Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας
Constantine II of Scotland.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 9ος αιώνας[1]
Σκωτία
Θάνατος 952
St Andrews
Τόπος ταφής St Andrews
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πνευματικός
μονάρχης
Οικογένεια
Τέκνα Ίντουλφ της Σκωτίας
Γονείς Εντ μακ Κένεθ
Οικογένεια Οίκος των Αλπίνων
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα Αββάς
μονάρχης της Σκωτίας (900–943)

Ο Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας (αρχαία γαελικά: Constantin mac Aeda, σύγχρονα γαελικά: Coiseam mac Aoidh, ... - 952) βασιλιάς της Σκωτίας (900 - 943) ήταν γιος του Εντ μακ Κένεθ, διαδέχθηκε τον Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας. Το βασίλειο της Άλμπα εμφανίζεται την εποχή του Κωνσταντίνου Β΄ στην θέση της σημερινής Σκωτίας, ο πυρήνας ήταν τα εδάφη γύρω από τον ποταμό Τάι. Τα νότια σύνορα ήταν στον ποταμό Φορθ, νοτιότερα βρισκόταν το Μόρεϊ Φέρθ και ίσως το Καίθνες αλλά τα δυτικά όρια ήταν αβέβαια. Η αλλαγή του βασιλικού τίτλου από βασιλιάς των Πικτών σε βασιλιάς της Άλμπα ήταν μια μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση που ιχνηλατείται την εποχή του Κωνσταντίνου Β΄.

Στην βασιλεία του όπως και των προκατόχων του κυριαρχούσαν οι επιδρομές των Βίκινγκ στα Βρετανικά νησιά ειδικά των Ουί Αιμάρ (των εγγονών του Αιμάρ ή του Άιβαρ του Ασπόνδυλου). Την εποχή του Κωνσταντίνου Β΄ τα νοτιότερα βασίλεια η Μερκία και το Ουέσσεξ επεκτάθηκαν βόρεια στην Νορθουμβρία. Οι παλιότεροι βασιλείς είχαν συμμαχήσει με τα νότια βασίλεια εναντίον των Βίκινγκ αλλά ο Κωνσταντίνος Β΄ συγκρούστηκε μαζί τους, ο Έθελσταν της Αγγλίας επιτυχώς δέχτηκε την υποταγή του Κωνσταντίνου την περίοδο 927 - 934. Οι δυο βασιλείς συγκρούστηκαν ξανά όταν ο Κωνσταντίνος συμμάχησε με τους Κέλτες του Στραθκλάιντ και τους Βίκινγκ κυβερνήτες του Δουβλίνου εναντίον του Έθελσταν (937), επιτέθηκαν στο Ουέσσεξ αλλά ηττήθηκαν στην σκληρή "μάχη του Μπρούνανμπουρ". Ο Κωνσταντίνος Β΄ παραιτήθηκε (943) και αποσύρθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα που πέθανε, τον διαδέχθηκε ο γιος του προκατόχου του Μάλκολμ Α΄ της Σκωτίας. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου Β΄ κράτησε 43 χρόνια, η Σκωτία επεκτάθηκε τόσο που μόνο ο Γουλιέλμος Α΄ της Αγγλίας κατάφερε να το κάνει, στάθηκε σημαντικός παράγοντας στον εκγαλατισμό των Σκωτσέζων και στις μοναστηριακές μεταρρυθμίσεις. Οι όροι Σκωτία και Σκωτσέζοι χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά την εποχή του. Οι διοικητικές και οι εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου Β΄ θα διατηρηθούν μέχρι την μεγάλη μεταρρυθμιστική επανάσταση του Δαυίδ Α΄ της Σκωτίας.

Ιστορικές πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας - έργο ανώνυμου Σκωτσέζου καλλιτέχνη (17ος αιώνας)

Σε αντίθεση με την Ιρλανδία και τους Άγγλο-Σάξονες ελάχιστες καταγραφές υπάρχουν για την Σκωτία τον 9ο και τον 10ο αιώνα. Η κύρια πηγή πληροφοριών ήταν τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα και οι κατάλογοι των βασιλέων από τον Κένεθ Α΄ της Αγγλίας μέχρι τον Κένεθ Β΄ της Αγγλίας, οι κατάλογοι διατηρούνται στο έγγραφο του Πόπλετον μια συλλογή του 13ου αιώνα. Το αρχικό τους σχήμα περιείχε το όνομα των βασιλέων και τα όρια της βασιλείας τους οι μετέπειτα πληροφορίες προστέθηκαν από τον 10ο μέχρι τον 13ο αιώνα, διασώθηκαν και νεότεροι κατάλογοι.[2][3] Τα γενεαλογικά δέντρα των απογόνων του Κένεθ Α΄ εμφανίζονται μετά τον 10ο αιώνα αλλά οι πληροφορίες που μας δίνουν στηρίχτηκαν σε προσωπικά συμφέροντα των συντακτών και δεν είχαν στόχο να δώσουν ιστορικά αξιόπιστες πληροφορίες .[4]

Για την συμβατική ιστορία οι βασικές πηγές είναι το Αγγλοσαξωνικό χρονικό και τα Ιρλανδικά χρονικά, τα διατάγματα που εκδόθηκαν στην Αγγλία παρέχουν επίσης πολλές πληροφορίες για τα γεγονότα στα βόρεια της χώρας.[5] Τα Σκανδιναβικά Σάγκας καταγράφουν ιστορικά γεγονότα στην Βρετανία τον 10ο αιώνα αλλά ο ρόλος τους σαν ιστορικές πηγές αμφισβητείται.[6] Οι Ευρωπαϊκές πηγές είναι ελάχιστες για τα γεγονότα στην βόρεια Αγγλία με μοναδική εξαίρεση το Γερμανικό έργο του 10ου αιώνα "η ζωή της Αγίας Αικατερίνης του Μετς" για να τιμηθεί η μνήμη της Αγίας που είχε ζήσει τα παιδικά της χρόνια στην βόρεια Αγγλία.[7] Μπορεί οι πηγές για τους Πίκτες να είναι πολύ περιορισμένες αλλά οι πληροφορίες για τις περιοχές γύρω από την Ιρλανδική θάλασσα στα δυτικά της Σκωτίας είναι ανύπαρκτες, μοναδική βοήθεια παρέχει η αρχαιολογία με την ανάλυση των τοπωνυμίων.[8]

Οι Πίκτες μέχρι τον Κωνσταντίνο Α΄[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην ανατολική Σκωτία κυρίαρχοι πριν τους Βίκινγκ ήταν οι Πίκτες του Φορτριού στις ακτές του Μόρεϊ Φέρθ, τον 9ο αιώνα οι Κέλτες της Νταλ Ριάτα υποτάχθηκαν στους βασιλείς του Φορτριού και στην οικογένεια του Κωνσταντίνου γιου του Φέργκους. Η οικογένεια του Κωνσταντίνου κυβέρνησε το Φορτριού από το 789, ο Κωνσταντίνος ήταν ευγενής του Όνγκους Α΄ των Πικτών από το 730. Η κυριαρχία του Φορτριού έληξε το 789 την χρονιά που σύμφωνα με τα Χρονικά του Ούλστερ ηττήθηκαν από τους Βίκινγκ και έπεσαν στην μάχη ο βασιλιάς Όουεν του Φορτρού, ο αδελφός του Μπραν ανιψιοί και οι δυο του Κωνσταντίνου, ο βασιλιάς της Νταλ Ριάτα Εντ μακ Μποάντα μαζί με πολλούς άλλους ευγενείς.[9] Οι θάνατοι οδήγησαν σε αστάθεια που κράτησε τουλάχιστον μια δεκαετία, το διάστημα αυτό πολλές οικογένειες προσπάθησαν να αναλάβουν την εξουσία των Πικτών, μεγάλος νικητής βγήκε γύρω στο 848 ο Κένεθ Α΄ της Σκωτίας, γενάρχης του Οίκου των Αλπίνων.[10]

Οι μετέπειτα μύθοι για τον Κένεθ Α΄ της Σκωτίας ή Κένεθ μακ Αλπίν του δημιουργού του βασιλείου των Σκωτσέζων τοποθετούν την ίδρυση του από το 843, την χρονιά που κατέστρεψε το βασίλειο των Πίκτων και εγκαινίασε μια νέα εποχή. Οι ιστορικές καταγραφές που διασώθηκαν από τον 9ο αιώνα στην Σκωτία όπως το Χρονικό των βασιλέων της Άλμπα και τα Ιρλανδικά Χρονικά τον καταγράφουν την εποχή του θανάτου του σαν "βασιλιά των Πίκτων", με τους ίδιους τίτλους καταγράφουν αργότερα τον αδελφό του Ντόναλντ Α΄ της Σκωτίας και τους γιους του Κωνσταντίνο Α΄ της Σκωτίας και Εντ μακ Κένεθ.[11] Το βασίλειο κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Κένεθ Α΄, η οικογένεια έμεινε γνωστή σαν Οίκος των Αλπίνων, οι Ιρλανδικές πηγές τους περιγράφουν σαν η γενιά του Μακ Αλπίν, κυβέρνησαν το πρώην βασίλειο του Φορτριού και τα εδάφη γύρω από τον ποταμό Τάι. Οι περιοχές που κυβέρνησε ο Κένεθ είναι αβέβαιες αλλά ακούγεται ότι επεκτάθηκε από το Φερθ του Φορθ στον νότο μέχρι το Μάουνθ στον βορά. Ο πυρήνας του βασιλείου έμοιαζε εκπληκτικά με τις παλιές κομητείες του Μερνς, του Φόρφαρ, του Περθ, του Φάιφ και του Κίνροζ, τα δυο βασικά εκκλησιαστικά κέντρα ήταν το αβαείο του Ντάνκελντ στο οποίο ηγούμενοι ήταν οι γενάρχες του μετέπειτα Οίκου του Ντάνκελντ και η επισκοπή του Σελλ Ριγκμοναίντ που εξελίχτηκε στην μετέπειτα επισκοπή του Αγίου Ανδρέα.[12] Ο γιος του Κένεθ Κωνσταντίνος έπεσε σε μάχη εναντίον των Βίκινγκ (876) βόρεια από την Νορθουμβρία (874), σύμφωνα με τους βασιλικούς καταλόγους, καταγράφεται ο 70ος και τελευταίος βασιλιάς των Πικτών.[13]

Βρετανία και Ιρλανδία στα τέλη του 9ου αιώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότερες τοποθεσίες που συνδέονται με τον Κωνσταντίνο Β΄

Ο βασιλιάς του Ουέσσεξ Αλφρέδος ο Μέγας πέθανε (899), ο Εδουάρδος ο Πρεσβύτερος κληρονόμησε τα εδάφη νότια του Τάμεση, η κόρη του Έθελφλιντ και ο σύζυγος της Έθελρεντ, λόρδος της Μερκίας κληρονόμησαν την Μερκία. Η θέση των Βίκινγκ βασιλείων στην ανατολική Βρετανία ειναι αβέβαιη, ο Έρικ ήταν βασιλιάς στην Ανατολική Αγγλία αλλά δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ανήκει στους απογόνους του Γκούθρεντ που κυβέρνησε την Γιορκ στην Νορθουμβρία. Τον Γκούθρεντ είχε διαδεχθεί ο Σίγκουρντ φίδι-στο-μάτι και ο Κνούτος αλλά είναι αβέβαιο αν κυβέρνησαν ξεχωριστά ή ήταν συμβασιλείς. Η Νορθουμβρία ήταν διαιρεμένη ανάμεσα στο βασίλειο των Βίκινγκ στην Γιορκ και άλλους τοπικούς βασιλείς με σημαντικότερο εκπρόσωπο τον Ίντουλφ του Μπάμπουργκ που κυβέρνησε από τον ποταμό Τι στα νότια μέχρι τον ποταμό Φορθ στα βόρεια.[14]

Στην Ιρλανδία κυρίαρχος ήταν ο Φλανν Σίνα που παντρεύτηκε την θεία του Κωνσταντίνου Μειλ Μουίρ γύρω στο 900, παρατηρήθηκε σημαντική εξασθένιση στις δυνάμεις των Βίκινγκ του Δουβλίνου που χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Η πρώτη ομάδα εγκατέλειψε το Δουβλίνο (894) και εγκαταστάθηκε στις Ιρλανδικές ακτές της Βρετανίας ανάμεσα στους ποταμούς Μέρσει και Κλάιντ. Οι υπόλοιποι Δουβλινέζοι εξορίστηκαν (902) από τον γαμπρό του Φλανν Σίνα Κερμπάλ μακ Μουιρετσέν και αμέσως μετά εμφανίστηκαν στην δυτική και την βόρεια Βρετανία.[15] Στα νότια του βασιλείου του Κωνσταντίνου υπήρχε το βασίλειο του Στραθκλάιντ από το Λέννοξ ανατολικά του ποταμού Φορθ και νότια μέχρι το Άππλαντς, γύρω στο 900 βασιλιάς ήταν ο Ντιφνουάλ.[16] Η θέση των Κέλτικων βασιλείων της Νταλ Ριάτα στην δυτική Σκωτία είναι αβέβαιη, δεν καταγράφονται άλλοι βασιλείς μετά τον Εντ μακ Μποάντα. Τα Μπερτινιανά Χρονικά γράφουν ότι κατακτήθηκαν οι Εβρίδες και η παραλία της Νταλ Ριάτα από Σκανδιναβούς (849).[17] Τους Σκανδιναβούς ενίσχυσε η άφιξη νέων κυμάτων Βίκινγκ από την Ευρώπη αλλά υπάρχουν διαφωνίες για την θέση τους στα Ιρλανδικά νησιά.[18]

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πατέρας του Κωνσταντίνου Β΄ Εντ μακ Κένεθ διαδέχθηκε τον μεγαλύτερο αδελφό του Κωνσταντίνο Α΄ (876) αλλά σύντομα δολοφονήθηκε (878). Η σύντομη βασιλεία του Εντ δεν κατέχει σημαντικό ρόλο στους βασιλικούς καταλόγους γι'αυτό δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία γέννεσης του γιου του Κωνσταντίνου, δεν είναι δυνατό να γεννήθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του, γεννήθηκε τα τελευταία χρόνια του θείου του Κωνσταντίνου Α΄.[19]

Μετά τον θάνατο του Εντ υπάρχει χάσμα πηγών για 20 χρόνια, μέχρι τον θάνατο του Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας (900) δεν γράφεται τίποτα στα Ιρλανδικά χρονικά.[20] Στα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα υπάρχουν διαφορετικά ονόματα βασιλέων για να καλύψουν το μεγάλο κενό ανάμεσα στον Έντ και τον Ντόναλντ.[21] Σύμφωνα με το χρονικό τον Εντ διαδέχθηκε ο Ίοτσαϊντ ένας εγγονός του γενάρχη Κένεθ Α΄ ο οποίος συνδέεται με τον Γκίρικ, άλλοι βασιλικοί κατάλογοι αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Γκίρικ διαδέχθηκε τον Εντ.[22] Ο Γκίρικ δεν αναφέρεται σαν ευγενής του Κένεθ Α΄ το πιθανότερο ήταν συγγενής του μέσω γάμου. Οι μεγάλες αλλαγές στο βασίλειο των Πικτών όπως καταγράφονται από τους ιστορικούς Άλεξ Γουλφ (γεν. 1963) και Άρτσι Ντάνκαν (1926 - 2017) εμφανίστηκαν την εποχή του Γκίρικ.[23]

Ο Γουλφ σημειώνει ότι ο Κωνσταντίνος και ο ξάδελφος του Ντόναλντ πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του Γκίρικ σε εξορία στην Ιρλανδία με την θεία τους Μειλ Μουίρ που παντρεύτηκε τον Υψηλό βασιλιά της Ιρλανδίας Φλανν Σίνα.[24] Ο Γκίρικ πέθανε το 889 και ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην χώρα των Πικτών με τον ξάδελφο του Ντόναλντ Β΄ που έγινε βασιλιάς. Η φήμη του σαν εξαιρετικά σκληρός και βίαιος βασιλιάς φάνηκε από πολλές πηγές, η Προφητεία του Μπερχάν γράφει "ο βίαιος βασιλιάς που άφησε ψαλμούς και λείψανα μικρής αξίας".[25] Οι πόλεμοι με τους Βίκινγκ συνεχίστηκαν και ο Ντόναλντ Β΄ σκοτώθηκε σε μάχη στο Μερνς (900), των διαδέχθηκε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Β΄.[26]

Βίκινγκ και επίσκοποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λόφος του Μπελιέ που έγινε η συνάντηση του Κωνσταντίνου Β΄ και των επισκόπων (906)

Οι πρώτες καταγραφές στα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα για τον Κωνσταντίνο ήταν η επίθεση που δέχτηκε από τους Βίκινγκ, η λεηλασία του Ντάνκελντ και ολόκληρης της Αλβανίας τον τρίτο χρόνο. Είναι η πρώτη φορά στα χρονικά που χρησιμοποιήθηκε η ορολογία "Αλβανία" μια εκλατινισμένη μορφή του "Άλμπα" με αναφορά στα εδάφη που κυβερνούσαν οι απόγονοι του Κένεθ.[27] Οι Σκανδιναβοί πρέπει να ήταν οι ίδιοι που διώχθηκαν από το Δουβλίνο (902), δηλαδή η ίδια ομάδα που νίκησε τον Ντόναλντ δυο χρόνια πριν (900). Τα Χρονικά καταγράφουν ότι οι Σκανδιναβοί ηττήθηκαν από τον Σράθ Ερέν, ο εγγονός του Αιμάρ και πολλοί άλλοι ευγενείς βρήκαν τον θάνατο στα χέρια των ανδρών του Φορτριού (904). Ο συγκεκριμένος εγγονός του Αιμάρ πρέπει να είναι ο ιδρυτής της δυναστείας των Ουί Αιμάρ, άλλοι τρεις εγγονοί του Αιμάρ αναφέρονται την περίοδο του Κωνσταντίνου Β΄. Τα Θραυσματικά Χρονικά της Ιρλανδίας περιγράφουν αναλυτικά την μάχη και την μεγάλη ήττα των Σκανδιναβών χάρη στην θαυματουργή επέμβαση του Αγίου Κολούμπα.[28] Η επόμενη αναφορά σχετικά με το Χρονικό των βασιλέων της Άλμπα (906) αναφέρει :

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο επίσκοπος Σελάχ συναντήθηκαν στον λόφο του Μπελιέ πολύ κοντά στην βασιλική πρωτεύουσα της Σκον, συμφώνησαν να διατηρηθούν τα εκκλησιαστικά έθιμα και οι θρησκευτικοί νόμοι σύμφωνα με τα έθιμα των Σκωτσέζων.[29] Η προσθήκη της εισαγωγής έχει γίνει αντικείμενο συζήτησης. Η φράση "σύμφωνα με τα έθιμα των Σκωτσέζων" στα Λατινικά κείμενα έχει μεταφραστεί με διαφορετικούς τρόπους. Οι ιστορικοί Ουίλιαμ Φορμπς Σκίνε (1809 - 1892) και Άλαν Ορ Άντερσον (1979 - 1958) προτείνουν για ερμηνεία την απελευθέρωση του λαού από την καταπίεση της εκκλησίας και την εφαρμογή των Κέλτικων εθίμων.[30] Η φράση μαζί με τους Γαλάτες υποδηλώνει την δημόσια συμμετοχή στην εκκλησία Γαλατών από τις δυτικές ακτές και λαού από τις ανατολικές.[31] Η τελετή ακολουθούσε τα έθιμα των Γαλατών και όχι τις συμφωνίες.

Οι τελετές επιπλέον θα έπρεπε να γίνονται σύμφωνα με τα έθιμα των Κελτών.[32] Η ιδέα να διατηρηθούν τα έθιμα τον Κελτών είχε σημαντική συμβολή στην διατήρηση του Κέλτικου χαρακτήρα του βασιλείου.[33] Άλλοι προτείνουν ότι η τελετή προετοίμαζε την εγκατάσταση της βασιλείας του Κωνσταντίνου και τα βασιλικά εγκαίνια στην Σκον.[34] Μια εναλλακτική λύση είναι ότι ο Σέλαχ είχε διοριστεί από τον Γκίρικ με προορισμό να λύσει τις διαφορές ανάμεσα στον βασιλιά και την εκκλησία.[35]

Ουί Αιμάρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τα γεγονότα στην Σκον δεν υπάρχουν πηγές για μια δεκαετία. Μια ιστορία στα Θραυσματικά Χρονικά της Ιρλανδίας αναφέρεται σε γεγονότα μετά το 911 που η βασίλισσα της Μερκίας Έθελφλιντ συμμάχησε με τους Ιρλανδούς και άλλους κυβερνήτες εναντίον των Νορμανδών στις Ιρλανδικές ακτές της Νορθουμβρίας. Τα Χρονικά του Ούλστερ καταγράφουν ήττα του Ιρλανδικού στόλου του βασιλείου του Όλστερ από τους Βίκινγκ στις Αγγλικές ακτές.[36] Την ίδια περίοδο τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα καταγράφουν τον θάνατο του Κορμάκ μακ Κουιλεναίν βασιλιά του Μύνστερ τον 8ο χρόνο της βασιλείας του Κωνσταντίνου.[37] Ακολουθεί η επιγραφή ο Ντόναλντ βασιλιάς των Βρετανών του Στραθκλάιντ πέθανε και ο Ντόναλντ γιος του Εντ εξελέγη στην θέση του υποδεικνύοντας την εκλογή του Ντόναλντ αδελφού του Κωνσταντίνου στην βασιλεία του Στραθκλάιντ και ότι οι βασιλείς της Άλμπα κυριαρχούσαν στο Στραθκλάιντ. Η επιγραφή γράφει συγκεκριμένα Ντινφουάλ ... και Ντόναλντ γιος του Εντ βασιλιάς του Άιλεχ πέθανε, ο Ντόναλντ ήταν γιος του Εντ Φιντλιάθ που πέθανε στις 21 Μαρτίου 915.[38] Στην συνέχεια ακολούθησαν οι θάνατοι του Φλανν Σίνα και του Νίαλ Γκλουντύμπ.[39]

Δεν υπάρχουν αναφορές για επιδρομές Βίκινγκ στην Ιρλανδική θάλασσα μετά το 914. Το 916 στόλος υπό την ηγεσία των Σιθρίκ Κες και Ραγκνάλ ουα Αιμάρ εγγονών του Αιμάρ που δολοφονήθηκε (904) βρέθηκαν στην Ιρλανδία, ο Σιθρίκ συνέτριψε τον στρατό του Λένστερ και ανακατέλαβε το Δουβλίνο (917).[40] Την επόμενη χρονιά ο Ραγκνάλ επέστρεψε από την Ιρλανδική θάλασσα και πήρε τον θρόνο της Γιορκ.[41] Το μοναδικό γεγονός που ακολούθησε ήταν ο θάνατος της βασίλισσας Έθελφλιντ της Μερκίας στις 12 Ιουνίου 918 στο Τάμγουορθ του Στράτφορντσαιρ. Η Έθελφλιντ είχε υπογράψει συνθήκη με την οποία οι κάτοικοι της Νορθουμβρίας δήλωσαν την υποταγή τους αλλά μετά τον θάνατο της ο αδελφός της Εδουάρδος ο Πρεσβύτερος κατέλαβε τον θρόνο της Μερκίας.[42] Το βόρειο τμήμα της Νορθουμβρίας και πιθανότατα ολόκληρο το βασίλειο είχε κυβερνηθεί από τον Ίλντριντ Α΄ του Μπάμπουργκ γιο του Ίντγουλφ Β΄ της Νορθουμβρίας από το 913.[43] Στον κίνδυνο της επίθεσης του Ραγκνάλ ο Ίλντριντ προχώρησε βόρεια και ζήτησε την υποστήριξη του Κωνσταντίνου, οι δυο άντρες αποφάσισαν μαζί να αντιμετωπίσουν τον Ραγκνάλ, τον συνάντησαν στο Κόρμπριτζ στις όχθες του ποταμού Τάιν, τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα καταγράφουν την νίκη του Κωνσταντίνου.[44] Τα Χρονικά του Ούλστερ δεν αναφέρουν κανέναν θάνατο βασιλιά ή μορμάρου της Άλμπα, ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε ο όρος μορμάρος ο οποίος παράλληλα με τους επισκόπους έγινε ένας από τους πρώτους θεσμούς του βασιλείου.[45] Μετά το Κόρμπριτζ ο Ραγκνάλ είχε μια μικρή ανάπαυλα, στον νότο ο Εδουάρδος ο Πρεσβύτερος απέκτησε τον έλεγχο της Μερκίας και έκτισε ένα οχυρό στο Μπέικγουελ σε μια περιοχή που οι στρατοί θα μπορούσαν εύκολα να χτυπήσουν νότια. Ένας στρατός από το Δουβλίνο υπό την ηγεσία του Σιθρίκ ευγενούς του Ραγκνάλ επιτέθηκε στην βορειοδυτική Μερκία (919) αλλά την διετία 920 - 921 ο Εδουάρδος συναντήθηκε με τον Ραγκνάλ και άλλους βασιλείς. Το Αγγλοσαξωνικό χρονικό γράφει ότι οι βασιλείς "επέλεξαν τον Εδουάρδο πατέρα και ηγεμόνα τους", οι βασιλείς ήταν ο Κωνσταντίνος, ο Ίλντριντ γιος του Ίντγουλφ και ο Όουεν του Ντιφνουάλ βασιλιάς του Στραθκλάιντ. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Αγγλοσαξωνικό χρονικό ο όρος "σκόττας" για να περιγράψει τους κατοίκους του βασιλείου του Κωνσταντίνου σε αυτά τα γεγονότα.[46]

Έθελσταν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα λείψανα του Αγίου Κολούμπα που μεταφέρονταν στις μάχες από τους Σκωτσέζους

Ο Εδουάρδος ο Πρεσβύτερος πέθανε (924) και το βασίλειο του μοιράστηκε στους Δυτικούς Σάξονες με τον γιο του Έλφγουιρντ του Ουέσσεξ και στην Μερκία με τον άλλο γιο του Έθελσταν της Αγγλίας που μεγάλωσε στην αυλή της Έθελφλιντ. Ο Έλφγουιρντ πέθανε πρόωρα μέσα σε λίγες βδομάδες και ο Εθελστάν κληρονόμησε ολόκληρο το βασίλειο του πατέρα του (925).[47] Ο Σιθρίκ αναγνώρισε τον Έθελσταν επικυρίαρχο (926), ασπάστηκε τον χριστιανισμό και παντρεύτηκε μια αδελφή του Έθελσταν στο Τάμγουορθ. Μέσα στην επόμενη χρονιά ο Σιθρίκ χώρισε την αδελφή του, ο Έθελσταν προετοίμασε εκστρατεία εναντίον του αλλά ο Σιθρίκ πέθανε αιφνίδια (927). Ο αδελφός του Γκοφραίντ ουα Αιμάρ ήρθε αμέσως από την Ιρλανδία για να αναλάβει την εξουσία στην Γιορκ, ο Έθελσταν κατέλαβε το μεγαλύτερο τμήμα της Νορθουμβρίας και έγινε ο ισχυρότερος βασιλιάς σε ολόκληρη την Αγγλία και την Ιρλανδία. [48] Ο Ιωάννης του Γούστερ αναφέρει ότι ο Έθελσταν βρήκε αντίσταση από τον Κωνσταντίνο, τον Όουεν και τους Ουαλούς βασιλείς. Ο Γουλιέλμος του Μαλμέσμπουρι γράφει ότι ο Γκοφραίντ με τον γιο του Σιθρίκ Αμλάιμπ Κουαράν δραπέτευσαν βόρεια στη αυλή του Κωνσταντίνου που βρισκόταν σε πόλεμο με τον Έθελσταν. Σε μια συνάντηση στις 12 Ιουλίου 927 στο Ίμοντ Μπρίτζ ο Κωνσταντίνος, ο Όουεν και ο Ίλντριντ συμφώνησαν να αποκηρύξουν την ειδωλολατρεία σαν απόδειξη ότι δεν ήταν πλέον σύμμαχοι των Βίκινγκ βασιλέων. Ο Έθελσταν επιπλέον σύμφωνα με τον Γουλιέλμο έγινε νονός σε έναν από τους γιους του Κωνσταντίνου πιθανότατα τον Ίντουλφ.[49] Ο Έθελσταν με τις εκστρατείες του στον βορά πέτυχε την αναγνώριση των Ουαλών βασιλέων.[50] Τα επόμενα επτά χρόνια δεν υπάρχουν γεγονότα στον βορά, στην αυλή του Έθελσταν βρέθηκαν οι Ουαλοί βασιλείς αλλά όχι ο Κωνσταντίνος, η απουσία των πηγών δημιουργεί ασάφειες σχετικά με την εκστρατεία του Έθελσταν εναντίον του Κωνσταντίνου (934).[51]

Η εκστρατεία του Εθελστάν κάνει σύντομη εμφάνιση στο Αγγλοσαξωνικό χρονικό και σε μετέπειτα χρονικογράφους όπως ο Ιωάννης του Γούστερ, ο Γουλιέλμος του Μαλμέσμπουρι, ο Ερρίκος του Χάντινγκτον και ο Συμεών του Ντάραμ με μελανές λεπτομέρειες. Ο στρατός του Έθελσταν συγκεντρώθηκε στις 28 Μαίου 934 στο Ουίντσεστερ και έφτασε στο Νότιγχαμ στις 7 Ιουνίου, στο πλευρό του ήταν οι Ουαλοί βασιλείς Χιούελ Ντα, Ίντγουολ Φοελ και Μόργκαν Χεν Αμπ Ογουάιν, βάδισε από την Μερκία βόρεια και έφτασε στο Τσέστερ που συναντήθηκε με έναν στόλο. Ο Ογουάιν ηττήθηκε, ο Συμεών σημειώνει ότι ο στρατός έφτασε βόρεια μέχρι το Ντουνοτάρ και το Φορτριού ενώ ο στόλος έκανε επιδρομές στο Καίθνες με στόχο μια ευρύτερη περιοχή μαζί με το Σάδερλαντ. Είναι απίθανο η εξουσία του Κωνσταντίνου να έφτανε τόσο βόρεια και οι επιθέσεις των συμμάχων του ήταν απλά εκστρατείες λεηλασίας.[52] Τα Χρονικά του Κλόνμακνόιζ σημειώνουν "οι Σκωτσέζοι ζήτησαν από τον Έθελσταν να επιστρέψει χωρίς να έχει πετύχει καμιά σημαντική νίκη", ο Ερρίκος του Χάντινγκτον ισχυρίζεται ότι οι Άγγλοι δεν συνάντησαν αντίσταση. Ακολούθησε σύμφωνα με τον Ιωάννη του Γούστερ συνθήκη με την οποία ένας γιος του Κωνσταντίνου δόθηκε όμηρος στον Έθελσταν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος συνόδευσε τον Άγγλο βασιλιά νότια, σε ένα διάταγμα του Έθελσταν στις 13 Σεπτεμβρίου 934 στο Μπάκιγχαμ ο Κωνσταντίνος καταγράφεται υποτελής του Έθελσταν.[53] Την επόμενη χρονιά ο Κωνσταντίνος βρέθηκε ξανά στην αυλή του Έθελσταν στην Αγγλία και εμφανίζεται ξανά πρώτος ανάμεσα σε μια σειρά από υποτελείς βασιλείς ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν ο Ογουάιν και ο Χιούελ Ντα.[54] Τα Χριστούγεννα του 935 ο Ογουάιν βρέθηκε για άλλη μια φορά στην αυλή του Έθελσταν μαζί με τους υπόλοιπους Ουαλούς βασιλείς αλλά χωρίς τον Κωνσταντίνο, η επιστροφή του στην Αγγλία σε λιγότερο από δυο χρόνια έγινε κάτω από περίεργες συνθήκες.[55]

Η μάχη του Μπρούνανμπουρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την εξαφάνιση του Κωνσταντίνου από την αυλή του Έθελσταν (935) δεν υπάρχουν αναφορές για τον Κωνσταντίνο μέχρι το 937, την ίδια χρονιά μαζί με τον Ογουάιν και τον Όλαφ Γκούθφριθσον επιτέθηκε στην Αγγλία, ακολούθησε η "μάχη του Μπρούνανμπουρ" για την οποία τα Χρονικά του Ούλστερ αναφέρουν :

"μια μεγάλη τρομερή μάχη ακολούθησε στην οποία έπεσαν χιλιάδες Σκανδιναβοί και μεγάλος αριθμός Σαξόνων αλλά ο Έθελσταν τελικά ήταν ο μεγάλος νικητής".[56]

Η μάχη απομνημονεύεται σαν η μεγάλη μάχη, το Αγγλοσαξωνικό χρονικό εγκαταλείπει το γνωστό επικό στυλ που ακολουθούσε μέχρι τότε στις αναφορές για τον βασιλιά. Ο Κωνσταντίνος ήταν περίπου 60 ετών, σύμφωνα με τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα έχασε έναν γιο, το όνομα του σύμφωνα με τα Χρονικά του Κλόνμακνόιζ ήταν Σελάχ. Η θέση που έγινε η μάχη είναι αβέβαιη, έχουν προταθεί διάφορες τοποθεσίες με πιθανότερη το Μπρόμπορουγκ στο Γουίραλ.[57] Η "μάχη του Μπρούνανμπουρ" ήταν διάσημη και αιματηρή μάχη αλλά χωρίς κανένα σημαντικό αποτέλεσμα. Στις 27 Οκτωβρίου 939 ο Έθελσταν "η τιμή του δυτικού κόσμου" σύμφωνα με τα Χρονικά του Ούλστερ πέθανε στο Μαλμέσμπουρι, τον διαδέχθηκε ο αδελφός του Εδμόνδος Α΄ της Αγγλίας σε ηλικία 18 ετών. Η αυτοκρατορία του Έθελσταν κατέρρευσε σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά τον θάνατο του, ο Αμλάιμπ επέστρεψε από την Ιρλανδία και κατέλαβε την Νορθουμβρία και την Μερκία, ο Εδμόνδος προσπάθησε το υπόλοιπο διάστημα της βασιλείας του μέχρι την δολοφονία του να ξανακτίσει την αυτοκρατορία.[58] Υπάρχουν ελάχιστες αναφορές στα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα για τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου, καταγράφεται ο θάνατος του Έθελσταν μαζί με άλλους δυο θανάτους. Ο πρώτος ήταν του Ντουμπακάν, μορμάρου του Άνγκους ή γιο του μορμάρου (938), σε αντίθεση με την αναφορά του 918 ο τίτλος του μορμάρου αναφέρεται σε γεωγραφική περιοχή και δεν είναι γνωστό αν είχε γίνει το Άνγκους μονμαρτεία ή κομητεία.[59] Ο δεύτερος θάνατος που εμφανίζεται ήταν του Ίοτσαϊντ μακ Αιλπίν ο οποίος ήταν ευγενής του Κωνσταντίνου.[60]

Παραίτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές της δεκαετίας του 940 ο Κωνσταντίνος Β΄ ήταν αρκετά ηλικιωμένος πολύ πιθανό μεγαλύτερος από 70, το βασίλειο της Άλμπα ήταν αρκετά νέο για να καθιερωθεί ένα σταθερό σύστημα διαδοχής, το έθιμο που είχε επικρατήσει ήταν να είναι όλοι οι βασιλείς απόγονοι του Κένεθ Α΄. Ο γιος του Ίντουλφ της Σκωτίας που βαπτίστηκε το 927 ήταν ακόμα ανήλικος στις αρχές της δεκαετίας του 940 και διάδοχος ορίστηκε ο ανιψιός του Μάλκολμ Α΄ της Σκωτίας που γεννήθηκε γύρω στο 901 και ήταν τότε ώριμος άντρας και πολύ ανυπόμονος. Η Προφητεία του Μπερχάν τον 11ο αιώνα σημειώνει ότι δεν παραιτήθηκε ο Κωνσταντίνος Β΄ με την θέληση του για να αφήσει τον θρόνο στον Μάλκολμ.[61] Η ζωή της Αγίας Αικατερίνης του Μετς και η Προφητεία του Μπερχάν γράφουν ότι ο Κωνσταντίνος Β΄ ήταν πολύ πιστός βασιλιάς, αποσύρθηκε σαν ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα που είχε ιδρυθεί στην βασιλεία του μαζί με πολλά ακόμα μοναστήρια. Το θρησκευτικό μεταρρυθμιστικό κίνημα του Κωνσταντίνου Β΄ διατηρήθηκε μέχρι τον 12ο αιώνα που έγινε η εισαγωγή νέων θεσμών από την Γαλλία.[62] Επτά χρόνια μετά τον θάνατο του το Χρονικό των βασιλέων της Άλμπα γράφει :

"Ο Μάλκολμ Α΄ επιτέθηκε στην Αγγλία, έφτασε μέχρι τον ποταμό Τι αρπάζοντας πολλούς ανθρώπους και βοοειδή. Πολλοί αναφέρουν ότι η επίθεση ήταν στην πραγματικότητα του Κωνσταντίνου ο οποίος είχε ζητήσει από τον Μάλκολμ την άδεια να γίνει μια βδομάδα βασιλιάς να επισκεφτεί την Αγγλία, στην πραγματικότητα ο Μάλκολμ Α΄ έκανε την επίθεση με την υποκίνηση του Κωνσταντίνου Β΄".[63]

Η ιδέα ότι η επίθεση ήταν του Κωνσταντίνου βασίστηκε σύμφωνα με τον Γουλφ σε ένα μετέπειτα ποίημα ή Σάγκας.[64] Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Β΄ (952) καταγράφεται στα Ιρλανδικά χρονικά, ο γιος του Ίντουλφ διαδέχθηκε τον Μάλκολμ Α΄. Ο τελευταίος απόγονος του Κωνσταντίνου στο βασίλειο της Άλμπα ήταν ο δισέγγονος του Κωνσταντίνος Γ΄ της Σκωτίας, άλλος ένας γιος του έπεσε στην μάχη του Μπρούνανμπουρ και μια κόρη του παντρεύτηκε τον Αμλάιμπ Κουαράν, πολύ πιθανό να είχε και άλλα παιδιά ή ερωμένες αλλά δεν έχουν καταγραφεί.[65] Οι πολιτικές και οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου συνεχίστηκαν δυο αιώνες μετά τον θάνατο του μέχρι την μεγάλη αναγέννηση του Δαυίδ Α΄ τον 12ο αιώνα.[66]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Ανακτήθηκε στις 26  Νοεμβρίου 2018.
  2. Woolf, Pictland to Alba, pp. 87–93; Dumville, "Chronicle of the Kings of Alba".
  3. Anderson, Kings and Kingship, reproduces these lists and discusses their origins.
  4. Broun, Irish Identity, pp. 133–164; Woolf, Pictland to Alba, pp. 220–221.
  5. Woolf, Pictland to Alba, pp. 2–3, 87–88, and 357–359.
  6. Woolf, Pictland to Alba, pp. 277–285; O Corrain, "Vikings in Scotland and Ireland"; Sawyer and Sawyer, Medieval Scandinavia, pp. 21–26.
  7. MacQuarrie, Saints of Scotland, pp. 199–210.
  8. Woolf, Pictland to Alba, p. 12.
  9. Annals of Ulster, s.a. 838.
  10. Woolf, Pictland to Alba, pp. 57–67 and 93–98; Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 180–185; Duncan, Kingship of the Scots, pp. 8–10; Bannerman, "Scottish takeover"; Foster, Picts, Gaels and Scots, pp. 107–108.
  11. Woolf, Pictland to Alba, pp. 93–117 and 320–322; Broun, "Dunkeld"; Duncan, Kingship of the Scots, pp. 13–14; Herbert, "Ri Eirenn, Ri Alban"; Dumville, "Chronicle of the Kings of Alba", p. 76.
  12. Woolf, Pictland to Alba, pp. 98–101; Driscoll, Alba pp. 33–51; Foster, Picts, Gaels and Scots, pp. 8 fig. 1, 39 fig. 24., and 110–111.
  13. Woolf, Pictland to Alba, pp. 106–116; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, pp. 72–75, s.a. 875. For Constantine as the last Pictish king, the original count being 66 kings, see Woolf, Pictland to Alba, pp. 124–126; Broun, Irish Identity, pp. 168–169; Anderson, Kings and Kingship, pp. 78–79.
  14. Keynes, "Rulers of the English", pp. 504–505; Woolf, Pictland to Alba, pp. 138–139; Blair, Anglo-Saxon England, pp. 75–79.
  15. Annals of Ulster, s.a. 893 and 902; Woolf, Pictland to Alba, pp 131 and 138–139.
  16. Woolf, Pictland to Alba, pp. 153–157.
  17. Woolf, pp. 99–100 and 286–289; Anderson, Early Sources, p. 277.
  18. Woolf, Pictland to Alba, pp. 275–311, especially 286–289; O Corrain, "Vikings in Scotland and Ireland"; Crawford, Scandinavian Scotland, pp. 39–62; Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 141–174.
  19. Woolf, Pictland to Alba, pp. 116–117, 124, and 166, note 84.
  20. Anderson, Early Sources, pp. 357–358 and 395; Woolf, Pictland to Alba, pp. 117–118.
  21. On this, note Dumville's comments regarding damnatio memoriae, Dumville, "Chronicle of the Kings of Alba", p. 75; see also Woolf, Pictland to Alba, pp. 117–121.
  22. Anderson, Kings and Kingship, pp. 251–252, 254, 263, 267, 274, 283, and 288.
  23. Duncan, pp. 11–16; Woolf, Pictland to Alba, pp. 117–121, 137–138, and 320–322. For an alternative view of all this, see Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 215–218.
  24. Woolf, Pictland to Alba, pp. 122–125.
  25. Anderson, Early Sources, pp. cxlix and 397–398.
  26. Woolf, p. 125; Anderson, Early Sources, pp. 395–398. The account of the conquest of the Kingdom of Strathclyde in Domnall's time given by, for example, Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 217–218, is rejected by Duncan, Kingship of the Scots, p. 40, and Woolf, Pictland to Alba, pp. 152–157.
  27. Woolf, Pictland to Alba, pp. 122–126; Anderson, Early Sources, pp. 444–446, where Albania is translated as Scotland; Broun, "Dunkeld".
  28. Woolf, Pictland to Alba, pp. 127–128 and 130–131; Anderson, Early Sources, pp. 398, 399, and 444–446; Annals of Ulster, s.a. 902, 904; Chronicon Scotorum, s.a. 902, 904; Fragmentary Annals, FA 429.
  29. After Anderson, Early Sources, p. 445.
  30. Anderson, Early Sources, p. 445, note 1; Woolf, Pictland to Alba, p. 135. This version is followed by Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 188–189.
  31. Driscoll, p. 37, translates the phrase in this way; Woolf, Pictland to Alba, pp. 135–136.
  32. Woolf, Pictland to Alba, p. 136; see also Smyth, Warlords and Holy Men, p. 188.
  33. Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 188–189, writes that "it marks the final triumph of the Gaelic order over the old Pictish order".
  34. Driscoll, Alba, p. 37; Duncan, Kingship of the Scots, pp. 15–16.
  35. Woolf, Pictland to Alba, pp. 137–138.
  36. Higham, Kingdom of Northumbria, pp. 185–6; Fragmentary Annals of Ireland, FA 429; Annals of Ulster, s.a. 913.
  37. The Annals of Ulster states that Cormac died on 13 September 908; Woolf, pp. 127–9.
  38. Domnall's death is recorded by the Annals of Ulster. For the re-reading by Benjamin Hudson, see Woolf, Pictland to Alba, pp. 127–129 and 152–157; Dumville, "Chronicle of the Kings of Alba", p. 77. Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 222–223, is typical of the interpretation found in older works. The phrase in question reads "et Dunenaldus filius Ede elig7".
  39. The Annals of Ulster record the death of Flann on 25 May 916 and that of Niall on 14 September 919; Woolf, pp. 127–9.
  40. Hart, "Sihtric Cáech"; Hart "Ragnall"; Woolf, Pictland to Alba, pp. 138–141; Annals of Ulster, s.a. 914–917.
  41. Woolf, Pictland to Alba, p. 142; Annals of Ulster, s.a. 918.
  42. Higham, Kingdom of Northumbria, pp. 186–8; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p. 105, Ms. C, s.a. 918, 919.
  43. Keynes, "Rulers of the English"; Woolf, Pictland to Alba, pp. 138–141.
  44. There is disagreement as to whether there was one battle at Corbridge in the 910s or two. The Annals of Ulster, s.a. 918, the Fragmentary Annals of Ireland, and the Chronicle of the Kings of Alba, report only one battle. The idea that there were two rests on the Historia de Sancto Cuthberto, for which see Anderson, Scottish Annals, p. 64. The question is discussed by Woolf, Pictland to Alba, pp. 142–144; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 332–333.
  45. For Mormaers, see Woolf, Pictland to Alba, pp 342–350; Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 219–220. For the later institutions of the kingdom of Alba, see Barrow, G. W. S. (2003), The Kingdom of the Scots. Government, Church and Society from the eleventh to the fourteenth century (2nd ed.), Edinburgh: Edinburgh University Press, pp. 1–67
  46. Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 333–335; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p. 104, Ms. A, s.a. 924; Woolf, Pictland to Alba, pp. 145–147.
  47. Keynes, "Rulers of the English", p. 514; Miller, "Æthelstan"; Stenton, Anglo-Saxon England, p. 339.
  48. Higham, Kingdom of Northumbria, pp. 186–190; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 339–340; Woolf, Pictland to Alba, pp.148–151; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, pp. 105 and 107, Ms. D, s.a. 925, 926, Ms. E, F, s.a. 927.
  49. Anderson, Scottish Annals, pp. 66–67; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p.107, Ms. D, s.a. 926; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 339–340; Woolf, Pictland to Alba, pp 150–152
  50. Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 340–341.
  51. Woolf, Pictland to Alba, pp. 161–165. The previous year had seen the death of Æthelstan's brother Edwin, perhaps drowned on the king's orders; Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p. 107, Ms. E, s.a. 933 and note 11; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 355–356. The following year Gofraid died and was succeeded by his son Amlaíb, Constantine's son-in-law; Annals of Ulster, s.a. 934. Finally, the Annals of Clonmacnoise report the death of "Adulf mcEtulfe, king of the North Saxons" in the same year as Æthelstan's campaign; Woolf suggests that this may represent Ealdred, or some other son of Eadulf, ruling in Northumbria.
  52. Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, p. 107, Ms. D, s.a. 934; Anderson, Scottish Annals, pp. 67–69; Miller, "Æthelstan"; Stenton, Anglo-Saxon England, p. 342; Woolf, Pictland to Alba, pp. 160–166; Smyth, Warlords and Holy Men, p. 203.
  53. Anderson, Early Sources, p. 426; Anderson, Scottish Annals, pp. 67–69; Woolf, Pictland to Alba, pp. 166–168; Miller, Sean. "Charter S 426". Anglo-Saxons.net. Retrieved 28 November 2007.
  54. Woolf, Pictland to Alba, pp. 166–168; only a part of this charter survives, see "Charter S 1792". Anglo-Saxon Charters Website. Archived from the original on 27 February 2009. Retrieved 28 November 2007.
  55. Woolf, Pictland to Alba, pp. 167–168.
  56. Anderson, Early Sources, pp. 428–9; Annals of Ulster, s.a. 937.
  57. Swanton, Anglo-Saxon Chronicle, pp. 106–10, Ms. A, s.a. 937; Anderson, Scottish Annals, pp. 69–73; Anderson, Early Sources, p. 429; Woolf, Pictland to Alba, 168–73; Smyth, Warlords and Holy Men, pp. 203–4; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 342–3; Scragg, "Battle of Brunanburh".
  58. Woolf, Pictland to Alba, p. 174; Stenton, Anglo-Saxon England, pp. 356–9; Higham, Kingdom of Northumbria, p. 193; Blair, Anglo-Saxon England, pp. 87–9.
  59. Woolf, Pictland to Alba, pp. 175, 211–2.
  60. Woolf, Pictland to Alba, p. 175.
  61. Woolf, Pictland to Alba, p. 175; Anderson, Early Sources, pp. 444–448; Broun, "Constantine II".
  62. Anderson, Early Sources, pp. 431–444; Broun, "Constantine II"; Woolf, Pictland to Alba, p. 175; MacQuarrie, Saints of Scotland, pp. 199–210. The Prophecy of Berchán describes Constantine's "fair, long reign" as a time "with fruit upon slender branches, with ale, with music, with good cheer; with corn, with milk, with nimble cattle; with pride, with fortune, with [worth]"; Anderson, Early Sources, pp. 447–448.
  63. Anderson, Early Sources, pp. 452–453.
  64. Woolf, Pictland to Alba, pp. 178–181.
  65. Woolf, Pictland to Alba, pp. 171, 175, and 177; Duncan, Kingship of the Scots, p. 345, table A; Anderson, Early Sources, p. 451.
  66. Broun, "Constantine II". The nature of that kingdom is, however, still a matter of debate, see Woolf, Pictland to Alba, pp. 342–350; Grant, Alexander (2000), "The Construction of the Early Scottish State", in Maddicott, J. R.; Palliser, D. M., The Medieval State: Essays presented to James Campbell, London: Hambeldon.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Annals of Ulster, ed. & tr. Sean Mac Airt and Gearoid Mac Niocaill (1983). The Annals of Ulster (to AD 1131). Dublin: DIAS. Lay summary – CELT (2008).
  • Chronicon Scotorum, CELT: Corpus of Electronic Texts, 2003, retrieved 29 October 2007
  • Anderson, Alan Orr (1922), Early Sources of Scottish History A.D. 500 to 1286, I (1990 revised & corrected ed.), Stamford: Paul Watkins.
  • Anderson, Alan Orr (1908), Scottish Annals from English Chroniclers A.D. 500 to 1286, London: D. Nutt
  • Anderson, M. O. (1980), Kings and Kingship in Early Scotland (2nd ed.), Edinburgh: Scottish Academic Press, ISBN 0-7011-1604-8
  • Bannerman, John (1999), "The Scottish Takeover of Pictland and the relics of Columba", in Broun, Dauvit; Clancy, Thomas Owen, Spes Scotorum: Hope of Scots. Saint Columba, Iona and Scotland, Edinburgh: T. & T. Clark, pp. 71–94.
  • Blair, Peter Hunter (1995), An introduction to Anglo-Saxon England, Cambridge: Cambridge University Press.
  • Broun, Dauvit (2004), "Constantine II (Causantin mac Aeda) (d. 952)", Oxford Dictionary of National Biography, retrieved 5 December 2007
  • Broun, Dauvit (1999), "Dunkeld and the origins of Scottish Identity", in Broun, Dauvit; Clancy, Thomas Owen, Spes Scotorum: Hope of Scots. Saint Columba, Iona and Scotland, Edinburgh: T. & T. Clark, pp. 96–111, ISBN 0-567-08682-8
  • Broun, Dauvit (1999), The Irish Identity of the Kingdom of the Scots in the Twelfth and Thirteenth Centuries, Woodbridge: Boydell Press.
  • Broun, Dauvit; Clancy, Thomas Owen (1999), Spes Scotorum: Hope of Scots. Saint Columba, Iona and Scotland, Edinburgh: T. & T. Clark.
  • Crawford, Barbara (1987), Scandinavian Scotland, Leicester: Leicester University Press.
  • Driscoll, Stephen (2002), Alba: The Gaelic Kingdom of Scotland AD 800–1124, The Making of Scotland, Edinburgh: Birlinn.
  • Dumville, David (2000), "The Chronicle of the Kings of Alba", in Taylor, Simon, Kings, clerics and chronicles in Scotland 500–1297, Dublin: Four Courts Press, pp. 73–86.
  • Duncan, A. A. M. (2002), The Kingship of the Scots 842–1292: Succession and Independence, Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Foster, Sally M. (2004), Picts, Gaels and Scots: Early Historic Scotland (2nd ed.), London: Batsford.
  • Hart, Cyril (2004), "Ragnall (d. 920/21)", Oxford Dictionary of National Biography, retrieved 25 October 2007
  • Hart, Cyril (2004), "Sihtric Caech (d. 927)", Oxford Dictionary of National Biography, retrieved 25 October 2007
  • Herbert, Maire (2000), "Ri Eirenn, Ri Alban: kingship and identity in the ninth and tenth centuries", in Taylor, Simon, Kings, clerics and chronicles in Scotland 500–1297 (PDF), Dublin: Four Courts Press, pp. 62–72.
  • Higham, N. J. (1993), The Kingdom of Northumbria AD 350–1100, Stroud: Sutton.
  • Keynes, Simon (1999), "Rulers of the English", in Lapidge, Michael, The Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England, Oxford: Blackwell, pp. 500–516.
  • Lapidge, Michael, ed. (1999), The Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England, Oxford: Blackwell, pp. 500–516.
  • Hudson, Benjamin T. (2004), "Olaf Guthfrithson (d. 941)", Oxford Dictionary of National Biography, retrieved 25 October 2007
  • MacQuarrie, Alan (1997), The Saints of Scotland: Essays in Scottish Church History AD 450–1093, Edinburgh: John Donald.
  • Miller, Sean (1999), "?thelstan", in Lapidge, Michael, The Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England, Oxford: Blackwell, pp. 16–17.
  • Murphy, Dennis, ed. (1896), The Annals of Clonmacnoise, being annals of Ireland from the earliest period to A.D. 1408, Dublin: Royal Society of Antiquaries of Ireland, retrieved 1 December 2007
  • O Corrain, Donnchadh (1998), "The Vikings in Scotland and Ireland in the Ninth Century" (PDF), Peritia, 12: 296–339, retrieved 1 December 2007
  • Radner, Joan N., ed. (1975), Fragmentary Annals of Ireland, CELT: Corpus of Electronic Texts, retrieved 10 February 2007
  • Sawyer, Peter; Sawyer, Birgit (1993), Medieval Scandinavia: From Conversion to Reformation circa 800–1500, Minneapolis: University of Minnesota Press.
  • Scragg, Donald (1999), "Battle of Brunanburh", in Lapidge, Michael, The Blackwell Encyclopedia of Anglo-Saxon England, Oxford: Blackwell, pp. 54–55.
  • Smyth, Alfred P. (1984), Warlords and Holy Men: Scotland AD 80–1000, Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Stenton, Frank M. (1971), Anglo-Saxon England (3rd ed.), Oxford: Oxford University Press.
  • Swanton, Michael (1996), The Anglo-Saxon Chronicle, New York: Routledge.
  • Taylor, Simon, ed. (2000), Kings, clerics and chronicles in Scotland 500–1297, Dublin: Four Courts Press.
  • Woolf, Alex (2007), From Pictland to Alba, 789–1070, The New Edinburgh History of Scotland, Edinburgh: Edinburgh University Press.
Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας
Θάνατος: 952
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας
Βασιλιάς της Σκωτίας
Royal Coat of Arms of the Kingdom of Scotland.svg

900 - 943
Διάδοχος
Μάλκολμ Α΄ της Σκωτίας
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Constantine II of Scotland της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).