Πιπίνος ο Βραχύς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πιπίνος ο Βραχύς
Alte-Mainbruecke Pipinus.jpg
Βασιλιάς των Φράγκων
ΠερίοδοςΝοέμβριος 75124 Σεπτεμβρίου 768
ΣτέψηΝοέμβριος 751 (1η φορά)
28 Ιουλίου 754 (2η φορά από τον Πάπα Στέφανο Β')
ΠροκάτοχοςΧιλδέριχος Γ΄
ΔιάδοχοςΚαρλομάγνος
Καρλομάν Α΄ (έως το 771)
Μαγιορδόμος της Νευστρίας
Μαγιορδόμος της Αυστρασίας
Περίοδος741 – Νοέμβριος 751
ΠροκάτοχοςΚάρολος Μαρτέλος
Διάδοχος-
Γέννηση714
Θάνατος24 Σεπτεμβρίου 768 (54 ετών)
Σαιν-Ντενί (Σεν-Σαιν-Ντενί)
Τόπος ταφήςΒασιλική Σαιν-Ντενί
ΣύζυγοςΜπερτράντα του Λον
ΕπίγονοιΚαρλομάγνος
Καρλομάν Α΄
Γκιζέλα των Φράγκων
Πιπίνος
κ.α.
ΟίκοςΔυναστεία των Καρολιδών
ΠατέραςΚάρολος Μαρτέλος
ΜητέραΡοτρούδη του Τρίερ
ΘρησκείαΚαθολικός
Commons page Σχετικά πολυμέσα
δεδομένα (π  σ  ε )

Ο Πιπίνος ο Βραχύς (γαλλικά: Pepin le Bref‎, περί το 714 – 24 Σεπτεμβρίου 768)[1] μέλος του Οίκου των Καρολιδών ήταν Βασιλιάς των Φράγκων (751 - 768).[2]. Ήταν πατέρας του μεγάλου βασιλιά Καρλομάγνουκαι ο πρώτος Καρολίδης που έγινε βασιλιάς των Φράγκων.[3] Ήταν γιος του Καρόλου Μαρτέλου, δούκα των Φράγκων και της συζύγου του, Ροτρούδης του Εσμπαί (690 – 724). Ο Πιπίνος ο Βραχύς ανατράφηκε στη Βασιλική Σαιν-Ντενί, όπου δέχθηκε σημαντική εκκλησιαστική παιδεία από τους μοναχούς. Διαδεχόμενος τον πατέρα του ως Μαγιορδόμος των ανακτόρων (741), εξουσίαζε την Φραγκία μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Καρλομάν. Ο Πεπίνος διοικούσε την Νευστρία, την Βουργουνδία και την Προβηγκία, ο μεγαλύτερος αδελφός του, Καρλομάν, διοικούσε την Αυστρασία, την Αλαμαννία και την Θουριγγία. Τα αδέλφια, στα πρώτα χρόνια της βασιλείας τους, αντιμετώπισαν ασταμάτητες εξεγέρσεις στις οποίες προχώρησαν οι Βαυαροί, οι Ακουιτανοί, οι Σάξονες και οι Αλαμαννοί. Το κενό στον θρόνο της Φρακίας έληξε όταν ανακηρύχθηκε νέος βασιλιάς, ο Χιλδέριχος Γ΄, τελευταίος Μεροβίγγειος μονάρχης των Φράγκων.

Λόγω της εκκλησιαστικής ανατροφής του, ο Καρλομάν και ο Πεπίνος ήταν θετικά προσκείμενοι στην Καθολική Εκκλησία. Γιαυτό συνέχισαν το έργο του πατέρα τους., βοηθώντας σημαντικά τον Άγιο Βονιφάτιο να μεταρρυθμίσει τη φραγκική Εκκλησία και να εκχριστιανίσει τους Σάξονες. Το 747 ο μεγαλύτερος αδελφός, Καρλομάν, άνθρωπος έντονα θρήσκος, αποσύρθηκε σε μοναστήρι , ο Πεπίνος έγινε γίνει ουσιαστικός κυρίαρχος ολόκληρης της Φραγκίας, αφού κατέστειλε μια εξέγερση του ετεροθαλούς αδελφού του, Γκρίφο. Το 751, ο Πεπίνος ο Βραχύς εγκατέλειψε τα προσχήματα, εξαναγκάζοντας τον βασιλιά Χιλδέριχο Γ΄ να αποσυρθεί σε μοναστήρι, και στέφθηκε ο ίδιος βασιλιάς, από τον Πάπα Ζαχαρία. Η απόφαση αυτή δημιούργησε πολλές αντιδράσεις και έφερε εξεγέρσεις από μέλη της βασιλικής οικογένειας όπως τον γιος του Καρλομάν Ντρόγκο και, ξανά, του Γκρίφο.

Ως βασιλιάς, ο Πεπίνος ο Βραχύς ξεκίνησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επέκτασης της ισχύος του, αναμορφώνοντας την νομοθεσία των Φράγκων και συνεζίζοντας τις θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του Βονιφάτιου. Υποστήριξε τον Στέφανο Β΄, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την εποχή σε πόλεμο με τους Λομβαρδούς και έδωσε ως δωρεά μερικές πόλεις στον Πάπα, οι οποίες έμειναν γνωστές ως "Δωρεά του Πεπίνου". Οι δωρεές αυτές ήταν βάση για να δημιουργηθούν τα παπικά κράτη, κατά τον Μεσαίωνα. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία ήθελε να έχει καλές σχέσεις μαζί του και του παραχώρησε τον τίτλο του πατρικίου. Στους επεκτατικούς πολέμους του, ο Πεπίνος απέσπασε την Σεπτιμανία από το Χαλιφάτο των Ομεϋαδών και νίκησε τον Ουάιφερ με τα στρατεύματά του από την Γασκώνη. Μετά τις νίκες αυτές οι Ακουιτανοί ευγενείς του δήλωσαν την υποταγή τους. Ο Πεπίνος ταλαιπωρήθηκε από τις συνεχείς εξεγέρσεις των Σαξόνων και των Βαυαρών, προχώρησε σε πολλές εκστρατείες στη Γερμανία αλλά η τελική υποταγή τους συντελέστηκε από τους διαδόχους του. Πέθανε το 768 και τον διαδέχθηκαν οι δύο γιοι του Καρλομάγνος και Καρλομάν Α΄. Παρ' όλο που ήταν πανίσχυρος και επιτυχημένος βασιλιάς, η φήμη του υπερκεράστηκε από τον πατέρα του και τους διαδόχους του.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας του, Κάρολος Μαρτέλος, πέθανε και μοίρασε τα Φραγκικά βασίλεια μεταξύ των δυο γιών του: ο Καρλομάν έγινε μαγιορδόμος της Αυστρασίας και ο Πεπίνος ο Βραχύς μαγιορδόμος της Νευστρίας. Ο Γκρίφο, γιος του Καρόλου Μαρτέλου από την δεύτερη σύζυγο του Σβάνχιλντ, ζήτησε μερίδιο από την κληρονομιά. Τα ετεροθαλή αδέλφια του τον πολιόρκησαν στην Λαν, τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν σε μοναστήρι.

Η ενότητα του Φραγκικού βασιλείου ήταν αδύνατο να διατηρηθεί χωρίς την ανάδειξη νέου βασιλιά. Έτσι, το 743, ο Καρλομάν ανέβασε στον θρόνο τον Μεροβίγγειο Χιλδέριχο Γ΄. Αργότερα, το 747, είτε με δική του πρωτοβουλία, είτε επειδή πιέστηκε από τον αδελφό του, ο Καρλομάν αποσύρθηκε σε μοναστήρι, αφήνοντας τον μικρότερο αδελφό του Πεπίνο μοναδικό Μαγιορδόμο των Ανακτόρων. Την εποχή που αποσύρθηκε ο Καρλομάν, ο Γκρίφο, που ζούσε στην αυλή του Όντιλο της Βαυαρίας και είχε παντρευτεί την αδελφή του Πεπίνου, Χίλτρουντ, επαναστάτησε. Ο Πεπίνος κατέστειλε και αυτή την εξέγερση, ολοκληρώνοντας την κατάκτηση του βασιλείου. Ο Κάρολος Μαρτέλος είχε αναδιοργανώσει την Φραγκία ώστε οι πρίγκιπες να είναι αρχηγοί του στρατού, επιπροσθέτως των διοικητικών καθηκόντων τους ως μαγιορδόμοι των Ανακτόρων.[4]

Πρώτος Καρολίδης βασιλιάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στέψη του Πεπίνου του Βραχύ από τον Άγιο Βονιφάτιο (751)

Ο Μαγιόρδομος των Ανακτόρων ήταν θεωρητικά υποταγμένος στην εξουσία του βασιλιά ο οποίος δεν είχε ωστόσο καμιά εξουσία και ήταν διακοσμητικός. Οι ευγενείς υπάκουαν στις εντολές του Πεπίνου. Έχοντας τέτοια ισχύ, ο Πεπίνος έστειλε επιστολή στον Πάπα με το ερώτημα αν συμφωνεί με την κατάσταση που επικρατούσε στο βασίλειο των Φράγκων, άλλος να έχει τους τίτλους και άλλος τις εξουσίες. Ο Πάπας, ο οποίος τότε πιεζόταν έντονα από τους Λομβαρδούς, του απάντησε θετικά, ότι δεν ήταν σωστή η κατάσταση αυτή και έπρεπε οι εξουσίες να ασκούνται, και τυπικά, από τον πραγματικό κάτοχό τους.

Έτσι, με την άδεια του Πάπα, ο Πεπίνος ο Βραχύς κήρυξε τον θρόνο κενό, καθαίρεσε τον Χιλδέριχο Γ΄, τελευταίο Μεροβίγγειο βασιλιά, και τον εξόρισε σε μοναστήρι. Ο Πεπίνος ο Βραχύς εξελέγη βασιλεύς των Φράγκων σε μια μεγάλη Σύνοδο ευγενών, παρουσία μεγάλου τμήματος του στρατού του. Η παλιότερη καταγραφή για την εκλογή του χρονολογείται από το 767. Ο Γκρίφο συνέχιστε την εξέγερσή του, έως ότου ηττήθηκε οριστικά, όταν σκοτώθηκε στη μάχη του Σαιν-Ζαν-ντε-Μωριέν (753)

Προκειμένου να πετύχει την αναγνώρισή του, μέσω του χρίσματος, ο Πεπίνος ο Βραχύς δέχθηκε τις συμβουλές του φίλου του, Βιργιλίου του Σάλτσμπουργκ, Ιρλανδού μοναχού ο οποίος πιθανώς χρησιμοποίησε την ιρλανδική συλλογή νόμων, Collectio canonum Hibernensis[5]. Η πρώτη χρίση του έγινε στο Σουασόν (751). Το 754, ο πάπας Στέφανος Β΄ ταξίδευσε στο Παρίσι όπου τον έχρισε για δεύτερη φορά στην Βασιλική Σαιν-Ντενί και του έδωσε τον τίτλο του Πατρικίου των Ρωμαίων. Αυτή είναι η πρώτη καταγεγραμμένη στέψη βασιλιά από πάπα.[6] Επειδή το προσδόκιμο όριο ζωής ήταν χαμηλά τότε και ο Πεπίνος ήθελε τη συνέχιση της δυναστείας του, έχρισε και τους δύο γιους του, τον Κάρολο που ήταν δώδεκα ετών και τον Καρλομάν που ήταν τριών.

Επέκταση του φραγκικού βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη σημαντική πράξη του Πεπίνου ως βασιλιά ήταν να στραφεί εναντίον του βασιλιά των Λομβαρδών Αϊστούλφου, ο οποίος είχε εισβάλει στο Δουκάτο της Ρώμης. Μετά από συνάντηση που είχε με τον πάπα Στέφανο Β΄, ο Πεπίνος εξανάγκασε τον Λομβαρδό βασιλιά να επιστρέψει στην Εκκλησία τα εδάφη που είχε καταλάβει.[7] Επικύρωσε την κατοχή από τον πάπα, της Ραβένας και του Δουκάτου της Πενταπόλεως και οι δύο αυτές περιοχές, γνωστές πλέον ως "Δωρεά του Πεπίνου", θα είναι ο πυρήνας για τα μετέπειτα παπικά εδάφη.[8]

Περί το 752, στράφηκε προς την Σεπτιμανία. Σε εκστρατεία του στην κοιλάδα του Ροδανού, δέχτηκε την υποταγή της ανατολικής Σεπτιμανίας (δηλαδή της Νιμ, της Μαγκελόν, της Μπεζιέ και της Αγκντ), αφού πρώτα εξασφάλισε την υποστήριξη την συμμαχία του Γότθου κόμη Ανσεμούνδου.[9] Ο Πεπίνος ο Βραχύς πολιόρκησε την Ναρμπόν, βασικό οχυρό των Ισπανών Μουσουλμάνων στην Σεπτιμανία αλλά δεν μπόρεσε να την καταλάβει παρά μόνο μόνο 7 χρόνια αργότερα (759) που οι Μουσουλμάνοι απωθήθηκαν προς την Ισπανία.[10] Η Ακουιτανία παρέμενε, ωστόσο, υπό την εξουσία του Ουάιφερ, ο οποίος φαίνεται πως είχε κατασχέση εκκλησιαστικά εδάφη, με σκοπό να τα διανείμει στα στρατεύματα του. Το 760, μετά την εκδίωξη των Μουσουλμάνων από την περιοχή της Ρουσιγιόν και την αποκήρυξη των πράξεων του Ουάιφερ, ο Πεπίνος στράφηκε εναντίον του τελευταίου, εισβάλλοντας στην Τουλούζη και την Αλμπί, καταστρέφοντας με σπαθί και φωτιά το μεγαλύτερο τμήμα της Ακουιτανίας. Σε απάντηση, κόμητες πιστοί στον Ουάιφερ λεηλάτησαν την Βουργουνδία.[11] Ο Πεπίνος λεηλάτησε κατόπιν μια σειρά από οχυρά των Ακουιτανών όπως η Μπουρμπόν, η Κλερμόν, η Μπουρζ και η Τουάρ, τα κατέλαβε και οι άντρες που τα υπερασπίζονταν εξορίστηκαν με τις οικογένειές τους στην βόρεια Γαλλία.[12]

Αργότερα (763) ο Πεπίνος στράφηκε κατά της καρδιάς των εδαφών του Ουάιφερ, καταλαμβάνοντας ισχυρά φρούρια όπως το Πουατιέ, η Λιμόζ και η Ανγκουλέμ. Μετά από αυτό, ο Ουάιφερ αντεπιτέθηκε και ο πόλεμος έγινε σκληρότερος. Ο Πεπίνος ο Βραχύς ακολούθησε σε ακραίο βαθμό βίαιες τακτικές στην κατάκτηση της Ακουιτανίας, σκορπώνταας τον τρόμο έκαιγε, καταστρέφοντας σπίτια, αμπελώνες και εκκενώνοντας μοναστήρια. Μέχρι το 765, αυτές οι βίαιες τακτικές φαίνεται να απέδωσαν, καθώς οι Φράγκοι κατέστειλαν την αντίσταση της κεντρικής Ακουιτανίας ολόκληρη την περιοχή. Το 767, ο Πεπίνος κατέκτησε την Τουλούζη και την πρωτεύουσα του Ουάιφερ, Μπορντώ.[13] Ως αποτέλεσμα, οι Ακουιτανοί ευγενείς, καθώς και οι Γασκώνοι πέραν του Γκαρόν, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συνθηκολόγηση (στο Φρονσάκ, περί το 768) με όρους ευνοϊκούς για τους Φράγκους. Ο ίδιος ο Ουάιφερ δραπέτευσε αλλά δολοφονήθηκε από τους απογοητευμένους οπαδούς του, το 768.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πεπίνος ο Βραχύς σε μικρογραφία (1112 - 1114)

Ο Πεπίνος ο Βραχύς πέθανε λίγο αργότερα την ίδια χρονιά (768), κατά τη διάρκεια εκστρατείας, σε ηλικία 54 ετών. Η ταφή του έγινε στην Βασιλική Σαιν-Ντενί, στη σημερινή στην Μητροπολιτική περιοχή του Παρισιού. Η σύζυγός του, Μπερτράντα, τάφηκε δίπλα του το 783. Ο Καρλομάγνος ξανάκτισε την βασιλική για να τιμήσει τους γονείς του.

Σύμφωνα με τον Σαλικό νόμο, με τον θάνατο του Πεπίνου, το Φραγκικό βασίλειο μοιράστηκε στους δύο του γιους, Καρλομάγνο και Καρλομάν Α΄. Οι ιστορικοί τείνουν να τον τον υποτιμούν σε σχέση με τον πατέρα του και τους γιους του αν και ο ίδιος ήταν πολύ σημαντικός βασιλιάς. Συνέχισε να ενδυναμώνει το βαρύ ιππικό, πρακτική που είχε ξεκινήσει ο πατέρας του. Διατήρησε τον σταθερό στρατό που ήταν αναγκαίος για τον πατέρα του προκειμένου να υπερασπιστεί το βασίλειο και να αποτελέσει το πυρήνα του στρατού σε περιόδους εκστρατείας. Όχι μόνο απέκρουσε τους Ισπανούς Μουσουλμάνους, όπως και ο πατέρας του, αλλά τους εκδίωξε από τα εδάφη της σημερινής Γαλλίας και, υποτάσσοντας τους Ακουιτανούς και τους Γασκώνους, μετά από διακοπτόμενες συγκρούσεις που κράτησαν τρεις γενιές, άνοιξε τον δρόμο προς την κεντρική και Νότια Γαλατία, καθώς και τη Μουσουλμανική Ισπανία. Συνέχιστε την πολιτική επέκτασης της Φραγκικής Εκκλησίας, μέσω ιεραποστολικών αποστολών στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία, όπως και ο πατέρας του, και την θεσμική μετάβαση προς τον φεουδαλισμό, ο οποίος έγινε η ραχοκοκαλιά της μεσαιωνικής Ευρώπης.

Η βασιλεία του ήταν ιστορικά σημαντική και πολύ επωφελής για τον λαό των Φράγκων. Η αποδοχή των τίτλων του Βασιλιά και του Πατρικίου της Ρώμης άνοιξε τον δρόμο για την αυτοκρατορική στέψη των γιων του. Γνωστός ως μεγάλος κατακτητής, σε όλη την διάρκεια της ζωής του ήταν αήττητος.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την Λιουτμπέργκα από την κοιλάδα του Δούναβη, με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Την χώρισε μετά την γέννηση του Καρλομάγνου και τα παιδιά της εστάλησαν σε μοναστήρια. Το 741 νυμφεύτηκε την Μπερτράντα του Λον με την οποία απέκτησε τα εξής παιδιά:

  • Καρλομάγνος ο Μέγας 742-814, βασιλιάς των Φράγκων και των Λομβαρδών.
  • Καρλομάν Α΄ 751-771, βασιλιάς των Φράγκων.
  • Γκιζέλα των Φράγκων 757-810, ηγουμένη του αββαείου του Σελ. Πιο πριν είχε μνηστευθεί τον μετέπειτα Βυζαντινό αυτοκράτορα, Λέοντα Δ΄ τον Χάζαρο, αλλά ο αρραβώνας ματαιώθηκε.
  • Πεπίνος, πέθανε σε βρεφική ηλικία
  • Χροθαίς, πέθανε νέα, τάφηκε στο Μετς
  • Αδελαίδα, πέθανε νέα, τάφηκε στο Μετς

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Shipley Duckett, Eleanor. «Pippin III, King of the Franks». Encyclopaedia Britannica. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 
  2. «Pippin, Frankisches Reich, Konig, III». Consortium of European Research Libraries (CERL). 2 Φεβρουαρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 3 Ιουνίου 2016. 
  3. Riché 1993, σ. 65
  4. Schulman 2002, σ. 101
  5. Enright 1985, σ. 198
  6. The Oxford dictionary of Byzantium. Kazhdan, A. P. (Aleksandr Petrovich), 1922-1997,, Talbot, Alice-Mary Maffry,, Cutler, Anthony, 1934-, Gregory, Timothy E.,, Ševčenko, Nancy Patterson. New York: Oxford University Press. 1991
  7. Brown 1995, σ. 328
  8. Brown 1995, σ. 328
  9. Brown 1995, σ. 328
  10. Lewis 2010, Κεφ. 1
  11. Petersen 2013, σ. 728
  12. Petersen 2013, σσ. 728–731
  13. Tucker 2011, σ. 215

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Brown, T.S. (1995). "Byzantine Italy". In McKitterick, Rosamond (ed.). The New Cambridge Medieval History, c.700-c.900. Τόμος 2. Cambridge University Press.
  • Dutton, Paul Edward (2008). Charlemagne's Mustache: And Other Cultural Clusters of a Dark Age. Palgrave Macmillan.
  • Enright, M.J. (1985). Iona, Tara, and Soissons: The Origin of the Royal Anointing Ritual. Walter de Gruyter.
  • Lewis, Archibald R. (2010). The Development of Southern French and Catalan Society, 718–1050. THE LIBRARY OF IBERIAN RESOURCES ONLINE.
  • Petersen, Leif Inge Ree (2013). Siege Warfare and Military Organization in the Successor States (400-800 AD): Byzantium, the West and Islam. Leiden: Brill Publishers.
  • Riché, Pierre (1993). The Carolingians: A Family Who Forged Europe. Translated by Allen, Michael Idomir. University of Pennsylvania Press.
  • Schulman, Jana K., ed. (2002). The Rise of the Medieval World, 500-1300: A Biographical Dictionary. Greenwood Press.
  • Tucker, Spencer C., ed. (2011). A Global Chronology of Conflict. Vol. I. ABC-CLIO.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πιπίνος ο Βραχύς
Γέννηση: 714 Θάνατος: 24 Σεπτεμβρίου 768
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Κάρολος Μαρτέλος
Μαγιορδόμος των ανακτόρων της Νευστρίας
741751
Διάδοχος
Συγχώνευση με το στέμμα
Προκάτοχος
Καρλομάν ο μαγιορδόμος
Μαγιορδόμος των ανακτόρων της Αυστρασίας
747751
Προκάτοχος
Χιλδέριχος Γ΄
Βασιλιάς των Φράγκων
French Coronation Crown of Charlemagne.png

751 - 24 Σεπτεμβρίου 768
Διάδοχος
Καρλομάγνος και Καρλομάν Α΄