Εικονογραφημένο χειρόγραφο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Η διακόσμηση αυτής της σελίδας από ένα γαλλικό Βιβλίο των Ωρών περιλαμβάνει μικρογραφία, διακοσμημένα κεφαλαία γράμματα και περιγράμματα.

Εικονογραφημένο χειρόγραφο (αγγλικά: Illuminated manuscript, κυριολεκτικά φωτισμένο χειρόγραφο) είναι χειρόγραφο του οποίου το κείμενο ολοκληρώνεται με την προσθήκη εξωραϊστικών στοιχείων με έντονα χρώματα, όπως κεφαλαία γράμματα, διακοσμητικά περιγράμματα, περίτεχνα σχέδια και μικρογραφίες. Στον στενότερο ορισμό του όρου, το εικονογραφημένο χειρόγραφο αναφέρεται μόνο σε χειρόγραφα διακοσμημένα με χρυσή ή αργυρή μελάνη, αλλά τόσο στην κοινή χρήση όσο και στην ορολογία που υιοθετείται από σύγχρονους μελετητές, ο όρος χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε οποιοδήποτε εικονογραφημένο χειρόγραφο της δυτικής ή ανατολικής παράδοσης. [1]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο όρος προέρχεται από τη λατινική λέξη illuminare (φωτίζω, λαμπρύνω) και αναφέρεται στη χρήση φωτεινών χρωμάτων και χρυσού για τον εξωραϊσμό των αρχικών γραμμάτων ή για την απεικόνιση ολόκληρων σκηνών με σκοπό την εκλάμπρυνση του χειρογράφου, δίνοντας την εντύπωση ότι η σελίδα είχε κυριολεκτικά φωτιστεί. [2]

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κλοβίς και η οικογένειά του, Μεγάλα Χρονικά της Γαλλίας, (14ος αιώνας)

Η πρακτική ήταν γνωστή από την Αρχαιότητα, αλλά χρησιμοποιήθηκε συστηματικά από τον Πρώιμο Μεσαίωνα από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για προσευχές, λειτουργικά κείμενα και ψαλμούς, που δημιουργούσαν μοναχοί στα scriptoria των μοναστηριών, και συνεχίστηκε σε κοσμικά κείμενα από τον 13ο αιώνα και αργότερα σε διακηρύξεις, νόμους, χάρτες, απογραφές και επίσημες πράξεις. Καθώς η παραγωγή μετατοπίστηκε από τα μοναστήρια στον δημόσιο βίο, τα εικονογραφημένα χειρόγραφα άρχισαν να προσεγγίζουν κοσμικά ενδιαφέροντα. Αυτά περιλάμβαναν Βιβλία των Ωρών, που όριζαν προσευχές κατάλληλες για διάφορες ώρες της ημέρας, ιστορικά θέματα, διηγήματα, θρύλους αγίων, ιστορίες ιπποτισμού, μυθολογικές ιστορίες, ακόμη και αφηγήσεις εγκληματικών, κοινωνικών ή θαυματουργών περιστατικών. Μερικά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επίσης από αφηγητές και πλανόδιους ηθοποιούς για να υποστηρίξουν τα έργα τους.[3]

Η Ευρώπη έχει τη μεγαλύτερη και πιο καλλιεργημένη παράδοση εικονογραφημένων χειρογράφων, αλλά και ανατολικές κοινωνίες άσκησαν επίσης την τέχνη, όπως το περσικό έπος Σαχναμέ.[4]

Τα παλαιότερα σωζόμενα εικονογραφημένα χειρόγραφα χρονολογούνται μεταξύ 400 και 600 μ.Χ. και προέρχονται από το Βασίλειο των Οστρογότθων και τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και άλλες περιοχές της Ευρώπης. Σημαντικά δείγματα περιλαμβάνουν τον Αργυρό Κώδικα, το Ευαγγέλιο του Ραμπουλά, τo Ευαγγέλιo του Ροσάνο, και τα τρία προέρχονται από τον 6ο αιώνα. Η πλειονότητα των σωζόμενων έργων είναι του Μεσαίωνα και αρκετά της Αναγέννησης, μαζί με πολύ περιορισμένο αριθμό από την Ύστερη Αρχαιότητα.

Μερικές φορές τα αρχικά και η εικονογράφηση ήταν καθαρά διακοσμητικά, αλλά συχνά ήταν σε απόλυτη σχέση με το κείμενο για να επισημάνουν σημαντικά αποσπάσματα ή για να ενισχύσουν ή να σχολιάσουν το νόημα του κειμένου.

Τα περισσότερα μεσαιωνικά χειρόγραφα, διακοσμημένα ή μη, γράφτηκαν σε περγαμηνή. Αυτές οι περγαμηνές στη συνέχεια δέθηκαν σε μορφή βιβλίου, που ονομάζονται κώδικες. Λίγα έργα σε θραύσματα σώζονται επίσης σε πάπυρο. Τα βιβλία κυμαίνονταν σε μέγεθος από μικρά, για προσωπική χρήση, έως πολύ μεγάλα που απαιτούσαν περισσότερα από ένα άτομα για να τα μεταφέρουν, συνήθως βιβλία χορωδίας εκκλησιών και Ευαγγέλια, όπως ο Κώδικας Γίγας του 13ου αιώνα στη Σουηδία που ζυγίζει σχεδόν 75 κιλά.[5]

Σελίδα από το Άσμα του Ρολάνδου, (χειρόγραφο του 14ου αιώνα)

Εικονογραφημένα χειρόγραφα σε χαρτί εμφανίστηκαν κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα. Τα πρώτα τυπωμένα βιβλία άφηναν κενά για μικροσκοπικές εικονογραφήσεις και διακοσμητικά αρχικά, τα οποία συμπληρώνονταν αργότερα με το χέρι. Τα σχέδια στα περιθώρια επέτρεπαν επίσης στους γραφείς να προσθέσουν τις δικές τους σημειώσεις, διαγράμματα, μεταφράσεις, ακόμη και κωμικές νύξεις.

Η εισαγωγή της τυπογραφίας οδήγησε γρήγορα στην παρακμή των χειρόγραφων γενικά και κατά συνέπεια και της εικονογράφησής τους. Μετά την ανάπτυξη της τυπογραφίας στην Ευρώπη το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, η τεχνική αντικαταστάθηκε από τις έντυπες εικονογραφήσεις. Ωστόσο, εικονογραφημένα χειρόγραφα συνέχισαν να παράγονται στις αρχές του 16ου αιώνα αλλά σε πολύ μικρότερους αριθμούς, κυρίως για πλούσιους.

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνοψις Ιστοριών, βυζαντινό εικονογραφημένο χειρόγραφο (δεκαετία του 1070), Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας.

Στους μεσαιωνικούς χρόνους, όταν η τεχνική βρισκόταν στο απόγειό της, τα εικονογραφημένα χειρόγραφα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της τέχνης. Η φορητότητα του χειρογράφου το έκανε εύχρηστο μέσο για τη μετάδοση ιδεών από τη μια περιοχή στην άλλη, ακόμη και από τη μια περίοδο στην άλλη. Είναι τα καλύτερα σωζόμενα δείγματα μεσαιωνικής ζωγραφικής, και τα καλύτερα διατηρημένα. Για πολλές περιοχές και χρονικές περιόδους, αποτελούν τα μόνα σωζόμενα δείγματα ζωγραφικής.[6]

Η εξειδίκευση στα scriptoria των μοναστηριών ή στα εργαστήρια καλλιτεχνών, όπως της σχολής του Παρισιού, απαιτούσε τη διαφοροποίηση μεταξύ αυτών που «ιστορούσαν» (δηλαδή εικονογραφούσαν τα κείμενα) και εκείνων που τα «φώτιζαν» (δηλαδή, φιλοτεχνούσαν το διακοσμητικό έργο χρησιμοποιώντας χρυσό είτε σε φύλλο είτε σε μορφή σκόνης). Οι δύο τεχνικές συχνά αλληλεπικαλύπτονταν, και ακόμη και στους μεσαιωνικούς χρόνους η διάκριση ήταν συχνά ασαφής. Στη σύγχρονη εποχή ο όρος εικονογραφημένο χειρόγραφο υποδηλώνει την εικονογράφηση και τη διακόσμηση των παλαιών χειρογράφων γενικά, είτε με χρυσό είτε όχι. [1]

Τα μοναστήρια παρήγαγαν χειρόγραφα για δική τους χρήση και οι καλλιτέχνες για αιώνες ήταν συνήθως ανώνυμοι. Από όταν έγιναν δημοφιλή τα μικρά, προσωπικά βιβλία λατρείας Βιβλία των Ωρών, πλούσιοι παρήγγειλαν έργα ως ένδειξη της θέσης τους στην κοινότητα και σημαντικοί επώνυμοι καλλιτέχνες ασχολήθηκαν με την εικονογράφηση αυτών των χειρογράφων, μεταξύ άλλων οι Αδελφοί Λίμπουρχ, ο Ζαν Φουκέ, ο Ζαν Κολόμπ, ο Μπαρτελεμύ ντ' Άικ, o Ανγκεράν Καρτόν, ο Χέραρντ Χόρενμπαουτ, ο Δάσκαλος της Μουλέν, ο Βίλλεμ Φρέλαντ, ο Ρόχιερ φαν ντερ Βάιντεν, Λουαζέ Λιεντέ κ.ά.[7]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 . «britannica.com/art/illuminated-manuscript». 
  2. . «bl.uk/catalogues/illuminatedmanuscripts/TourIntroGen.asp». 
  3. . «universalis.fr/encyclopedie/enluminure/2-les-enlumineurs/». 
  4. Rholetter, Wylene (2018). "Written Word in Medieval Society". Salem Press Encyclopedia.
  5. de Hamel, Christopher (2001). The British Library Guide To Manuscript Illumination History and Techniques. Toronto: British Library. p. 35. ISBN 0-8020-8173-8.
  6. . «vam.ac.uk/articles/illuminated-manuscripts». 
  7. . «bl.uk/catalogues/illuminatedmanuscripts».