκεια των πολέμων που υποκινήθηκαν από τη Φρεδεγόνδη και τη Μπρουνχίλντα, οι Μεροβίγγιοι μονάρχες εισήγαγαν ένα νέο στοιχείο στους στρατούς τους: την τοπική στρατολόγηση. Η στρατολόγηση περιλάμβανε όλους τους ικανούς άντρες μιας περιφέρειας που έπρεπε να παρουσιαστούν για στρατιωτική θητεία όταν καλούνταν. Η τοπική στρατολόγηση ίσχυε μόνο για μια πόλη και τα περίχωρά της. Αρχικά μόνο σε ορισμένες πόλεις της δυτικής Γαλατίας, της Νευστρίας και της Ακουιτανίας οι βασιλιάδες είχαν το δικαίωμα ή την εξουσία να την επιβάλλουν. Οι διοικητές των τοπικών στρατολογήσεων ήταν πάντα διαφορετικοί από τους διοικητές των αστικών φρουρών. Συχνά τις πρώτες διοικούσαν οι κόμητες των περιφερειών. Ένα πολύ πιο σπάνιο φαινόμενο ήταν η γενική στρατολόγηση, που ίσχυε σε ολόκληρο το βασίλειο και περιλάμβανε αγρότες (pauperes και inferiores). Γενικές στρατολογήσεις επιβάλλονταν επίσης στα ειδωλολατρικά ακόμη πέραν του Ρήνου δουκάτα με εντολή ενός μονάρχη. Οι Σάξονες, οι Αλαμαννοί και οι Θουρίγγιοι είχαν όλοι το θεσμό της στρατολόγησης και οι Φράγκοι μονάρχες εξαρτώνταν από αυτόν μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, όταν οι δούκες άρχισαν να διακόπτουν τους δεσμούς τους με τη μοναρχία. Ο Ραδούλφος της Θουριγγίας επέβαλε στρατολόγηση για έναν πόλεμο εναντίον του Σιγιβέρτου Γ΄ το 640.

Γρήγορα η τοπική στρατολόγηση εξαπλώθηκε στην Αυστρασία και στις λιγότερο εκρωμαϊσμένες περιοχές της Γαλατίας. Σε ενδιάμεσο επίπεδο οι βασιλιάδες άρχισαν να επιβάλλουν τοπικές στρατολογήσεις από τις περιοχές της Αυστρασίας (που δεν είχαν μεγάλες πόλεις ρωμαϊκής προέλευσης). Όλες οι μορφές στρατολόγησης σταδιακά εξαφανίστηκαν, ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα μετά τη βασιλεία του Δαγοβέρτου Α΄. Υπό τους λεγόμενους rois fainéants οι στρατολογήσεις εξαφανίστηκαν στα μέσα του αιώνα στην Αυστρασία και αργότερα στη Βουργουνδία και τη Νευστρία. Μόνο στην Ακουιτανία, που γρήγορα ανεξαρτητοποιήθηκε από την κεντρική φραγκική μοναρχία, οι περίπλοκοι στρατιωτικοί θεσμοί παρέμειναν μέχρι τον 8ο αιώνα. Στο τελευταίο μισό του 7ου αιώνα και στο πρώτο μισό του 8ου στη Μεροβίγγεια Γαλατία κύριοι στρατιωτικοί παράγοντες έγιναν οι λαϊκοί και εκκλησιαστικοί άρχοντες με τις ομάδες των ένοπλων οπαδών τους. Οι άλλες πτυχές του στρατού των Μεροβίγγεων, κυρίως ρωμαϊκής προέλευσης ή καινοτομίες ισχυρών βασιλιάδων, εξαφανίστηκαν τον 8ο αιώνα.

Στρατηγική, τακτική και εξοπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεροβίγγειοι στρατοί χρησιμοποιούσαν χιτώνια, κράνη, ασπίδες, λόγχες, ξίφη, τόξα και βέλη και πολεμικά άλογα. Ο οπλισμός των ιδιωτικών στρατών έμοιαζε με εκείνο των Γαλατορωμαίκών potentiatores της ύστερης Αυτοκρατορίας. Ένα ισχυρό στοιχείο του αλανικού ιππικού που εγκαταστάθηκε στην Αρμορική επηρέασε τον τρόπο μάχης των Βρετόνων μέχρι το 12ο αιώνα. Οι τοπικά στρατολογούμενοι των πόλεων ήταν λογικά καλά εξοπλισμένοι και ακόμη έφιπποι, αλλά γενικότερα ήταν pauperes και inferiores, που ήταν κυρίως αγρότες στο εμπόριο και έφεραν αναποτελεσματικά όπλα, όπως γεωργικά εργαλεία. Οι λαοί ανατολικά του Ρήνου – Φράγκοι, Σάξονες και ακόμη και Βένδες – που μερικές φορές καλούνταν να υπηρετήσουν, φορούσαν υποτυπώδη πανοπλία και έφεραν όπλα όπως δόρατα και τσεκούρια. Λίγοι από αυτούς τους άντρες ήταν έφιπποι.

Η κοινωνία των Μεροβίγγειων είχε στρατιωτικό χαρακτήρα. Οι Φράγκοι συγκαλούσαν ετήσιες συνελεύσεις κάθε Marchfeld (1 Μαρτίου), όταν ο βασιλιάς και οι ευγενείς του συγκεντρώνονταν σε μεγάλα ανοιχτά χωράφια και καθόριζαν τους στόχους τους για την επόμενη περίοδο εκστρατείας. Οι συναντήσεις ήταν μια επίδειξη δύναμης για λογαριασμό του μονάρχη και ένας τρόπος για να διατηρήσει την πίστη μεταξύ των στρατευμάτων του.[44] Στους εμφύλιους πολέμους τους οι Μεροβίγγειοι βασιλείς επικεντρώνονταν στην κατοχή οχυρών θέσεων και στη χρήση πολιορκητικών μηχανών. Σε πολέμους που διεξάγονταν εναντίον εξωτερικών εχθρών στόχος τους ήταν συνήθως η απόκτηση λείας ή η επιβολή φόρου. Μόνο στα εδάφη πέρα ​​από το Ρήνο οι Μεροβίγγιοι επεδίωξαν να επεκτείνουν τον πολιτικό έλεγχο στους γείτονές τους.

Ως προς την τακτική οι Μεροβίγγι οι δανείστηκαν πολλά από τους Ρωμαίους, ειδικά όσον αφορά τον πολιορκητικό πόλεμο. Οι τακτικές μάχης τους ήταν εξαιρετικά ευέλικτες και είχαν σχεδιαστεί για να ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες συνθήκες μιας μάχης. Η τακτική των τεχνασμάτων χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον. Το ιππικό αποτελούσε μεγάλο τμήμα του στρατού, αλλά τα στρατεύματα συχνά αφίππευαν για να πολεμήσουν πεζοί. Οι Μεροβίγγιοι μπορούσαν να αναπτύσσουν ναυτικές δυνάμεις: η ναυτική εκστρατεία που διεξήχθη κατά των Δανών από το Θευδέριχο Α΄ το 515 περιλάμβανε ποντοπόρα πλοία, ενώ ποταμόπλοια χρησιμοποιήθηκαν στο Λίγηρα, το Ροδανό και το Ρήνο.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ένα σύγχρονο γλωσσολογικό πλαίσιο η γλώσσα των πρώτων Φράγκων αποκαλείται ποικιλοτρόπως «παλαιά φραγκική» ή «παλαιά φραγκονική» και αυτοί οι όροι αναφέρονται στη γλώσσα των Φράγκων πριν από την εμφάνιση της μετατόπισης συμφώνων στα ανώτερα γερμανικά, που έλαβε χώρα μεταξύ 600 και 700 μ.Χ. Μετά από αυτή τη μετατόπιση συμφώνων η φράγκικη διάλεκτος αποκλίνει, με τις διαλέκτους που θα γίνονταν τα σύγχρονα Ολλανδικά να μην υφίστανται τη μετατόπιση αυτή, ενώ όλες οι άλλες την υπέστησαν σε διάφορους βαθμούς.[45] Ως αποτέλεσμα η διάκριση μεταξύ Παλαιάς Ολλανδικής και Παλαιάς Φραγκικής είναι σε μεγάλο βαθμό αμελητέα, με την Παλαιά Ολλανδική (επίσης αποκαλούμενη Παλαιά Χαμηλή Φραγκονική) να είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για τη διάκριση μεταξύ των επηρεαζόμενων και μη παραλλαγών μετά την προαναφερθείσα Δεύτερη Γερμανική μετατόπιση συμφώνων.[46]

Η φράγκικη γλώσσα δεν έχει πιστοποιηθεί άμεσα, εκτός από ένα πολύ μικρό αριθμό ρουνικών επιγραφών που έχουν βρεθεί στη φράγκικη επικράτεια της εποχής, όπως η επιγραφή Μπέργκακερ. Ωστόσο ένας σημαντικός όγκος του φράγκικου λεξιλογίου έχει ανακατασκευαστεί με την εξέταση πρώιμων γερμανικών δανεικών λέξεων που βρέθηκαν στα παλαιά γαλλικά καθώς και μέσω της συγκριτικής ανακατασκευής μέσω των ολλανδικών.[47][48] Η επιρροή της παλαιάς φραγκονικής γλώσσας στο γαλατορωμαϊκό λεξιλόγιο και τη φωνολογία της εποχής ήταν από καιρό ζητήματα επιστημονικής συζήτησης.[49] Η φράγκικη επιρροή θεωρείται ότι περιλαμβάνει τους χαρακτηρισμούς των τεσσάρων βασικών κατευθύνσεων: nord "βορράς", sud "νότος", est "ανατολή" και ouest "δύση" και τουλάχιστον επιπλέον 1000 βασικές λέξεις.[48]

Αν και οι Φράγκοι κατέκτησαν τελικά όλη τη Γαλατία, οι ομιλητές της Φραγκικής φαίνεται ότι επεκτάθηκαν σε επαρκή αριθμό μόνο στη βόρεια Γαλατία για να έχουν γλωσσικό αποτέλεσμα. Για αρκετούς αιώνες η βόρεια Γαλατία ήταν μια δίγλωσση περιοχή (Λαϊκή Λατινική και Φραγκική). Η γλώσσα που χρησιμοποιείτο στη γραφή, στην κυβέρνηση και στην Εκκλησία ήταν η Λατινική. Ο Ούρμπαν T. Χολμς υποστήριξε ότι μια γερμανική γλώσσα συνέχισε να ομιλείται ως δεύτερη γλώσσα από δημόσιους αξιωματούχους στη δυτική Αυστρασία και τη Βόρεια Νευστρία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 850 και ότι εξαφανίστηκε εντελώς ως ομιλούμενη γλώσσα κατά τν 10ο αιώνα από περιοχές όπου σήμερα μόνο ομιλείται μόνο η γαλλική..[50]

Τέχνη και αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κολοφώνας της Καρολίγγειας αρχιτεκτονικής: Το Ανακτορικό παρεκκλήσι στο Άαχεν της Γερμανίας.
Κύριο λήμμα: Μεροβίγγεια τέχνη

Η πρώιμη φράγκικη τέχνη και αρχιτεκτονική ανήκει σε μια φάση γνωστή ως τέχνη της Περιόδου των μεταναστεύσεων, που έχει αφήσει ελάχιστα κατάλοιπα. Η επόμενη περίοδος ονομάζεται Καρολίγγια τέχνη ή, ειδικά στην αρχιτεκτονική, προ-ρωμανική. Ελάχιστη μεροβίγγεια αρχιτεκτονική έχει διατηρηθεί. Οι αρχαιότερες εκκλησίες φαίνεται να ήταν από ξύλο, με τα μεγαλύτερα παραδείγματα τύπου βασιλικής. Το πληρέστερα σωζόμενο παράδειγμα, ένα βαπτιστήριο στο Πουατιέ, είναι ένα κτίριο με τρεις αψίδες γαλατορωμαϊκού ρυθμού. Μια σειρά από μικρά βαπτιστήρια μπορεί να δει κανείς στη Νότια Γαλλία, καθώς αυτά έπαψαν να είναι της μόδας, δεν εκσυγχρονίσθηκαν και στη συνέχεια επιβίωσαν ως είχαν.

Κοσμήματα (όπως καρφίτσες), όπλα (συμπεριλαμβανομένων ξίφη με διακοσμητικές λαβές) και είδη ένδυσης και υπόδυσης (όπως κάπες και σανδάλια) έχουν βρεθεί σε μια σειρά ταφικών τοποθεσιών. Ο τάφος της Βασίλισσας Αρεγούνδης, που ανακαλύφθηκε το 1959, και ο Θησαυρός του Γκουρντόν, που δημιουργήθηκε λίγο μετά το 524, είναι αξιοσημείωτα παραδείγματα. Τα λιγοστά μεροβίγγεια εικονογραφημένα χειρόγραφα που έχουν διασωθεί, όπως το Γελασιανό Μυστήριο, περιέχουν πολλές ζωόμορφες παραστάσεις. Τέτοια φράγκικα αντικείμενα δείχνουν μεγαλύτερη χρήση του ρυθμού και των μοτίβων της Ύστερης Αρχαιότητας και μικρότερο βαθμό δεξιοτεχνίας και πολυπλοκότητας στο σχεδιασμό και την κατασκευή από συγκρίσιμα έργα από τα Βρετανικά Νησιά. Τόσο λίγα έχουν διασωθεί, ωστόσο, που η καλύτερη ποιότητα εργασίας αυτής της περιόδου μπορεί να μην εκπροσωπείται.[51]

Τα αντικείμενα που παρήχθησαν από τα κύρια κέντρα της Καρολίγγειας Αναγέννησης, που αντιπροσωπεύουν ένα μετασχηματισμό από εκείνα της προηγούμενης περιόδου, έχουν επιβιώσει σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα. Οι τέχνες χρηματοδοτήθηκαν αφειδώς και ενθαρρύνθηκαν από τον Καρλομάγνο, χρησιμοποιώντας εισαγόμενους καλλιτέχνες όπου χρειαζόταν, και τα καρολίγγεια έργα ήταν καθοριστικά για τη μελλοντική πορεία της δυτικής τέχνης. Τα καρολίγγια χειρόγραφα και οι πλάκες από ελεφαντόδοντο, που έχουν διασωθεί σε λογικό αριθμό, προσεγγίζουν σε ποιότητα αυτά της Κωνσταντινούπολης. Το κύριο μνημείο της Καρολίγγειας αρχιτεκτονικής που σώζεται είναι το Ανακτορικό Παρεκκλήσι στο Άαχεν, που είναι μια εντυπωσιακή και πιστή αντιγραφή του Αγίου Βιταλίου της Ραβέννας – από όπου ήρθαν ορισμένοι από τους κίονες. Υπήρχαν επίσης πολλάάλλα σημαντικά κτίρια, όπως της Σεντούλα ή του Αγίου Γάλλου, ή ο παλιός Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας, από τότε που ξαναχτίστηκε. Αυτές οι μεγάλες κατασκευές και συγκροτήματα έκαναν συχνή χρήση πύργων.[52]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα σημαντικό κομμάτι της Φράγκικης αριστοκρατίας ακολούθησε γρήγορα τον Κλόβι στο Χριστιανισμό (η Φράγκικη εκκλησία των Μεροβίγγειων). Ο προσηλυτισμός όλων των υπό Φραγκική κυριαρχία απαιτούσε σημαντικό χρόνο και προσπάθεια.

Παγανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σχέδιο με χρυσές μέλισσες ή μύγες που ανακαλύφθηκε στον τάφο του Χιλδέριχου Α΄

Ο απόηχος του φραγκικού παγανισμού μπορούν να βρεθούν στις πρωτογενείς πηγές, αλλά το νόημά τους δεν είναι πάντα ξεκάθαρο. Οι ερμηνείες από τους σύγχρονους μελετητές διαφέρουν πολύ, αλλά είναι πιθανό ο φραγκικός παγανισμός να μοιράζεται τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά άλλων ποικιλιών του γερμανικού παγανισμού. Η μυθολογία των Φράγκων ήταν πιθανώς μια μορφή γερμανικού πολυθεϊσμού. Ήταν άκρως τελετουργικό. Πολλές καθημερινές δραστηριότητες επικεντρώνονταν γύρω από τις πολλαπλές θεότητες, η κυριότερη από τις οποίες μπορεί να ήταν ο Κινώταυρος, θεός του νερού από τον οποίο οι Μεροβίγγοι λέγεται ότι είχαν την καταγωγή τους.[53] Οι περισσότεροι θεοί τους συνδέονταν με τοπικά λατρευτικά κέντρα και ο ιερός χαρακτήρας και η δύναμή τους συνδέονταν με συγκεκριμένες περιοχές, έξω από τις οποίες ούτε τους λάτρευαν ούτε τους φοβόντουσαν. Οι περισσότεροι από τους θεούς ήταν «κοσμικοί», διέθεταν μορφή και συνδέονταν με συγκεκριμένα αντικείμενα, σε αντίθεση με το Θεό του Χριστιανισμού.[54]

Ο φραγκικός παγανισμός εμφανίζεται στον τόπο ταφής του Χιλδέριχου Α΄, όπου το σώμα του βασιλιά βρέθηκε καλυμμένο με ύφασμα διακοσμημένο με πολυάριθμες μέλισσες. Υπάρχει μια πιθανή σχέση με τις μέλισσες του παραδοσιακού φράγκικου όπλου, του αγγώνα (που σημαίνει «τσίμπημα»), από τη χαρακτηριστική αιχμή του δόρατος.

Χριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα στη Βασιλική του Αγίου Ρεμιγίου, που απεικονίζει τη βάπτιση του Κλόβις Α΄ από τον Αγιο Ρεμίγιο περί το 496

Μερικοί Φράγκοι, όπως ο σφετεριστής του 4ου αιώνα Σιλβάνος, ασπάστηκαν νωρίς τον Χριστιανισμό. Το 496 ο Κλόβις Α', ο οποίος είχε παντρευτεί μια Βουργουνδή Καθολική ονόματι Κλοτίλδη το 493, βαφτίστηκε από τον Αγιο Ρεμίγιο μετά από μια αποφασιστική νίκη επί των Αλαμανών στη Μάχη του Τόλμπιακ. Σύμφωνα με το Γρηγόριο της Τουρ πάνω από τρεις χιλιάδες στρατιώτες του βαφτίστηκαν μαζί του.[55] Η μεταστροφή του Κλόβις είχε βαθιά επίδραση στην πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας, γιατί εκείνη την εποχή οι Φράγκοι ήταν η μόνη μεγάλη εκχριστιανισμένη γερμανική φυλή χωρίς κυρίως Αρειανική αριστοκρατία και αυτό οδήγησε σε μια φυσικά φιλική σχέση μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και των ολοένα και πιο ισχυρών Φράγκων.

Παρόλο που πολλοί από τη Φράγκικη αριστοκρατία ακολούθησαν γρήγορα τον Κλόβις στο Χριστιανισμό, ο προσηλυτισμός όλων των υπηκόων του επιτεύχθηκε μόνο μετά από σημαντική προσπάθεια και, σε ορισμένες περιοχές, για μια περίοδο άνω των δύο αιώνων.[56] Το Χρονικό του Αγίου Διονυσίου αναφέρει ότι, μετά τη μεταστροφή του Κλόβις, αρκετοί ειδωλολάτρες που ήταν δυσαρεστημένοι με αυτή την εξέλιξη συνασπίσθηκαν γύρω από το Ραγνάριο, που είχε παίξει σημαντικό ρόλο στην αρχική άνοδο του Κλόβις στην εξουσία. Αν και το κείμενο παραμένει ασαφές ως προς το ακριβές πρόσχημα, ο Κλόβις επέβαλε την εκτέλεση του Ραγνάριου..[57] Οι εναπομείναντες θύλακες αντίστασης εξαλείφθηκαν η μια μετά την άλλη, κυρίως λόγω του έργου ενός διευρυνόμενου δικτύου μοναστηριών.[58]

Γελεσιανό Μυστήριο, π. 750

Η Μεροβίγγεια Εκκλησία διαμορφώθηκε τόσο από εσωτερικές όσο και από εξωτερικές δυνάμεις. Έπρεπε να συμβιβαστεί με μια καθιερωμένη γαλατορωμαϊκή ιεραρχία που αντιστεκόταν στις αλλαγές στον πολιτισμό της, να εκχριστιανίσει τις ειδωλολατρικές ευαισθησίες και να καταστέλλει την έκφρασή τους, να παρέχει μια νέα θεολογική βάση για τις μεροβίγγειες μορφές βασιλείας, βαθιά ριζωμένες στην παγανιστική γερμανική παράδοση, και να συμβαδίζει με τις ιρλανδικές και τις αγγλοαξονικές ιεραποστολικές δραστηριότητες και παπικές απαιτήσεις.[59] Η καρολίγγεια αναμόρφωση του μοναχισμού και οι σχέσεις εκκλησίας-κράτους ήταν το κύριο μέλημα της Φραγκικής Εκκλησίας.

Η ολοένα και πιο πλούσια ελίτ των Μεροβίγγιεων προίκισε πολλά μοναστήρια, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του Ιρλανδού ιεραπόστολου Κολουμβάνου. Τον 5ο, τον 6ο και τον 7ο αιώνα εμφανίσθηκαν δύο μεγάλα κύματα ερημητισμού στον κόσμο των Φράγκων, που οδήγησαν σε νομοθεσία που απαιτούσε από όλους τους μοναχούς και τους ερημίτες να ακολουθούν τον Κανόνα του Αγίου Βενέδικτου.[60] Η Εκκλησία είχε μερικές φορές μια δύσκολη σχέση με τους Μεροβίγγειους βασιλιάδες, των οποίων η αξίωση να κυβερνούν εξαρτιόταν από ένα μυστικό βασιλικής καταγωγής και οι οποίοι έτειναν να επανέλθουν στην πολυγαμία των ειδωλολατρών προγόνων τους. Η Ρώμη ενθάρρυνε τους Φράγκους να αντικαταστήσουν σταδιακά τη Γαλικανή λειτουργία με τη Ρωμαϊκή. Αργότερα η Εκκλησία ήταν υποστηρικτική και ένας Αυτοκράτορας εστεμμένος από τον Πάπα ήταν πολύ περισσότερο της αρεσκείας τους.

Νομοθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και με άλλους γερμανικούς λαούς οι νόμοι των Φράγκων απομνημονεύονταν από «ραχιμβούργους», που ήταν ανάλογοι με τους νομολέκτες της Σκανδιναβίας.[61] Τον 6ο αιώνα, όταν αυτοί οι νόμοι εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε γραπτή μορφή, υπήρχαν δύο βασικές νομικές υποδιαιρέσεις: οι Σάλιοι Φράγκοι υπάγονταν στο Σαλικό νόμο και οι Ριπουάριοι Φράγκοι στο Ριπουάριο νόμο. Οι Γαλατορωμαίοι νότια του Ποταμού Λίγηρα και ο κλήρος συνέχισαν να υπόκεινται στο παραδοσιακό Ρωμαϊκό Δίκαιο.[62] Το γερμανικό δίκαιο αφορούσε σε μεγάλο βαθμό την προστασία των ατόμων και λιγότερο την προστασία των συμφερόντων του κράτους. Σύμφωνα με τον Μισέλ Ρους «Οι Φράγκοι δικαστές αφιέρωναν τόση προσοχή σε μια υπόθεση που αφορούσε την κλοπή ενός σκύλου, όση οι Ρωμαίοι δικαστές σε υποθέσεις που αφορούσαν τη φορολογική ευθύνη των curiales, ή των δημοτικών συμβούλων».[63]

Οι Σταυροφόροι και οι άλλοι Δυτικοευρωπαίοι "Φράγκοι"[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος Φράγκος έχει χρησιμοποιηθεί από πολλούς Ορθόδοξους και Μουσουλμάνους γείτονες του μεσαιωνικού λατινικού χριστιανικού κόσμου (και πέραν αυτού, όπως στην Ασία) ως γενικό συνώνυμο για έναν Ευρωπαίο από τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, περιοχές που ακολούθησαν το λατινικό τελετουργικό του Χριστιανισμού, υπό την εξουσία του Πάπα της Ρώμης. [64] Ένας άλλος όρος με παρόμοια χρήση ήταν το Λατίνοι.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί αναφέρονται συχνά στους Χριστιανούς που ακολουθούν το λατινικό τελετουργικό στην ανατολική Μεσόγειο ως Φράγκους ή Λατίνους, ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής τους, ενώ χρησιμοποιούν τις λέξεις Ονομασίες των Ελλήνων και Ρούμι για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς. Σε πολλά ελληνικά νησιά οι Καθολικοί εξακολουθούν να αναφέρονται ως Φράγκοι, για παράδειγμα στη Σύρο, όπου ονομάζονται Φραγκοσυριανοί. Η περίοδος της κυριαρχίας των Σταυροφόρων στα ελληνικά εδάφη είναι γνωστή μέχρι σήμερα ως Φραγκοκρατία («κυριαρχία των Φράγκων»).

Κατά τη Μογγολική Αυτοκρατορία το 13-14ο αιώνα οι Μογγόλοι χρησιμοποιούσαν τον όρο «Φράγκοι» για να προσδιορίσουν τους Ευρωπαίους.[65] Οι Πέρσες χρησιμοποίησαν και διέδωσαν τον όρο σε όλη τη Μέση Ανατολή με την επέκταση της γλώσσας τους. Ο όρος Φραγκιστάν ("Χώρα των Φράγκων") χρησιμοποιήθηκε από τους Μουσουλμάνους για αναφορά στη Χριστιανική Ευρώπη για αρκετούς αιώνες στο Ιράν και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Οι Κινέζοι ονόμασαν τους Πορτογάλους Φολανγκγί 佛郎機 ("Φράγκους") τη δεκαετία του 1520 στις μάχες του Τουμέν και του Ξικαοουάν. Ορισμένες άλλες ποικιλίες των Μανδαρινικών κινέζικων πρόφεραν τους χαρακτήρες ως Φαχ-λαν-κι.

Η Μεσογειακή κοινή γλώσσα(Lingua Franca ή «Φράγκικη γλώσσα») ήταν μια μεικτή απλή γλώσσα που ομιλήθηκε για πρώτη φορά από Ευρωπαίους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους του 11ου αιώνα στα λιμάνια της Μεσογείου και παρέμεινε σε χρήση μέχρι το 19ο αιώνα.

Παραδείγματα παράγωγων λέξεων :

Στα Ταϊλανδικά η λέξη μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε Ευρωπαίο. Όταν η παρουσία Αμερικανών στρατιωτών κατά τον Πόλεμο του Βιετνάμ έφερε τους Ταϊλανδούς σε επαφή με Αφροαμερικανούς, αυτοί (και οι άνθρωποι αφρικανικής καταγωγής γενικά) ονομάστηκαν Φάραγκ νταμ ("Μαύροι Φάραγκ", ฝรั่งดำ). Τέτοιες λέξεις μερικές φορές υποδηλώνουν επίσης πράγματα, φυτά ή πλάσματα που εισήγαγαν οι Ευρωπαίοι/Φράγκοι. Για παράδειγμα στα Kαμποτζιανά το môn barang, κυριολεκτικά "Γαλλικό κοτόπουλο", αναφέρεται στη γαλοπούλα και στα Ταϊλανδικά Φάραγκ είναι το όνομα τόσο για τους Ευρωπαίους όσο και για το φρούτο γκουάβα, που εισήχθη από Πορτογάλους εμπόρους πριν από 400 χρόνια. Στο σύγχρονο Ισραήλ η λέξη Γίντις פרענק (Φρενκ), με μια περίεργη ετυμολογική εξέλιξη, αναφέρεται στους Μιζραχίτες Εβραίους στα σύγχρονα εβραϊκά και έχει μια έντονα υποτιμητική χροιά.[72]

Μερικοί γλωσσολόγοι (μεταξύ αυτών οι Δρ. Τζαν Τεντ και Πολ Γκέρατι) έχουν υποστηρίξει ότι ο όρος Παλάγκι για τους Ευρωπαίους τωνΣαμόα και γενικά των των Πολυνησίων μπορεί επίσης να είναι συγγενής, πιθανώς όρος-δάνειο που προήλθε από την πρώιμη επαφή των νησιωτών του Ειρηνικού και των Μαλαισίων.[73]

Προσωπικότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φράγκοι ήταν υψηλόσωμοι, είχαν ανοιχτό χρώμα δέρματος και ξανθά μαλλιά. Φορούσαν βράκες από λινό ύφασμα ή δέρμα ζώου και άφηναν συχνά ακάλυπτο το πάνω μέρος του σώματός τους. Ήταν «βάρβαροι», διέθεταν πολύ πρωτόγονα μέσα για την καλλιέργεια της γης, θεωρούσαν πολύ φυσιολογικό το να προβαίνουν σε λεηλασίες για να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Όντας υποχρεωμένοι να κατασκευάζουν και να επισκευάζουν τα όπλα τους, οι Φράγκοι είχαν εξελιχθεί σε πολύ επιδέξιους τεχνίτες. Το ταλέντο τους στην κατεργασία μετάλλων διακρίνεται ιδιαίτερα από τα έργα χρυσοχοΐας, τα οποία ήταν φιλοτεχνημένα στα πρότυπα της τέχνης των στεπών.

Φραγκοκρατία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Δ΄ Σταυροφορία και την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι Σταυροφόροι ίδρυσαν στην Ελλάδα κρατίδια, σε μια περίοδο από τον 12ο μέχρι τον 16ο αιώνα που ονομάστηκε Φραγκοκρατία.

Οι Φράγκοι σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φράγκοι έδωσαν το όνομά τους στο κράτος της Γαλλίας (France, Frankreich), αν και η γλώσσα τους τελικά δεν επικράτησε. Επίσης έχουν δώσει το όνομά τους στην περιοχή της Φραγκονίας (Franken) στη Βαυαρία.
Από τους κατοίκους των ελληνικών, σλαβικών και μουσουλμανικών χωρών Φράγκοι ονομάζονταν αδιακρίτως (και σε ορισμένες περιπτώσεις ονομάζονται ακόμη) οι λατινικής και γερμανικής καταγωγής λαοί της Ευρώπης. Η λέξη υποδήλωνε επίσης τη ρωμαιοκαθολική πίστη (φραγκοκκλησιά, φραγκόπαπας, φραγκεύω).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Holy Roman Empire Encyclopedia
  2. Coronation of Charlemagne Αρχειοθετήθηκε 2018-04-05 στο Wayback Machine. Unam Sanctam Catholicam
  3. Charlemagne History
  4. R.L. Stockman: Low German, University of Michigan, 1998, p.46.
  5. K. Reynolds Brown: Guide to Provincial Roman and Barbarian Metalwork and Jewelry in the Metropolitan Museum of Art, Metropolitan Museum of Art, 1981, p.10.
  6. 6,0 6,1 Jean-Benoit Nadeau· Julie Barlow (8 Ιανουαρίου 2008). The Story of French. St. Martin's Press. σελίδες 34–. ISBN 978-1-4299-3240-0. 
  7. «Jerusalem in the Crusader Period». Bar-Ilan University. Ingeborg Rennert Center for Jerusalem Studies. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Σεπτεμβρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2019. 
  8. Angeliki E. Laiou, Henry Maguire, Byzantium, a World Civilization, σελ. 62, Dumbarton Oaks (1992) ISBN 978-0-88402-200-8
  9. Richard Bulliet, Pamela Crossley, Daniel Headrick, Steven Hirsch, Lyman Johnson, The Earth and Its Peoples, σελ. 333, Cengage Learning (2011) ISBN 978-0-495-91310-8
  10. Janet L. Nelson, The Frankish World 750-900, σελ. 13, Continuum International (2003) ISBN 978-1-85285-105-7
  11. Arteaga, Deborah L. (2 Νοεμβρίου 2012). Research on Old French: The State of the Art. Springer Science & Business Media. σελ. 206. ISBN 9789400747685. Ανακτήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2019. 
  12. Perry 1857, σελ. 42.
  13. Examples: «frank». American Heritage Dictionary.  «frank». Webster's Third New International Dictionary.  And so on.
  14. Robert K. Barnhart, ed. Barnhart Dictionary of Etymology (Bronx, NY: H. W. Wilson, 1988), 406.
  15. Murray, Alexander Callander (2000). From Roman to Merovingian Gaul: A Reader. Broadview Press. σελ. 1. The etymology of 'Franci' is uncertain ('the fierce ones' is the favourite explanation), but the name is undoubtedly of Germanic origin. 
  16. Panegyric on Constantine, xi.
  17. Howorth 1884, σελ. 217.
  18. Perry 1857, σελ. 43.
  19. James 1988, σελ. 187.
  20. Wickham, Chris (2010) [2009]. The Inheritance of Rome: Illuminating the Dark Ages 400–1000Free registration required. Penguin History of Europe, 2. Penguin Books. σελ. 123. ISBN 978-0-670-02098-0. 
  21. 21,0 21,1 Geary 1988, σελ. 77.
  22. Geary 1988, σελίδες 77–78.
  23. Krusch, Bruno (ed.) Liber Historicae Francorum. Mon. Germ. Hist., Script. Rer. Meroving. II, 215-238, Hanover, 1888. See also fr:Liber Historiae Francorum
  24. Williams, 50–51.
  25. Barnes, Constantine and Eusebius, 7.
  26. Nicol, Matthews, Donald, J.F. «Constantine I». Encyclopedia Britannica. Encyclopedia Britannica inc. Ανακτήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2017. 
  27. Howorth 1884, σελίδες 215–216
  28. Lanting; van der Plicht (2010), «De 14C-chronologie van de Nederlandse Pre- en Protohistorie VI: Romeinse tijd en Merovingische periode, deel A: historische bronnen en chronologische schema's», Palaeohistoria 51/52: 67, ISBN 9789077922736, https://books.google.com/books?id=6HCeJU_7SFwC 
  29. As the 6th Gallicana is only known from this work, its existence is sometimes questioned along with the genuineness of the work; the question remains unanswered, however: Lendering, Jona. «Legio VI Gallicana». Livius.org. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Οκτωβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2022. 
  30. Howorth 1884, σελ. 213.
  31. Res Gestae, XVII.8.
  32. The Latin, petit primos omnium Francos, eos videlicet quos consuetudo Salios appellavit is slightly ambiguous, resulting in an interpretation "first of all he proceeded against the Franks ..." with "first" presented improperly as an adjective instead of an adverb. As it stands, the Salians are the first Franks of all; if an adverb is intended, the Franks are they who are the Salians.
  33. Previté-Orton. The Shorter Cambridge Medieval History, vol. I. σελίδες 51–52. 
  34. Pfister 1911, σελ. 296.
  35. Gregory of Tours was apparently skeptical of Childeric's connection to Chlodio, and only says that some say there was such a connection. Concerning Belgica Secunda, which Chlodio had conquered first for the Franks, Bishop Remigius, the leader of the church in the same province, stated in a letter to Childeric's son Clovis that "Great news has reached us that you have taken up the administration of Belgica Secunda. It is no surprise that you have begun to be as your parents ever were." (Epistolae Austriacae, translated by AC Murray, and quoted in Murray's "From Roman to Merovingian Gaul" p. 260). This is normally interpreted to mean that Childeric also had this administration. (See for example Wood "The Merovingian Kingdoms" p. 41.) Both the passage of Gregory and the letter of Remigius note the nobility of Clovis's mother when discussing his connection to this area.
  36. Paragraph 191.
  37. Nonn "Die Franken", p. 85: "Heute dürfte feststehen, dass es sich dabei um römische Einheiten handelt; die in der Gallia riparensis, einem Militärbezirk im Rhônegebiet, stationiert waren, der in der Notitia dignitatum bezeugt ist."
  38. James (1988, p. 70)
  39. Procopius HW, VI, xxv, 1ff, quoted in Bachrach (1970), 436.
  40. Agathias, Hist., II, 5, quoted in Bachrach (1970), 436–437.
  41. Bachrach (1970), 440.
  42. Halsall, Guy. Warfare and Society in the Barbarian West, 450–900 (London: Routledge, 2003), p. 48
  43. Halsall, pp. 48–49
  44. Halsall, p. 43
  45. Rheinischer Fächer – Karte des Landschaftsverband Rheinland «Archived copy». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Φεβρουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 2017. 
  46. B. Mees, "The Bergakker inscription and the beginnings of Dutch", in: Amsterdamer beiträge zur älteren Germanistik: Band 56-2002, edited by Erika Langbroek, Annelies Roeleveld, Paula Vermeyden, Arend Quak, Published by Rodopi, 2002, (ISBN 9042015799), 9789042015791
  47. van der Horst, Joop (2000). Korte geschiedenis van de Nederlandse taal (Kort en goed) (στα Ολλανδικά). Den Haag: Sdu. σελ. 42. ISBN 90-5797-071-6. 
  48. 48,0 48,1 «Romance languages | Description, Origin, Characteristics, Map, & Facts». Encyclopedia Britannica. 
  49. Noske 2007, σελ. 1.
  50. U. T. Holmes, A. H. Schutz (1938), A History of the French Language, p. 29, Biblo & Tannen Publishers, (ISBN 0-8196-0191-8)
  51. Otto Pächt, Book Illumination in the Middle Ages (trans fr German), 1986, Harvey Miller Publishers, London, (ISBN 0-19-921060-8)
  52. Eduard Syndicus; Early Christian Art; pp. 164–174; Burns & Oates, London, 1962
  53. Schutz, 152.
  54. Gregory of Tours, in his History of the Franks, relates: "Now this people seems to have always been addicted to heathen worship, and they did not know God, but made themselves images of the woods and the waters, of birds and beasts and of the other elements as well. They were wont to worship these as God and to offer sacrifice to them." (Gregory of Tours, History of the Franks, Book I.10)
  55. Gregory of Tours. «Book II, 31». History of the Franks. 
  56. Sönke Lorenz (2001), Missionierung, Krisen und Reformen: Die Christianisierung von der Spätantike bis in Karolingische Zeit in Die Alemannen, Stuttgart: Theiss; (ISBN 3-8062-1535-9); pp. 441–446
  57. The Chronicle of St. Denis, I.18–19, 23 Αρχειοθετήθηκε 2009-11-25 στο Wayback Machine.
  58. Lorenz (2001:442)
  59. J.M. Wallace-Hadrill covers these areas in The Frankish Church (Oxford History of the Christian Church; Oxford:Clarendon Press) 1983.
  60. Michel Rouche, 435–436.
  61. Michel Rouch, 421.
  62. Michel Rouche, 421–422.
  63. Michel Rouche, 422–423
  64. König, Daniel G., Arabic-Islamic Views of the Latin West. Tracing the Emergence of Medieval Western Europe, Oxford: OUP, 2015, chap. 6, p. 289-230.[Χρειάζεται σελίδα]
  65. Igor de Rachewiltz – Turks in China under the Mongols, in: China Among Equals: The Middle Kingdom and its Neighbors, 10th–14th Centuries, p. 281
  66. «FİRƏNG». Azərbaycan dilinin izahlı lüğəti [Explanatory dictionary of the Azerbaijani language] (στα Αζερμπαϊτζανικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Αυγούστου 2020. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2020 – μέσω Obastan. Danışıq dilində “fransız” mənasında işlədilir. 
  67. Rashid al-din Fazl Allâh, quoted in Karl Jahn (ed.) Histoire Universelle de Rasid al-Din Fadl Allah Abul=Khair: I. Histoire des Francs (Texte Persan avec traduction et annotations), Leiden, E. J. Brill, 1951. (Source: M. Ashtiany)
  68. Kamoludin Abdullaev· Shahram Akbarzaheh (27 Απριλίου 2010). Historical Dictionary of Tajikistan. Scarecrow Press. σελίδες 129–. ISBN 978-0-8108-6061-2. 
  69. Myanmar-English Dictionary. Myanmar Language Commission. 1996. ISBN 1-881265-47-1. 
  70. Endymion Porter Wilkinson (2000). Chinese History: A Manual. Harvard Univ Asia Center. σελίδες 730–. ISBN 978-0-674-00249-4. 
  71. Park, Hyunhee (27 Αυγούστου 2012). Mapping the Chinese and Islamic Worlds: Cross-Cultural Exchange in Pre-Modern Asia. Cambridge University Press. σελίδες 95–. ISBN 978-1-107-01868-6. 
  72. Batya Shimony (2011) On “Holocaust Envy” in Mizrahi Literature, Dapim:Studies on the Holocaust, 25:1, 239-271, DOI: 10.1080/23256249.2011.10744411. Page 241: "Frenk [a pejorative slang term for Mizrahi]"
  73. Tent, J., and Geraghty, P., (2001) "Exploding sky or exploded myth? The origin of Papalagi", Journal of the Polynesian Society, 110, 2: pp. 171–214.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]