Σαλικός νόμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Χειρόγραφο από το Σαλικό Νόμο

Ο Σαλικός Νόμος (λατ. Lex Salica) είναι νομικός κώδικας που συντάχθηκε κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα για τους Σάλιους Φράγκους στη λαϊκή Λατινική γλώσσα, ανάμεικτη με λέξεις της λεγόμενης Malberg Gloss, μιας μορφής Κάτω Γερμανικών, που φέρουν πολλές ομοιότητες και σχεδόν ταυτίζονται με τα Παλαιά Ολλανδικά[1].

Αποτελεί δείγμα του Φραγκικού Δικαίου, μαζί με τον Ριπουάριο Νόμο, που συντάχθηκε γύρω στο 540 μ.Χ. Περιέχει κυρίως κανόνες ποινικής δικονομίας και προπαντός τα περιβόητα "βέργκελτ", τις προβλεπόμενες από το νόμο αποζημιώσεις σε είδος ή σε χρηματικά ποσά, που όφειλε να καταβάλει ο θύτης στην οικογένεια του θύματός του, ώστε να περιορίζονται οι πράξεις αντεκδίκησης.

Ο Σαλικός Νόμος ορισμένες φορές θεωρείται συνώνυμος με τη διαδοχή κατ' αρρενογονία, που όντως υπαγορεύεται σε μια από τις διατάξεις του. Ωστόσο, η σημαντικότητά του έγκειται στο γεγονός ότι αποτελεί τον κοινό πρόγονο νομικών συστημάτων που ισχύουν σε πολλά μέρη της Ευρώπης στις μέρες μας.

Θέσπιση του Σαλικού Νόμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραπτή κωδικοποίηση των παραδοσιακών νόμων των Φράγκων χρονολογείται επί του Χλωδοβίκου Α΄ κατά τον 6ο αιώνα, η οποία περιλάμβανε 75 άρθρα, τα 10 από τα οποία αποδίδονται στον ίδιο. Η παλαιότερη χρονολογία σύνθεσης του Σαλικού Νόμου ήταν πιθανότατα μεταξύ των ετών 507-511[2].

Τα επόμενα χρόνια, οι αρχικές διατάξεις συμπληρώθηκαν με καπιτουλάρια του Χιλδεβέρτου Α΄, του Κλοθάριου Α΄, του Χιλπέριχου Α΄ και του Χιλδεβέρτου Β΄.

Οι αποζημιώσεις που περιέχονταν στον Σαλικό Νόμο καθορίζονταν κυρίως από το είδος της αξιόποινης πράξης και η ταυτότητα του δράστη ή του θύματος: ουσιαστικά, επρόκειτο για φυλετικές, κοινωνικές και εθνικές διακρίσεις.

Οι εθνικές διακρίσεις γίνονταν υπέρ των Φράγκων και εις βάρος των Ρωμαίων. Οι κοινωνικές διακρίσεις αφορούσαν τη θέση που κατείχε το άτομο στην κοινωνία, με αποτέλεσμα την δημιουργία μιας κοινωνικής ιεραρχικής κλίμακας. Πρώτος στην κοινωνική ιεραρχία ήταν ο βασιλιάς: ό,τι βρίσκονταν στην υπηρεσία του είχε μεγαλύτερη αξία, τόσο άνθρωποι όσο και κτήματα. Οι Ρωμαίοι διακρίνονταν στους "κατόχους γης" και στους "φορολογούμενους". Έπειτα, έρχονταν οι ελεύθεροι Φράγκοι, οι υποτελείς, οι βασιλικοί υπηρέτες και τελευταίοι σκλάβοι.

Αιτία των διακρίσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Φράγκοι, λιγότεροι σε αριθμό από τους Ρωμαίους της Αυτοκρατορίας, βρίσκονταν διασκορπισμένοι, προσπαθώντας να διαφυλάξουν την πολιτισμική τους ταυτότητα. Απέφευγαν τις μεγάλες πόλεις, όπου οι πολιτιστικές επιρροές ήταν εντονότερες, και κατοικούσαν στην ύπαιθρο. Αποφεύχθηκε έτσι ο συγχρωτισμός και η πλήρης ενσωμάτωσή τους στο ρωμαϊκό πληθυσμό, ωστόσο και οι ίδιοι οι Ρωμαίοι ποτέ δεν ενσωματώθηκαν πλήρως στο κράτος των Φράγκων. Οι ανισότητες αυτές εντάθηκαν με τις μεταρρυθμίσεις του Καρλομάγνου και την επιβολή της φεουδαρχίας.

Επιρροή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξάλλου, Ο Σαλικός Νόμος επανασυντάχθηκε επί Καρλομάγνου και εφαρμοζόταν μέχρι τον 9ο αιώνα, αλλά σταδιακά εξαφανίστηκε, καθώς ενσωματώθηκε στους τοπικούς νόμους κάθε περιοχής στην Κεντρική Ευρώπη, τους οποίους επηρέασε σε μεγάλο βαθμό στο πέρασμα των αιώνων, ιδίως τα γερμανικά κρατίδια, τη Γαλλία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, τμήματα της Ιταλίας, την Αυστρία και την Ουγγαρία, καθώς και περιοχές της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία και τα Βαλκάνια.

Η πιο καθοριστική διάταξη του κληρονομικού δικαίου βάσει του Σαλικού Νόμου στην ευρωπαϊκή ιστορία ήταν η ίση κατανομή γης μεταξύ όλων των επιζώντων αρσενικών απογόνων, σε αντίθεση με τα λεγόμενα "πρεσβυτέρια" (πρωτοτόκια). Η διάταξη αυτή προκάλεσε τη διάσπαση της Καρολίγγειας Αυτοκρατορίας μεταξύ των εγγονών του Καρλομάγνου με τη συνθήκη του Βερντέν, αλλά και τη δημιουργία πολλών βασιλείων και φέουδων κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.

Διαδοχή κατ' αρρενογονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Χλωδοβίκος Α΄ υπαγορεύει το Σαλικό Νόμο περιτριγυρισμένος από τους αυλικούς του

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το Σαλικό Νόμο που καθορίζει τη διαδοχή και τους κληρονόμους ανάμεσα σε θήλεα και άρρενα μέλη της ίδιας οικογένειας, το οποίο χρησιμοποιούνταν για αιώνες για τη διαδοχή και εξουσία σε πολλές μοναρχίες κατά το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση:

    Όσον αφορά εκτάσεις των Σαλίων (σαλική γη), κανένα τμήμα της ή κληροδότημά της δεν μπορεί να ανήκει σε γυναίκα, αλλά όλη η γη ανήκει σε αρσενικά μέλη της οικογένειας, που έχουν αδελφική σχέση.    

— Σαλικός Νόμος, Διάταξη 6, τίτλος 59

Ωστόσο, ένα καπιτουλάριο του Μεροβίγγειου Χιλπέριχου Α΄ επεκτείνει τη διάταξη αυτή, αποδεχόμενος κληρονομικά δικαιώματα μιας κόρης από τον πατέρα της, ελλείψει αρρένων απογόνων[3]:

    Αν κάποιος είχε συγγενείς αλλά μετά το θάνατό του ζούσαν οι γιοι κι οι κόρες του, εφόσον υπήρχαν άρρενες απόγονοι, αυτοί κληρονομούσαν και την ιδιοκτησία, όπως καθορίζει ο Σαλικός Νόμος. Αν οι γιοι είναι νεκροί, τα ίδια δικαιώματα μπορεί να ασκήσει η κόρη του θανόντος.    

Πουθενά δεν αναφέρεται κάτι σχετικά με τη μοναρχία. Εξάλλου, ένα παράδειγμα μονάρχη είναι ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής, ο οποίος, όταν το 1066 εξεστράτευσε στην Αγγλία, παρέδωσε τη θέση του στη σύζυγό του, Ματθίλδη της Φλάνδρας, κι εκείνη, όσο έλειπε, κυβέρνησε τη Νορμανδία ως πραγματικός μονάρχης.[4]

Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καπετίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τον 14ο αιώνα, ο Σαλικός Νόμος ως αυτόνομο νομικό κείμενο είχε πλήρως ξεχαστεί. Η πρώτη φορά στη γαλλική δυναστεία των Καπετιδών που ένας βασιλιάς πέθαινε χωρίς άρρενες απογόνους ήταν το 1316, όταν πέθανε ο Λουδοβίκος Ι΄ της Γαλλίας, αφήνοντας πίσω του την εξάχρονη κόρη του, Ιωάννα Β΄ της Ναβάρρας, από τον πρώτο του γάμο, και τη δεύτερη γυναίκα του, Κλημεντία του Ανζού, ήδη έγκυο. Η Κλημεντία γέννησε έναν γιο, τον Ιωάννη, ο οποίος πέθανε λίγες μέρες αργότερα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, ο αδερφός του Λουδοβίκου, Φίλιππος, ήταν αντιβασιλιάς και για τα δυο βασίλεια, της Γαλλίας και της Ναβάρρας. Με το θάνατο του βρέφους, ανακηρύχθηκε κοντινότερος αρσενικός κληρονόμος του αποθανόντος βασιλιά από ένα συμβούλιο ιεραρχών και λόρδων και στέφθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1317.

Ανάμεσα στους λόγους που η απόφαση βγήκε υπέρ του Φιλίππου και όχι της Ιωάννας ήταν το ότι ήταν ένας ενήλικος άνδρας έτοιμος να κυβερνήσει και όχι ένα εξάχρονο κορίτσι. Επιπλέον, η Ιωάννα ήταν κόρη του Λουδοβίκου από τον πρώτο του γάμο με τη Μαργαρίτα της Βουργουνδίας, η οποία εμπλεκόταν σε σκάνδαλα μοιχείας, οπότε η νομιμότητα της Ιωάννας ως τέκνο εντός γάμου παρέμενε αμφίβολη.

Ο Φίλιππος Ε΄ της Γαλλίας πέθανε το 1322, αφήνοντας τέσσερις κόρες, και ο θρόνος πέρασε στον αδερφό του, Κάρολο Δ΄ της Γαλλίας, που πέθανε το 1328, επίσης αφήνοντας μονάχα μια κόρη και τη γυναίκα του έγκυο. Όπως και το 1316, αντιβασιλιάς ορίστηκε ο κοντινότερος άρρεν διάδοχος: ο Φίλιππος Βαλουά, πρώτος ξάδερφος του θανόντος βασιλιά. Όταν η χήρα του Καρόλου γέννησε μια κόρη, ο Φίλιππος, ήδη ενήλικος και εξέχων λόρδος, δεν είχε πρόβλημα από το να ανακηρυχθεί βασιλιάς από ένα δεύτερο συμβούλιο λόρδων και ιεραρχών κι έτσι στέφθηκε στις 29 Μαΐου 1328 ως Φίλιππος ΣΤ΄ της Γαλλίας.

Σε αυτή την περίπτωση, παραμερίστηκαν τα δικαιώματα των έξι θυγατέρων του Λουδοβίκου Ι΄, του Φιλίππου Ε΄ και του Κάρολου Δ΄. Επίσης, η αδερφή των τριών τελευταίων, Ισαβέλλα της Γαλλίας, παραμερίστηκε επίσης. Αν και ήταν η επόμενη, έβδομη, στη σειρά διαδοχής, αλλά η σκανδαλώδης της ζωή, ο γάμος της με έναν ξένο μονάρχη, τον Εδουάρδο Β΄ της Αγγλίας, τον οποίο δολοφόνησε το 1327, καθώς και η διαρκής εξωσυζυγική της σχέση με τον Ρογήρο Μόρτιμερ αποτέλεσαν κριτήρια για την απόρριψή της από τους Γάλλους λόρδους.

Το βασίλειο της Ναβάρρας ακολούθησε ξεχωριστή πορεία. Το 1328, οι Ναβαρέζοι εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους με το σύστημα διαδοχής και την ένωση των βασιλείων Ναβάρρας και Γαλλίας, τα οποία κυβερνώνταν με έδρα το Παρίσι, απαιτώντας δικό τους, ξεχωριστό ηγέτη. Έτσι, η κόρη του Λουδοβίκου Ι΄ αναγνωρίστηκε ως βασίλισσα Ιωάννα Β΄ της Ναβάρρας. Ήταν παντρεμένη με το Φίλιππο του Εβρέ, εγγονό του Φίλιππου Γ΄ της Γαλλίας. Ο γιος τους, Κάρολος ο Κακός, αργότερα θα διεκδικούσε το θρόνο της Γαλλίας και την κομητεία της Καμπανίας.

Το γεγονός ότι το στέμμα δε δόθηκε σε διεκδικητές θηλυκού γένους το 1316 και το 1322 δεν ήταν αρκετό για να εξηγήσει γιατί επαναλήφθηκε το ίδιο ακριβώς το 1328, καθώς η Ναβάρρα δεν ακολούθησε την ίδια πορεία. Η κρίσιμη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι οι Ναβαρραίοι εξέφρασαν την αντίδρασή τους και έλαβαν ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, ενώ οι Γάλλοι επιδοκίμασαν το 1328 τη διαδοχή του Φίλιππου ΣΤ΄ της Γαλλίας, καθώς επίσης και ότι και στις δυο περιπτώσεις, Φιλίππου ΣΤ΄ και Ιωάννας Β΄, ο μονάρχης επικυρώθηκε επίσημα από τα εκάστοτε συμβούλια.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το θρόνο της Γαλλίας διεκδίκησε ο βασιλιάς Εδουάρδος Γ΄ της Αγγλίας, γιος της Ισαβέλλας της Γαλλίας. Οι σχέσεις του με τον Φίλιππο ΣΤ΄ ήταν ειρηνικές τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του και σχεδίαζαν να κάνουν μαζί Σταυροφορία (1332). Η συμμαχία διαλύθηκε οριστικά το 1337, ενώ ο Εδουάρδος επίσης αρνήθηκε να πληρώσει τον ετήσιο φόρο κατοχής για την Ακουιτανία, ο οποίος ίσχυε από το 1259. Ο Φίλιππος τον κήρυξε έκπτωτο κι έτσι ξεκίνησε ο Εκατονταετής Πόλεμος. Το 1340, ο Εδουάρδος Γ΄ αυτοανακηρύχθηκε επίσημα και βασιλιάς της Γαλλίας, τίτλο τον οποίο οι Άγγλοι μονάρχες θα τον κρατήσουν πολλούς αιώνες για τον εαυτό τους ως τις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε και θα τον εγκαταλείψουν.

Οι πρακτικές αυτές δεν είχαν γίνει βάσει του Σαλικού νόμου, καθώς ένας μοναχός του Σεντ Ντενί τον ανακάλυψε και πάλι μόλις το 1358, αλλά δεν τον συσχέτισε με τον γαλλικό θρόνο, ούτε ο Ραούλ ντε Πρελ το 1375 που αναφέρεται σε αυτόν. Τον αναφέρει και κάνει το συσχετισμό το 1410 ο Ζαν ντε Μοντρέιγ σε μια διατριβή κατά των ισχυρισμών του Ερρίκου Δ΄ της Αγγλίας.

Βρεττάνη - Μπλουά εναντίον Μονφόρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Βρεττάνη ξέσπασε παρόμοια κρίση το 1341, όταν ο δούκας Ιωάννης Γ΄ της Βρεττάνης πέθανε άτεκνος το 1341. Η ανιψιά του, Ιωάννα του Πεντιέβρ, είχε παντρευτεί τον Κάρολο του Μπλουά, ανιψιό του Γάλλου βασιλιά, και υποστηριζόταν από τον τελευταίο στη διεκδίκηση του δουκάτου. Οι Άγγλοι, ωστόσο, υποστήριζαν τον Ιωάννη του Μονφόρ, νεότερο αδερφό του θανόντος δούκα. Έτσι, ξέσπασε ο πόλεμος της Βρετονικής διαδοχής παράλληλα με τον Εκατονταετή πόλεμο, μεταξύ Άγγλων και Γάλλων. Η συνθήκη της Γεράνδης το 1365 έδωσε τελικά το δουκάτο στο γιο του Ιωάννη του Μονφόρ.

Βαλουά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη του 16ου αιώνα, ο Σαλικός Νόμος ίσχυσε για άλλη μια φορά στη Γαλλία, προκειμένου να ακυρωθεί κάθε διεκδίκηση της Ισπανίας στο γαλλικό θρόνο που προέκυπτε από το γάμο της Ελισάβετ του Βαλουά, αδερφή των τριών τελευταίων βασιλέων της δυναστείας Βαλουά, με το Φίλιππο Β΄ της Ισπανίας. Εκείνη την περίοδο, το γαλλικό Κοινοβούλιο θεώρησε τον Σαλικό Νόμο ως μέρος των θεμελιωδών νόμων του βασιλείου κι έτσι από τότε και στο εξής δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ξανά η ισχύς του. Η ειρωνεία της τύχης ήταν πως ο επωφελούμενος το 1589 ήταν ο Ερρίκος Γ΄ της Ναβάρρας, απόγονος του Λουδοβίκου Ι΄ της Γαλλίας, της "πρώτης υπόθεσης" του 1316.

Ναπολέων Βοναπάρτης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης υιοθέτησε τον Σαλικό Νόμο για την άνοδό του στον Αυτοκρατορικό Θρόνο. Εφαρμόστηκε, όταν η κόρη του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄, Μαρία Θηρεσία της Γαλλίας, παραμερίστηκε υπέρ του θείου της, Λουδοβίκου ΙΗ΄.

Ισπανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαλικός Νόμος εισήχθη στην Ισπανία από τον Φίλιππο Ε΄ της Ισπανίας, εγγονό του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Ωστόσο, το 1789 καταργήθηκε μυστικά, αν και αμφιβολίες για την ενέργεια αυτή αποτέλεσαν την πηγή για τη διεκδίκηση του Ισπανικού θρόνου από τους Καρλιστές το 1833, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του '30 στον 20ό αιώνα.

Ναβάρρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σαλικός Νόμος εφαρμόστηκε και στη Ναβάρρα, όταν ο Λουδοβίκος ΙΓ΄ της Γαλλίας, βασιλιάς της Γαλλίας και της Ναβάρρας, ανακήρυξε την ένωση των δυο βασιλείων το 1620.

Αυστρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πόλεμος της αυστριακής διαδοχής προκλήθηκε, όταν ο Κάρολος ΣΤ΄ της Αυστρίας, ο οποίος είχε κερδίσει την Αυστρία εις βάρος των ανεψιών του, λόγω του Σαλικού Νόμου, θέλησε να διασφαλίσει την κληρονομική αυτή διαδοχή μέσω της κόρης του, Μαρίας Θηρεσίας.

Αναφορές στη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης στο ιστορικό του μυθιστόρημα "Η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ" αναφέρει ότι η Ισαβέλλα Α΄ της Αχαΐας ήταν επικεφαλής του Πριγκιπάτου και του Συμβουλίου, καθώς δεν υπαγόταν στον Σαλικό Νόμο.

    Όμως δεξιά στον πρίγκηπα και σε στασίδι ψηλό, σαν το δικό του, καθόταν η ίδια η Ιζαμπώ, κληρονομική κυρά του πριγκηπάτου. Ο Σάλιος νόμος, που δεν αναγνωρίζει τη θηλυκή διαδοχή, δεν ίσχυε στο Μοριά, λοιπόν η πριγκιπέσσα, τυπικά, προέδρευε ή ίδια τη Μεγάλη Κούρτη.    

— Άγγελος Τερζάκης, "Πριγκιπεσσα Ιζαμπώ", σελ. 145

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Taylor, Craig. "The Salic Law and the Valois Succession to the French Crown", French History 15 (2001), σσ. 358-77.
  • Drew, Katherine Fischer. The Laws of the Salian Franks (Pactus legis Salicae). Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1991. ISBN-10: 0-8122-8256-6, ISBN-13: 0-8122-1322-X.
  • Nicholas, David. «Δίκαιο, οικογένεια και κοινωνία στη γερμανική Ευρώπη». Στο: Η εξέλιξη του μεσαιωνικού κόσμου: κοινωνία, διακυβέρνηση και σκέψη στην Ευρώπη (312-1500). Μετάφραση Μαριάννα Τζιαντζή. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. http://www.in.gr/
  2. Fosberry, John trans, Criminal Justice through the Ages, English trans. John Fosberry. Mittalalterliches Kriminalmuseum, Rothenburg ob der Tauber, (1990 Eng. trans. 1993) p.7
  3. Fischer Drew, Katherine (1991). «The Franks As Seen Through Their Law Code». The laws of the Salian Franks. Pennsylvania: University of Pennsylvania Press. σελ. 45. ISBN 081221322X. 
  4. Το ζήτημα της απελευθέρωσης της γυναίκας

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: