Γκοφραίντ ουα Αιμάρ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γκοφραίντ ουα Αιμάρ
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση9ος αιώνας
Θάνατος934
Δουβλίνο
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταβασιλέας
Οικογένεια
ΤέκναBlácaire mac Gofrith
Ragnall mac Gofrith[1]
Όλαφ Γκούθφριθσον
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαβασιλιάς της Νορθουμβρίας

Ο Γκοφραίντ ουα Αιμάρ (Gofraid ua Imair, ... - 934) ήταν πολέμαρχος των Βίκινγκ που κυβέρνησε στο Δουβλίνο και για σύντομο χρονικό διάστημα στην Νορθουμβρία στις αρχές του 10ου αιώνα. Ο Γκοφραίντ ένας από τους εγγονούς του Αιμάρ ήταν ο πιο διάσημος από τους Βίκινγκ που εκδιώχθηκαν από το Δουβλίνο (902) και κατόπιν βοήθησε τον ευγενή του Ραγκνάλ να κατακτήσει την Νορθουμβρία, ο Σιθρίκ Κες ένας άλλος εγγονός του Αιμάρ έγινε βασιλιάς του Δουβλίνου την ίδια περίοδο. Ο Ραγκνάλ πέθανε το 920 και την επόμενη χρονιά ο Σιθρίκ εγκατέλειψε το Δουβλίνο για να γίνει βασιλιάς της Νορθουμβρίας, στον θρόνο του Δουβλίνου άφησε τον Φκοφράιντ. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Σιθρίκ πραγματοποιήθηκαν επιδρομές στην Ιρλανδία μεταξύ των οποίων ήταν αυτή του Αρμάγκ. Ο Σιθρίκ Κες πέθανε (927) και ο Γκοφραίντ έφυγε για την Νορθουμβρία αφήνοντας το Δουβλίνο στους γιους του, αυτό ανησύχησε έντονα τους γιους του Σιθρίκ που συμμάχησαν με τον "γιο του Ελγκί" και κατέλαβε την πόλη, αυτό έφερε μια περίοδο συγκρούσεων ανάμεσα στους Βίκινγκ του Δουβλίνου και του Λίμερικ που δεν τελείωσε πριν το 937. Οι προσπάθειες του Γκοφραίντ να καταλάβει την Νορθουμβρία ήταν ανεπιτυχείς και διώχθηκε από τον Έθελσταν της Αγγλίας σε έξι μήνες, επέστρεψε στο Δουβλίνο προκειμένου να ανακτήσει το βασίλειο από τους γιους του Σιθρίκ. Το 931 πραγματοποίησε μια νέα επιδρομή εναντίον των Βίκινγκ του Λίμερικ που απειλούσαν την εξουσία του, πέθανε (934) και τον διαδέχθηκε ο γιος του Αμλάιμπ μακ Γκοφραίντ.

Εξορία από την Ιρλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Βίκινγκ του Δουβλίνου εξορίστηκαν από τη πόλη (902) από μια εξέγερση υπό την ηγεσία του Μαέλ Φιννία μακ Γλαννακάν βασιλιά της Μπρέγκα και του Κερμπάλλ μακ Μουιρετσέν βασιλιά του Λένστερ.[2] Οι Βίκινγκ που επέζησαν από την κατάληψη της πόλης διασπάστηκαν σε διαφορετικές ομάδες και έφυγαν για την Γαλλία, την Αγγλία και την Ουαλλία.[3] Αρχαιολογικές έρευνες αργότερα στο Δουβλίνο απέδειξαν ότι μεγάλος αριθμός Βίκινγκ παρέμεινε στο Δουβλίνο, εκδιώχθηκε μονάχα η άρχουσα τάξη.[4] Οι επιδρομές των Βίκινγκ συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια, το 914 ένας μεγάλος στόλος επιτέθηκε στο Γουότερφορντ.[5] Η άφιξη του στόλου σήμανε την επαναφορά της κυριαρχίας των Βίκινγκ σε μεγάλα τμήματα της Ιρλανδίας ενώ τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκαν νέες εγκαταστάσεις στο Λίμερικ.[6] Οι κύριες ιστορικές πηγές για την περίοδο είναι τα Νορβηγικά Σάγκας και τα Ιρλανδικά Χρονικά, μερικά από τα χρονικά όπως τα Χρονικά του Ούλστερ είναι σύγχρονα με τα γεγονότα αντίθετα μερικά Σάγκας είναι πολύ μεταγενέστερα και λιγότερο αξιόπιστα. Μερικά από τα χρονικά όπως τα Θραυσματικά Χρονικά της Ιρλανδίας και τα Χρονικά των τεσσάρων Μάστερς ολοκληρώθηκαν αργότερα από υλικό της εποχής τους ή από θραύσματα παλιότερων Σάγκας.[7] Ο Ντάουνχαμ αναφέρει ότι "πέρα από την προκατάληψη και τις μετέπειτα προσθήκες τα Ιρλανδικά χρονικά θεωρούνται αξιόπιστα στην παρουσίαση των γεγονότων".[8]

Ο Γκοφραίντ όπως πιστεύεται εγκατέλειψε το Δουβλίνο όταν εκδιώχθηκε μαζί με την υπόλοιπη ηγετική ομάδα των Βίκινγκ (902).[9] Η παλιότερη αναφορά για τον Σιθρίκ στα Ιρλανδικά Χρονικά υπάρχει το 917 όταν ο ίδιος και ο Ραγκνάλ άλλος ένας εγγονός του Άιμαρ περιγράφονται σαν αρχηγοί του στόλου των Βίκινγκ στην Ιρλανδία.[10] Ο Σιθρίκ οδήγησε τον στόλο του στο Λένστερ και ο Ραγκνάλ στο Γουότερφορντ, ο Νάιαλ Γκλαντάμπ βασιλιάς του Ουί Νέιγ τους είδε σαν απειλή και ετοιμάστηκε να τους αποκρούσει, οι Βίκινγκ διεκδίκησαν την νίκη.[11] Ακολούθησε η μάχη του Κονφέι εναντίον του Αουγκαίρ μακ Αιλέλλα βασιλιά του Λένστερ σκοτώθηκε, η νίκη επί του Αιλέλλα ήταν το τέλος της αντίστασης των Ιρλανδών στις προσπάθειες των Βίκινγκ για την επιστροφή τους. Ο Σιθρίκ επέστρεψε θριαμβευτικά στο Δουβλίνο και ανέλαβε ξανά στον θρόνο ενώ ο Ραγκνάλ επέστρεψε στην Αγγλία και έγινε βασιλιάς της Νορθουμβρίας.[12]

Βασιλιάς του Δουβλίνου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γκοφραίντ αναφέρεται για πρώτη φορά στα Χρονικά του Ούλστερ όταν οδήγησε μια μεραρχία από στρατεύματα στην μάχη του Κάρμπριτζ (918) στην βόρεια Αγγλία.[13] Ακολούθησε μάχη ανάμεσα στον Ραγκνάλ και στον Κωνσταντίνο Β΄ της Σκωτίας η οποία επέτρεψε στον Ραγκνάλ να γίνει βασιλιάς στην Γιορκ , στα χρονικά το πλήρες όνομα του είναι "Ραγκνάλ ουά Αιμάρ" κάτι που δείχνει ότι ήταν αδελφός ή ξάδελφος του Σιθρίκ Κες.[14] Ο Ραγκνάλ πέθανε το 913 και ο Σιθρίκ Κες τον διαδέχθηκε σαν βασιλιάς στην Νορθουμβρία, ο Γκοφραίντ την ίδια χρονιά είχε υπό το έλεγχο του το Δουβλίνο.[15] Η πρώτη πράξη του Γκοφραίντ ως βασιλιά ήταν η επιδρομή του στο Άρμαγκ, σύμφωνα με τα Χρονικά του Ούλστερ και τα Χρονικά των Τεσσάρων Μάστερς οι Δουβλινέζοι λεηλάτησαν την γύρω περιοχή όπου υπήρχαν διάσπαρτα μοναστήρια και οικείες με αρρώστους.[16] Μια ομάδα επιδρομέων κατευθύνθηκε βορειότερα νικώντας τον Αιγκνέρ μακ Μουρχάντα και τον Μουιρτσερτάχ μακ Νέιγ αργότερα βασιλιά του Άιλεχ και αναγκάστηκε να δραπετεύσει αφήνοντας πολλούς νεκρούς από πίσω.[17] Άλλη μια επιδρομή πραγματοποιήθηκε στα νότια της Ιρλανδίας παίρνοντας μαζί του πολλούς αιχμαλώτους (924), στη συνέχεια σύμφωνα με τα Χρονικά του Ούλστερ εξέπλευσε για το Λίμερικ όπου έχασε έναν μεγάλο αριθμό από τους οπαδούς του στην μάχη εναντίον του Τομράιρ μακ Αιλχί.[18] Σε δυο χρόνια ο γιος του Αλμπάν οδήγησε έναν στρατό στα βόρεια στρατοπεδεύοντας στις 4 Σεπτεμβρίου στο Λίνν Ντουτσαίγ, δέχτηκαν επίθεση στις 28 Δεκεμβρίου από τον στρατό του Μουιρτσερτάχ μακ Νέιγ βασιλιά του Ουί Νέιγ και γνώρισαν την συντριβή. Ο Αλμπάν σκοτώθηκε μαζί με το μεγαλύτερο τμήμα του στρατού του, όσοι διασώθηκαν πολιορκήθηκαν για μια βδομάδα από τον στρατό του Ουί Νέιγ και στην συνέχεια ελευθερώθηκαν από μια στρατιωτική δύναμη που έστειλε ο Γκοφραίντ.[19]

Αποτυχία να αναλάβει τον θρόνο της Νορθουμβρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συγγενής του Σιθρίκ Κες βασιλιάς της Νορθουμβρίας πέθανε (927) και ο Γκοφραίντ με έναν μεγάλο στρατό μετέβη στην Νορθουμβρία για να διεκδικήσει τον θρόνο, την περίοδο της απουσίας του άφησε τον θρόνο του Δουβλίνου στους γιους του. Οι γιοι του Σιθρίκ συμμάχησαν με έναν ευγενή με το όνομα "γιος του Ελγκί" και κατέλαβαν το Δουβλίνο αλλά η επιτυχία τους ήταν πολύ σύντομη αφού ο Γκοφραίντ επέστρεψε σε έξι μήνες και τους έδιωξε.[20] Οι προσπάθειες του Γκοφραίντ να διεκδικήσει τον θρόνο της Νορθουμβρίας ήταν ανεπιτυχείς, ο Έθελσταν της Αγγλίας τον έδιωξε και έφερε την ειρήνη στην περιοχή γι'αυτό το Αγγλοσαξωνικό χρονικό δεν κάνει καμιά αναφορά για τον Γκοφραίντ. Ο Γουλιέλμος του Μαμέσμπουρι περιγράφει μια διαφορετική ιστορία, σε έναν στίχο του ο Γκοφράιντ πάει στην Σκωτία για να συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο Β΄ της Σκωτίας και τον Όουεν Α΄ του Στραθκλάιντ, ο ίδιος και ένας Βίκινγκ σύμμαχος του ξεκίνησαν την πολιορκία της Γιορκ. Η πόλη χάθηκε από τους Αγγλο-Σάξονες στον ίδιο τον Γκοφραίντ επετράπη να επιστρέψει στην Ιρλανδία αλλά με όρκο, η ιστορία του Γουλιέλμου δεν είναι επιβεβαιωμένη.[21]

Επιστροφή στην Ιρλανδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι επόμενες αναφορές για τον Γκοφραίντ μετά την επιστροφή του στο Δουβλίνο βασίστηκαν στις επιδρομές που ηγήθηκε, κυρίευσε το Κιλντάρ και το Νταμνόρ Καβ σκοτώνοντας 1000 ανθρώπους κατά την διάρκεια της πολιορκίας.[22] Οι γνώμες διίστανται αλλά πολλοί πιστεύουν ότι το Νταμνόρ Καβ ήταν τόπος ταφής για τους γηγενείς Ιρλανδούς. Το 931 ο Γκοφραίντ έφυγε από το Δουβλίνο για το Κιλκένι στο οποίο είχαν στρατοπεδεύσει οι αντίπαλοι Βίκινγκ του Λίμερικ αφού πρώτα είχαν πραγματοποιήσει μια επίθεση στο Κόνοτ την προηγούμενη χρονιά. Τα χρονικά αναφέρουν ότι ο στόχος του Γκοφραίντ ήταν να διώξει έναν εγγονό ή δισέγγονο του Αιμάρ πιθανότατα γιο του Σιθρίκ ο οποίος είχε κυριεύσει το Δουβλίνο το 927 και είχε συμμαχήσει με τους Βίκινγκ του Λίμερικ. Ο Ντάουνχαμ αναφέρει ότι η εγκατάσταση των Βίκινγκ του Λίμερικ στο συγκεκριμένο στρατόπεδο έγινε σε μια προσπάθεια τους να περιορίσουν την εξάπλωση της εξουσίας του Γκοφραίντ και της οικογένειας του στην Ιρλανδία.[23] Τα χρονικά σημειώνουν ότι η διαμάχη ανάμεσα στους Βίκινγκ του Δουβλίνου και του Λίμερικ συνεχίστηκε μέχρι το 937, εκείνη την χρονιά ο Αμλάιμπ γιος του Γκοφραίντ αιχμαλώτισε τον βασιλιά του Λίμερικ και κατέστρεψε τα πλοία του. Ο Γκοφραίντ δεν είχε ζήσει μέχρι τότε αφού πέθανε το 934 και ο Αμλάιμπ τον διαδέχθηκε στον θρόνο του Δουβλίνου.[24] Τα Χρονικά του Ούλστερ τον περιγράφουν σαν "εξαιρετικά βίαιο βασιλιά" και αναφέρουν ότι πέθανε από ασθένεια.[25]

Κληρονόμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα Χρονικά ο Γκοφραίντ έμεινε γνωστός σαν "ουα Αιμάρ" δηλαδή σαν εγγονός του Αιμάρ χωρίς να αναφέρεται ποτέ το πατρώνυμο του με αυτόν τον τρόπο δεν γνωρίζουμε ποιος από τους τρεις επιζώντες γιους του Αιμάρ δηλαδή ο Μπαρίντ, ο Σιχφρίντ και ο Σιτριούκ ήταν ο πατέρας του. Η πρώτη εξήγηση είναι ότι ο πατέρας του Γκοφράιντ δεν είχε βασιλεύσει ποτέ στην Ιρλανδία ή είχε περάσει το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του μακριά από το νησί, η δεύτερη εξήγηση είναι ότι ήταν γιος μιας κόρης του Αιμάρ, σε οποιαδήποτε περίπτωση τα κληρονομικά του δικαιώματα εξαρτήθηκαν μονάχα από τον παππού του.[26] Τα ξαδέλφια του Σιθρίκ Κες, Ραγκνάλ ουα Αιμάρ, Αμλαίμπ ήταν όλοι εγγονοί του Αιμάρ και αναγνωρίστηκαν με το επώνυμο "ουα Αιμάρ", όλοι εκτός από τον Αμλαίμπ βασίλευσαν στο Δουβλίνο ή στην Νορθουμβρία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.[27] Τέσσερις προσωπικότητες έχουν αναγνωριστεί επίσημα σαν γιοι του Γκοφράιντ, ο Αμλάιμπ ήταν ο πρώτος που διαδέχθηκε τον πατέρα του σαν βασιλιάς του Δουβλίνου και διεκδίκησε τον θρόνο της Νορθουμβρίας. Ο Αλμπάν σκοτώθηκε στην μάχη του Μουίρτσεταχ μακ Νέιγ (926), ο Μπλακέρ μακ Γκοφραίντ έγινε βασιλιάς του Δουβλίνου την περίοδο 940 - 945 και ο Ραγκνάλ μακ Γκοφραίντ που ήταν συμβασιλέας στην Νορθουμβρία μαζί με τον ξάδελφο του Αμλάιμπ Κουαράν μέχρι την εποχή που εκδιώχθηκε από τον Εδμόνδο Α΄ της Αγγλίας.[28] Οι μετέπειτα απόγονοι του ήταν ο Καμμάν μακ Αμλάιμπ γιος του γιου του Αμλάιμπ που ηττήθηκε σε μάχη (960) καταγράφεται σαν "Σιτριούκ Καμ" (962) και πέθανε το 963.[29]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ανακτήθηκε στις 26  Σεπτεμβρίου 2016.
  2. Downham, p. 26
  3. Downham, p. 27–28; Fragmentary Annals of Ireland, § 429; Annales Cambriae, s.a. 902; Brenhinedd y Saesson, s.a. 903; Brut y Tywysogyon (Pen. 20), s.a. 903; Brut y Tywysogyon (RBH), s.a. 903
  4. Downham, p. 27
  5. Sawyer, p. 97; Annals of the Four Masters, s.a. 914; Chronicon Scotorum, s.a. 914; Annals of Ulster, s.a. 914
  6. Downham, p. 31
  7. Radner, p. 322–325
  8. Downham, p. 12
  9. Hart
  10. Downham, pp. 31, 273–274
  11. Annals of Ulster, s.a. 917; Annals of the Four Masters, s.a. 917
  12. Downham, pp. 31, 273–274
  13. Annals of Ulster, s.a. 918
  14. Downham, pp. 254–255
  15. Downham, p. 34
  16. Annals of Ulster, s.a. 921; Annals of the Four Masters, s.a. 921
  17. Annals of Ulster, s.a. 921
  18. Annals of Ulster, s.a. 924; Annals of Inisfallen, s.a. 924
  19. Annals of Ulster, s.a. 926; Annals of the Four Masters, s.a. 926; Downham, pp. 254–255
  20. Downham, pp. 34–41
  21. Woolf, p. 151
  22. Downham, pp. 254–255
  23. Downham, pp. 34–41
  24. Downham, pp. 34–41
  25. Annals of Ulster, s.a. 934
  26. Downham, p. 34
  27. Downham, p. 29
  28. Downham, p. 111–112, 238, 248, 253
  29. Downham, p. 249, 253

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Williams Ab Ithel, J, ed. (1860). Annales Cambriae. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. London: Longman, Green, Longman, and Roberts. Accessed via Internet Archive.
  • "Annals of the Four Masters". Corpus of Electronic Texts (16 December 2013 ed.). University College Cork. 2013. Retrieved 23 November 2014.
  • "The Annals of Inisfallen". Corpus of Electronic Texts (16 February 2010 ed.). University College Cork. 2010. Retrieved 13 August 2015.
  • "The Annals of Ulster". Corpus of Electronic Texts (15 August 2012 ed.). University College Cork. 2012. Retrieved 23 November 2014.
  • Dumville, D. N. (2005). Brenhinoedd y Saeson, 'The Kings of the English', A.D. 682-954: Texts P, R, S in Parallel. University of Aberdeen.
  • Williams Ab Ithel, J, ed. (1860). Brut y Tywysigion; or, The Chronicle of the Princes. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. London: Longman, Green, Longman, and Roberts. Accessed via Internet Archive.
  • "Chronicon Scotorum". Corpus of Electronic Texts (24 March 2010 ed.). University College Cork. 2010. Retrieved 26 November 2014.
  • "Fragmentary Annals of Ireland". Corpus of Electronic Texts (5 September 2008 ed.). University College Cork. 2008. Retrieved 29 November 2014.
  • Ashley, Mike (7 June 2012). The Mammoth Book of British Kings and Queens. Little, Brown Book Group.
  • Downham, Clare (2007). Viking Kings of Britain and Ireland: The Dynasty of Ívarr to A.D. 1014. Edinburgh: Dunedin Academic Press.
  • Forte, Angelo; Oram, Richard D.; Pedersen, Frederik (5 May 2005). Viking Empires. Cambridge University Press.
  • Hart, Cyril (2004). "Sihtric Cáech (d. 927)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Moyes, Holley (1 September 2012). Sacred Darkness: A Global Perspective on the Ritual use of Caves. University Press of Colorado.
  • Muir, Tom (2005). Orkney in the Sagas. Kirkwall: Orcadian.
  • Ó Corrain, Donnchadh (1979). "High-Kings, Vikings and Other Kings". Irish Historical Studies. 22: 283–323.
  • Ó Corrain, Donnchadh (1998). "The Vikings in Scotland and Ireland in the Ninth Century" (PDF). Peritia. 12: 296–339.
  • Radner, Joan. "Writing history: Early Irish historiography and the significance of form" (PDF). Celtica. 23: 312–325.[permanent dead link]
  • Sawyer, Peter (January 2001). The Oxford Illustrated History of the Vikings. Oxford University Press.
  • Smyth, Alfred P. (1975). Scandinavian York and Dublin: the history and archaeology of two related Viking kingdoms. Templekieran Press.
  • Woolf, Alex (2007). From Pictland to Alba: 789 – 1070. Edinburgh University Press.
Γκοφραίντ ουα Αιμάρ
Θάνατος: 934
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Σιθρίκ Κες
Βασιλιάς της Νορθουμβρίας
927
Διάδοχος
Έθελσταν της Αγγλίας