Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας
Княжество България
Ανεξάρτητο κράτος, νομικά υποτελές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

1878 – 1908
Σημαία Έμβλημα
Ύμνος
Σούμι Μάριτσα
Πρωτεύουσα Βελίκο Τίρνοβο

(1878- 1879) Σόφια

Γλώσσες Βουλγαρικά, Οθωμανικά Τούρκικα, Βλάχικα Ρουμανικά
Θρησκεία Βουλγάρικη Ορθοδοξία
Πολίτευμα Πριγκιπάτο
Νομοθετικό Σώμα Εθνοσυνέλευση
Ιστορία
 -  Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου 3 Μαρτίου 1878
 -  Ανακήρυξη της ανεξαρτησίας 5 Οκτωβρίου 1908
Έκταση 63.752 (1.880) km²
Πληθυσμός
 -  1908 εκτ. 4.215.000 
Νόμισμα Λέβα

Το Πριγκιπάτο της Βουλγαρίας (Βουλγάρικα: Княжество България, Κνιαζέστβο Μπαλγκάριγια) ήταν ένα de facto ανεξάρτητο και de jure κράτος υποτελές υπό την επικυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκε με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878.

Μετά τον τερματισμό του Ρωσοτουρκικού Πολέμου με νίκη των Ρώσων, στις 3 Μαρτίου 1878 υπεγράφη η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου από τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με αυτή συμφωνήθηκε η ίδρυση ενός μεγάλου Υποτελούς Βουλγαρικού κράτους που ήταν σημαντικά μεγαλύτερο : τα εδάφη της περιέκλειαν σχεδόν όλους τους Βούλγαρους των Βαλκανίων και περιελάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της Μοισίας, τη Θράκη και τη Μακεδονία, εκτεινόμενα από τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο. Ωστόσο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστροουγγαρία ήταν αντίθετα στη δημιουργία ενός τόσο μεγάλου κράτους-δορυφόρου της Ρωσίας στα Βαλκάνια, γιατί φοβόντουσαν ότι θα ανέτρεπε την ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή της Μεσογείου. Για το λόγο αυτό οι Μεγάλες Δυνάμεις συγκάλεσαν και υπέγραψαν τη Συνθήκη του Βερολίνου, σε αντικατάσταση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, που ποτέ δεν τέθηκε σε ισχύ. Αυτή δημιούργησε ένα πολύ μικρότερο πριγκιπάτο, παράλληλα με μια αυτόνομη Ανατολική Ρωμυλία εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αν και υποτελής στους Οθωμανούς, η Βουλγαρία αναγνώριζε μόνο τυπικά την εξουσία της Υψηλής Πύλης. Είχε δικό της Σύνταγμα, σημαία και ύμνο και ακολουθούσε τη δική της εξωτερική πολιτική. Το 1885 μια αναίμακτη επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα τη de facto προσάρτηση από τη Βουλγαρία της Ανατολικής Ρωμυλίας, γεγονός που η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδέχθηκε με τη συμφωνία του Τόπχανε. Στις 5 Οκτωβρίου 1908 η Βουλγαρία κήρυξε την ανεξαρτησία της ως Βασίλειο της Βουλγαρίας.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1396 οι Βουλγαροοθωμανικοί πόλεμοι έληξαν με την κατάλυση της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, εξαιτίας της οθωμανικής εισβολής στα Βαλκάνια και του δικού της εσωτερικού διχασμού. Υπό την Οθωμανική κυριαρχία, η Βουλγαρική αριστοκρατία είχε εξοντωθεί και η εθνική συνείδηση κατασταλεί. Η Βουλγαρική Εθνική Αναβίωση, που αναδύθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, αναβίωσε τη Βουλγαρική ταυτότητα και τροφοδότησε την ιδέα της δημιουργίας ενός νέου Βουλγαρικού κράτους. Πολλά επαναστατικά κινήματα και εξεγέρσεις εναντίον των Οθωμανών συνέβησαν παράλληλα με παρόμοιες κινήσεις στα υπόλοιπα Βαλκάνια, με αποκορύφωμα το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878.

Συνθήκη του Βερολίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου της 3 Μαρτίου του 1878 προέβλεπε ένα Βουλγαρικό κράτος, που περιελάμβανε τις γεωγραφικές περιοχές της Μοισίας, τη Θράκη και τη Μακεδονία. Με βάση την ημερομηνία αυτή οι Βούλγαροι γιορτάζουν την εθνική ημέρα της Βουλγαρίας κάθε χρόνο.

Φοβούμενες τη δημιουργία ενός μεγάλου κράτους-δορυφόρου της Ρωσίας στα Βαλκάνια, οι άλλες μεγάλες δυνάμεις, όμως, δεν ήταν διατεθειμένες να συμφωνήσουν με τη συνθήκη. Το αποτέλεσμα ήταν η Συνθήκη του Βερολίνου (1878), υπό την εποπτεία του Όττο φον Μπίσμαρκ της Γερμανίας και του Μπέντζαμιν Ντισραέλι του Ηνωμένου Βασιλείου, να αναθεωρηθεί η προηγούμενη συνθήκη και να περιορισθεί το προτεινόμενη βουλγαρικό κράτος.

Δημιουργήθηκε μια ευρέως αυτόνομη Ηγεμονία της Βουλγαρίας , μεταξύ του Δούναβη και της οροσειράς του Αίμου με έδρα της την παλιά Βουλγαρική πρωτεύουσα Βελίκο Τίρνοβο, που συμπεριελάμβανε και της Σόφια. Αυτό το κράτος προβλεπόταν να είναι υπό την τυπική Οθωμανική κυριαρχία, αλλά να κυβερνάται από ένα πρίγκιπα εκλεγόμενο από μια σύνοδο Βούλγαρων προεστών και εγκρινόμενο από τις Δυνάμεις, που επέμειναν ότι ο πρίγκιπας δεν θα μπορούσε να είναι Ρώσος, αλλά συμβιβάστηκαν με την επιλογή του πρίγκιπας Αλέξανδρου Βάτεμπεργκ, ανιψιού του Τσάρου Αλέξανδρου Β΄. Νότια της οροσειράς του Αίμου ιδρύθηκε μια αυτόνομη Οθωμανική επαρχία με το όνομα Ανατολική Ρωμυλία, ενώ η Μακεδονία επέστρεψε στην κυριαρχία του Σουλτάνου.

19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βούλγαροι υιοθέτησαν ένα προωθημένο δημοκρατικό σύνταγμα και η εξουσία σύντομα πέρασε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων με επικεφαλής το Στέφαν Σταμπόλοφ. Ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος είχε συντηρητικές τάσεις και αρχικά αντιτάχθηκε στις πολιτικές του Σταμπόλοφ, το 1885 είχε συμπαθήσει αρκετά τη νέα του χώρα του και έτσι υποστήριξε τους Φιλελεύθερους. Υποστήριξε επίσης την Ενοποίηση της Βουλγαρίας και της Ανατολικής Ρωμυλίας, προϊόν πραξικοπήματος στη Φιλιππούπολη το Σεπτέμβριο του 1885. Οι Δυνάμεις δεν παρενέβησαν λόγω των μεταξύ τους διαμαχών για την εξουσία . Λίγο μετά η Σερβία κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία, με την ελπίδα της αρπαγής εδαφών, ενώ οι Βούλγαροι ήταν απασχολημένοι. Οι Βούλγαροι όμως τους νίκησαν στη Σλίβνιτσα, απώθησαν το Σερβικό στρατό στη Σερβία και κατάφερε να καταλάβουν εκ νέου τις απωλεσθείσες με τη Συνθήκη του Βερολίνου κατοικούμενες από Βούλγαρους πόλεις Πίροτ και Βράνιε, που όμως επιστράφηκαν στη Σερβία με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1886.

Τα γεγονότα αυτά κατέστησαν τον Αλέξανδρο πολύ δημοφιλή στη Βουλγαρία, αλλά η Ρωσία ήταν όλο και πιο δυσαρεστημένη με τις φιλελεύθερες τάσεις στο πλαίσιο της βασιλείας του. Τον Αύγουστο του 1886 υποκίνησε ένα πραξικόπημα, κατά το οποίο ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και εξορίστηκε στη Ρωσία. Ο Σταμπόλοφ όμως ενήργησε άμεσα και οι συμμετέχοντες στο πραξικόπημα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Ο Σταμπόλοφ προσπάθησε να επαναφέρει τον Αλέξανδρο αλλά ισχυρή ρωσική αντιπολίτευση ανάγκασε τον πρίγκιπα να παραιτηθεί και πάλι. Toν Ιούλιο του 1887 οι Βούλγαροι εξέλεξαν το Φερδινάνδο της Σαξονίας-Κόμπουρκ & Γκότα ως νέο τους Πρίγκιπα. Ο Φερδινάνδος ήταν ο "Αυστριακός υποψήφιος" και οι Ρώσοι αρνήθηκαν να τον αναγνωρίσουν. Ο Φερδινάνδος αρχικά συνεργάστηκε με το Σταμπόλοφ, αλλά το 1894 η σχέση τους επιδεινώθηκε. Ο Σταμπόλοφ παραιτήθηκε και δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1895. Ο Φερδινάνδος στη συνέχεια αποφάσισε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με τη Ρωσία, γεγονός που σήμαινε την επιστροφή σε συντηρητική πολιτική.

20ός αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχε σημαντικός Βουλγαρικός πληθυσμός που ζούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, ιδιαίτερα στη Μακεδονία. Τα πράγματα περιπλέκονταν, καθώς η Σερβία και η Ελλάδα διεκδικούσαν επίσης τμήματα της Μακεδονίας, ενώ η Σερβία, ως σλαβικό έθνος, θεωρούσε επίσης τους Σλαβόφωνους της Μακεδονίας ανήκοντες στο Σερβικό έθνος. Έτσι ξεκίνησε ένας πολυμερής αγώνας για τον έλεγχο αυτών των περιοχών, που διήρκεσε μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1903 υπήρξε μια Βουλγαρική εξέγερση στην Οθωμανική Μακεδονία και ο πόλεμος φαινόταν πιθανός. Το 1908 ο Φερδινάνδος εκμεταλλεύτηκε τον ανταγωνισμό μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για να ανακηρύξει τη Βουλγαρία πλήρως ανεξάρτητο βασίλειο, με τον εαυτό του ως Τσάρο, πράγμα που έκανε στις 5 Οκτωβρίου (αν και εορτάζεται στις 22 Σεπτεμβρίου, καθως η Βουλγαρία είχε επίσημα το Ιουλιανό ημερολόγιο μέχρι το 1916) στην Εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, στο Βελίκο Τίρνοβο.