Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1876)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Βουλγαρία, σύμφωνα με την Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης

Η Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1876 - 1877) των Μεγάλων Δυνάμεων (Βρετανία, Ρωσία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία) διεξήχθη στην Κωνσταντινούπολη, από τις 23 Δεκεμβρίου 1876]] έως τις 20 Ιανουαρίου 1877. Μετά την εξέγερση της Ερζεγοβίνης, που άρχισε το 1875, και τη Βουλγαρική εξέγερση του Απριλίου 1876, οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν σε ένα σχέδιο για την πολιτική μεταρρυθμίσεων τόσο στη Βοσνία όσο και στα Οθωμανικά εδάφη της με πλειοψηφία Βουλγαρικού πληθυσμού.

Συμμετέχοντες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεγάλες Δυνάμεις εκπροσωπήθηκαν στη διάσκεψη αντίστοιχα από :

  • Ηνωμένο Βασίλειο Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας :

Λόρδος Σόλσμπερι και σερ Χένρι Ελιοτ

Κόμης Νικολάι Ιγκνάτιεφ

Κόμης Ζαν-Μπατίστ ντε Σοντορντί και Κόμης Φρανσουά ντε Μπουργκουάν

  • Γερμανική Αυτοκρατορία :

Βαρόνος Καρλ φον Βέρτερ

Βαρώνος Χάινριχ φον Κάλιτσε και Κόμης Φέρεντς Ζίχι

  • Βασίλειο της Ιταλίας :

Κόμης Λουίτζι (Λοντοβίκο) Κόρτι

Από αυτούς ο Λόρδος Σόλσμπερι, ο Κόμης ντε Σαντορντί και ο Βαρόνος φον Κάλιτσε ήταν Πρεσβευτές Πληρεξούσιοι για τη διάσκεφη, ενώ οι υπόλοιποι ήταν οι μόνιμοι πρεσβευτές των χωρών τους στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στην Κωνσταντινούπολη, Γιουτζίν Σούιλερ, πήρε επίσης ενεργό μέρος στη σύνταξη των αποφάσεων της διάσκεψης.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία εκπροσωπήθηκε στη διάσκεψη από τους Μιντάτ Πασά, Σαφέτ Πασά και Εντέμ Πασά. Ο Μιντάτ Πασάς ήταν ο Μεγάλος Βεζίρης (Πρωθυπουργός) και ο Σαφέτ Πασά Υπουργός Εξωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αν και οι Οθωμανοί εκπρόσωποι συμμετείχαν στις συνελεύσεις της διάσκεψης, δεν είχαν προσκληθεί στις προηγηθείσες συνεδριάσεις, όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις διαπραγματεύτηκαν τη συμφωνία τους.

Ο Λόρδος Σόλσμπερι και Κόμης Ιγκνάτιεφ έπαιξαν ηγετικό ρόλο στη διαδικασία. O Ιγκνάτιεφ προσπαθούσε να διαλύσει τις Βρετανικές ανησυχίες ότι ο υποτιθέμενος ρόλος της Ρωσίας ως προστάτη των Ορθόδοξων Σλάβων δεν ήταν παρά πρόσχημα για τα σχέδιά της να καταλάβει τα Στενά της Μαύρης Θάλασσας και την ίδια την Κωνσταντινούπολη και έτσι – όπως φοβόταν ο πρωθυπουργός Ντισραέλι - να μπορέσει να απειλήσει τους ζωτικούς Μεσογειακούς δρόμους προς τη Βρετανική Ινδία. Ο Σόλσμπερι, από τη μεριά του, είδε τη διάσκεψη σαν προνομιακή ευκαιρία να εκπονήσει με τη Ρωσία ένα σχέδιο αλληλοκατανόησης για τις συγκρουόμενες εδαφικές φιλοδοξίες τους στην Κεντρική Ασία.

Αποφάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βοσνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η διάσκεψη προέβλεπε τη δημιουργία μιας αυτόνομης επαρχίας, που περιελάμβανε τη Βοσνία και το μεγαλύτερο μέρος της Ερζεγοβίνης, με ένα νότιο τμήμα της τελευταίας να παραχωρείται στο Πριγκιπάτο του Μαυροβουνίου.

Βουλγαρία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Μεγάλες Δυνάμεις συμφώνησαν σε ουσιαστική Βουλγαρική αυτονομία, που θα είχε τη μορφή δύο νέων αυτόνομων Οθωμανικών επαρχιών (βιλαετίων), που ιδρύονταν για το σκοπό αυτό : το Ανατολικό, με πρωτεύουσα το Τάρνοβο, και το δυτικό, με πρωτεύουσα τη Σόφια.

Η διάσκεψη καθόριζε ότι, στα τέλη του 19ου αιώνα, τα Βουλγαρικά εθνικά εδάφη εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτείνονταν μέχρι την Τούλτσεα και το Δέλτα Δούναβη στα βορειοανατολικά, την Οχρίδα και την Καστοριά στα νοτιοδυτικά, τις Σαράντα Εκκλησιές και την Αδριανούπολη στα νοτιοανατολικά και το Λέσκοβατς και τη Νις στα βορειοδυτικά. Αυτά τα εδάφη επρόκειτο να ενσωματωθούν σε δύο Βουλγαρικές αυτόνομες επαρχίες ως εξής :

• Η Ανατολική Βουλγαρική αυτόνομη επαρχία, που περιελάμβανε τα Οθωμανικά σαντζάκια - δευτεροβάθμιες διοικητικές διαιρέσεις)- Τάρνοβο, Ρούσε, Τούλτσεα, Βάρνας, Σλίβεν, Φιλιππούπολης (εκτός από τους καζάδες – τριτοβάθμιες διοικητικές διαιρέσεις – Αρντίνου και Σμόλιαν ) και τμήμα του σαντζακίου της Αδριανούπολης, που περιελάμβανε τους καζάδες Σαράντα Εκκλησιών, Μουσταφαπασά και Κιζιλαγάτς. • Η Δυτική Βουλγαρική αυτόνομη επαρχία, που περιελάμβανε τα σαντζάκια Σόφιας, Βίντιν, Νις, Σκοπίων, Μοναστηρίου (εκτός από τους καζάδες Ντέμπαρ και Κορυτσάς), τους καζάδες [Άνω Νευροκόπι|Νευροκοπίου]], Μελενίκου και Σιδηροκάστρου του σαντζακίου των Σερρών, και τους καζάδες Στρώμνιτσας, Βελεσών, Τίκφες και Καστοριάς. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εκπόνησαν λεπτομερειακά τις συνταγματικές, εκτελεστικές , νομοθετικές, αμυντικές και αστυνομικές ρυθμίσεις , διοικητικό σύστημα με καντόνια, φορολογία, διεθνή εποπτεία κλπ. για τις προτεινόμενες αυτόνομες επαρχίες.

Αποτέλεσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συμφωνημένες αποφάσεις των έξι Μεγάλων Δυνάμεων παραδόθηκαν επίσημα στην Οθωμανική κυβέρνηση στις 23 Δεκεμβρίου 1876, απορρίπτοντας τις αρχικές Οθωμανικές αιτιάσεις , ότι η αποστολή της διάσκεψης θα έπρεπε να --- από ένα νέο Οθωμανικό Σύνταγμα, που εγκρίθηκε από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ την ίδια μέρα. Στις συνεδριάσεις της διάσκεψης που ακολούθησαν η Οθωμανική αυτοκρατορία υπέβαλε αντιρρήσεις και εναλλακτικές μεταρρυθμιστικές προτάσεις, που απορρίφθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις, και οι προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα απέτυχαν. Τελικά στις 18 Ιανουαρίου 1877 ο Μεγάλος Βεζύρης Μιντάτ Πασά ανακοίνωσε την οριστική άρνηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να δεχθεί τις αποφάσεις της διάσκεψης.

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η άρνηση της Οθωμανικής Κυβέρνησης να εφαρμόσει τις αποφάσεις της Διάσκεψης της Κωνσταντινούπολης προκάλεσε το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878, αποστερώντας την ίδια στιγμή την Οθωμανική Αυτοκρατορία - σε αντίθεση με τον προηγηθέντα Κριμαικό Πόλεμο του 1853-1856 – από τη Δυτική υποστήριξη.


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]