Αμπντούλ Χαμίτ Β΄
Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ (οθωμανικά τουρκικά: عبد الحميد ثانی, κ. γρ. Abd ul-Hamid-i s̱ānī, τουρκικά: II. Abdülhamid· 21 Σεπτεμβρίου 1842 – 10 Φεβρουαρίου 1918) υπήρξε ο 34ος σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναλαμβάνοντας τον θρόνο το 1876 και διατηρώντας την εξουσία έως το 1909. Θεωρείται ο τελευταίος μονάρχης που άσκησε ουσιαστικό έλεγχο επί του διαλυόμενου οθωμανικού κράτους.[1]
Η διακυβέρνησή του διακρίνεται για την βαθμιαία παρακμή της αυτοκρατορίας, εκδηλούμενη μέσω συχνών εξεγέρσεων, ιδιαιτέρως στην βαλκανική χερσόνησο, ενός ατυχούς πολέμου κατά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (1877–1878), καθώς και της απώλειας εδαφών μείζονος σημασίας, όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Θεσσαλία κατά τη περίοδο 1877–1882. Παρά τη νίκη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί της Ελλάδας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, τα οφέλη αυτής της στρατιωτικής επιχείρησης περιορίστηκαν συνεπεία της παρέμβασης των μεγάλων δυνάμεων της Δυτικής Ευρώπης.
Η βασιλεία του Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ συνόδευσε αυστηρά αντιδραστική πολιτική, κάτι που του απέδωσε το προσωνύμιο «ο κόκκινος (ή αιμοσταγής) Σουλτάνος».[2] Ο χαρακτηρισμός αυτός αναφέρεται στη μακρόχρονη τυραννική του διακυβέρνηση και στην ανοχή ή και άμεση συμμετοχή του ίδιου σε φρικαλεότητες, στάση που καθόρισε σε υψηλό βαθμό την πορεία του οθωμανικού κράτους κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.
Πρώτα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Χαμίτ Εφέντι γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του έτους 1842, είτε στο ανάκτορο Τσιραγάν είτε στο ανάκτορο Τοπ Καπί, αμφότερα ευρισκόμενα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν υιός του σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ και της Τιριμουτζγκάν Σουλτάνας, καταγομένης εκ Κιρκασίας. Μετά τον θάνατο της μητέρας του, τον υιοθέτησε η νόμιμη σύζυγος του πατέρα του, Πιριστού Σουλτάνα.
Σε αντίθεση με πολλούς από τους προγενέστερους Οθωμανούς σουλτάνους, ο Αμπντούλ Χαμίτ πραγματοποίησε ταξίδια σε απομακρυσμένες χώρες, όπως στο θέρος του 1867, εννέα έτη πριν από την άνοδό του στον θρόνο, όπου συνόδευσε τον θείο του, σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ, σε επίσημη περιοδεία στο Παρίσι (30 Ιουνίου – 10 Ιουλίου 1867), στο Λονδίνο (12–23 Ιουλίου 1867), στη Βιέννη (28–30 Ιουλίου 1867), καθώς και σε άλλα κοσμοπολίτικα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα.
Άνοδος στον θρόνο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Χαμίτ ανήλθε στον θρόνο μετά την καθαίρεση του αδελφού του, Μουράτ Ε΄, στις 31 Αυγούστου 1876. Κατά την ενθρόνισή του, ορισμένοι παρατηρητές εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι μετέβη σχεδόν ασυνόδευτος στο Τέμενος Εγιούπ, όπου και του απονεμήθη το Ξίφος του Οσμάν. Η επικρατούσα προσδοκία ήταν ότι ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ θα υποστήριζε φιλελεύθερες μεταρρυθμιστικές κινήσεις, πλην όμως ανήλθε στον θρόνο σε εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, την επονομαζόμενη Μεγάλη Ανατολική Κρίση: οικονομική και πολιτική αστάθεια, τοπικές συγκρούσεις στα Βαλκάνια και ο επαπειλούμενος Ρωσοτουρκικός Πόλεμος έθεταν εν κινδύνω την ίδια την υπόσταση της Αυτοκρατορίας.
Α΄ Συνταγματική Περίοδος, 1876–1878
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ συνεργάσθηκε με τους Νεο-Οθωμανούς προκειμένου να επιτευχθεί μία μορφή συνταγματικής ρυθμίσεως. Η νέα αυτή μορφή διακυβερνήσεως εθεωρείτο ικανή να επιφέρει φιλελεύθερη μετάβαση με ισλαμικές αναφορές.[3] Οι Νεο-Οθωμανοί υποστήριζαν ότι το σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελούσε επανερμήνευση της πρακτικής της σούρα, δηλαδή της συμβουλευτικής διαδικασίας η οποία είχε εφαρμοσθεί κατά τους πρώιμους χρόνους του Ισλάμ.[4]
Τον Δεκέμβριο του 1876, υπό το βάρος της εξεγέρσεως του 1875 στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, του συνεχιζομένου πολέμου με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, καθώς και του κύματος αγανακτήσεως σε ολόκληρη την Ευρώπη λόγω της σκληρότητος με την οποία καταπνίγη η βουλγαρική επανάσταση του 1876, ο Αμπντούλ Χαμίτ προέβη στην προκήρυξη συντάγματος και συγκαλέσεως κοινοβουλίου. Ο Μιντχάτ Πασάς προήδρευσε της επιτροπής που ανέλαβε τη σύνταξη του νέου συντάγματος, ενώ το υπουργικό συμβούλιο το ενέκρινε στις 6 Δεκεμβρίου 1876. Το σύνταγμα προέβλεπε δίθυρο νομοθετικό σώμα, με τα μέλη της Γερουσίας διοριζόμενα υπό του σουλτάνου. Η πρώτη κοινοβουλευτική εκλογική διαδικασία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διεξήχθη το 1877. Κατά μείζονα λόγο, το σύνταγμα παρείχε στον Αμπντούλ Χαμίτ το δικαίωμα να εξορίζει οποιονδήποτε έκρινε ότι αποτελούσε απειλή για το κράτος.
Οι αντιπρόσωποι της Διασκέψεως της Κωνσταντινουπόλεως εξεπλάγησαν από την αιφνίδια συνταγματική διακήρυξη, πλην όμως οι ευρωπαϊκές δυνάμεις απέρριψαν τη νέα ρύθμιση ως υπερβολικά ριζοσπαστική. Προέκριναν είτε το Μεταρρυθμιστικό Διάταγμα του 1856 είτε το Διάταγμα του Ροδώνα του 1839 και διετύπωσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον ένα κοινοβούλιο ήταν αναγκαίο ως επίσημη έκφραση της λαϊκής βούλησης.[5]
Εν πάση περιπτώσει, όπως συνέβη με πολλές απόπειρες μεταρρυθμίσεως εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η εφαρμογή αποδείχθηκε σχεδόν αδύνατη. Η Ρωσία συνέχισε την πολεμική της προπαρασκευή και στις αρχές του 1877 η Αυτοκρατορία περιήλθε σε πόλεμο με τη Ρωσική Αυτοκρατορία.
Πόλεμος με τη Ρωσία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο μεγαλύτερος φόβος του Αμπντούλ Χαμίτ, η σχεδόν πλήρης διάλυση της Αυτοκρατορίας, επαληθεύθηκε με την κήρυξη πολέμου εκ μέρους της Ρωσίας στις 24 Απριλίου 1877. Στην εν λόγω σύρραξη η Οθωμανική Αυτοκρατορία ευρέθη να μάχεται άνευ της υποστηρίξεως των ευρωπαίων συμμάχων της. Ο Ρώσος καγκελάριος, πρίγκιπας Γκορτσακόφ, είχε ήδη εξασφαλίσει ουσιαστικώς την αυστριακή ουδετερότητα μέσω της Συμφωνίας του Ράιχστατ. Η Βρετανική Αυτοκρατορία, μολονότι συνέχιζε να ανησυχεί για τη ρωσική απειλή έναντι της βρετανικής παρουσίας στην Ινδία, απέσχε από οποιαδήποτε εμπλοκή λόγω της εξαιρετικά αρνητικής ευρωπαϊκής κοινής γνώμης προς τους Οθωμανούς, η οποία είχε διαμορφωθεί μετά τις αναφορές περί ωμοτήτων κατά την καταστολή της βουλγαρικής επαναστάσεως.
Η νίκη της Ρωσίας υπήρξε ταχεία· οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν τον Φεβρουάριο του 1878. Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η οποία υπεγράφη μετά το πέρας του πολέμου, επέβαλε εξαιρετικά επαχθείς όρους: η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου· παραχώρησε αυτονομία στη Βουλγαρία· αποδέχθηκε την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων στη Βοσνία–Ερζεγοβίνη· ενώ επιπλέον εκχώρησε τμήματα της Δοβρουτσάς στη Ρουμανία και περιοχές της Αρμενίας στη Ρωσία, η οποία έλαβε και τεράστια πολεμική αποζημίωση. Μετά το πέρας του πολέμου, ο Αμπντούλ Χαμίτ ανέστειλε το σύνταγμα τον Φεβρουάριο του 1878 και διέλυσε το κοινοβούλιο, το οποίο είχε συνέλθει μόλις μία φορά, τον Μάρτιο του 1877. Κατά τις επόμενες τρεις δεκαετίες, ο Αμπντούλ Χαμίτ κυβέρνησε την Αυτοκρατορία από το ανάκτορο Γιλντίζ.
Βασιλεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αποσύνθεση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η δυσπιστία του Αμπντούλ Χαμίτ προς τους μεταρρυθμιστές ναυάρχους του Οθωμανικού Ναυτικού, τους οποίους υποπτευόταν ότι συνωμοτούσαν εναντίον του και επιχειρούσαν την επαναφορά του συντάγματος, και η συνακόλουθη απόφασή του να καθηλώσει τον οθωμανικό στόλο (ο οποίος, κατά την περίοδο του προκατόχου του Αμπντούλ Αζίζ, υπήρξε ο τρίτος μεγαλύτερος παγκοσμίως) εντός του Κεράτιου Κόλπου, συνετέλεσαν εμμέσως εις την απώλεια υπερπόντιων εδαφών και νήσων της Αυτοκρατορίας στη Βόρεια Αφρική, στη Μεσόγειο και στο Αιγαίο κατά τη διάρκεια και μετά τη βασιλεία του.
Οι δημοσιονομικές δυσχέρειες τον υποχρέωσαν να αποδεχθεί ξένο έλεγχο επί του οθωμανικού δημοσίου χρέους. Με διάταγμα του Δεκεμβρίου 1881, σημαντικό τμήμα των εσόδων της Αυτοκρατορίας παραχωρήθηκε εις την Διοίκηση του Δημοσίου Χρέους προς όφελος κυρίως αλλοδαπών ομολογιούχων (βλ. Οθωμανικό Διάταγμα του 1296).
Η ένωση της Βουλγαρίας με την Ανατολική Ρωμυλία το 1885 υπήρξε νέο πλήγμα για την Αυτοκρατορία. Η ανάδυση μιας ισχυρής και ανεξάρτητης Βουλγαρίας θεωρήθηκε εξέχουσα απειλή. Επί σειρά ετών ο Αμπντούλ Χαμίτ αναγκάσθηκε να χειρίζεται το βουλγαρικό ζήτημα κατά τρόπον ώστε να μην προκαλέσει τη δυσφορία της Ρωσίας ή της Γερμανίας. Παράλληλα, αναφύονταν σοβαρά ζητήματα αναφορικά με το αλβανικό ζήτημα, ως απόρροια της Ένωσης του Πρίζρεν, καθώς και με τα ελληνοτουρκικά και μαυροβουνιακά σύνορα, ως προς τα οποία οι Μεγάλες Δυνάμεις επέμεναν στην πιστή εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου του Βερολίνου.
Η Κρήτη έλαβε «διευρυμένα προνόμια», τα οποία όμως δεν ικανοποίησαν τον γηγενή λαό, ο οποίος επεδίωκε την ένωση με την Ελλάδα. Στις αρχές του 1897 ελληνικό εκστρατευτικό σώμα απέπλευσε προς την Κρήτη προκειμένου να ανατρέψει την οθωμανική κυριαρχία στο νησί. Η ενέργεια αυτή οδήγησε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, στον οποίο η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατενίκησε την Ελλάδα· πλην όμως, με βάση τη Συνθήκη Κωνσταντινουπόλεως, η Κρήτη τέθηκε υπό προσωρινή διοίκηση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδος ορίστηκε ύπατος αρμοστής και η Κρήτη απωλέσθη ουσιαστικά για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η εξέγερση Άμμια (ʿAmmiyya), των ετών 1889–90, μεταξύ Δρούζων και άλλων συριακών πληθυσμιακών ομάδων κατά των αυθαιρεσιών των τοπικών σεΐχηδων, είχε παρόμοιες συνέπειες: υποχώρηση της οθωμανικής διοίκησης και παραχωρήσεις σε βελγικές και γαλλικές εταιρείες για την κατασκευή σιδηροδρόμου μεταξύ Βηρυτού και Δαμασκού.
Πολιτικές αποφάσεις και μεταρρυθμίσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι προσδοκίες πολλών ήταν ότι ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ θα ενστερνιζόταν φιλελεύθερες ιδέες, ενώ ορισμένοι συντηρητικοί τον αντιμετώπιζαν με καχυποψία ως μέλλοντα επικίνδυνο μεταρρυθμιστή. Παρά τη συνεργασία του με τους μεταρρυθμιστές Νεοοθωμανούς κατά την περίοδο που ήταν διάδοχος και παρά την εικόνα φιλελεύθερου ηγέτη, η στάση του κατέστη ολοένα και πιο συντηρητική μετά την άνοδό του στον θρόνο. Στο πλαίσιο της περιόδου που ονομάστηκε Ιστίμπνταντ (İstibdad), ο Αμπντούλ Χαμίτ περιόρισε τους υπουργούς του στον ρόλο απλών γραμματέων και συγκέντρωσε μεγάλο μέρος της διοίκησης της Αυτοκρατορίας εις τα ίδια τα χέρια. Η δημοσιονομική αφερεγγυότητα, το κενό δημόσιο ταμείο, η εξέγερση του 1875 στη Βοσνία–Ερζεγοβίνη, ο πόλεμος με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, το αποτέλεσμα του Ρωσοτουρκικού Πολέμου και η ευρωπαϊκή κατακραυγή για την καταστολή της βουλγαρικής εξεγέρσεως συνέτειναν στην επιφύλαξή του έναντι σημαντικών μεταρρυθμίσεων.[6]
Η έμφαση που έδωσε στην εκπαίδευση οδήγησε στην ίδρυση 18 επαγγελματικών σχολών· και το 1900 ιδρύθηκε το Νταριουλφουνούν-ι Σαχανέ (Darülfünûn-u Şahâne), που σήμερα αποτελεί το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα, δημιούργησε εκτεταμένο δίκτυο δημοτικών, γυμνασιακών και στρατιωτικών σχολών σε όλη την Αυτοκρατορία. Πενήντα ένα γυμνάσια ανεγέρθηκαν μέσα σε διάστημα δώδεκα ετών (1882–1894). Σκοπός των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων της χαμιδικής περιόδου ήταν η αντιμετώπιση της ξένης επιρροής· έτσι, τα γυμνάσια χρησιμοποίησαν ευρωπαϊκές διδακτικές μεθόδους, καλλιεργώντας παράλληλα ισχυρή οθωμανική εθνική ταυτότητα και ισλαμική ηθικότητα στους μαθητές.
Ο Αμπντούλ Χαμίτ αναδιοργάνωσε επίσης το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ανέπτυξε τα σιδηροδρομικά και τηλεγραφικά δίκτυα της Αυτοκρατορίας. Το τηλεγραφικό σύστημα επεκτάθηκε ώστε να φθάνει στα πιο απομακρυσμένα εδάφη της. Σιδηρόδρομοι συνέδεσαν την Κωνσταντινούπολη με τη Βιέννη το 1883, και λίγο αργότερα το θρυλικό Οριάν Εξπρές συνέδεσε το Παρίσι με την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη βασιλεία του, η σιδηροδρομική υποδομή εντός της Αυτοκρατορίας επεκτάθηκε ώστε να ενώνει την οθωμανική Ευρώπη και την Ανατολία με την πρωτεύουσα, ενισχύοντας έτσι την επιρροή της Κωνσταντινουπόλεως στην επικράτεια.
Ο Αμπντούλ Χαμίτ εισήγαγε νομοθεσία κατά του δουλεμπορίου μέσω της Αγγλο-Οθωμανικής Συμβάσεως του 1880 και του Κανονισμού του 1889 (Kanunname). Έλαβε δε αυστηρά μέτρα ασφαλείας. Η ανάμνηση της καθαιρέσεως του Αμπντούλ Αζίζ τον είχε πείσει ότι η συνταγματική διακυβέρνηση δεν ήταν ασφαλής επιλογή. Ως εκ τούτου, η ροή πληροφοριών ετέθη υπό στενό έλεγχο και ο Τύπος υπέστη αυστηρή λογοκρισία. Μυστική αστυνομία (Umur-u Hafiye) και εκτεταμένο δίκτυο πληροφοριοδοτών λειτουργούσαν σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία, ενώ πολλές εξέχουσες προσωπικότητες της Δεύτερης Συνταγματικής Περιόδου και των μεταγενεστέρων οθωμανικών κρατών συνελήφθησαν ή εξορίσθηκαν. Τα σχολικά αναλυτικά προγράμματα επιθεωρούνταν στενά ώστε να αποτρέπεται η διάδοση αντιπολιτευτικών ιδεών. Ειρωνικά, τα ίδια σχολεία που ίδρυσε και επιχείρησε να ελέγξει ο Αμπντούλ Χαμίτ κατέστησαν «εστίες δυσαρέσκειας», καθώς μαθητές και διδάσκαλοι δυσανασχετούσαν με τους αδέξιους περιορισμούς της λογοκρισίας.
Αρμενικό Ζήτημα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Από περίπου το 1890, οι Αρμένιοι άρχισαν να απαιτούν την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που τους είχαν υποσχεθεί στη διάρκεια του Συνεδρίου του Βερολίνου. Για να αποτρέψει την υλοποίηση αυτών των μέτρων, το 1890–91 ο Αμπντούλ Χαμίτ παραχώρησε ημιεπίσημο καθεστώς στους ληστές που ήδη ασκούσαν σφοδρές διώξεις κατά των Αρμενίων στις επαρχίες. Αυτοί, αποτελούμενοι κυρίως από Κούρδους και άλλες εθνοτικές ομάδες, όπως οι Τουρκμάνοι, και εφοδιασμένοι με όπλα από το κράτος, ήρθαν να ονομαστούν «Αλαιοί Χαμιδιγιέ» («Χαμιδιανά Συντάγματα»). Οι Χαμιδιγιέ και οι Κούρδοι ληστές έλαβαν πλήρη ελευθερία να επιτίθενται στους Αρμένιους, καταλαμβάνοντας αποθέματα σιτηρών και τροφίμων, εκδίωκαν το ζωικό κεφάλαιο και προέβαιναν σε καταστροφή της περιουσίας τους, έχοντας την πεποίθηση ότι δεν θα τιμωρούνταν, καθώς υποχρεούνταν μόνο σε στρατοδικείο.
Απέναντι σε αυτή τη βία, οι Αρμένιοι ίδρυσαν επαναστατικές οργανώσεις: το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα των Χουντζακιάν (Χουντζάκ, ιδρυθέν στη Ελβετία το 1887) και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία (ARF ή Ντασνακτσουτιούν, ιδρυθείσα το 1890 στο Τιφλίς). Η αναταραχή εντάθηκε και συγκρούσεις σημειώθηκαν το 1892 στη Μερζίφον και το 1893 στο Τοκάτ. Ο Αμπντούλ Χαμίτ κατέπνιξε τις εξεγέρσεις με σφοδρές μεθόδους. Ως αποτέλεσμα, 300.000 Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους στις λεγόμενες «Χαμιδιανές Σφαγές». Η είδηση των σφαγών διαδόθηκε ευρέως στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από ξένες κυβερνήσεις και ανθρωπιστικές οργανώσεις, οι οποίες τον χαρακτήρισαν ως «Κόκκινο Σουλτάνο» και «Άρρωστο άνθρωπο της Ευρώπης». Στις 21 Ιουλίου 1905, η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία επιχείρησε να τον δολοφονήσει με αυτοκίνητο-βόμβα κατά τη διάρκεια δημόσιας εμφάνισης, αλλά η βόμβα εξερράγη νωρίτερα από το προβλεπόμενο, σκοτώνοντας 26 και τραυματίζοντας 58 (εκ των οποίων οι 4 υπέκυψαν κατά τη θεραπεία τους στο νοσοκομείο), ενώ καταστράφηκαν 17 αυτοκίνητα. Η συνεχιζόμενη αυτή επιθετικότητα, σε συνδυασμό με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την αρμενική επιθυμία για μεταρρυθμίσεις, οδήγησε τις δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις να αναλάβουν πιο ενεργό ρόλο στις υποθέσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αμπντούλ Χαμίτ επέζησε και από μία απόπειρα δολοφονίας το 1904 με μαχαίρωμα.[7]
Εξωτερική Πολιτική
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ένα παράδειγμα της εξαιρετικής ισλαμικής κληρονομιάς που αναδείχθηκε κατά την περίοδο του Αμπντούλ Χαμίτ είναι η επιγραφή που κρεμόταν στην Πόρτα της Μετανοίας της Καάμπα το 1897 και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1898. Είχε κατασκευαστεί στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. Το όνομά του είναι υφασμένο στην πέμπτη γραμμή, ακολουθώντας έναν στίχο από το Κοράνι.
Ο Αμπντούλ Χαμίτ δεν πίστευε ότι το κίνημα των Ταζιμάτ θα μπορούσε να επιτύχει στη σύνθεση των διαφορετικών λαών της Αυτοκρατορίας σε μια κοινή ταυτότητα, όπως η Οθωμανική ταυτότητα (Οθωμανισμός). Αντίθετα, υιοθέτησε μια νέα ιδεολογική αρχή, τον Πανισλαμισμό. Δεδομένου ότι από το 1517 οι Οθωμανοί σουλτάνοι κατείχαν και τον τίτλο του Χαλίφη, επιθυμούσε να προάγει αυτό το γεγονός και να ενισχύσει το Οθωμανικό Χαλιφάτο. Απευθυνόμενος στην τεράστια εθνολογική ποικιλία της Αυτοκρατορίας, πίστευε ότι το Ισλάμ ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ενωθεί το έθνος του.
Ο Πανισλαμισμός ενθάρρυνε τους μουσουλμάνους που ζούσαν υπό ευρωπαϊκές δυνάμεις να ενωθούν σε έναν κοινό πολιτικό σχηματισμό. Αυτό προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις από αρκετές ευρωπαϊκές χώρες: η Αυστρία μέσω των μουσουλμάνων της Βοσνίας, η Ρωσία μέσω των Τατάρων και Κούρδων, η Γαλλία και η Ισπανία μέσω των μουσουλμάνων του Μαρόκου, και η Βρετανία μέσω των μουσουλμάνων της Ινδίας. Τα προνόμια των ξένων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εμπόδιζαν την αποτελεσματική διακυβέρνηση, περιορίστηκαν. Στο τέλος της βασιλείας του, ο Αμπντούλ Χαμίτ έδωσε τελικά χρηματοδότηση για την έναρξη κατασκευής δύο στρατηγικής σημασίας σιδηροδρομικών γραμμών: της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης και της Κωνσταντινούπολης-Μεδίνας, οι οποίες θα διευκόλυναν το ταξίδι για την εκτέλεση του Χατζ στην Μέκκα. Μετά την καθαίρεσή του, η Νεο-Οθωμανική Νεολαία επιτάχυνε και ολοκλήρωσε την κατασκευή των σιδηροδρόμων αυτών. Αποστολές ιεραποστόλων στάλθηκαν σε απομακρυσμένες χώρες για να κηρύξουν το Ισλάμ και την ανωτερότητα του Χαλίφη.
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Αμπντούλ Χαμίτ αρνήθηκε την πρόταση του Θεόδωρου Χερτζλ να αποπληρώσει μεγάλο μέρος του οθωμανικού χρέους (150 εκατομμύρια λίρες στερλίνες σε χρυσό) σε αντάλλαγμα για ένα χάρτη που θα επέτρεπε στους Σιωνιστές να εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη. Η φημισμένη φράση του προς τον πληρεξούσιο του Χερτζλ ήταν: «Όσο ζω, δεν θα επιτρέψω να χωριστεί το σώμα μας· μόνο το πτώμα μας μπορούν να το διαμελίσουν».
Αμερική και Φιλιππίνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Το 1898, ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Τζον Χέι, ζήτησε από τον Πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Όσκαρ Στράους, να παρακαλέσει τον Αμπντούλ Χαμίτ, με την ιδιότητά του ως Χαλίφη, να στείλει επιστολή στους Μουσουλμάνους του Σουλού, μιας υποομάδας των Μορώ, του Σουλτανάτου του Σουλού στις Φιλιππίνες, ζητώντας τους να μην ενταχθούν στην Εξέγερση των Μορώ και να υποταχθούν στην αμερικανική επικυριαρχία και στρατιωτική διοίκηση. Ο Σουλτάνος συμμορφώθηκε με το αίτημα των Αμερικανών και έστειλε την επιστολή, η οποία στάλθηκε στη Μέκκα και από εκεί μεταφέρθηκε στο Σουλού από δύο αρχηγούς του Σουλού. Η επιστολή είχε αποτέλεσμα, καθώς οι «Σουλουχάδες Μουσουλμάνοι... αρνήθηκαν να ενταχθούν στους επαναστάτες και υποτάχθηκαν στον έλεγχο του στρατού μας, αναγνωρίζοντας έτσι την αμερικανική κυριαρχία.» Παρά την «πανισλαμική» ιδεολογία του Αμπντούλ Χαμίτ, εκείνος συμφώνησε εύκολα με το αίτημα του Στράους να καλέσει τους Μουσουλμάνους του Σουλού να μην αντισταθούν στην Αμερική, καθώς δεν ήθελε να προκαλέσει εχθρότητες μεταξύ της Δύσης και των Μουσουλμάνων. Η συνεργασία μεταξύ του αμερικανικού στρατού και του Σουλτανάτου του Σουλού οφειλόταν στην πειθώ του Οθωμανού Σουλτάνου προς τον Σουλτάνο του Σουλού. Ο Τζον Π. Φίνλεϊ έγραψε:
Μετά από προσεκτική εξέταση αυτών των γεγονότων, ο Σουλτάνος, ως Χαλίφης, έστειλε μήνυμα στους Μουσουλμάνους των Φιλιππίνων, απαγορεύοντας τους να εμπλακούν σε οποιαδήποτε εχθροπραξία κατά των Αμερικανών, δεδομένου ότι η αμερικανική διοίκηση δεν θα παρενέβαινε στα θρησκευτικά τους ζητήματα. Δεδομένου ότι οι Μορώ δεν είχαν ζητήσει τίποτε περισσότερο από αυτό, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αρνήθηκαν όλες τις προτάσεις που έγιναν από τους πράκτορες του Αγιναλντό, κατά τη διάρκεια της Φιλιππινέζικης Εξέγερσης. Ο Πρόεδρος ΜακΚίνλεϊ έστειλε προσωπική επιστολή ευχαριστίας στον κ. Στράους για την εξαιρετική δουλειά του, λέγοντας ότι η ολοκλήρωσή της είχε σώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες τουλάχιστον από 20.000 στρατιώτες στον πόλεμο.
Ο Πρόεδρος ΜακΚίνλεϊ δεν ανέφερε τον ρόλο του Οθωμανού Σουλτάνου στην εξημέρωση των Μορώ του Σουλού στην ομιλία του στην πρώτη συνεδρίαση του 56ου Κογκρέσου τον Δεκέμβριο του 1899, καθώς η συμφωνία με τον Σουλτάνο του Σουλού δεν υποβλήθηκε στη Γερουσία παρά μόνο στις 18 Δεκεμβρίου. Η Συνθήκη του Μπέιτς, που υπέγραψαν οι Αμερικανοί με το Σουλτανάτο των Μορώ Σουλού, η οποία εγγυόταν την αυτονομία του Σουλτανάτου σε εσωτερικά ζητήματα και διακυβέρνηση, παραβιάστηκε από τους Αμερικανούς, οι οποίοι στη συνέχεια εισέβαλαν στη Μορογένα και προκαλώντας την Εξέγερση των Μορώ το 1904. Ο πόλεμος ξέσπασε μεταξύ των Αμερικανών και των Μουσουλμάνων Μορώ, με αθλιότητες κατά γυναικών και παιδιών, όπως η Σφαγή του Κρατήρα των Μορώ.
Υποστήριξη της Γερμανίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ επιχείρησε να επικοινωνήσει με τους Κινέζους Μουσουλμάνους στρατιώτες που υπηρετούσαν στον αυτοκρατορικό στρατό των Κινέζων, υπό τον στρατηγό Ντονγκ Φουξιάνγκ· αυτοί ήταν γνωστοί ως οι «Κουάνσου Μπρέιβς». Οι σχέσεις της Τριπλής Συμμαχίας – του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ρωσίας – με την Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν επιδεινωθεί. Ο Αμπντούλ Χαμίτ και οι στενοί του σύμβουλοι πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ισότιμος παίκτης από αυτές τις μεγάλες δυνάμεις. Στην άποψη του Σουλτάνου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μία ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, η οποία διακρινόταν από το γεγονός ότι είχε περισσότερους Μουσουλμάνους από Χριστιανούς.
Με την πάροδο του χρόνου, η εχθρική διπλωματική στάση της Γαλλίας (με την κατοχή της Τυνησίας το 1881) και της Βρετανίας (με την εγκαθίδρυση de facto ελέγχου στην Αίγυπτο το 1882) ώθησαν τον Αμπντούλ Χαμίτ να στραφεί προς τη Γερμανία. Ο Αμπντούλ Χαμίτ υποδέχθηκε δύο φορές τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ στην Κωνσταντινούπολη, στις 21 Οκτωβρίου 1889 και στις 5 Οκτωβρίου 1898. (Ο Γουλιέλμος Β΄ επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη για τρίτη φορά, στις 15 Οκτωβρίου 1917, ως καλεσμένος του Μωάμεθ Ε΄.) Γερμανοί αξιωματικοί όπως ο Βαρόνος φον ντερ Γκόλτς και ο Μπόδο-Μπόρις φον Ντίτφουρτ προσλήφθηκαν για να επιβλέπουν την οργάνωση του οθωμανικού στρατού.
Γερμανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι ήρθαν επίσης για να reorganize τα οικονομικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Φημολογείται ότι ο Γερμανός αυτοκράτορας συμβούλευσε τον Αμπντούλ Χαμίτ στην αμφιλεγόμενη απόφασή του να διορίσει τον τρίτο του γιο ως διάδοχο.[51] Η φιλία της Γερμανίας δεν ήταν αλτρουιστική· έπρεπε να καλλιεργηθεί με παραχωρήσεις σε σιδηροδρομικά έργα και δάνεια. Το 1899, η σημαντική επιθυμία της Γερμανίας, η κατασκευή σιδηροδρόμου Βερολίνου-Βαγδάτης, ικανοποιήθηκε.
Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ ζήτησε επίσης τη βοήθεια του Σουλτάνου όταν αντιμετώπισε προβλήματα με τους Κινέζους Μουσουλμάνους στρατιώτες. Κατά την διάρκεια της Εξέγερσης των Μπόξερς, οι Κινέζοι Μουσουλμάνοι Κουάνσου Μπρέιβς αντιμετώπισαν τον Γερμανικό Στρατό, κατατρόπωσαν αυτούς και τις δυνάμεις της Συμμαχίας των Οκτώ Εθνών. Οι Μουσουλμάνοι Κουάνσου Μπρέιβς και οι Μπόξερς κατέτρωσαν τις δυνάμεις της Συμμαχίας των Οκτώ Εθνών, η οποία καθοδηγούνταν από τον Γερμανό καπετάνιο Γκουίντο φον Ούζεντομ, στη μάχη του Λανγκφάνγκ κατά την εκστρατεία Σέιμουρ το 1900. Οι Κινέζοι Μουσουλμάνοι και οι Μπόξερς περικύκλωσαν τις δυνάμεις της Συμμαχίας κατά την Πολιορκία των Διεθνών Νομοθεσιών. Μόνο στη δεύτερη προσπάθεια, κατά την Εκστρατεία Γκασαλή, οι δυνάμεις της Συμμαχίας κατάφεραν να προχωρήσουν για να αντιμετωπίσουν τους Κινέζους Μουσουλμάνους στη μάχη του Πεκίνου. Ο Γουλιέλμος Β΄, σοκαρισμένος από την αντίσταση των Κινέζων Μουσουλμάνων, ζήτησε από τον Αμπντούλ Χαμίτ να βρει τρόπο να σταματήσει τους Μουσουλμάνους στρατιώτες από το να συνεχίσουν να μάχονται εναντίον των Συμμαχικών δυνάμεων. Ο Αμπντούλ Χαμίτ συμφώνησε με το αίτημα του Γουλιέλμου και απέστειλε τον Χασάν Ενβέρ Πασά (όχι συγγενή με τον ηγέτη των Νεότουρκων, Ενβέρ Πασά) στην Κίνα το 1901, όμως η Εξέγερση είχε τελειώσει μέχρι τότε. Επειδή οι Οθωμανοί δεν ήθελαν να έρθουν σε σύγκρουση με τις ευρωπαϊκές χώρες και επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία προσπαθούσε να κερδίσει τη γερμανική υποστήριξη, εκδόθηκε διαταγή από τον Οθωμανό Χαλίφη, η οποία ζητούσε από τους Κινέζους Μουσουλμάνους να μην βοηθήσουν τους Μπόξερς. Η διαταγή ανατυπώθηκε στις εφημερίδες της Αιγύπτου και των Μουσουλμάνων της Ινδίας.
Αντίσταση και Πολιτική Αντιπολίτευση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ απέκτησε πολλούς εχθρούς κατά τη διάρκεια της βασιλείας του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η διακυβέρνησή του σημαδεύτηκε από πολλές απόπειρες πραξικοπημάτων και αναταραχές. Ο Σουλτάνος επικράτησε σε μια πρόκληση από τον Κάμιλ Πασά για την απόλυτη εξουσία το 1895. Μια μεγάλη συνωμοσία από την Επιτροπή Ενωμένων Προοδευτικών (CUP) απέτυχε κατά την απόπειρα πραξικοπήματος το 1896. Η εξουσία του Σουλτάνου έληξε τελικά με την επανάσταση του 1908 και την ολοκληρωτική του καθαίρεση κατά το Περιστατικό της 31ης Μαρτίου. Οι συνωμοσίες αυτές καθοδηγήθηκαν κυρίως από μέλη της οθωμανικής κυβέρνησης, λόγω της δυσαρέσκειας τους με την απολυταρχία. Οι δημοσιογράφοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το αυστηρό καθεστώς λογοκρισίας, ενώ οι διανοούμενοι αναγκάζονταν να υπομένουν την επιτήρηση των μυστικών υπηρεσιών. Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που προέκυψε ένα ευρύ αντιπολιτευτικό κίνημα κατά του Σουλτάνου, το οποίο έγινε γνωστό ως οι «Νεότουρκοι» για τους Ευρωπαίους παρατηρητές. Οι περισσότεροι από τους Νέους Τούρκους ήταν φιλόδοξοι αξιωματικοί του στρατού, συνταγματιστές και γραφειοκράτες της Υψηλής Πύλης.
Με την πολιτική της κυβέρνησης να ενισχύει τον Ισλαμιστικό Οθωμανισμό, οι χριστιανικές μειονότητες άρχισαν να στραφούν κατά της κυβέρνησης, φτάνοντας να υπερασπιστούν ακόμα και τον διαχωρισμό. Από τη δεκαετία του 1890, ελληνικές, βουλγαρικές, σερβικές και αρωμανικές ένοπλες ομάδες άρχισαν να μάχονται κατά των Οθωμανικών Αρχών, αλλά και μεταξύ τους, στον Μακεδονικό πόλεμο. Χρησιμοποιώντας το άρθρο «Ιδάρ-ε ι-Ορφίγιε», έναν όρο από την εκλιπούσα οθωμανική συνταγματική τάξη, που συγκρίνονταν με την κήρυξη κατάστασης πολιορκίας, η κυβέρνηση ανέστειλε τα πολιτικά δικαιώματα στις βαλκανικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το «Ιδάρ-ε ι-Ορφίγιε» εφαρμόστηκε και στη Ανατολική Ανατολία για να καταστείλει πιο αποτελεσματικά τις ενέργειες των Φενταγύι.
Η εκπαίδευση των μουσουλμάνων γυναικών, ιδιαίτερα αυτών που είχαν σπουδάσει, ήταν ένα ακόμα πεδίο έντονων αντιφάσεων. Η εφαρμογή των Σαλαφιστικών Χαττ, τα οποία απαιτούσαν τη χρήση πέπλου εκτός σπιτιού και τη συνοδεία από άντρες, προκάλεσε αντιδράσεις, αν και οι εν λόγω διατάξεις αγνοούνταν συχνά στην πράξη.
Επανάσταση των Νεότουρκων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η ταπείνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον Μακεδονικό Αγώνα, μαζί με την απογοήτευση του στρατού απέναντι στους κατασκόπους και τους πληροφοριοδότες του παλατιού, οδήγησε τελικά σε κρίσιμη κατάσταση. Η Επιτροπή Ενωμένων Προοδευτικών (CUP), μια οργάνωση Νέων Τούρκων που είχε ιδιαίτερη επιρροή στις μονάδες του στρατού της Ρούμελης, ανέλαβε την Επανάσταση των Νέων Τούρκων το καλοκαίρι του 1908. Μόλις έμαθε ότι τα στρατεύματα από τη Θεσσαλονίκη πορεύονταν προς την Κωνσταντινούπολη (23 Ιουλίου), ο Αμπντούλ Χαμίτ υποχώρησε. Στις 24 Ιουλίου, εκδόθηκε ιραντέ (διάταγμα) που ανακοίνωνε την αποκατάσταση του ανασταλθέντος συντάγματος του 1876· την επόμενη μέρα, νέα ιραντέ κατήργησαν την κατασκοπεία και τη λογοκρισία, και διέταξαν την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων.[8]
Στις 17 Δεκεμβρίου, ο Αμπντούλ Χαμίτ επαναλειτούργησε τη Γενική Συνέλευση με λόγο από το θρόνο, στον οποίο ανέφερε ότι το πρώτο κοινοβούλιο είχε «ανασταλεί προσωρινά έως ότου η εκπαίδευση του λαού να έχει ανέλθει σε επαρκώς υψηλό επίπεδο με την επέκταση της εκπαίδευσης σε όλη την αυτοκρατορία.»
Καθαιρέση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η νέα στάση του Αμπντούλ Χαμίτ δεν τον γλίτωσε από τις υποψίες περί συνωμοσίας με τα ισχυρά αντιδραστικά στοιχεία του κράτους, μια υποψία που επιβεβαιώθηκε από τη στάση του απέναντι στην αντεπανάσταση της 13ης Απριλίου 1909, γνωστή ως Περιστατικό της 31ης Μαρτίου, όταν μια εξέγερση των στρατιωτών, υποστηριζόμενη από συντηρητικές αναταραχές σε κάποιες περιοχές του στρατού στην πρωτεύουσα, ανέτρεψε την κυβέρνηση του Χουσεΐν Χιλμί Πασά. Με τους Νέους Τούρκους να έχουν εκδιωχθεί από την πρωτεύουσα, ο Αμπντούλ Χαμίτ διόρισε τον Αχμέτ Τευφίκ Πασά στη θέση του και, για άλλη μια φορά, αναστάλθηκε το σύνταγμα και έκλεισε το κοινοβούλιο. Ωστόσο, ο Σουλτάνος ελέγχει μόνο την Κωνσταντινούπολη, ενώ οι Ενωτικοί παρέμεναν ισχυροί στον υπόλοιπο στρατό και τις επαρχίες. Η CUP ζήτησε τη βοήθεια του Μαχμούτ Σεβκέτ Πασά για να αποκαταστήσει την κατάσταση. Ο Σεβκέτ Πασά οργάνωσε μια ad hoc στρατιωτική δύναμη γνωστή ως «Στρατός Δράσης», που πορεύθηκε προς την Κωνσταντινούπολη. Ο αρχηγός του επιτελείου του Στρατού Δράσης ήταν ο καπετάνιος Μουσταφά Κεμάλ. Ο Στρατός Δράσης σταμάτησε πρώτα στην Αγία Στεφανία και διαπραγματεύτηκε με την αντίπαλη κυβέρνηση που είχε σχηματιστεί από τους βουλευτές που είχαν διαφύγει από την πρωτεύουσα και ηγείτο από τον Μεχμέτ Ταλάτ. Εκεί αποφασίστηκε μυστικά ότι ο Αμπντούλ Χαμίτ έπρεπε να καθαιρεθεί. Όταν ο Στρατός Δράσης εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη, εκδόθηκε φετφά που καταδίκαζε τον Αμπντούλ Χαμίτ, και το κοινοβούλιο ψήφισε για την καθαίρεσή του. Στις 27 Απριλίου, ο ετεροθαλής αδελφός του Αμπντούλ Χαμίτ, Ρεσχάτ Εφέντι, ανακηρύχθηκε Σουλτάνος Μεχμέτ Ε΄.
Η αντεπανάσταση του Σουλτάνου, που είχε απευθυνθεί στους συντηρητικούς Ισλαμιστές κατά των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων των Νέων Τούρκων, είχε ως αποτέλεσμα τη σφαγή δεκάδων χιλιάδων Χριστιανών Αρμενίων στην επαρχία των Αδάνων, γνωστή ως η Σφαγή των Αδάνων.
Μετά την καθαίρεση και θάνατος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ μεταφέρθηκε υπό αιχμαλωσία στη Θεσσαλονίκη, όπου τοποθετήθηκε στη Βίλα Αλλατίνι, στα νότια προάστια της πόλης. Το 1912, μετά την απελευθέρωση της πόλης, επανήλθε σε αιχμαλωσία στην Κωνσταντινούπολη. Περίπου στα τελευταία του χρόνια, πέρασε τον χρόνο του μελετώντας, εξασκούμενος στην ξυλουργική και γράφοντας τα απομνημονεύματά του υπό κράτηση στο ανάκτορο Μπεηλέρμπεη, στον Βόσπορο, παρέα με το χαρέμι και τα παιδιά του. Εκεί απεβίωσε το 1918, έχοντας κυβερνήσει για 33 έτη, την δεύτερη μακροβιότερη βασιλεία στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1930, οι εννέα χήρες του και τα δεκατρία παιδιά του έλαβαν 50 εκατομμύρια δολάρια από την περιουσία του, κατόπιν αγωγής διάρκειας πέντε χρόνων. Η περιουσία του εκτιμάται ότι άγγιξε τα 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια.
Νεότερες εκτιμήσεις επισημαίνουν τη συμβολή του στην προώθηση της εκπαίδευσης και την ανάπτυξη των δημόσιων έργων, παρουσιάζοντας τη βασιλεία του ως συνέχεια και κορύφωση των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ. Από την άνοδο του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και εξής, παρατηρείται αναβίωση της προσωπολατρίας του Αμπντούλ Χαμίτ, την οποία αρκετοί μελετητές ερμηνεύουν ως απόπειρα εξισορρόπησης της κυρίαρχης εθνικής αφήγησης που επικεντρώνεται στον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ ως θεμελιωτή της σύγχρονης Τουρκίας.[9][10][11][12]
Οικογένεια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Σύζυγοι
- Ναζικεντά Καντινεφέντι
- Μπεντριφελέκ Καντινεφέντι
- Σαφινάζ Νουρεφσούν Καντινεφέντι
- Μπιντάρ Καντινεφέντι
- Ντιλπεσέντ Καντινεφέντι
- Μεζιντέ Μεστάν Καντινεφέντι
- Εμσαλινούρ Καντινεφέντι
- Ντεστιζέρ Μιουσφικά Καντινεφέντι
- Σαζκάρ Χανιμεφέντι
- Πεγιεβεστέ Χανιμεφέντι
- Φατμά Πεσέντ Χανιμεφέντι
- Μπεχιτζέ Χανιμεφέντι
- Σαλιχά Νατσιγιέ Χανιμεφέντι
- Ντουρντανέ Χανιμεφέντι
- Τζαλιμπός Χανιμεφέντι
- Σιμπερβέρ Ναζλιγιάρ Χανιμεφέντι
- Νεβτσεντίντ Χανιμεφέντι
- Μπεργκιουζάρ Χανιμεφέντι
- Λεβαντίτ Χανιμεφέντι
- Εμπρού Χανιμεφέντι
- Σερμελέκ Χανιμεφέντι
- Γκεβχερίζ Χανιμεφέντι
Παιδιά
- Ουλβιγιέ Σουλτάν (1868-1875), κόρη της Ναζικεντά Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Σελίμ Εφέντι (1870-1937), γιος της Μπεντριφελέκ Καντινεφέντι
- Ζεκιγιέ Σουλτάν (1872-1950), κόρη της Μπεντριφελέκ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Αμπντούλ Καντίρ Εφέντι (1878-1944), γιος της Μπιντάρ Καντινεφέντι
- Φατμά Ναϊμέ Σουλτάν (1876-1945), κόρη της Μπιντάρ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Αχμέτ Νουρί Εφέντι (1878-1944), γιος της Μπεντριφελέκ Καντινεφέντι
- Ναϊλέ Σουλτάν (1884-1957), κόρη της Ντιλπεσέντ Καντινεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Μπουρχανεντίν Εφέντι (1885-1949), γιος της Μεζιντέ Μεστάν Καντινεφέντι
- Σαντιγιέ Σουλτάν (1886-1977), κόρη της Εμσαλινούρ Καντινεφέντι
- Χαμιντέ Αϊσέ Σουλτάν (1887-1960), κόρη της Ντεστιζέρ Μιουσφικά Καντινεφέντι
- Ρεφιά Σουλτάν (1891-1938), κόρη της Σαζκάρ Χανιμεφέντι
- Ηγεμόνας Αμπντουραχίμ Χαϊρί Εφέντι (1894-1952), γιος της Πεγιεβεστέ Χανιμεφέντι
- Χατιτζέ Σουλτάν (1897-1898), κόρη της Φατμά Πεσέντ Χανιμεφέντι
- Αλιγιέ Σουλτάν (1900-1900)
- Τζεμιλέ Σουλτάν (1900-1900)
- Ηγεμόνας Αχμέτ Νουρεντίν Εφέντι (1901-1944), γιος της Μπεχιτζέ Χανιμεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Μπεντρεντίν Εφέντι (1901-1903), γιος της Μπεχιτζέ Χανιμεφέντι
- Ηγεμόνας Μεχμέτ Άμπιντ Εφέντι (1905-1973), γιος της Σαλιχά Νατσιγιέ Χανιμεφέντι
- Σαμιγιέ Σουλτάν (1908-1909), κόρη της Σαλιχά Νατσιγιέ Χανιμεφέντι
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Overy, Richard σελ. 252, 253 (2010)
- ↑ Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 16. Αθήνα: Δομή. 2010. σελ. 15. ISBN 978-960-617-701-9.
- ↑ Deringil, Selim (April 2003). «'They Live in a State of Nomadism and Savagery': The Late Ottoman Empire and the Post-Colonial Debate». Comparative Studies in Society and History 45 (2): 311–342. doi:. https://www.jstor.org/stable/3879318.
- ↑ «Abdulhamid II | Biography, History, & Facts | Britannica». www.britannica.com (στα Αγγλικά). 17 Σεπτεμβρίου 2025. Ανακτήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2025.
- ↑ Freely, John (1998). Istanbul: The Imperial City (στα Αγγλικά). London; New York: Penguin Books. σελ. 282. ISBN 978-0-14-024461-8.
- ↑ Deringil, Selim (2003). «"They Live in a State of Nomadism and Savagery": The Late Ottoman Empire and the Post-Colonial Debate». Comparative Studies in Society and History 45 (2): 311–342. ISSN 0010-4175. https://www.jstor.org/stable/3879318.
- ↑ Panossian, Razmik (27 Μαΐου 2006). The Armenians: From Kings and Priests to Merchants and Commissars. Columbia University Press. ISBN 978-0-231-51133-9.
- ↑ «SULTAN BEATEN CAPITAL FALLS 6,000 ARE SLAIN; The Macedonian Army Suddenly Storms Constantinople and Puts Defenders to Rout. SULTAN STILL IN PALACE Unsubmissive and Surrounded by Foes -- People Welcome Victors and Demand Ruler's Death. HARD FIGHTS AT BARRACKS Artillery Pounds Refuges of Sultan's Guards, but They Keep Up Battle for Hours. AMERICAN WRITER IS SHOT Italian Sailor Killed -- Embassies and Foreign Quarters Well Guarded by Macedonians. SULTAN MAY KEEP THRONE Embassy Report That He Will Stay as Constitutional Monarch with Restricted Powers. (Published 1909)» (στα αγγλικά). 1909-04-25. https://www.nytimes.com/1909/04/25/archives/sultan-beaten-capital-falls-6000-are-slain-the-macedonian-army.html. Ανακτήθηκε στις 2025-09-26.
- ↑ Zürcher, Erik Jan (1998). Turkey: a modern history (New rev. ed., reprinted with corrections έκδοση). London: Tauris. ISBN 978-1-86064-222-7.
- ↑ «Abdulhamid II: An autocrat, reformer and the last stand of the Ottoman Empire». Middle East Eye (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2025.
- ↑ Yetkin, Murat (29 Ιουλίου 2020). «Abdülhamid: yazdım diye MİT sitesinden çıkarabilirler ama». Yetkin Report (στα Τουρκικά). Ανακτήθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2025.
- ↑ Eldem, Edhem (2018). «Sultan Abdülhamid II: Founding Father of the Turkish State? (Keynote Address)». Journal of the Ottoman and Turkish Studies Association 5 (2): 25–46. ISSN 2376-0702. https://muse.jhu.edu/pub/3/article/735596.