Τουρκοκρητικοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Εθνολογικός χάρτης της Κρήτης το 1861. Τούρκικος πληθυσμός με κόκκινα, Ελληνικός πληθυσμός με μπλε.

Οι Τουρκοκρητικοί ή μουσουλμάνοι της Κρήτης, ήταν μια πληθυσμιακή ομάδα της Μεγαλονήσου από την εποχή της κατάκτησης του νησιού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1669, μέχρι την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923. Στην Κρήτη δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ μαζικά Οθωμανοί από την Ανατολία[1][2], πλην των μόνιμων στρατευμάτων για την επάνδρωση και φύλαξη των φρουρίων που έστελνε η Υψηλή Πύλη. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ήταν κρητικής καταγωγής και ομιλητές της κρητικής διαλέκτου[3][4]. Ελάχιστοι εξ αυτών μιλούσαν και έγραφαν την τουρκική γλώσσα, την οποία διδάσκονταν ως δεύτερη. Θεωρούμενοι δε ως «διαρκώς τελούντες υπό τα όπλα», ουδέποτε κλήθηκαν να υπηρετήσουν στον τακτικό οθωμανικό στρατό, παρά κατατάσσονταν στα κατά τόπους γενιτσαρικά τάγματα (ορτάδες) και καλούνταν γενίτσαροι από τους χριστιανούς Κρητικούς. Οι Τουρκοκρητικοί αποτελούσαν, σε διάφορες περιόδους, περίπου το 1/8 έως 1/2 του πληθυσμού της Κρήτης. Η φυλετική ταυτότητα των Τουρκοκρητών είναι αμφιλεγόμενη μέχρι τις μέρες μας, καθώς κατατάσσονται άλλοτε ως ελληνόφωνοι Τούρκοι και άλλοτε ως εξισλαμισμένοι Έλληνες.

Οι Τουρκοκρήτες πλέον ζούν στη Μέση Ανατολή και κυριότερα στα δυτικά παράλια της Τουρκίας, στο Λεβάντε, την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Μεγάλο μερίδιό τους διατηρεί μέχρι σήμερα την ελληνική γλώσσα και σε κάποιο βαθμό τα κρητικά ήθη και έθιμα όπως τις μαντινάδες. Ο πληθυσμός τους σήμερα εκτιμάται πως ξεπερνάει τα 450.000 άτομα. [5]

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Τουρκοκρήτες ήταν είτε χριστιανοί Κρητικοί που εξισλαμίσθηκαν μαζικά σε διάφορες περιόδους[6], προκειμένου να αποφύγουν τον κεφαλικό φόρο των απίστων (jizya), είτε μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες οι οποίοι εξισλαμίσθηκαν οικειοθελώς μετά την οθωμανική κατάκτηση της Κρήτης, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν στο ακέραιο τις περιουσίες και τα αξιώματά τους. Κατά κανόνα δεν μιλούσαν την τουρκική και δεν τηρούσαν τους τύπους της μουσουλμανικής πίστης, καθώς έπιναν κρασί ή έτρωγαν χοιρινό κρέας κλπ. Χαρακτηριστικό είναι ότι αρκετοί εξισλαμίσθηκαν οικειοθελώς, σε περιπτώσεις διενέξεων, ενδοοικογενειακών ή μη (βεντέτας), ώστε, π.χ. να αρπάξουν την περιουσία του αδελφού τους ή να ξεκληρίσουν -ατιμωρητί, φυσικά- την οικογένεια με την οποία είχαν διαφορές.

Ιδιαίτερη κατηγορία εξαιρετικά σκληρών Τουρκοκρητών της υπαίθρου ήταν οι λεγόμενοι Αμπαδιώτες, που κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή του Αμαρίου, νοτιοανατολικά της Ίδης. Ακόμη, από το τέλος των Ορλωφικών (γνωστά στην Κρήτη ως «Επανάσταση του Δασκαλογιάννη») μέχρι και το 1821, έδρασαν στην κρητική ύπαιθρο αρκετοί - ντόπιοι αλλά και επήλυδες - γενίτσαροι, οι οποίοι αναφέρονται ως σκληροί διώκτες του χριστιανικού στοιχείου. Οι πιο γνωστοί εξ αυτών ήταν οι Αγριολίδης, Αληδάκης, Αφεντάκης, Μπεντρής, Τσούλης Χανιαλής κ.ά[7].

Τουρκοκρητικοί με τοπικές ενδυμασίες (τέλη 19ου - αρχές 20ού αι.).

Το 1812, μετά από διαμαρτυρίες του χριστιανικού στοιχείου αλλά και των Οθωμανών πασάδων που υπηρετούσαν στην Κρήτη, η Πύλη έστειλε τον κουρδικής καταγωγής χατζή Οσμάν Πασά με διαταγή να εξολοθρεύσει τους ανυπότακτους γενιτσάρους, πράγμα που πέτυχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό στις δυτικές επαρχίες, όπου το διάστημα 1812-1813 εκτέλεσε, μεταξύ άλλων, τους Μπεντρή, Καρακάση και Χανιαλή[7]. Οι Τουρκοκρητικοί του έδωσαν το παρατσούκλι «Παπαγιάννης» θεωρώντας τον κρυπτοχριστιανό, οι δε Κρητικοί τον ονόμασαν «Πνίγαρη» αφού οι εκτελέσεις γινόταν δι' απαγχονισμού.

Εξαιρέσεις αποτέλεσαν λίγες οικογένειες που εξισλαμίστηκαν τυπικά, παρέμειναν όμως κρυπτοχριστιανοί, όπως η γνωστή οικογένεια των Κουρμούληδων στην Μεσσαρά Ηρακλείου, οι οποίοι βοηθούσαν και προστάτευαν τους χριστιανούς και με την πρώτη ευκαιρία συμμετείχαν ανοικτά σε επαναστάσεις κατά της Πύλης.

Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα οι μουσουλμάνοι της Κρήτης έθεταν εμπόδια στην άσκηση της χριστιανικής λατρείας, παρ' ότι επίσημα αυτή επιτρεπόταν. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρεπόταν η ίδρυση χριστιανικών ναών, η διαπλάτυνση παλαιότερων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαγορεύονταν και οι κωδωνοκρουσίες. Μετά το Hatt-i Humayun, το 1856, χαλάρωσαν οι απαγορεύσεις και άρχισε σταδιακή μεταστροφή των μουσουλμάνων της Κρήτης ή κρυπτοχριστιανών στον χριστιανισμό. Ακόμα και ολόκληρα χωριά άλλαζαν θρήσκευμα. Έτσι, ο αριθμός των χριστιανών στην Κρήτη από 70-90 χιλιάδες άτομα στην αρχή της αιγυπτιοκρατίας (1830) αυξήθηκε σε σχεδόν 216 χιλιάδες στην απογραφή του 1857. Αντίστοιχα ο αριθμός των μουσουλμάνων αυξήθηκε από περίπου 40 σε 62 χιλιάδες άτομα, κυρίως λόγω των γεννήσεων. Και μετά τη δημοσίευση του Hatt-i Humayun νεοφώτιστοι χριστιανοί οδηγούνταν προσωρινά στις φυλακές, απ' όπου απελευθερώνονταν με παρεμβάσεις Δυτικών διπλωματών ή ανωτέρων Τούρκων αξιωματούχων.[8]

Η μαζική αναχώρηση των Τουρκοκρητικών άρχισε μετά το τέλος της επανάστασης του 1897 και την ίδρυση της Κρητικής Πολιτείας, όταν αρνούμενοι να τεθούν υπό τη διοίκηση χριστιανού ύπατου αρμοστή εγκατέλειψαν οικειοθελώς την Κρήτη[9][10] και εγκαταστάθηκαν σε άλλες περιοχές της οθωμανικής επικράτειας όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη, η Προύσα, το Ικόνιο, η Συρία, η Βεγγάζη[11] και τα Δωδεκάνησα[12].

Τον Ιανουάριο του 1899, στα πλαίσια των πρώτων ελεύθερων εκλογών στην Κρήτη, εξελέγησαν 50 μουσουλμάνοι πληρεξούσιοι (έναντι 138 χριστιανών)[13]. Ακολούθησε νέο μεταναστευτικό κύμα κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων[10], ενώ λόγω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών του 1923 αναγκάσθηκαν όλοι ανεξαιρέτως να εγκαταλείψουν την Κρήτη ως Οθωμανοί. Ενδιάμεσα, οι Τουρκοκρητικοί που είχαν εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, έλαβαν ενεργά μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 εναντίον του Ελληνικού Στρατού[14].

Προσωπικότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αγριολίδης (18ος - 1828), οπλαρχηγός
  • Ιμπραήμ Αληδάκης (18ος), οπλαρχηγός
  • Χουσεΐν Πασάς Γομπάκης[15], ναύαρχος του οθωμανικού στόλου
  • Αλή Ναΐπ Ζαδέ (19ος-20ός), Έλληνας πολιτικός
  • Αμπντούλ Καλημεράκης (19ος-20ός), λυράρης
  • Μουσταφά Καραγκιουλές (1845-1930), βιολιστής
  • Μεχμέτ Αγάς Καρακάσης (19ος), δήμαρχος Ιεράπετρας
  • Αχμέτ Ρεσμί Εφέντι (1700-1783), Οθωμανός διπλωμάτης
  • Μεχμέτ Σταφιδάκης (1878-1908), μουσικός
  • Βεντάτ Τεκ (1873–1942), Τούρκος αρχιτέκτονας
  • Σαντί Τσαλίκ (1917-1979), Τούρκος γλύπτης

Πληθυσμιακά δεδομένα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικός πληθυσμός Τουρκοκρητικών στην Κρήτη
Απογραφή Τουρκοκρήτες Ποσοστό Συνολικός πληθυσμός
1858[16][17] 62.138 22,2% 278.908
1881[17][18] 72.353 26,2% 276.208
1900[17][19] 33.496 11% 303.543
1911[17] 27.852 8,3% 336.151
1920[17] 22.999 6,6% 346.584

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. P. Hooper, Thesis, University of New Mexico, σελ. v. σελ 27
  2. Greene Molly (2000) A Shared World: Christians and Muslims in the Early Modern Mediterranean, Princeton University Press. σελ. 87.
  3. Barbara J. Hayden, The Settlement History of the Vrokastro Area and Related Studies, vol. 2 of Reports on the Vrokastro Area, Eastern Crete, p. 299
  4. Chris Williams, "The Cretan Muslims and the Music of Crete", in Dimitris Tziovas, ed., Greece and the Balkans: Identities, Perceptions, and Cultural Encounters since the Enlightenment
  5. Rippin, Andrew (2008). World Islam: Critical Concepts in Islamic Studies. Routledge. σελ. 77. ISBN 978-0415456531. 
  6. Leonidas Kallivretakis, "A Century of Revolutions: The Cretan Question between European and Near Eastern Politics", p. 13f in Paschalis Kitromilides, Eleftherios Venizelos: The Trials of Statesmanship, Edinburgh University Press, 2009, ISBN 0748633642
  7. 7,0 7,1 Αλεξάκη, Ι. Σ. (1948). «Ο Τσούλης και το τραγούδι του». Κρητικά Χρονικά. Κείμενα και Μελέται Κρητικής Ιστορίας (Ηράκλειο Κρήτης: Ανδρέας Γ. Καλοκαιρινός) Β΄: 171. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2019-06-28. https://web.archive.org/web/20190628204107/http://online.cretica-chronica.gr/output/2821242270513a.pdf. 
  8. Πεπονάκης Μανόλης, "Εξισλαμισμοί και επανεκχριστιανισμοί στην Κρήτη (1645-1899)", Διδακτ. Διατριβή, (1994), Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)), σ. 78-91
  9. Θεοχάρη Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης, Αθήνα 1986, σελ. 458.
  10. 10,0 10,1 Πεπονάκης, 1994, σελ. 100.
  11. Πεπονάκης, 1994, σελ. 100, 206-207.
  12. Kaurinkoski, Kira. «Οι μουσουλμανικές κοινότητες της Κω και της Ρόδου: Σκέψεις για την κοινοτική οργάνωση και τις συλλογικές ταυτότητες στη σύγχρονη Ελλάδα. In: M. Georgalidou, K. Tsitselikis (eds.), Γλωσσική και κοινοτική ετερότητα στη Δωδεκάνησο του 20ου αιώνα, ΚΕΜΟ, Αθήνα, Παπαζήση, σελ. 431-485». researchgate.net. ResearchGate. σελ. 9. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2019. 
  13. Δήμητρα Γ. Μόσχου, Βασική εκπαίδευση και κοινωνική οργάνωση στην Κρήτη την εποχή της κρητικής πολιτείας. 1898-1901, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Διδακτορική Διατριβή, Ιωάννινα 2008, σελ. 139.
  14. Ibrahim Sirkeci, Fethiye Tilbe, Mehtap Erdogan (επιμ.), The Migration Conference 2017 Programme and Abstracts Book, 2017, σελ. 82.
  15. Κωνστ. Γ. Φουρναράκη, Τουρκοκρήτες, Εκδοσις Ι. Γιαννακουδάκι, Εν Χανίοις, 1929, σελ. 11.
  16. Δετοράκη, 1986, σελ. 400.
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 Ανδριώτης, Νίκος (2004). «Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι στην Κρήτη, 1821-1924. Ένας αιώνας συνεχούς αναμέτρησης εντός και έκτος του πεδίου της μάχης». Μνήμων (Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού) 26: 93. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/mnimon/article/viewFile/8528/8855. 
  18. Δετοράκη, 1986, σελ. 401.
  19. Δετοράκη, 1986, σελ. 459.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Greek-Speaking Enclaves of Lebanon and Syria by Roula Tsokalidou. Proceedings II Simposio Internacional Bilingüismo. Retrieved 4 December 2006