Εκστρατεία του Καυκάσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτό το λήμμα αφορά τη στρατιωτική εκστρατεία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για τη στρατιωτική εκστρατεία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δείτε: Μάχη του Καυκάσου. Για τη ρωσική εισβολή του 19ου αιώνα, δείτε: Πόλεμος του Καυκάσου.
Εκστρατεία του Καυκάσου
Θέατρο επιχειρήσεων Μέσης Ανατολής
του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου
WW1 TitlePicture For Caucasus Campaign.png
Πάνω: Η ερειπωμένη πόλη του Ερζερούμ, κέντρο αριστερά: Ρωσικά στρατεύματα, κέντρο δεξιά: Οθωμανικά στρατεύματα, κάτω αριστερά: Τραυματίες οθωμανοί πρόσφυγες, κάτω δεξιά: Πρόσφυγες από την Αρμενία.
Χρονολογία 24 Οκτωβρίου 1914 – 30 Οκτωβρίου 1918
Τόπος Αρμενικά υψίπεδα, Νότιος Καύκασος
Έκβαση
Εδαφικές
μεταβολές
Κατάτμηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Αντιμαχόμενοι
Ηγετικά πρόσωπα
Εμπλεκόμενες μονάδες
Δυνάμεις

Flag of Russian Empire for private use (1914–1917) 3.svg Ρωσική Αυτοκρατορία
1914: 160.000 [1]
1916: 702.000[1]

Σύνολο: 1.000.000[2]
Απολογισμός
Άγνωστος
Άγνωστος

Η Εκστρατεία του Καυκάσου, 24 Οκτωβρίου 1914 – 30 Οκτωβρίου 1918, αποτελείται από διάφορες ένοπλες συγκρούσεις, σε κεντρικό επίπεδο, μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Γερμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, στην αρχή, και στη συνέχεια με την μετεξέλιξη αυτής, μετά την Ρωσική Επανάσταση, την Σοβιετική Ένωση. Στα ιστορικά τμήματα αυτής της εκστρατείας περιλαμβάνονται επίσης ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1914–1917) και ο Τουρκοσοβιετικός πόλεμος (1917–1918), ο οποίος αποτελεί και τμήμα του Ρωσικού εμφυλίου πολέμου. Στις συγκρούσεις αυτές, σε περιφερειακό επίπεδο, εκτός από τους δυο μεγάλους πρωταγωνιστές θα συμπεριληφθούν αργότερα, η Λαϊκή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan Democratic Republic, 1918–1920, Αζερμπαϊτζάν), η Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας (First Republic of Armenia, 1918–1920, Αρμενία), η Δικτατορία της Κεντρικής Κασπίας (Centrocaspian Dictatorship ή Central Caspian Dictatorship, 1918) και η Βρετανική Αυτοκρατορία, ως μέρος του θεάτρου επιχειρήσεων στην Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εκστρατεία του Καυκάσου εκτείνεται στις περιοχές, από το Νότιο Καύκασο ως τα Αρμενικά υψίπεδα, φτάνοντας ως την Τραπεζούντα, Μπιτλίς (Bitlis), Μους (Muş) και Βαν. Ο πόλεμος επί της ξηράς συνοδεύτηκε από ναυμαχίες μεταξύ του οθωμανικού και του ρωσικού ναυτικού στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Στις 23 Φεβρουαρίου 1917, η ρωσική προέλαση ανακόπηκε μετά τη Ρωσική Επανάσταση, και λίγο αργότερα ο αποσαθρωμένος Ρωσοκαυκασικός στρατός αντικαταστάθηκε από τις δυνάμεις του νεοσύστατου αρμενικού κράτους, που αποτελούταν από τις προηγούμενες Αρμενικές εθελοντικές μονάδες και μονάδες ατάκτων, από Αρμένιους φενταγί (Armenian fedayi ή Armenian irregular units). Κατά τη διάρκεια του 1918 η περιοχή γνώρισε επίσης την εγκαθίδρυση της Δικτατορίας της Κεντρικής Κασπίας, τη Δημοκρατία Ορεινής Αρμενίας (Republic of Mountainous Armenia, 1921) και μια δύναμη επέμβασης των Συμμάχων, με το παρατσούκλι Dunsterforce, που αποτελείτο από στρατιώτες που προέρχονταν από τα, Μεσοποτάμιο και Δυτικό, μέτωπα του πολέμου. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Γερμανική Αυτοκρατορία είχαν θερμή σύγκρουση στο Μπατούμι (ή Μπατούμ, η βυζαντινή πόλη Πέτρα, στην περιοχή της αρχαίας Κολχίδας) με την άφιξη της Γερμανικής αποστολής Καυκάσου της οποίας πρωταρχικός στόχος ήταν η εξασφάλιση του εφοδιασμού σε πετρέλαιο της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Στις 3 Μαρτίου 1918, η εκστρατεία του Καυκάσου τερματίστηκε για τους Ρώσους με τη Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ και στις 4 Ιουνίου 1918 η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψε τη Συνθήκη του Μπατούμι με την Αρμενία. Ωστόσο, οι ένοπλες συγκρούσεις συνεχίστηκαν, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέμενε ακόμα σε πόλεμο με την Δικτατορία της Κεντρικής Κασπίας, τη Δημοκρατία της Ορεινής Αρμενίας και τη συμμαχική δύναμη Dunsterforce της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μέχρι την Συνθήκη του Μούδρου, η οποία υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου 1918.

Αιτίες - Παρασκήνιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κύριος στόχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η ανάκτηση των εδαφών της στον Καύκασο. Οι περιοχές αυτές είχαν κτηθεί από τους Ρώσους μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878). Οι στρατηγικοί στόχοι της Εκστρατείας του Καυκάσου για τις οθωμανικές δυνάμεις ήταν να ξαναπάρουν το Αρτβίν, το Αρνταχάν, την Καρς και το λιμάνι του Μπατούμι. Μια επιτυχία σε αυτή την περιοχή θα σήμαινε μια εκτροπή των ρωσικών δυνάμεων σε αυτό το μέτωπο σε σχέση με το πολωνικό μέτωπο και το μέτωπο της Γαλικίας.[3] Η εκστρατεία στον Καύκασο θα μπορούσε να έχει διασπαστικές συνέπειες για τις ρωσικές δυνάμεις. Το σχέδιο είχε τη συμπάθεια της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Η Γερμανία προμήθευσε τα απαραίτητα πολεμοφόδια και η 3η Οθωμανική Στρατιά το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε για να επιτευχθεί η επιθυμητή διάσπαση.[4] Ο Οθωμανός υπουργός Πολέμου Ισμαήλ Εμβέρ Πασάς ήλπιζε πως η επιτυχία της κίνησης αυτής, θα μπορούσε να διευκολύνει το άνοιγμα της οδού προς την Τιφλίδα και ακόμα παραπέρα σε μια εξέγερση των Καυκασίων μουσουλμάνων.[3] Ο οθωμανικός στρατηγικός στόχος ήταν να διακοπεί η ρωσική πρόσβαση στους πόρους υδρογονανθράκων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο κ.α.) από την Κασπία Θάλασσα.[5]

Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, είδε το μέτωπο του Καυκάσου ως δευτερεύον σε σχέση με το Ανατολικό Μέτωπο, στο οποίο και είχε δεσμεύσει το περισσότερο ανθρώπινο δυναμικό της και τους πόρους της. Η Ρωσία είχε κατακτήσει την πόλη Καρς, το 1877, από τους Τούρκους κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878) και φοβόταν μια εκστρατεία στον Καύκασο που θα είχε ως στόχο την ανακατάληψη της Καρς και του λιμανιού του Βατούμι από τους Τούρκους. Τον Μάρτιο του 1915 ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Σαζόνοφ δήλωσε σε μια συνάντηση με το Βρετανό πρεσβευτή Τζωρτζ Μπιουκάναν και το Γάλλο πρεσβευτή Μωρίς Παλαιολόγο ότι η μόνιμη μεταπολεμική διευθέτηση απαιτούσε την πλήρη ρωσική κατοχή της πρωτεύουσας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, της Θάλασσας του Μαρμαρά, τη νότια Θράκη μέχρι τη γραμμή Αίνου-Μηδείας, καθώς και τμήματα της τουρκικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας στην Ανατολία μεταξύ του Βοσπόρου, του ποταμού Σαγγάριου και απροσδιόριστο σημείο κοντά στον κόλπο του Ιζμίτ (Νικομήδεια).[6] Το ρωσικό τσαρικό καθεστώς προέβλεπε να αντικατασταθεί ο μουσουλμανικός πληθυσμός της Βόρειας Ανατολίας και της Κωνσταντινούπολης με Κοζάκους έποικους.[7]

Το σύμμαχο με τη Ρωσία Αρμενικό εθνικό απελευθερωτικό κίνημα (Armenian national liberation movement) ζήτησε τη δημιουργία της Ηνωμένης Αρμενίας (United Armenia), ενός δηλαδή αρμενικού κράτους, το οποίο να περιλαμβάνει τόσο τα εδάφη που απελευθερώθηκαν ως μέρος του Κυβερνείου του Εριβάν (Erivan Governorate), την περιοχή του Καραμπάχ (Karabakh) της Ρωσίας και την Δυτική Αρμενία (Western Armenia). Μέχρι το τέλος του πολέμου, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (Armenian Revolutionary Federation) απέτυχε τελικά σε αυτόν τον στόχο, κατορθώνοντας μόνο να ενσωματώσει τμήματα του Κυβερνείου του Εριβάν στην Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας (η οποία αποτελεί τώρα το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης της σύγχρονης Δημοκρατίας της Αρμενίας.

Οι Βρετανοί συνεργάστηκαν με τις ρωσικές επαναστατικές δυνάμεις για την αποτροπή του στόχου του Ενβέρ Πασά, για τη δημιουργίας μιας, υπό οθωμανικό έλεγχο, Υπερκαυκασίας. Η Αγγλοπερσική Πετρελαϊκή Εταιρεία (Anglo-Persian Oil Company) βρισκόταν, ως στόχος, στην προτεινόμενη διαδρομή των οθωμανικών φιλοδοξιών. Η εταιρεία αυτή είχε τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης στα αποθέματα πετρελαίου ολόκληρης της περιοχής της πρώην Περσικής Αυτοκρατορίας, που τελούσε υπό τον έλεγχο της δυναστείας Καγιάρ (Qajar dynasty), εκτός από τις ιρανικές επαρχίες Αζερμπαϊτζάν, Γκιλάν, Μαζενταράν ( Mazendaran), Ασντραμπάντ (Asdrabad) και Χορασάν.[5] Το 1914, πριν τον πόλεμο, η βρετανική κυβέρνηση είχε συνάψει με την εταιρεία συμβόλαιο για την προμήθεια καυσίμων για το ναυτικό της.[5]

Δυνάμεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οθωμανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Οθωμανοί είχαν μόνο έναν στρατό με έδρα στην περιφέρεια αυτή, την 3η Οθωμανική Στρατιά. Το 1916 έστειλαν ενισχύσεις και ανασυγκρότησαν την 2η Οθωμανική Στρατιά. Κατά την έναρξη της σύγκρουσης, όλες οι συνδυασμένες δυνάμεις των Οθωμανών κυμαίνονταν από 100.000 έως 190.000 άνδρες. Πολλοί πάντως από αυτούς, ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένοι.

Ρωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον πόλεμο, η Ρωσία είχε στην περιοχή της Καυκασίας τη Ρωσική Στρατιά Καυκάσου, η οποία ήταν σταθμευμένη εκεί με περίπου 100.000 άντρες, υπό την ονομαστική εντολή του Γενικού Κυβερνήτη του Καυκάσου Ιλλαρίονα Ιβάνοβιτς Βοροντσόφ-Ντασχκόφ, αλλά ο πραγματικός διοικητής και επικεφαλής του επιτελείου ήταν ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς. Κατά την έναρξη της Εκστρατείας του Καυκάσου, οι Ρώσοι έπρεπε να αναδιατάξουν το ήμισυ, σχεδόν, των δυνάμεών τους στο πρωσικό μέτωπο, λόγω των αλλεπάλληλων ηττών στη Μάχη του Τάνενμπεργκ και την Πρώτη μάχη των Μαζουριανών Λιμνών, αφήνοντας πίσω στρατεύματα μόνο 60.000 ανδρών. Ωστόσο, αυτός ο στρατός είχε σημαντική υποστήριξη από τους Αρμένιους, με τους στρατηγούς τους Ναζαρμπέκοφ, Σιλικιάν και Πιρούμοφ (Pirumov) που παρέμειναν στην Καυκασία. Η Ρωσική Στρατιά Καυκάσου, διαλύθηκε το 1917 όταν τα ρωσικά τακτικά συντάγματα εγκατέλειψαν την πρώτη γραμμή μετά την Ρωσική Επανάσταση. Μέχρι το 1917, στη Στρατιά αυτή συμμετείχαν και 110.000-120.000 στρατιώτες αρμενικής εθνικότητας.[8] Ο αριθμός αυτός πλησίαζε τις 150.000 άνδρες για το σύνολο των Αρμενίων (συμπεριλαμβανομένων και των άλλων συμμαχικών δυνάμεων) για την Εγγύς Ανατολή, ενάντια στις οθωμανικές δυνάμεις.[9]

Αρμενία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το καλοκαίρι του 1914, οι Αρμενικές εθελοντικές μονάδες των περιοχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν συσταθεί υπό τις εντολές των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς όλοι οι υπόλοιποι Αρμένιοι κληρωτοί των ρωσικών περιοχών εστάλησαν στο Ευρωπαϊκό Μέτωπο. Οι Αρμενικές εθελοντικές μονάδες αποτελούνταν από Αρμένιους στο τμήμα της κατεχόμενης υπό των Οθωμανών Αρμενίας, ή από όσους από τις άλλες περιοχές δεν ήταν υποχρεωμένοι να υπηρετήσουν στρατιωτική θητεία. Αρχικά, είχαν συνταχθεί ως αυτόνομες κυρίως μονάδες (παρά ως μέρος της Ρωσικής Στρατιωτικής Διοίκησης του Καυκάσου), υπό τις εντολές της Αντιβασιλείας του Καυκάσου. Αυτές οι δυνάμεις διοικούνταν από τον Αντρανίκ Οζανιάν. Άλλοι ηγέτες των εθελοντικών ομάδων ήταν οι Ντρασταμάτ Καναγιάν, Χαμαζάσπ Σρβαντιγιάν, Αρσάκ Γκαφαβιάν και Σαργκίς Μεχραβιάν. Ένας Οθωμανός εκπρόσωπος ο Αρμέν Γκάρο (ή Καρεκίν Μπαστερμαντζιάν) επίσης ενώθηκε σε αυτές τις μονάδες. Αρχικά είχαν 20.000 άνδρες, αλλά καθώς αυξάνονταν οι συγκρούσεις, αναφέρθηκε ότι ο αριθμός τους αυξανόταν. Στην αλλαγή του έτους 1916, ο Νικολάι Γιουντένιτς αποφάσισε είτε να συγχωνευθούν αυτές τις μονάδες υπό την Ρωσική Στρατιά Καυκάσου, ή να διαλυθούν. Το Αρμενικό εθνικό απελευθερωτικό κίνημα διοικούσε τους Αρμένιους φενταγί κατά τη διάρκεια αυτών των συγκρούσεων. Αυτές οι πολιτικές δυνάμεις γενικά οργανώνονταν γύρω από διάσημους ηγέτες, όπως ο Μουράτ της Σεβαστείας (Sebastatsi Murad, αρμενικά: Սեբաստացի Մուրատ). Αυτοί γενικά αναφέρονταν, ως Αρμένιοι αντάρτες φενταγί. Ο Βόγγος Νουμπάρ, ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης των Αρμενίων, δήλωσε στην Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, το 1919, ότι οι αντάρτες φενταγί θα συνοδεύουν τις κύριες μονάδες των Αρμενίων. Η ρωσική αμυντική γραμμή από το Βαν προς το Ερτζινκάν οργανώθηκε μέσω αυτών των μονάδων.

Τον Δεκέμβριο του 1917 η Ντασνάκς του Αρμενικού εθνικού απελευθερωτικού κινήματος με απόφαση του Κογκρέσου των Αρμενίων της Ανατολής (Armenian National Congress, 1917) δημιούργησε στρατιωτική δύναμη. Τα τμήματα του στρατού αυτού έθεσαν εαυτόν υπό τη διοίκηση του στρατηγού Τόφμας Ναζαρμπεκιάν. Ο Ντρασταμάτ Καναγιάν, ανέλαβε επίσης καθήκοντα ως πολιτικός επίτροπος. Η πρώτη γραμμή του μετώπου είχε τρεις μεραρχίες με επικεφαλής τους: Μόφσες Σιλικιάν, Αντρανίκ Οζανιάν και Μιχαήλ Αρεσιάν. Μια άλλη τακτική μονάδα ήταν υπό το συνταγματάρχη Κοργκανιάν (Korganian).Η γραμμή από το Βαν προς το Ερτζινκάν οργανώθηκε μέσω αυτών των μονάδων. Αναφέρθηκε ότι η δύναμη αυτή ήταν της τάξης των 150.000 ανδρών.[10] Μετά την ανακήρυξη της Πρώτης Δημοκρατίας της Αρμενίας ο Τόφμας Ναζαρμπεκιάν έγινε ο πρώτος αρχιστράτηγος ολόκληρου του αρμενικού κράτους.

Άλλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λάιονελ Ντάνστερβιλ ορίστηκε το 1917, ως επικεφαλής, για να οδηγήσει μια συμμαχική στρατιωτική δύναμη με περίπου 1.000 Αυστραλούς, Βρετανούς, Καναδούς και Νεοζηλανδούς, συνοδευόμενη από τεθωρακισμένα οχήματα.

Φωτοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1914[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Νοεμβρίου 1914, με την Επίθεση του Μπέργκμαν, οι Ρώσοι πέρασαν πρώτοι τα σύνορα. Σχεδίαζαν να καταλάβουν το Ντογιουμπεηαζίτ και το Κιοπρούκιοϊ.[4] Η επίσημη ρωσική κήρυξη πολέμου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήρθε στις 2 Νοεμβρίου 1914. Η δύναμη η οποία διατέθηκε για την επίτευξη του στόχου αυτού ήταν 25 τάγματα πεζικού, 37 μονάδες ιππικού και 120 πυροβόλα όπλα (όπλα πυροβολικού). Αναπτύχθηκε σε δύο πτέρυγες. Στη δεξιά πτέρυγα, το Α’ Ρωσικό Σώμα (Ι Ρωσικό Σώμα ή 1ο Ρωσικό Σώμα) διέσχισε τα σύνορα και μετακινήθηκε από το Σαρίκαμις προς την κατεύθυνση του Κιοπρούκιοϊ,[11][12] όπου και έφτασε στις 4 Νοεμβρίου. Από την αριστερή πλευρά, το Δ’ Ρωσικό Σώμα (IV Ρωσικό Σώμα ή 4ο Ρωσικό Σώμα) μεταφέρθηκε από το Γερεβάν προς τις πεδιάδες του Πασινλέρ (Pasinler Plains). Ο διοικητής της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς, ο Χασάν Ιζέτ Πασάς (Hasan Izzet Pasha) ήταν κατά μιας επιθετικής ενέργειας μέσα στις σκληρές συνθήκες του χειμώνα. Το σχέδιο του ήταν να παραμείνει σε άμυνα και να ξεκινήσει μια αντεπίθεση σε σωστότερο χρόνο. Παρακάμφθηκε, όμως, από τον Υπουργό Πολέμου Ενβέρ Πασά. Έτσι στις 7 Νοεμβρίου, η 3η Οθωμανική Στρατιά άρχισε την επίθεσή της, με τη συμμετοχή του ΙΑ’ Οθωμανικού Σώματος (XI Οθωμανικό Σώμα ή 11ο Οθωμανικό Σώμα) και μονάδες ιππικού. Η οθωμανική δύναμη αυτή υποστηριζόταν από ένα κουρδικό σύνταγμα. Το οθωμανικό ιππικό απέτυχε να εκτελέσει την κύκλωση των ρωσικών δυνάμεων ενώ και το κουρδικό σύνταγμα αποδείχθηκε αναξιόπιστο. Οι Ρώσοι κέρδισαν έδαφος μετά την απόσυρση των 18ης και 30ης Οθωμανικών Μεραρχιών. Παρόλα αυτά οι οθωμανικές δυνάμεις κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους στο Κιοπρούκιοϊ. Έως τις 12 Νοεμβρίου, το Θ’ Οθωμανικό Σώμα ( IX Οθωμανικό Σώμα ή 9ο Οθωμανικό Σώμα) με επικεφαλής τον Αχμέτ Φεβζί Πασά (Ahmet Fevzi Big Pasha) θα ενισχύσει το ΙΑ’ Οθωμανικό Σώμα (XI Οθωμανικό Σώμα ή 11ο Οθωμανικό Σώμα) στην αριστερή πλευρά του. Η 3η Οθωμανική Στρατιά άρχισε να απωθεί τους Ρώσους προς τα πίσω με την υποστήριξη του ιππικού. Το 3ο Σύνταγμα Πεζικού κατάφερε να εισβάλει στο Κιοπρούκιοϊ μετά την Επίθεση των Αζάπ (Azap Offensive, Αζάπ, Azap, ή Asappes ή Asappi) μεταξύ 17-20 Νοεμβρίου. Μέχρι το τέλος του Νοεμβρίου, το μέτωπο είχε σταθεροποιηθεί με τους Ρώσους να παραμένουν προσκολλημένοι σε έναν εξέχοντα άξονα κατά μήκους 25 χιλιομέτρων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταξύ του Ερζερούμ και του Σαρίκαμις. Η ρωσική επιτυχία οφειλόταν και στο επώμισμα της επίθεσης, προς τα νότια, στους Αρμένιους εθελοντές που υπήρξαν αποτελεσματικοί και κατέλαβαν το Καρακιοσέ ή Άγκρι (Karaköse ή Ağrı) και Ντογιουμπεηαζίτ,[13] το οποίο γειτνίαζε στα βόρεια με την επαρχία του Βαν. Οι οθωμανικές απώλειες ήταν μεγάλες: 9.000 άνδρες σκοτώθηκαν, 3.000 αιχμαλωτίσθηκαν ενώ υπήρξαν και 2.800 λιποτάκτες.

Κατά τη διάρκεια του Δεκεμβρίου ο τσάρος Νικόλαος Β΄ της Ρωσίας επισκέφθηκε διάφορες περιοχές στο μέτωπο της Εκστρατείας του Καυκάσου. Ο καθηγούμενος της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, μαζί με τον πρόεδρο του Αρμενικού Εθνικού Συμβουλίου της Τυφλίδας, Αλεξάντερ Χατισιάν (Alexander Khatisian) τον υποδέχτηκαν:

«Από όλες τις χώρες οι Αρμένιοι έχουν σπεύσει να εισέλθουν στις τάξεις του ένδοξου ρωσικού στρατού και με το αίμα τους να υπηρετήσουν τη νίκη του ρωσικού στρατού ... Ας αφεθεί η ρωσική σημαία να κυματίσει ελεύθερα πάνω από τα Δαρδανέλια και το Βόσπορο, ας αφεθεί η θέληση των λαών που υπομένουν κάτω από τον τουρκικό ζυγό να λάβουν την ελευθερία. Ας αφεθεί ο αρμενικός λαός της Τουρκίας που έχει υποστεί για την πίστη του Χριστού να λάβει ανάσταση για μια νέα ελεύθερη ζωή ...[14]

Στις 15 Δεκεμβρίου, 1914 πριν την Μάχη του Αρνταχάν, η πόλη κατελήφθη. Ήταν μια επιχείρηση που είχε επικεφαλής τον Γερμανό, τότε αντισυνταγματάρχη, Άύγουστο Στανγκ Μπέη (Major August Stange Bey). Η αποστολή του αποσπάσματος του Στανγκ Μπέη ήταν να διεξαγάγει ιδιαίτερα ορατές επιχειρήσεις για να αποσπά την προσοχή από τις ρωσικές μονάδες και να τις “κεντρίζει”. Η αρχική του πρόθεση ήταν να επιχειρεί στην περιοχή του Κορόκ (Chorok ή Tchorokh, Çoruh River, ποταμός Άκαμψις). Η μονάδα του ουσιαστικά επικουρείτο από τους εξεγερμένους Αζάρους (Adjars ή Adjarians) της περιοχής (σήμερα η Αζαρία της Γεωργίας, οι οποίοι κατέλαβαν το δρόμο. Αργότερα ο Ενβέρ Πασάς τροποποίησε το αρχικό σχέδιο προς υποστήριξη της Μάχης του Σαρίκαμις,[15] διατάσοντας να αποκοπεί η ρωσική γραμμή τροφοδοσίας και υποστήριξης στο μέτωπο Σαρίκαμις - Καρς. Την 1η Ιανουαρίου, η μονάδα του Στανγκ Μπέη βρισκόταν στο Αρνταχάν.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1914, κατά τη Μάχη του Σαρίκαμις, η 3η Οθωμανική Στρατιά έλαβε εντολή να προχωρήσει προς το Καρς. Κατά αντίκρυ της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς ο κυβερνήτης Ιλλαρίων Ιβάνοβιτς Βοροντσόφ-Ντασχκόφ σχεδίαζε να τραβήξει πίσω στο Καρς την Ρωσική Στρατιά Καυκάσου, αλλά ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς αγνόησε τις επιθυμίες του. Έμεινε για να υπερασπιστεί το Σαρίκαμις. Ο Ενβέρ Πασάς ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς και την διέταξε σε μάχη εναντίον των ρωσικών στρατευμάτων.

1915[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 6 Ιανουαρίου 1915, το στρατηγείο με τα κεντρικά γραφεία της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς καταστράφηκε από πυρκαγιά. Ο διοικητής της Χαφίζ Χακκί Πασάς (αγγλικά: Hafiz Hakki Pasha, τουρκικά: Hafız Hakkı Paşa, 1878-1915) διέταξε υποχώρηση. Στις 7 Ιανουαρίου 1915, οι απομείνασες δυνάμεις άρχισαν την πορεία τους προς το Ερζερούμ. Αυτό που είχε προκύψει για τον οθωμανικό στρατό μετά την Μάχη του Σαρίκαμις ήταν μια εντυπωσιακή ήττα: Μόνο το 10% του στρατού κατάφερε να υποχωρήσει πίσω στην αρχική του θέση. Μετά από αυτό, ο Ενβέρ Πασάς εγκατέλειψε τη διοίκηση. Οι Αρμενικές εθελοντικές μονάδες ήταν σίγουρα βασικός παράγοντας στην ήττα τους, δεδομένου ότι εξανάγκασαν σε επιπλέον επιχειρήσεις τον οθωμανικό στρατό κατά τη διάρκεια κρίσιμων στιγμών,[16] γεγονός που οδήγησε τους τρεις πασάδες, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο Ενβέρ Πασάς, στην απόφασή τους για τη διεξαγωγή της Γενοκτονίας των Αρμενίων μόνο λίγους μήνες αργότερα.[17] Ο Ενβέρ Πασάς κατηγόρησε για αυτή την ήττα, μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, τους Αρμένιους κατοίκους, που ζούσαν στην περιοχή αυτή, ότι πλαισίωσαν και υποστήριξαν ενεργά τους Ρώσους.[18]

Στις 18 Ιανουαρίου 1915, η μονάδα του Γερμανού, αντισυνταγματάρχη, Άύγουστου Στανγκ Μπέη ανακλήθηκε από την περιοχή του Αρνταχάν, για να παραμείνει στα μετόπισθεν. Μόνο την 1η Μαρτίου του 1915 θα ανακτήσει την αρχική της θέση.

Το Φεβρουάριο, ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς εγκωμιάστηκε για τη νίκη και προήχθη σε αρχιστράτηγο του συνόλου των ρωσικών στρατευμάτων στην περιοχή του Καυκάσου. Οι Σύμμαχοι (Βρετανοί και Γάλλοι), ζήτησαν από την Ρωσία να βοηθήσει στο δυτικό μέτωπο. Σε αντάλλαγμα, η Ρωσία ζήτησε από τους Συμμάχους να βοηθήσουν στην περιοχή του Καυκάσου με ναυτική επίθεση. Οι ναυτικές επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα (Ναυμαχίες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) έδωσαν στους Ρώσους τη σχετική ανάπαυλα για την ανασύσταση των δυνάμεων τους. Επιπλέον, οι δράσεις κατά την Εκστρατεία της Καλλίπολης (από τις 25 Απριλίου του 1915 μέχρι τις 9 Ιανουαρίου του 1916), που αποσκοπούσαν στην κατάληψη της οθωμανικής πρωτεύουσας βοήθησαν επιπλέον τις ρωσικές δυνάμεις σε αυτό το μέτωπο.[4] Στις 12 Φεβρουαρίου, ο Χαφίζ Χακκί Πασάς, διοικητής της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς, πέθανε από τύφο και αντικαταστάθηκε από τον ταξίαρχο Μαχμούτ Κιαμίλ Πασά (Mahmud Kâmil Pasha, 1880-1922). Ο Μαχμούτ Κιαμίλ βρέθηκε αντιμέτωπος με το δύσκολο έργο της επαναφοράς, σε τάξη, του οθωμανικού στρατού, καθώς οι υπεύθυνοι των στρατιωτικών σχεδιασμών στην Κωνσταντινούπολη είχαν φοβηθεί από την ρωσική προώθηση βαθύτερα στην ενδοχώρα.

Κατά τη διάρκεια του Μαρτίου, η στρατηγική κατάσταση παρέμεινε σταθερή. Η εντελώς κατεστραμμένη 3η Οθωμανική Στρατιά έλαβε ενισχύσεις από την 1η Οθωμανική Στρατιά και την 2η Οθωμανική Στρατιά, αν και αυτά τα συμπληρώματα δεν ήταν ισχυρότερα από ό,τι μια μεραρχία. Η Εκστρατεία της Καλλίπολης και οι μάχες εκεί, είχαν αποστραγγίσει κάθε διαθέσιμη πηγή των Οθωμανών. Εν τω μεταξύ, οι Ρώσοι είχαν υπό την κατοχή τους τις πόλεις Ελεσκίρτ (Eleşkirt), Άγκρι και Ντογιουμπεηαζίτ στα νότια. Η στρατιωτική δράση δεν κλιμακώθηκε πέρα από μικρής κλίμακας αψιμαχίες, καθώς οι Οθωμανοί δεν είχαν πλέον αρκετές δυνάμεις για να εξασφαλίσουν το σύνολο της περιοχής της ανατολικής Ανατολίας.

Πολιορκία του Βαν, αρμενικά στρατεύματα σε γραμμή άμυνας κατά των οθωμανικών δυνάμεων στην πολιορκούμενη πόλη Βαν, Μάιος 1915.

Στις 20 Απριλίου 1915, άρχισε η αντίσταση στην πόλη Βαν. Οι Αρμένιοι υπερασπιστές προστάτευαν 30.000 κατοίκους και 15.000 πρόσφυγες με 1.500 περίπου αρτιμελείς τουφεκιοφόρους, οι οποίοι ήταν εφοδιασμένοι μόνο με 300 τουφέκια και 1.000 πιστόλια και διάφορα άλλα, παλαιών τύπων, όπλα. Η σύγκρουση διήρκεσε περισσότερο από τρεις εβδομάδες έως ότου ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς κατέφθασε προς σωτηρία. Ο Νικολάι Γιουντένιτς ξεκίνησε επίθεση, στις 6 Μαΐου 1915 στην οθωμανική περιοχή. Μια πτέρυγα του στρατού του κατευθύνθηκε προς τη Λίμνη Βαν προς βοήθεια των Αρμενίων αντιστασιακών του Βαν. Μια ταξιαρχία Κοζάκων της Βαϊκάλης (Trans-Baikal ή Baikal Cossacks), υπό τον στρατηγό Τρούκχιν (General Trukhin,) και μερικές μονάδες από Αρμένιους εθελοντές κατευθύνθηκαν προς το Βαν.[3] Στις 21 Μαΐου 1915 ο Νικολάι Γιουντένιτς έφτασε στην πόλη, και παρέλαβε τα «κλειδιά» της και επικύρωσε τη λειτουργία της αρμενικής προσωρινής κυβέρνησης, με κυβερνήτη τον Αράμ Μανουκιάν (αγγλικά: Aram Manukian, αρμενικά: Արամ Մանուկեան, 1879–1919). Οι Αρμένιοι φενταγί ανέλαβαν την ασφάλεια της πόλης και οι μάχες μετατοπίστηκαν, το καλοκαίρι, προς τα δυτικά.[3]

Το 1915, μετά την Πολιορκία του Βαν, 250.000 Αρμένιοι πρόσφυγες κατέφυγαν στην περιοχή του Καυκάσου, καλυπτόμενες πίσω από τις ρωσικές δυνάμεις[19]

Ήδη από τις 24 Απριλίου 1915, ο Οθωμανός υπουργός Εσωτερικών Μεχμέτ Ταλαάτ Πασάς πέρασε την Εγκύκλιο της 24ης Απριλίου 1915[20] (γνωστή στους Αρμένιους ως Κόκκινη Κυριακή, Red Sunday ή Deportation of Armenian intellectuals on 24 April 1915), με την οποία άρχισαν οι συλλήψεις και οι διωγμοί, καθώς υποστήριξε ότι οι Αρμένιοι στην περιοχή αυτή καθοδηγούμενοι υπό την ηγεσία των Ρώσων επαναστάτησαν εναντίον της κυβέρνησής του, όπως είχαν δείξει στο Βαν οι Αρμένιοι εθνιστές. Οι Αρμένιοι της Αντίστασης του Βαν και άλλοι Αρμένιοι, που ήταν σε περιοχές υπό ρωσική κατοχή, γλίτωσαν από αυτές τις συλλήψεις, αφού είχαν ήδη επαναστατήσει.

Στις 6 Μαΐου 1915, η ρωσική προέλαση άρχισε μέσω της κοιλάδας Τορτούμ (Tortum) προς το Ερζερούμ. Η 29η οθωμανική μεραρχία και 30η οθωμανική μεραρχία κατάφεραν να σταματήσουν αυτήν την επίθεση. Το Ι’ Οθωμανικό Σώμα (X Οθωμανικό Σώμα ή 10ο Οθωμανικό Σώμα) αντεπιτέθηκε στις ρωσικές δυνάμεις. Αλλά στο νότιο τμήμα της ρωσικής προέλασης αυτής, οι οθωμανικές δυνάμεις δεν ήταν τόσο επιτυχείς, όσο ήταν στο βόρειο. Στις 11 Μαΐου 1915 η πόλη του Μαλαζγκίρτ είχε πέσει. Στις 17 Μαΐου 1915, όπως προαναφέρθει, οι ρωσικές δυνάμεις εισήλθαν στην πόλη του Βαν. Οι Οθωμανικές δυνάμεις συνέχισαν να απωθούνται προς τα πίσω, οι γραμμές παροχής - ανεφοδιασμού είχαν αποκοπεί, οι εξεγέρσεις των Αρμενίων προκαλούσαν πρόσθετα εμπόδια πίσω από τις οθωμανικές γραμμές. Η νότια περιοχή της λίμνης του Βαν ήταν επίσης εξαιρετικά ευάλωτη. Οι Τούρκοι έπρεπε να υπερασπιστούν μια αμυντική γραμμή πάνω από 600 χιλιόμετρα με μόνο 50.000 άνδρες και 130 όπλα πυροβολικού. Οι δυνάμεις τους ήταν σαφώς λιγότερες από τους Ρώσους. Η περιοχή ήταν ορεινή, και ήταν επιπλέον δύσκολη η υπεράσπισή της.

Ο Ραφαέλ δε Νογκάλες Μέντεζ (Rafael de Nogales Mendez) ήταν αξιωματικός, από τη Βενεζουέλα, ο οποίος υπηρέτησε στον οθωμανικό στρατό και συμμετείχε στην πολιορκία του Βαν. Μετά τον πόλεμο, έγραψε για την μάχη και τα επακόλουθά της.

Στις 27 Μαΐου 1915, κατά τη διάρκεια της ρωσικής επίθεσης, ο Οθωμανός υπουργός Εσωτερικών Μεχμέτ Ταλαάτ Πασάς διέταξε σύμφωνα με το «Νόμο Τεχίρ» (Tehcir Law, που προέβλεπε "deportation" ή "forced displacement") την απέλαση ή αναγκαστική εκτόπιση όλων των Αρμενίων έξω από την περιοχή προς τη Συρία και τη Μοσούλη.

Μέχρι τις 13 Ιουνίου 1915, οι ρωσικές μονάδες ήταν και πάλι πίσω στην γραμμή εκκίνησης τους. Στις 19 Ιουνίου, οι Ρώσοι ξεκίνησαν μια νέα επίθεση. Αυτή τη φορά στα βορειοδυτικά της λίμνης του Βαν, υπό τον Ογκανόφσκι (Oganovski), ξεκίνησαν τη μάχη στους λόφους δυτικά του Μαλαζγκίρτ, αλλά έχοντας υποτιμήσει το μέγεθος του οθωμανικού βραχίονα, εξεπλάγησαν από τη μεγάλη τουρκική δύναμη αντεπίθεσης στη Μάχη του Μαλαζγκίρτ. Οι ρωσικές δυνάμεις άρχισαν να παρελαύνουν από το Μαλαζγκίρτ προς το Μους (Muş). Ωστόσο, δεν γνώριζαν το γεγονός ότι το Θ’ Οθωμανικό Σώμα (ΙΧ Οθωμανικό Σώμα ή 9ο Οθωμανικό Σώμα) μαζί με τις 17η οθωμανική μεραρχία και την 28η οθωμανική μεραρχία κινούνταν προς το Μους επίσης. Παρόλο που οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δύσκολες, οι Τούρκοι είχαν πραγματοποιήσει μια πολύ αποτελεσματική αναδιοργάνωση. Η 1η Εκστρατευτική Δύναμη και η 5η Εκστρατευτική Δύναμη (Expeditionary Forces) είχαν τοποθετηθεί στα νότια της ρωσικής επιθετικής δύναμης και η “Ομάδα δεξιάς πτέρυγας” είχε συνταχθεί υπό την εντολή του ταξίαρχου Αμπντουλκερίμ Πασά (Abdülkerim Paşa). Η ομάδα αυτή ήταν ανεξάρτητη από την 3η Οθωμανική Στρατιά και ο Αμπντουλκερίμ Πασάς έδινε άμεσα αναφορά στον Ενβέρ Πασά (Enver Paşa). Οι Τούρκοι ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις ρωσικές επιθέσεις.

Στις 24 Σεπτεμβρίου, ο Μέγας δούκας Νικόλαος Νικολάγιεβιτς προήχθη ως υπεύθυνος για όλες τις ρωσικές δυνάμεις στην περιοχή του Καυκάσου. Στην πραγματικότητα, απομακρύνθηκε με αυτόν τον τρόπο, από το να είναι ο ανώτατος διοικητής της Ρωσικής Στρατιάς Καυκάσου, θέση που ήταν η ανώτατη εκτελεστική. Ο αντικαταστάτης του ήταν ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς. Καθώς το μέτωπο ήταν ήσυχο από τον Οκτώβριο μέχρι το τέλος του έτους ο Νικολάι Γιουντένιτς χρησιμοποίησε αυτή την περίοδο για την αναδιοργάνωση του στρατού του. Γύρω στις αρχές του 1916, οι ρωσικές δυνάμεις είχαν φτάσει σε ένα επίπεδο στρατεύματος με 200.000 άνδρες και 380 όπλα πυροβολικού. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική: Η ανώτατη οθωμανική στρατιωτική διοίκηση απέτυχε να καλύψει τις απώλειες κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο πόλεμος στην Καλλίπολη είχε αναλώσει όλα τα πολεμοφόδια αλλά και τη δύναμη ανδρών. Το Θ’ Οθωμανικό Σώμα (ΙΧ Οθωμανικό Σώμα ή 9ο Οθωμανικό Σώμα), το Ι’ Οθωμανικό Σώμα (Χ Οθωμανικό Σώμα ή 10ο Οθωμανικό Σώμα) και το ΙΑ’ Οθωμανικό Σώμα (ΧΙ Οθωμανικό Σώμα ή 11ο Οθωμανικό Σώμα) δεν μπορούσαν να ενισχυθούν άλλο εκτός από την 1η Εκστρατευτική Δύναμη και την 5η Εκστρατευτική Δύναμη, που αναπτύχθηκαν στη Μεσοποταμία. Ο Ενβέρ Πασάς, μετά την μη επίτευξη των φιλοδοξιών του ή αναγνωρίζοντας τη δεινή κατάσταση σε άλλα μέτωπα, αποφάσισε ότι η περιοχή ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Τον Ιανουάριο του 1916 οι οθωμανικές δυνάμεις αποτελούνταν από 126.000 άνδρες, εκ των οποίων μόνο 50.539 ήταν μάχιμοι. Υπήρχαν 74.057 τουφέκια, 77 πολυβόλα και 180 όπλα πυροβολικού. Η οθωμανική δύναμη κατά τη διάρκεια της Εκστρατείας του Καυκάσου ήταν μεν μεγάλη στα χαρτιά, αλλά όχι και στο έδαφος. Οι Οθωμανοί υπέθεταν ότι οι Ρώσοι δεν θα μπουν στον κόπο για επίθεση. Αυτή η υπόθεση, όμως, αποδείχθηκε ότι ήταν ψευδής.

1916[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές Ιανουαρίου του 1916, ο Νικολάι Γιουντένιτς μυστικά άφησε το χειμερινό του διοικητήριο και βάδισε προς το μεγάλο οθωμανικό φρούριο στο Ερζερούμ. Ο χειμώνας, συνήθως, δεν είναι καλή επιλογή για στρατιωτικές δραστηριότητες σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Το τσουχτερό κρύο και οι άθλιοι δρόμοι είχαν συμβάλει σημαντικά στη διάλυση της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς του Ενβέρ Πασά, μόλις την προηγούμενη χρονιά. Πάντως, ο Ρώσος στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς είδε την κίνηση αυτή, ως ευκαιρία για να πιάσει απροετοίμαστους τους Οθωμανούς: Οι Ρώσοι αιφνιδίασαν και κατέστρεψαν μια οθωμανική Μεραρχία, η οποία ξεχειμώνιαζε στο Κιοπρούκιοϊ, στις 10 με 19 Ιανουαρίου 1916, στην Μάχη του Κιοπρούκιοϊ.

Στις 16 Φεβρουαρίου 1916, ο Μαχμούτ Κιαμίλ Πασάς αναγκάστηκε να διατάξει την 3η Οθωμανική Στρατιά να υποχωρήσει από την πόλη, καθώς ο Γιουντένιτς πλεονεκτούσε αριθμητικά έναντι των Οθωμανών. Η διαφορά δεν ήταν βέβαια αρκετά μεγάλη, για να είναι καθοριστική, ωστόσο το σχέδιο του Γιουντένιτς ήταν οι δυνάμεις του να επιτεθούν στο κέντρο της οθωμανικής άμυνας, με "κλειδί" την επίθεση σε ασθενή τομέα της. Διάφορες επιθέσεις αντιπερισπασμού τράβηξαν την προσοχή του Μαχμούτ Κιαμίλ κοντά στην κορυφογραμμή Ντεβί-Μπουγιούν (Deve-Boyun), ενώ οι βασικές ρωσικές δυνάμεις ξεσπούσαν στα φρούρια Καρά-γκιομπίκ (Kara-gobek) και Ταφίτ (Tafet).[21] Το αποτέλεσμα ήταν η διείσδυση και στις δυο άμυνες των πόλεων.

Η αντίσταση του Μουράτ της Σεβαστείας και των συντρόφων του εμφανίστηκε στο Σίβας από το 1915. Αργότερα θα οδηγήσει τους εθελοντές του στη Μάχη του Ερτζικάν το 1916, ενώ ο ίδιος πέθανε στη Μάχη του Μπακού το 1918.[17]

Τον Απρίλιο, η Ρωσική Στρατιά Καυκάσου κινήθηκε προς δύο κατευθύνσεις: Από το Ερζερούμ, ένα τμήμα της πήγε βόρεια και κατέλαβε την αρχαία πόλη-λιμάνι της Τραπεζούντας. ένα άλλο τμήμα κινήθηκε προς την κατεύθυνση μεταξύ Μους - Μπιτλίς. Οι μονάδες αυτές έσπρωξαν την 2η Οθωμανική Στρατιά βαθύτερα στην Ανατολία και κατέλαβαν μετά την Μάχη του Μους και την Μάχη του Μπιτλίς (2 Μαρτίου ως 24 Αυγούστου 1916), τις πόλεις αυτές. Το Μπιτλίς ήταν το τελευταίο σημείο άμυνας για τον οθωμανικό στρατό προκειμένου να αποτρέψει τους Ρώσους από μια ώθηση προς την κεντρική Ανατολία και τη Μεσοποταμία.

Κατά τον Ιούλιο, ο στρατηγός Γιουντένιτς αποφάσισε να αντιμετωπιστεί η οθωμανική αντεπίθεση με δική του επίθεση προς το Ερτζικάν με την Μάχη του Ερτζικάν (2 ως 25 Ιουλίου 1916). Στις 2 Ιουλίου, το Ερτζικάν κατελήφθη, ενώ η οθωμανική αντεπίθεση κατά της Τραπεζούντας σταμάτησε, καθώς οι Τούρκοι προσπαθούσαν να σταθεροποιήσουν τις πρώτες γραμμές τους. Η πόλη ήταν το τελευταίο προπύργιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την αποτροπή των Ρώσων.

Ο Αντρανίκ Οζανιάν στο Μπιτλίς.

Μετά την ήττα του, ο οθωμανικός στρατός παρέδωσε, από τον Αύγουστο του 1916, στον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ την οργάνωση άμυνας στη περιοχή,. Η περιοχή ελέγχεται πλέον από τη 2η Οθωμανική Στρατιά. Όταν ο Μουσταφά Κεμάλ ανέλαβε, οι δυνάμεις του εχθρού του ήταν σε πλεονεκτικότερη θέση. Οι μάχες γύρω από την ανατολική πλευρά της λίμνης Βαν συνεχίστηκαν σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, αλλά το αποτέλεσμα ήταν αμφίρροπο. Στις προηγούμενες περιόδους της εκστρατείας, το ΙΣΤ’ Οθωμανικό Σώμα (XVI Οθωμανικό Σώμα ή 16ο Οθωμανικό Σώμα) είχε κατεφέρει να πάρει το Μπιτλίς και το Μους. Ο Αχμέτ Ιζέτ Πασάς αποφάσισε να επιτεθεί συγκεντρώνοντας και αποστέλλοντας στρατιωτική δύναμη, η οποία βάδισε κατά μήκος της ακτής. Η 2η Οθωμανική Στρατιά προχώρησε στις 2 Αυγούστου 1916 και ενώ ο στρατηγός Γιουντένιτς ήταν στα βόρεια απωθώντας την 3η Οθωμανική Στρατιά η 2η Οθωμανική Στρατιά κινήθηκε στα νότια αντιμετωπίζοντας την αρμενική εξέγερση και το δεύτερο τμήμα του ρωσικού στρατού, υπό τον στρατηγό Τόφμας Ναζαρμπεκιάν μαζί με τμήματα των Αρμενικών εθελοντικών μονάδων, υπό τον Αντρανίκ Οζανιάν. Μετά από μάχες, μεταξύ 1-9 Αυγούστου του 1916, ο οθωμανικός στρατός είχε αποδεκατιστεί, ολόκληρη η περιοχή πέρασε στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τους Αρμένιους εθελοντές και τοιουτοτρόπως αποτράπηκε μια επίθεση στο Βαν.

Μέχρι τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1916, η οθωμανική επίθεση σταμάτησε. Το κόστος για την 2η Οθωμανική Στρατιά ήταν 30.000 νεκροί και τραυματίες. Οι Ρώσοι είχαν ενισχύσει τις γραμμές τους και ήταν αρκετά ισχυροί, ώστε να αντεπιτεθούν μόλις σε δυο εβδομάδες μετά την έναρξη της οθωμανικής επίθεσης.

Από το Σεπτέμβριο του 1916 και ενώ η Ρωσία άρχισε να οδεύει προς την Ρωσική Επανάσταση, το Ρωσικό Ναυτικό εξακολουθούσε να κυριαρχεί στη Μαύρη Θάλασσα.

Το υπόλοιπο διάστημα της χρονιάς αυτής δαπανήθηκε από τους Τούρκους σε οργανωτικές και λειτουργικές αλλαγές στο μέτωπο του Καυκάσου. Ήταν μεγάλη η τύχη για τους Οθωμανούς στρατιωτικούς διοικητές, καθώς οι Ρώσοι ήταν αρκετά ήσυχοι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Ο βαρύς χειμώνας του 1916-1917 ήταν επίσης εξαιρετικά σκληρός και έκανε σχεδόν ανέφικτη την όποια πολεμική δραστηριότητα.

1917[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η στρατιωτική κατάσταση δεν άλλαξε κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 1917. Τα ρωσικά σχέδια για νέα επίθεση έμειναν αστήρικτα. Εν τω μεταξύ, η Ρωσία βρισκόταν σε πολιτική και κοινωνική αναταραχή γεγονός που επηρέαζε και τις τάξεις του στρατού. Το χάος που προκλήθηκε από τη Ρωσική Επανάσταση θέτει τέρμα σε όλες τις ρωσικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν να αποσύρονται. Ούτε οι Ρώσοι στρατιώτες, ούτε οι Ρώσοι πολίτες ήθελαν να συνεχίσουν τον πόλεμο. Ο ρωσικός στρατός αργά-αργά αποσυντέθηκε. Ξεκινώντας από την άνοιξη του 1917, η κατάσταση ήταν εντελώς μειονεκτική, καθώς τύφος, σκορβούτο και άλλες παρόμοιες ασθένειες, προερχόμενες από την κακή υγιεινή και διατροφή, άρχισαν να παρουσιάζονται συχνά στη Ρωσική Στρατιά Καυκάσου.[22]

Μέχρι τη Ρωσική Επανάσταση του 1917, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν θα μπορούσε να φανταστεί κάποια άλλη στρατιωτική επιχείρηση στον Καύκασο. Μετά τη Μάχη του Σαρίκαμις, οι οθωμανικές μονάδες ήταν "σχεδόν πάντα" σε άθλια κατάσταση προσπαθώντας να κρατήσουν, τις πάνω αριστερά περιοχές στο χάρτη, ως κατεχόμενα οθωμανικά εδάφη. Οι οθωμανικές δυνάμεις επίσης δεν μπορούσαν να επωφεληθούν από αυτή την κατάσταση της Ρωσίας, κατά τη διάρκεια του 1917, καθώς οι μονάδες τους δεν ήταν πλέον σε καλή κατάσταση. Ο Ενβέρ Πασάς, μετέφερε πέντε Μεραρχίες εκτός αυτής της περιοχής, λόγω της πίεσης από τους Βρετανούς στην Παλαιστίνη και την Μεσοποταμία.

Την 1η Μαρτίου 1917, η "Πρώτη Οδηγία", η οποία δόθηκε από το "Σοβιέτ της Πετρούπολης των Αντιπροσώπων Εργατών και Στρατιωτών" περιλάμβανε παραγράφους που οραματίζονταν τον εκδημοκρατισμό του στρατού. Αυτή η γραπτή εντολή ζητούσε να ενεργοποιηθούν οι στρατιωτικές μονάδες για να εκλέξουν τους εκπροσώπους τους. Στις 9 Μαρτίου του 1917 συστάθηκε η Ειδική Επιτροπή της Υπερκαυκασίας (Special Transcaucasian Committee, 1917) με το μέλος της Κρατικής Δούμας Βασίλι Χαρλαμόφ (Vasily Akimovich Kharlamov, 1875–1957) ως πρόεδρο, για να αντικαταστήσει τον αυτοκρατορικό αντιβασιλέα, Μέγα δούκα Νικόλαος Νικολάγιεβιτς, από τη Ρωσική Προσωρινή Κυβέρνηση (Russian Provisional Government) ως το ανώτατο όργανο του σώματος της κοινωνίας των πολιτών στην Υπερκαυκασία. Η νέα κυβέρνηση επανατοποθέτησε τον στρατηγό Γιουντένιτς στη Κεντρική Ασία, αλλά σύντομα ο Γιουντένιτς μετά την ανάθεση αυτή, απολύθηκε από το στρατό.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η προσωρινή διοίκηση της κατεχόμενης Αρμενίας (Occupation of Turkish Armenia, 1915–1918) χρηματοδότησε διάσκεψη προκειμένου να εξετασθούν διάφορα μέτρα έκτακτης ανάγκης και εγκρίθηκαν σχέδια για να σχηματισθεί πολιτοφυλακή 20.000 ανδρών, υπό τον Αντρανίκ Οζανιάν, ως τον Δεκέμβριο του 1917. Ο πολιτικός επίτροπος (κομισάριος) Δρ Χακόμπ Ζαβρίεφ (Dr. Hakob Zavriev) προήγαγε τον Αντρανίκ σε υποστράτηγο. Η 1η Ταξιαρχία της Μεραρχίας του Αντρανίκ αποτελείτο από τα συντάγματα του Ερζινκάν (Erzincan ή Erzinjan) και του Ερζερούμ (Erzurum). Η 2η Ταξιαρχία αποτελείτο από τα συντάγματα του Κους (Hınıs ή Khnus) και Αλασκέρτ Alashkert (Eleşkirt ή Alashkert). Η 3η Ταξιαρχία αποτελείτο από τα συντάγματα του Βαν και το έφιππο από το Σουλεϊμανλί (Süleymanlı ή Zeytoun).

Αρμένισα μάνα, θρηνεί πάνω από τις σωρούς των πέντε παιδιών της.

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1917, ο ρωσικός στρατός στην περιοχή ήταν πλέον έτοιμος να διαλυθεί εντελώς, είχε χάσει τον έλεγχο και η τάση των κατοίκων για λεηλασίες είχε αυξηθεί. Προς το τέλος του φθινοπώρου, ο Γενικός Αρχηγός του Μετώπου του Καυκάσου Πρζχιβάλσκι (Przhevalskii) είχε ήδη παραγγείλει την ένταξη ανδρών από την Αρμενία και την Γεωργία εντός του στρατού για να επιβραδύνει την αποσύνθεση. Τα προβλήματα της αποστράτευσης της Ρωσικής Στρατιάς (σε όλα τα πολεμικά μέτωπα οι ρωσικές δυνάμεις παρουσίαζαν τα ίδια προβλήματα) επιταχύνουν το τέλος της ρωσικής κυβέρνησης και βοηθούν τους Μπολσεβίκους να ανέλθουν στην εξουσία πιο εύκολα. Τον Νοέμβριο του 1917 η πρώτη κυβέρνηση της ανεξάρτητης Υπερκαυκασίας ιδρύθηκε στην Τιφλίδα, καθώς το "Επιτροπάτο της Υπερκαυκασίας" (Transcaucasian Commissariat ή Transcaucasian Sejm ή Transcaucasian Democratic Federative Republic, 1918) αντικαθιστούσε την "Επιτροπή της Υπερκαυκασίας" (Transcaucasian Committee), μετά την κατάληψη της εξουσίας των Μπολσεβίκων στην Αγία Πετρούπολη.

Το "Επιτροπάτο της Υπερκαυκασίας", διοικούνταν από τον Γεωργιανό Μενσεβίκο, Νικολάι Τσχεΐτζε (Nikolay Chkheidze, 1864–1926). Αλλά το "Επιτροπάτο της Υπερκαυκασίας", δεν εμπόδισε την υποβάθμιση των δυνάμεων, στην περιοχή, σε ακόμα μικρότερες εθνικές δυνάμεις. Ενώ οι Αρμένιοι απέστειλαν εκπροσώπους στο "Επιτροπάτο της Υπερκαυκασίας", την ίδια στιγμή οι ηγέτες της Ανατολικής Αρμενίας στο Γερεβάν προσπάθησαν να συστήσουν Αρμενικό Σώμα Στρατού. Οι Αρμένιοι σχεδίαζαν να στηρίξουν την ύπαρξή τους βασιζόμενοι σε μια πολιτική στρατηγική υποστήριξης των Συμμάχων και της Ρωσίας και να θεσπίσουν τον εθνικό τους στρατό με την υποστήριξη της Ρωσίας.[23] Ο στρατηγός Τόφμας Ναζαρμπεκιάν επελέγη ως διοικητής. Η ηγεσία του Γερεβάν ανέθεσε την 1η Μεραρχία, υπό τον στρατηγό Χριστόφορ Αραράτοφ (Christophor Araratov, 1876–1937) με τα συντάγματα: 1ο του Ερζερούμ και Ερζινκάν, 2ο του Κους, 3ο του Γερεβάν και 4ο του Ερζινκάν και του Γερεβάν. Δόθηκε επίσης η διοίκηση της 2ης Μεραρχίας στο συνταγματάρχη Μόφσες Σιλικιάν (Movses Silikyan, 1862–1937) με τα συντάγματα: 5ο του Βαν, 6ο του Γερεβάν, 7ο και 8ο της Αλεξανδρούπολης της Αρμενίας (Alexandropol Armenia ή Gyumri).

Ο Αρχηγός του Επιτελείου του Αρμενικού Σώματος ήταν ο στρατηγός Βικίνσκι (Vickinski). Οι δυο αυτές Μεραρχίες, που είχαν από τέσσερα συντάγματα η καθεμία, είχαν επίσης ως υποστήριξη τρία ακόμη τακτικά συντάγματα και ένα σύνταγμα εφεδρείας. Η συνολική δύναμη ήταν 32.000 στρατολογημένοι άνδρες. Εκτός από αυτές τις τακτικές στρατιωτικές δομές υπήρχε και οπλισμένη πολιτοφυλακή που είχε συγκροτηθεί από τον άμαχο πληθυσμό, της τάξης των 40.000 με 50.000 πολιτών. Μόνο στην περιοχή του Μπακού ο ρωσικός στρατός είχε αφήσει 160 κανόνια, 180 πολυβόλα όπλα και περί τα 160 εκατομμύρια φυσίγγια σε Αρμένιους εθελοντές.[24]

Στις 23 Οκτωβρίου 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης η στρατιωτική κατάσταση στην "πρώτη γραμμή" είχε ως εξής: Η 3η Οθωμανική Στρατιά προστάτευε περί τα 190 χιλιόμετρα στην περιοχή από τα Όρη Μουνζούρ (Munzur Mountains) προς τη Μαύρη Θάλασσα με 66 τάγματα, 177 πολυβόλα όπλα και 157 κανόνια. Τα πολυβόλα, τα ζώα μεταφοράς, οι προμήθειες και ο ρουχισμός ήταν όλα σε προβληματική κατάσταση. Η Ρωσία είχε ενισχύσει το Ερζουρούμ και την Τραπεζούντα. Η Ρωσία είχε επίσης 9 πολεμικά αεροπλάνα, ενώ οι Οθωμανοί είχαν μόνο 3 αεροπλάνα αντίστοιχα. Η τοποθέτηση των ρωσικών δυνάμεων ήταν στη γραμμή, από τα δυτικά της Τραπεζούντας, κατά μήκος της διόδου Ερζινκάν - Κιμά (Erzincan-Kemah), περνώντας από νότια του Τουνσελί (Tunceli) και του ποταμού Μουράτ (Murat River) προς την Λίμνη Βαν και το Μπασκάλε (Başkale). Σε αυτή τη γραμμή, ο ρωσικός στρατός εναντίον της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς είχε 86.000 πολεμιστές και 146 κανόνια. Η κατάσταση ήταν έωλη.[25]

Στις 5 Δεκεμβρίου 1917, με την Ανακωχή του Ερζινκάν (Armistice of Erzincan) και τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, που υπεγράφη μεταξύ των Ρώσων και των Οθωμανών στο Ερζινκάν έληξαν οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[26]

Μεταξύ Δεκεμβρίου 1917 και έως τις 7 Φεβρουαρίου 1918, τα συντάγματα του Αρμενικού Σώματος αμέσως απομακρύνθηκαν. Οι Ρώσοι στρατιώτες άφησαν τον εξοπλισμό και τα όπλα τους στους Αρμένιους και μέχρι τα τέλη του 1917 δεν υπήρχε πλέον αποτελεσματική ρωσική στρατιωτική δύναμη στην περιοχή.

Στις αρχές του 1918, οι Σύμμαχοι και οι άλλες συμμαχικές δυνάμεις της περιοχής, οι Κοζάκοι στο νότο, οι Γεωργιανοί, οι Πόντιοι και οι Αρμένιοι ήταν πρόθυμοι να οικοδομήσουν μια γραμμή αντίστασης εναντίον των Οθωμανών. Σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτή ήταν η μόνη στρατηγική: Να συνεχίσουν να αγωνίζονται κατά των Οθωμανών.[27] Οι Αρμένιοι οι οποίοι διατήρησαν τη θέση τους στην περιοχή, μετά την αποχώρηση των Ρώσων στρατιωτών, από το Μέτωπο του Καυκάσου είχαν λάβει οικονομική υποστήριξη, με 1 εκατομμύριο ρούβλια, από τη Βρετανία.[28]

1918[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 1η Ιανουαρίου 1918, το ενωτικό Ιτιχάντ (Ittihad, Unionist), κινήθηκε για να κερδίσει τη φιλία των Μπολσεβίκων. Τώρα που ο ρωσικός στρατός είχε αποχωρήσει, τεράστιες εκτάσεις στα νότια εδάφη της Ρωσίας ήταν ουσιαστικά αφύλακτες. Μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου, οι μεραρχίες του Ναζαρμπεκιάν κατέλαβαν τα σημαντικότερα σημεία ελέγχου, από το Γερεβάν προς το Βαν και το Ερτζινκάν. Ο Βεχίπ Πασάς αντιμετώπιζε πλέον τις Αρμενικές εθνικές ένοπλες δυνάμεις.

Τον Φεβρουάριο του 1918 ο Τόφμας Ναζαρμπεκιάν ήταν ο διοικητής στο μέτωπο του Καυκάσου και ο Αντρανίκ Οζανιάν ανέλαβε τη διοίκηση των δυνάμεων στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην περιοχή του Καυκάσου οι δυνάμεις των Αρμενίων, στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά κάτι περισσότερο, από μερικές χιλιάδες εθελοντές και καμιά διακοσαριά αξιωματικοί. Η επίθεση της 3ης Οθωμανικής Στρατιάς άρχισε στις 5 Φεβρουαρίου 1918, όταν οι οθωμανικές δυνάμεις μετακινήθηκαν ανατολικά της γραμμής μεταξύ Tιριμπολού (Tirebolu) και Μπιτλίς. Τα χαμένα εδάφη είχαν ανακαταληφθεί από τους Αρμένιους. Το Κελκίτ (Kelkit) κατελήφθηκε στις 7 Φεβρουαρίου του 1918, το Ερτζινκάν στις 13 Φεβρουαρίου του 1918, το Μπεημπούρτ (Bayburt) στις 19 Φεβρουαρίου 1918, το Τερτζάν στις 22 Φεβρουαρίου 1918. Το σημαντικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας, η Τραπεζούντα, στις 24 Φεβρουαρίου του 1918. Οι ενισχύσεις, δια θαλάσσης, άρχισαν να αποβιβάζονται στην Τραπεζούντα. Οι Αρμένιοι πολέμησαν για να κρατήσουν την πόλη του Ερζερούμ, αλλά συνελήφθησαν από το Α’ Οθωμανικό Σώμα του Καυκάσου στις 12 Μαρτίου του 1918. Το Μαντζικέρτ, το Χινίς το Ολτού το Κιοπρούκιοϊ και το Τορτούμ ακολούθησαν κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο εβδομάδων.

Κατά τη διάρκεια του 1918 ο στρατηγός Αντρανίκ Οζανιάν έδωσε τη δυνατότητα στον αρμενικό πληθυσμό του Βαν να ξεφύγει από το οθωμανικό στρατό προς την Ανατολική Αρμενία. Εκείνος και τα στρατεύματά του πολέμησαν μεταξύ των ορεινών σχηματισμών Καραμπάχ και Ζανγκεζούρ, όπου ανακηρύχτηκε και η Δημοκρατία Ορεινής Αρμενίας.

Στις 3 Μαρτίου 1918, ο μεγάλος βεζίρης Μεχμέτ Ταλαάτ Πασάς υπέγραψε με την Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία τη Συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόφσκ, στην οποία οριζόταν, ότι η μπολσεβίκικη πλέον Ρωσία, παραχωρούσε τις πόλεις Μπατούμι, Καρς και Αρνταχάν. Αυτά τα εδάφη είχαν περιέλθει στη Ρωσία κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878. Η Συνθήκη όριζε επίσης ότι η Υπερκαυκασία θα ανακηρυσσόταν ανεξάρτητη. Εκτός από αυτές τις διατάξεις, εισήχθη και μυστική ρήτρα, η οποία υποχρέωνε τους Ρώσους, στην αποστράτευση των αρμενικών εθνικών ενόπλων δυνάμεων.[29]

Περισυλλογή σωρών αμάχων στο Ερζινκάν.

Μεταξύ 24 Μαρτίου και 14 Απριλίου του 1918 πραγματοποιήθηκε μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αντιπροσωπείας της Λαϊκής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Υπερκαυκασίας ("Επιτροπάτο της Υπερκαυκασίας", Transcaucasian Democratic Federative Republic ή Transcaucasian Commissariat ή Transcaucasian Sejm) η Διάσκεψη της Τραπεζούντας (Trebizond Peace Conference).

Ο Ενβέρ Πασάς προσφέρθηκε να σταματήσουν όλες τις φιλοδοξίες των Οθωμανών στον Καύκασο σε αντάλλαγμα για την αναγνώριση της οθωμανικής επανάκτηση των επαρχιών της ανατολικής Ανατολίας, σύμφωνα και με το τέλος των διαπραγματεύσεων στο Μπρεστ-Λιτόφσκ.[30]

Στις 5 Απριλίου 1918, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Υπερκαυκασίας, ο Γεωργιανός, Ακάκι Τσχενκέλι (Akaki Chkhenkeli, 1874-1959) έκανε αποδεκτή τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, ως βάση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις και τηλεγράφησε προς τα διοικητικά όργανα της υπερκαυκασιανής κυβέρνησης, ζητώντας τους να αποδεχθούν τη θέση αυτή.[31] Το κλίμα, που επικρατούσε όμως, στην Τιφλίδα ήταν πολύ διαφορετικό. Η Τιφλίδα θεωρούσε ότι παρέμενε η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ αυτής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[31]

Στις 11 Μαΐου 1918, μια νέα ειρηνευτική διάσκεψη ξεκίνησε στο Μπατούμι.[30] Σε αυτή οι Οθωμανοί επέκτειναν τα αιτήματά τους, ώστε να συμπεριλάβουν την Τιφλίδα, την Αλεξανδρούπολη της Αρμενίας και το Εχμιαντζίν (Echmiadzin), καθώς ήθελαν την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής, για τη σύνδεση των πόλεων Καρς και Τζούλφα με το Μπακού. Οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί αντιπρόσωποι άρχισαν τις κωλυσιεργίες. Έτσι, από τις 21 Μαΐου 1918, ο οθωμανικός στρατός προχώρησε για ακόμη μια φορά. Η σύγκρουση οδήγησε στη Μάχη του Σανταραπάτ (Battle of Sardarabad ή Battle of Sardarapat), στις 21–29 Μαΐου 1918, στη Μάχη του Καρακιλίσα (Μάχη του Καρά Κιλίς, Battle of Karakilisa ή Battle of Kara Killisse), στις 25-28 Μαΐου 1918 και την Μάχη του Μπας Αμπαράν (Battle of Abaran ή Battle of Bash Abaran ή Battle of Aparan), στις 21-29 Μαΐου 1918.

Τέσσερις ημέρες, μετά από άκαρπη γερμανική διαμεσολάβηση, η ειρηνευτική διάσκεψη μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Υπερκαυκασίας κυβερνήσεις συνεχίστηκε στο Μπατούμι, από τις 24 Μαΐου του 1918. Στις 26 Μαΐου 1918, η Γεωργία αποχώρησε από την ομοσπονδία και δήλωσε ότι είναι ξεχωριστή δημοκρατία ενθαρρύνοντας τη γερμανική αποστολή, με επικεφαλής, τους Φρίντριχ Φράιχερ Κρες φον Κρέσενστάιν (Friedrich Freiherr Kress von Kressenstein, 1870–1948) και Φρίντριχ Βέρνερ φον ντερ Σχούλενμπουργκ (Friedrich Werner von der Schulenburg, 1875–1944). Ακολούθησε η Λαϊκή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan Democratic Republic, 1918–1920). Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γεωργίας (Democratic Republic of Georgia, 1918–1921) ακολούθησε με τη Συνθήκη του Πότι (Treaty of Poti), στις 28 Μαΐου 1918, στο Πότι. Την ίδια ημέρα η Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας κήρυξε την ανεξαρτησία της.

Στις 4 Ιουνίου 1918, η Πρώτη Δημοκρατία της Αρμενίας αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη του Μπατούμι. Παρά το γεγονός ότι οι Αρμένιοι προκάλεσαν την αρχική ήττα των Οθωμανών στη Μάχη του Σαρνταραμπάντ, ο οθωμανικός στρατός κέρδισε τη μάχη αργότερα και διέσπασε τον αρμενικό στρατό.

Παρόλο που τον Ιούνιο του 1918, η Δημοκρατία της Αρμενίας αναγκάστηκε να υπογράψει τη Συνθήκη του Μπατούμι, ωστόσο υπό την ηγεσία του Αντρανίκ Οζανιάν οι αρμένικες δυνάμεις, αντιστάθηκαν στην 3η Οθωμανική Στρατιά, ολόκληρο εκείνο το καλοκαίρι, στην ορεινή περιοχή του Καραμπάγκ (Karabag) και εδραίωσαν τη Δημοκρατία της Ορεινής Αρμενίας.[32] Τον Αύγουστο, οργάνωσαν μια ανεξάρτητη κυβέρνηση στην Σούσα (Shusha), που αποτέλεσε και διοικητικό κέντρο της περιοχής.

Τον Ιούνιο, η άφιξη των γερμανικών στρατευμάτων στη Γεωργία συνέπεσε με την αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ Γερμανικής Αυτοκρατορίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην περιοχή του Καυκάσου σε σχέση με τον έλεγχο, την επιρροή και τους πόρους της περιοχής αυτής, ιδίως τις πετρελαιοπηγές στο Μπακού.[33]

Στις αρχές του Ιουνίου του 1918, ο οθωμανικός στρατός, υπό τον Μεχμέτ Βεχίπ Πασά (Mehmed Wehib Pasha ή Mehmet Vehip Pasha, 1877–1940) επιτέθηκε στο κεντρικό δρόμο προς την Τιφλίδα αντιμετωπίζοντας μια κοινή γερμανογεωργιανή στρατιωτική δύναμη. Στις 10 Ιουνίου 1918, η 3η Οθωμανική Στρατιά επιτέθηκε και πήρε πολλούς αιχμαλώτους, γεγονός το οποίο οδήγησε σε μια επίσημη απειλή από το Βερολίνο, ότι θα αποσύρει τα στρατεύματα και την υποστήριξη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η οθωμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη γερμανική πίεση και να σταματήσει, πρόσκαιρα, μια περαιτέρω προέλαση στη Γεωργία και να αναπροσανατολίσει το στρατηγικό της σχεδιασμό προς το Αζερμπαϊτζάν και το Ιράν.[34] Η γερμανική αποστολή αναχώρησε για την Κονστάντζα, παίρνοντας μαζί της γεωργιανή αντιπροσωπεία, η οποία αποτελούνταν από τους Ακάκι Τσχενκέλι, Ζουράμπ Αβαλισβίλι (Zurab Avalishvili, 1876–1944) και Νίκο Νικολάντζι (Niko Nikoladze, 1843–1928), που είχαν την εμπιστοσύνη της κυβέρνησης της Γεωργίας για τη διαπραγμάτευση μιας τελικής συνθήκης στο Βερολίνο. Αυτή η διαπραγμάτευση βέβαια, σύντομα καθίσταται άκαρπη, μετά από τη στρατιωτική ήττα της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918.

Αρμένιοι υπερασπιστές της πόλης του Μπακού κατά τη διάρκεια της Μάχης του Μπακού.

Τον Ιούλιο του 1918, ο Ενβέρ Πασάς είχε μεγαλύτερους στόχους, από την απλή ανακατάληψη της γης που έχασε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, πριν από 40 χρόνια. Διέταξε τη δημιουργία μιας νέας στρατιωτικής δύναμης, ήδη από τον Μάρτιο του 1918. Η δύναμη αυτή ονομάστηκε ως Στρατιά του Ισλάμ. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καν στα επίπεδα ενός στρατιωτικού Σώματος, καθώς απαριθμούσε στρατιωτική ισχύ, μεταξύ 14.000 και 25.000 ανδρών, εξ ολοκλήρου μουσουλμάνων, οι οποίοι ομιλούσαν κυρίως τη τουρκική γλώσσα. Τον Ιούλιο λοιπόν, ο Ενβέρ Πασάς, διέταξε τη Στρατιά του Ισλάμ να κατευθυνθεί προς την Κεντροκασπιανή Δικατορία, με στόχο την κατάληψη του Μπακού, στην Κασπία Θάλασσα. Αυτή η νέα επίθεση προξένησε την έντονη αντίδραση των Γερμανών. Η Γερμανία θεωρούσε ως δικό της δικαίωμα - προνόμιο την κατάκτηση του συνόλου της νότιας Ρωσίας. Η Στρατιά του Ισλάμ βάδισε προς τη Λαϊκή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Κατέκτησαν όση περιοχή μπορούσαν πριν την Κασπία Θάλασσα και νίκησαν τους Βρετανούς το Σεπτέμβριο του 1918 στη Μάχη του Μπακού.

Η περιοχή της αγοράς του Καρς, πυρπολημένη κατά τη διάρκεια της Εκστρατείας του Καυκάσου.

Τον Οκτώβριο του 1918, τα οθωμανικά στρατεύματα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση του στρατηγού Αντρανίκ Οζανιάν και τον καταδίωξαν μεταξύ των ορεινών σχηματισμών Καραμπάχ και Ζανγκεζούρ. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, αλλά όχι καθοριστική. Η Αρμενική πολιτοφυλακή, υπό τον Αντρανίκ αποδεκάτισε την οθωμανική μονάδα που προσπαθούσενα προχωρήσει στον ποταμό Βαραντά. Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ αυτών των μονάδων συνεχίστηκαν μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του Μούδρου. Η Συνθήκη του Μούδρου έδωσε την ευκαιρία στον στρατηγό Αντρανίκ να δημιουργήσει τη βάση για την περαιτέρω επέκταση προς ανατολάς και αποκτήσει τον, απαραίτητο στρατηγικά, διάδρομο που εκτεινόταν ως μέσα στο Ναχιτσεβάν.[35]

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, η Συνθήκη του Μούδρου υπεγράφη και η Εκστρατεία του Καυκάσου πλέον τελείωσε. Μέχρι το τέλος του πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, παρά το γεγονός ότι έχασε στις αντίστοιχες Εκστρατείες στη Περσία, το Σινά και την Παλαιστίνη και την Μεσοποταμία, είχε ανακαταλάβει όλα τα εδάφη, τα οποία και έχασαν οι Ρώσοι στην Ανατολική Ανατολία.

Θηριωδίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη διάρκεια της Εκστρατείας του Καυκάσου, η Δυτική Αρμενία (Western Armenia ή Turkish Armenia) ερημώθηκε από ολόκληρο το χριστιανο/αρμενικό πληθυσμό της, ως μέρος ενός οθωμανικού σχεδίου, που πλέον τώρα ευρέως, αναφέρεται ως Γενοκτονία των Αρμενίων, που είχε ως στόχο να αποδυναμώσει τη ρωσο-αρμενική συμμαχία, καθώς μόνο οι μουσουλμάνοι, οι οποίοι παρέμεναν πιστοί στην Τουρκία, θα μπορούσαν να παραμείνουν στα εδάφη της περιοχής αυτής. Ο αρμενικός λαός είχε δύο επιλογές: Είτε να οδηγηθεί, όπως τα βοοειδή, σε έναν αργό θάνατο με βασανιστικές πορείες προς τα Στρατόπεδα Ντεΐρ εζ-Ζορ (στρατόπεδα στη μέση της ερήμου της Συρίας, Deir ez-Zor Camps) πεθαίνοντας από πείνα, εξάντληση, αρρώστιες, κακοποίηση από τους φρουρούς, σφαγές, επιδρομές ληστών κατά μήκος της μαρτυρικής αυτής διαδρομής. Είτε να αρνηθεί, να σφαγιαστεί αδιακρίτως, να βιαστεί, υπό την πρόφαση της άρνησης σε εξισλαμισμό. Και οι δύο επιλογές επιτύγχαναν τον ίδιο στόχο των Οθωμανών Τούρκων προκειμένου να συνεχίσουν την κατοχή της Δυτικής Αρμενίας, την απομάκρυνση, δηλαδή, των Αρμενίων από τις πατρογονικές εστίες τους. Οι μετακινήσεις του πληθυσμού και οι σφαγές είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, περίπου 1,5 εκατομμυρίου Αρμενίων (με άλλες εκτιμήσεις να κυμαίνονται, μεταξύ 800.000 έως 1.800.000), η καταστροφή χιλιετηρίδων αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και πληθώρα, από μοναστήρια, εκκλησίες, νεκροταφεία, κατοικίες, σχολεία και άλλα κτίρια, μια μαζική επέκταση της αρμενικής Διασποράς σε χώρες όπως η Γαλλία και οι ΗΠΑ και η συνεχής 100χρονη έριδα, μεταξύ των σύγχρονων κρατών της Τουρκίας και της Αρμενίας.[36][37]

Επακόλουθα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τοποθεσία των συμμαχικών δυνάμεων της Dunsterforce μετά την ανακωχή.
Κύριο λήμμα: Συνθήκη των Σεβρών

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε τον πόλεμο με τους Συμμάχους, αλλά τα σύνορα στην περιοχή του Καυκάσου δεν είχαν διευθετηθεί. Δύο χρόνια μετά την ανακωχή, υπογράφηκε, στις 10 Αυγούστου του 1920, η Συνθήκη των Σεβρών μεταξύ των Συμμάχων και των συνεργαζόμενων με αυτούς δυνάμεων, από τη μια πλευρά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την άλλη πλευρά.

Εδαφικές διενέξεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την Εκστρατεία του Καυκαύσου ακολούθησε σύντομα ο Γεωργιανο-Αρμενικός πόλεμος (1918), για τις επαρχίες Γιαβαχέτι (Javakheti) και Λόρι (Lori), με την Αρμενία να κερδίζει την τελευταία. Η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν, ενεπλάκησαν στον Αρμενο-Αζερμπαϊτζανικό πόλεμο (1918–1920) για τις περιοχές του Καραμπάχ και του Ναχιτσεβάν, με την Αρμενία να χάνει λόγω της σοβιετικής παρέμβασης υπέρ του αντι-δυτικού Τουρκικού Εθνικού Κινήματος (Turkish National Movement), ενώ ο Τουρκο-Αρμενικός πόλεμος (1920), είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη - ερήμωση ακόμα περισσότερης αρμενικής γης.

Σοβιετοποίηση του Καυκάσου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σοβιετική 11η Κόκκινη Στρατιά, μπαίνει στο Ερεβάν το 1920.

Στις 27 Απριλίου του 1920, η κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν έλαβε ειδοποίηση ότι ο σοβιετικός στρατός ήταν έτοιμος να διασχίσει τα βόρεια σύνορα και να εισβάλει στη χώρα. Στα δυτικά, υπήρχε πόλεμος στο Καραμπάχ με την Αρμενία, στα ανατολικά, οι ντόποιο Αζέροι κομμουνιστές είχαν επαναστατήσει εναντίον της κυβέρνησης και στα βόρεια ο ρωσικός Κόκκινος Στρατός κινείται προς το νότο, αφού νίκησε της Λευκές ρωσικές δυνάμεις του Ντενίκιν. Η Λαϊκή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν παραδόθηκε επισήμως στους Σοβιετικούς, αλλά πολλοί στρατηγοί και Αζέροι πολιτοφυλακές εξακολούθησαν να αντιστέκονται στην προέλαση των σοβιετικών δυνάμεων και χρειάστηκε κάποιο μικρό διάστημα για τους Σοβιετικούς να σταθεροποιήσουν την νέο-ανακηρυχθείσα Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν (Azerbaijan Soviet Socialist Republic, 1920–1922 και 1936–1991). Στις 4 Δεκεμβρίου του 1920, η κυβέρνηση της Πρώτης Δημοκρατίας της Αρμενίας παραδόθηκε οριστικά. Στις 5 Δεκεμβρίου του 1920 η Αρμενική Επαναστατική Επιτροπή (Revkom), που αποτελείτο κυρίως από Αρμένιους από το ορεινό Καραμπάχ εισήλθε στην πόλη αυτή. Στις 6 Δεκεμβρίου η επίφοβη μυστική αστυνομία του Φέλιξ Ντζερζίνσκι, η Τσεκά εισήλθε στο Ερεβάν, αποτελειώνοντας τις προηγούμενες πολιτικές διοικήσεις στην Αρμενία.[38] Το Δεκέμβριο του 1920, ανακηρύχθηκε και η Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αρμενίας (Armenian Soviet Socialist Republic, 1920–1922 και 1936–1991), υπό την ηγεσία του Αλεξάντερ Μιασνικιάν (Alexander Miasnikian, 1886–1925). Στις 25 Φεβρουαρίου του 1921, γίνεται η Εισβολή του Κόκκινου Στρατού στη Γεωργία (Red Army invasion of Georgia).

Στις 23 Οκτωβρίου 1921, το τέλος των εχθροπραξιών ήρθε με τη Συνθήκη του Καρς (Treaty of Kars). Ήταν μια διάδοχη συνθήκη, μετά την προηγούμενη Συνθήκη της Μόσχας (Treaty of Moscow) τον Μάρτιο του 1921,[39] και επικυρώθηκε στο Γερεβάν, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1922.[40]

Η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε τη Συνθήκη του Καρς, η οποία ήταν πλέον συνθήκη, μεταξύ της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, η οποία είχε διακηρύξει την Τουρκία ως Δημοκρατία το 1923, καθώς και των εκπροσώπων της Ρωσικής ΣΟΣΔ, της ΣΣΔ της Αρμενίας, της ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν και της ΣΣΔ της Γεωργίας (όλα αυτά τα κράτη αποτελούσαν πλέον μέλη της Σοβιετικής Ένωσης, μετά τη Συνθήκη Δημιουργίας Σοβιετικής Ένωσης (Treaty on the Creation of the USSR, 1922).[39][40]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Fleet, Kate. Faroqhi, Suraiya. Kasaba, Reşat (2006). Turkey in the Modern World. The Cambridge History of Turkey. 4. Cambridge University Press, σελ. 94. ISBN 0-521-62096-1. 
  2. Erickson, Edward J. (2007). Ottoman Army Effectiveness in World War I: a comparative study. Taylor & Francis, σελ. 154. ISBN 0-415-77099-8. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 Hinterhoff, Eugene (1984). Persia: The Stepping Stone To India. Marshall Cavendish Illustrated Encyclopedia of World War I. 4. New York: Marshall Cavendish Corporation, σελ. 499–503. ISBN 0-86307-181-3. 
  4. 4,0 4,1 4,2 Pollard, A. F. (1920). «The first winter of the war». A Short History of the Great War. London: Methuen. 
  5. 5,0 5,1 5,2 The Encyclopedia Americana. 28. 1920, σελ. 403. 
  6. Bobroff, Ronald Park (2006). Roads to glory – Late Imperial Russia and the Turkish Straits. London: I.B. Tauris, σελ. 131. ISBN 1-84511-142-7. 
  7. Hovannisian, R. G. (1967). Armenia on the Road to Independence, 1918. Berkeley and Los Angeles: University of California Press, σελ. 59. 
  8. Kayaloff, Jacques (1973). The Battle of Sardarabad. Near and Middle East Monographs. 10. Paris: Mouton, σελ. 73. ISBN 3-11-169459-3. 
  9. Nansen, Fridtjof (1976). Armenia and the Near East. Middle East in the Twentieth Century. New York: Da Capo Press, σελ. 310. ISBN 0-306-70760-8. 
  10. Boghos Nubar the president of the "Armenian National Assembly" declared to Paris Peace Conference, 1919 through a letter to French Foreign Office – December 3, 1918
  11. Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922)”, 16/10/2014, απόσπασμα από το βιβλίο του Χρήστου Καραγιάννη, “Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922). Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τις ελληνικές εκστρατείες”, επιμέλεια - σχολιασμός: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, εκδόσεις: “Κέδρος“, Αθήνα 2013, στην ιστοσελίδα tvxs.gr
  12. Γέφυρα του Τσομπάν κοντά στο Πασινλέρ”, από την ιστοσελίδα: archive.apan.gr
  13. Erickson, Edward J. (2001). Ordered to Die: A History of the Ottoman Army in the First World War. Westport: Greenwood, σελ. 54. ISBN 0-313-31516-7. 
  14. Shaw, Ezel Kural (1977). History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. New York: Cambridge University Press, σελ. 314–315. ISBN 0-521-21280-4. 
  15. Tucker, Spencer (1996). The European Powers in the First World War: An Encyclopedia. New York: Garland, σελ. 174. ISBN 0-8153-0399-8. 
  16. "Καθώς η καθυστέρηση επέτρεψε στη Ρωσική Στρατιά Καυκάσου να συγκεντρώσει επαρκή δύναμη γύρω από το Σαρίκαμις"
  17. 17,0 17,1 Pasdermadjian, Garegin. Aram Torossian (1918). Why Armenia Should be Free: Armenia's Role in the Present War. Hairenik, σελ. 22. https://books.google.com/books?id=4XYMAAAAYAAJ. 
  18. Balakian, Peter (2003). The Burning Tigris: The Armenian Genocide and America's Response. New York: HarperCollins, σελ. 200. ISBN 0-06-019840-0. 
  19. Safrastian, A. S. (January 1916). «Narrative of Van 1915». Journal Ararat (London). 
  20. Circular on April 24 1915
  21. Allen, W. E. D.. Muratoff, Paul (1999). Caucasian Battlefields: A History of Wars on the Turco-Caucasian Border, 1828–1921. Nashville: Battery Press, σελ. 361–363. ISBN 0-89839-296-9. 
  22. Serge, Victor (1972). Year One of The Russian Revolution. Chicago: Holt, Rinehart and Winston, σελ. 193. ISBN 0-7139-0135-7. 
  23. Allen, W. E. D.. Muratoff, Paul (1999). Caucasian Battlefields: A History of Wars on the Turco-Caucasian Border, 1828–1921. Nashville: Battery Press, σελ. 458. ISBN 0-89839-296-9. 
  24. Chalabian, Antranig (1988). General Andranik and the Armenian Revolutionary Movement. Southfield, MI, σελ. 318. 
  25. Yerasimos, Stefanos (2000) (στα tr). Kurtulus Savası’nda Türk-Sovyet iliskileri 1917–1923. Istanbul: Boyut Kitapları, σελ. 11. ISBN 975-521-400-3. 
  26. Swietochowski, Tadeusz (1985). Russian Azerbaijan 1905–1920: The Shaping of National Identity in a Muslim Community. New York: Cambridge University Press, σελ. 119. ISBN 0-521-26310-7. 
  27. Gökay, Bülent (1997). A Clash of Empires: Turkey between Russian Bolshevism and British Imperialism, 1918–1923. London: Tauris Academic Studies, σελ. 12. ISBN 1-86064-117-2. 
  28. Çaglayan, Kaya Tuncer (2004). British Policy Towards Transcaucasia 1917–1921. Istanbul: Isis Press, σελ. 52. ISBN 975-428-290-0. 
  29. Hovannisian, Richard G. (2004). The Armenian People from Ancient to Modern Times. 2. New York: St. Martin's Press, σελ. 288–289. ISBN 1-4039-6422-X. 
  30. 30,0 30,1 Shaw, Ezel Kural (1977). History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. New York: Cambridge University Press, σελ. 326. ISBN 0-521-21280-4. 
  31. 31,0 31,1 Hovannisian, Richard G. (2004). The Armenian People from Ancient to Modern Times. 2. New York: St. Martin's Press, σελ. 292–293. ISBN 1-4039-6422-X. 
  32. Malkasian, Mark (1996). Gha-Ra-Bagh!: The Emergence of the National Democratic Movement in Armenia. Detroit: Wayne State University Press, σελ. 22. ISBN 0-8143-2604-8. 
  33. Busch, Briton Cooper (1976). Mudros to Lausanne: Britain’s Frontier in West Asia, 1918–1923. Albany: SUNY Press, σελ. 22. ISBN 0-87395-265-0. 
  34. Erickson, Edward J. (2001). Ordered to Die: A History of the Ottoman Army in the First World War. Westport: Greenwood, σελ. 187. ISBN 0-313-31516-7. 
  35. Malik, Hafeez (1994). Central Asia: Its Strategic Importance and Future Prospects. New York: St. Martin's Press, σελ. 145. ISBN 0-312-10370-0. 
  36. «Tsitsernakaberd Memorial Complex». Armenian Genocide Museum-Institute. 
  37. Forsythe, David P. (11 August 2009) (Google Books). Encyclopedia of human rights. Oxford University Press, σελ. 98. ISBN 978-0-19-533402-9. https://books.google.com/books?id=1QbX90fmCVUC&pg=PA98. 
  38. Hewsen, Robert H. (2001). Armenia: A Historical Atlas. Chicago: University of Chicago Press, σελ. 237. ISBN 0-226-33228-4. 
  39. 39,0 39,1 «Text of the Treaty of Kars» (στα Ρωσικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις April 24, 2007. 
  40. 40,0 40,1 «English translation of the Treaty of Kars». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις January 27, 2001. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Falls, Cyril (1960). The Great War pp. 158–160. (covers 1915 fighting)
  • Fromkin, David (1989). A Peace to End All Peace, pp. 351–355. Avon Books. (covers 1918 operations)
  • Harutyunian, The 1918 Turkish aggression in Transcaucasus, Yerevan, 1985. (covers conquest of Armenia, 1918)
  • Pollard, A. F. (1920). A Short History of the Great War (chapter 10). (covers 1916 fighting)
  • Strachan, Hew (2003). The First World War, pp. 109–112. Viking (Published by the Penguin Group) (1914 operations)
  • Ulrichson, Kristian Coates (2014). The First World War in the Middle East (Hurst, London) (The Caucacus Campaigns, Chapter 3 pp53–74)
  • Russian Campaign in Turkey
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Caucasus Campaign της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).