Έοχεντ μακ Ρουν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Έοχεντ μακ Ρουν
Eochaid, son of Rhun (Lat. 4126, folio 29r).jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 9ος αιώνας
Θάνατος 889
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα πολιτικός
Περίοδος ακμής 878 - 889
Οικογένεια
Τέκνα Dyfnwal, King of Strathclyde
Γονείς Rhun ab Arthgal
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμα μονάρχης της Σκωτίας

Ο Έοχεντ μακ Ρουν (πριν το 878 - 889) Κέλτης βασιλιάς του Στραθκλάιντ και πιθανότατα βασιλιάς των Πίκτων (878 - 889) ήταν γιος του Ρουν απ Άρθγκαλ βασιλιά του Στραθκλάιντ και απόγονος Κελτών βασιλέων. Η μητέρα του Έοχεντ ήταν κόρη του Κένεθ Α΄ της Σκωτίας από τον Οίκο των Αλπίνων, ο Έοχεντ διαδέχθηκε στον θρόνο των Πίκτων τον Εντ μακ Κένεθ (878). Άλλες πηγές αναφέρουν ότι ο Εντ σκοτώθηκε από τον Γκίρικ έναν άνθρωπο άγνωστης καταγωγής που στην συνέχεια ανέβηκε στον θρόνο.

Δεν είναι γνωστή η συγγένεια ανάμεσα στον Γκίρικ και τον Έοχεντ ίσως να ήταν σύμμαχοι ίσως αντίπαλοι, το πιο πιθανό να ήταν αρχικά σύμμαχοι και η συμβασιλεία να τους έφερε σε αντιπαλότητα. Η περίπτωση να είχαν μοιράσει τα εδάφη τους, ο Γκίρικ να κυβερνούσε τους Πίκτους και ο Έοχεντ το Στραθκλάιντ είναι επίσης πιθανή. Το βασίλειο του Στραθκλάιντ επεκτάθηκε σημαντικά προς τα νότια την εποχή του Έοχεντ κατακτώντας τα μεγαλύτερα τμήματα από την Νορθουμβρία. Ο καταλύτης για την Βρετανική επέκταση στα βόρεια φαίνεται ότι ήταν η κατάκτηση βορείων τμημάτων από τους Βίκινγκ. Σύμφωνα με τις πηγές ο Έοχεντ και ο Γκίρικ διώχθηκαν από τον θρόνο το 889, τους διαδέχθηκε ο Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας που μπόρεσε να ανταποκριθεί αμέσως στις ανάγκες του βασιλείου. Την εποχή εκείνη ιδρύθηκε το βασίλειο της Άλμπα με καθαρά Κέλτικο χαρακτήρα αλλά οι πηγές διαφέρουν αν πήρε την τελική του μορφή την εποχή του Έοχεντ και του Γκίρικ ή με τον διάδοχο τους Ντόναλντ Β΄.

Πρόγονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο του Αλ Κλάντ ή "πέτρα του Κλάιντ"

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για τον Έοχεντ μετά το 889, το πρώτο τέταρτο του επόμενου αιώνα καταγράφεται ο θάνατος ενός μεγάλου βασιλιά του Στραθκλάιντ του Ντιφνουάλ, πιθανότατα ήταν απόγονος του Έοχεντ, κόρη του Έοχεντ ήταν η Λαν μητέρα του Μουίρτσερταχ μακ Νέιλ βασιλιά του Άιλεχ. Ο Έοχεντ μακ Ρουν ήταν γιος του Ρουν απ Άρθγκαλ, βασιλιά του Στραθκλάιντ.[1] Η πατρική καταγωγή του Ρουν ιχνηλατείται στους Ουαλούς βασιλείς του 5ου αιώνα, σύμφωνα με υλικό που βρίσκεται στην Βρετανική βιβλιοθήκη ανήκε στον βασιλικό οίκο του Αλ Κλαντ.[2] Τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα αναφέρουν ότι η μητέρα του ήταν κόρη του Κένεθ Α΄ της Αγγλίας, από τον γάμο της με τον Ρουν γεννήθηκε ο Έοχεντ.[3] Η καταγωγή της μητέρας του Έοχεντ επιβεβαιώνεται από το όνομα του, δεν υπάρχει Βρετανικό όνομα αυτής της μορφής αλλά υπάρχει Πίκτικο το "Εμπίντ".[4][5]

Το 870 την εποχή του Άρθγκαλ απ Ντιφνουάλ, βασιλιά του Αλ Κλάντ (πέθανε το 872), το κάστρο του Αλ Κλάντ κυριεύθηκε και καταστράφηκε από τους Σκανδιναβούς βασιλείς Αμλάιμπ και Αιμάρ.[6] Την επόμενη χρονιά ο Αμλάιμπ και ο Αιμάρ επέστρεψαν στην Ιρλανδία με στόλο από 200 πλοία και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων που αναγνωρίστηκαν σαν Άγγλοι, Βρετανοί και Πίκτες.[7] Ο Άρθγκαλ πέθανε το 872, τα Χρονικά του Ούλστερ και το Σκωτσέζικο Χρονικό αναφέρουν ότι σκοτώθηκε από τον Κωνσταντίνο Α΄ της Σκωτίας.[8][9][10] Οι συνθήκες της δολοφονίας του Άρθγκαλ είναι άγνωστες και η βασιλεία του Ρουν ξεκίνησε μετά τον θάνατο του πατέρα του.[11][12] Το κάστρο του Αλ Κλαντ πριν από την πτώση του ήταν η πρωτεύουσα του Άρθγκαλ, στην συνέχεια μετακινήθηκε βόρεια από τον ποταμό Κλάιντ σε ορατότητα με το Γκόβαν.[13] Η μετακίνηση άλλαξε την μορφή της μοναρχίας, πριν την πτώση ο βασιλιάς έμενε στο κάστρο στην συνέχεια το επίκεντρο του βασιλείου ήταν οι πεδιάδες του ποταμού Κλάιντ.[14] Ο Άρθγκαλ ή ο γιος του Ρουν διεκδικούν τον τίτλο του πρώτου μονάρχη του Στραθκλάιντ.[15] Η ημερομηνία θανάτου του Ρουν δεν έχει καταγραφεί σύμφωνα με μια πηγή πέθανε το 876 την ίδια χρονιά που ο Κωνσταντίνος Α΄ σκοτώθηκε από τους Βίκινγκ, τα Χρονικά του Ούλστερ τοποθετούν τον θάνατο του το 876.[16][17][18] Τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα γράφουν ότι έπεσε στο Άθολ ενώ άλλοι βασιλικοί κατάλογοι τοποθετούν τον θάνατο του στο "Ινβερνταφάτ" ή άλλη τοποθεσία που έχει σχέση με το Φάιφ.[19][20][21]

Η βασιλική διαδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότερες τοποθεσίες που συνδέονται με τον Έοχεντ

Είναι αβέβαιο ποιος διαδέχθηκε τον Ρουν στο Στραθκλάιντ, αν ο Ρουν και ο Κωνσταντίνος Α΄ πέθαναν μαζί το 876 ο Έοχεντ μάλλον διαδέχθηκε τον πατέρα του.[22][23] Τον Κωνσταντίνο διαδέχθηκε στους Πίκτες ο μικρότερος αδελφός του Εντ μακ Κένεθ αλλά κυβέρνησε μόνο δυο χρόνια.[24] Τα Χρονικά του Ούλστερ γράφουν ότι ο Εντ δολοφονήθηκε από την συνοδεία του αλλά μετέπειτα ιστορικοί του μεσαίωνα αναφέρουν σαν δολοφόνο τον Γκίρικ, οι πηγές διαφέρουν σχετικά με τον διάδοχο.[25] Σύμφωνα με τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα ο Έοχεντ διαδέχθηκε τον Εντ και παρέμεινε στον θρόνο 11 χρόνια, τα χρονικά προσθέτουν επίσης ότι ο Γκίρικ βασίλευσε την ίδια περίοδο σαν κηδεμόνας ή θετός πατέρας.[26][27][28] Μια ηλιακή έκλειψη την ημέρα της εορτής του Αγίου Κήρυκου είχε σαν αποτέλεσμα την εκδίωξη του από το βασίλειο.[29]

Τα Χρονικά καταγράφουν τον θάνατο του Εντ Φιντλιάθ μακ Νειλ το 879 τον δεύτερο χρόνο του Έοχεντ αλλά δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν οι ημερομηνίες σχετικά με το τέλος της βασιλείας του Έοχεντ με βάση την χρονιά της έκλειψης που τοποθετείται λίγο πριν την εκδίωξη του.[30] Η έκλειψη είναι σαφές ότι έγινε στις 16 Ιουνίου 885 την ημέρα της εορτής του Αγίου Κήρυκου.[31][32] Οι ημερομηνίες στα Χρονικά του Ούλστερ δίνουν διάρκεια βασιλείας 11 ετών κάτι που παραπέμπει την έκλειψη στο μέσο της βασιλείας αντί για το τέλος.[33] Το χρονικό προσπάθησε να προσαρμόσει την έκλειψη με το τέλος του Έοχεντ για να τονίσει περισσότερο τις δραματικές αλλαγές που έφερε η πτώση του.[34] Η Προφητεία του Μπέρχαν από την άλλη πλευρά παρέχει διαφορετικές απόψεις για την βασιλεία του Έοχεντ και του Γκίρικ, σύμφωνα με αυτήν ο Έοχεντ βασίλευσε κανονικά μέχρι την εκθρόνηση του και τον διαδέχθηκε ο Γκίρικ.[35] Οι μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στις δυο πηγές είναι μάλλον αποτέλεσμα εθνικής προκατάληψης, η προφητεία επικρίνει την Βρετανική καταγωγή του Έοχεντ αντίθετα τιμά τον Γκίρικ σαν Σκωτσέζο.[36]

Σχέσεις με τον Γκίρικ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επιγραφή του Έοχεντ

Η καταγωγή του Γκίρικ είναι αβέβαιη, το Χρονικό των βασιλέων της Άλμπα ονομάζει τον πατέρα του Ντανκάλ, άλλα χρονικά αναφέρουν ότι πατέρας του ήταν ο Ντόναλντ.[37] Ο Γκίρικ ωστόσο δεν καταγόταν από βασιλική οικογένεια και τα δικαιώματα του στον θρόνο ήταν ανύπαρκτα, για να αποκτήσει δικαιώματα θα έπρεπε μετά την ανατροπή του Εντ να οριστεί κηδεμόνας του Έοχεντ.[38][39][40] Υπάρχουν πολλοί λόγοι να υποθέσουμε ότι το πατρώνυμο του Γκίρικ "γιος του Ντουνγκάλ" ταιριάζει περισσότερο στο Ουαλικό Ντιφνουάλ παρά στο Γαλατικό Ντουνγκάλ.[41] Άν το πατρώνυμο του Γκίρικ είναι αξιόπιστο μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο πατέρας του ήταν ο Ντιφνουάλ απ Ριντέρτς , βασιλιάς του Αλ Κλάντ και ότι αδελφός του ήταν ο Αρθγκάλ παππούς του Έοχεντ.[42] Η συγγένεια θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία του Εντ από τον Γκίρικ έγινε από εκδίκηση για την δολοφονία του αδελφού του Άρθγκαλ από τον Κωνσταντίνο Α΄.[43] Άν ο Γκίρικ και ο Έοχεντ ήταν απόγονοι του Ντιφνουάλ ο Γκίρικ θα μπορούσε να γίνει συμβασιλέας σαν κηδεμόνας του μικρανεψιού του Έοχεντ και να αποκτήσει σοβαρά δικαιώματα στον θρόνο των Πίκτων.[44][45] Ο Εντ διαδέχθηκε τον Κωνσταντίνο και ο Γκίρικ στερήθηκε τον θρόνο γι'αυτό σύντομα σχεδίασε την δολοφονία του, ο Γκίρικ και ο Έοχεντ συμμάχησαν και αποφάσισαν μεταξύ τους συμφωνία για να μοιράσουν τον θρόνο των Πίκτων.[46][47]

Η αντίθετη γνώμη ισχυρίζεται ότι ο Έοχεντ διεκδίκησε των θρόνο λόγω της μητέρας του που ήταν μέλος της δυναστείας των Αλπίνων, θα μπορούσε να τον διεκδικήσει μαζί με τον Γκίρικ σαν σύμμαχος ή να μπει υπό την κηδεμονία του σαν ανήλικος.[48][49] Τον 9ο αιώνα ο όρος συντονιστής αφορούσε την σχέση ανάμεσα σε έναν ισχυρό βασιλιά και τον υποτελή του όπως η σχέση του Μπραν μακ Φαελαίν βασιλιά του Λένστερ με τον Νάιλ Κέιλ μακ Αέντα βασιλιά της Τάρα.[50] Η τοποθέτηση του Γκίρικ σαν κηδεμόνα του ανήλικου Έοχεντ περιγράφεται επίσης με τον όρο συντονιστής.[51] Είναι κατανοητό ότι ο Έοχεντ κυβέρνησε τους Βρετανούς του Στραθκλάιντ και τους Πίκτες, ξεκίνησε σαν βασιλιάς του Στραθκλάιντ και στην συνέχεια έγινε βασιλιάς των Πίκτων.[52][53] Η πιθανότητα να είχαν μοιράσει την εξουσία παραπέμπει στο ότι ο Έοχεντ έγινε βασιλιάς των Βρετανών και ο Γκίρικ βασιλιάς των Πίκτων.[54] Πολύ πιθανό να είχε και ο Γκίρικ μερίδιο στο Στραθκλάιντ ακόμα και όταν ο Έοχεντ ενηλικιώθηκε.[55] Ο στόχος τους ήταν η διατήρηση του Βρετανικού βασιλείου στους απογόνους του Κένεθ Α΄.[56] Ο παππούς του Έοχεντ πέθανε το 872 και ο πατέρας του αμέσως μετά συνεπώς ο ίδιος κληρονόμησε το Στραθκλάιντ πολύ νέος.[57] Οι μεγάλες ταραχές που ξέσπασαν τότε στο βασίλειο των Πίκτων θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο Γκίρικ και ο Έοχεντ ήταν περισσότερο αντίπαλοι παρά σύμμαχοι.[58] Μια αρνητική σχέση ανάμεσα στους δυο άντρες επιβεβαιώνει την Προφητεία του Μπέρχαν που δίνει αρνητικές πληροφορίες για τους Βρετανούς όταν ήταν βασιλιάς ο Γκίρικ.[59]

Επέκταση του Βρετανικού βασιλείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πέτρινος σταυρός του Μπαροχάν από την συλλογή γλυπτών στο Γκόβαν

Δεν υπάρχουν πηγές μέχρι τις αρχές του 10ου αιώνα για το βασίλειο του Στραθκλάιντ, μετά την πτώση του Αλ Κλάντ το Στραθκλάιντ άρχισε να επεκτείνεται.[60][61] Είναι άγνωστο πότε ξεκίνησε αλλά από το 927 τα νότια σύνορα είχαν φτάσει στον ποταμό Ίμοντ πολύ κοντά στο Πένριθ.[62] Ο καταλύτης για την επέκταση ήταν η μεγάλη παρακμή του βασιλείου της Νορθουμβρίας από τις επιθέσεις των Σκανδιναβών και η συμμαχία με την Κάμπρια και τα υπόλοιπα Σκανδιναβικά φύλλα στα τέλη του 9ου αιώνα.[63] Οι φιλικές σχέσεις ανάμεσα στα δυο βασίλεια φαίνεται στην Σκανδιναβική συλλογή γλυπτών στο Γκόβαν.[64] Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι η σημαντική επέκταση του Στραθκλάιντ έγινε την εποχή που ήταν βασιλιάς ο Έοχεντ, τα βασίλεια των Πίκτων και των Βρετανών δεν δέχτηκαν Σκανδιναβικές επιθέσεις την ίδια εποχή.[65][66] Η συμμαχία ανάμεσα στους Πίκτες και τους Βρετανούς του Στραθκλάιντ βοήθησε σημαντικά στην Σκανδιναβική επέκταση νοτιότερα.[67]

Ο διάδοχος του Έοχεντ σύμφωνα με Τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα ήταν ο Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας, τα Χρονικά του Ούλστερ και τα Σκωτσέζικα Χρονικά καταγράφουν τον θάνατο του Ντόναλντ το 900.[68][69] Τα Χρονικά τοποθετούν την αρχή της βασιλείας του Ντόναλντ το 889 γεγονός που επιβεβαιώνει την 11ετή βασιλεία του Ντόναλντ όπως επίσης και την 11ετή βασιλεία του Έοχεντ.[70] Ο Ντόναλντ Β΄ ήταν ο πρώτος βασιλιάς που αναφέρεται βασιλιάς της Άλμπα, πριν από αυτόν το βασίλειο ήταν Βρετανικό.[71][72] Η πολύπλοκη ορολογία που επικρατούσε την εποχή του σε Αγγλικές, Ιρλανδικές και Σκωτσέζικες πηγές είναι απόδειξη ότι επικράτησε ριζικός ανασχηματισμός στο βασίλειο των Πίκτων.[73]

Μετασχηματισμός του βασιλείου των Πίκτων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αγγλοσαξωνικό χρονικό αναγνωρίζει τους Ιρλανδούς σαν Σκόττας μέχρι την δεκαετία του 890, από τα μέσα της δεκαετίας του 920 η ορολογία χρησιμοποιήθηκε για τους Πίκτες και καταγράφεται τελευταία φορά την δεκαετία του 870.[74][75] Στα Ιρλανδικά Χρονικά η ορολογία βασιλιάς των Πίκτων χρησιμοποιήθηκε για τελευταία φορά για τους Πίκτες και τους βασιλείς τους την δεκαετία του 870, ο τελευταίος βασιλιάς των Πίκτων ήταν ο θείος του Ντόναλντ Εντ.[76][77] Από την δεκαετία του 900 ο όρος βασιλιάς της Άλμπα χρησιμοποιήθηκε για αυτούς τους λαούς, τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα χρησιμοποιούν την ονομασία Πικταβία αλλά στα μέσα της βασιλείας του Ντόναλντ επικρατεί η ονομασία Αλμπάνια.[78][79] Υπάρχουν πολλοί λόγοι να υποθέσουμε ότι οι μεγάλες πολιτικές αναταραχές στο βασίλειο των Πίκτων στο τελευταίο τέταρτο του 9ου αιώνα έγιναν ο καταλύτης ριζικών εξελίξεων με την εγκατάσταση του Οίκου των Αλπίνων στον θρόνο του βασιλείου.[80] Ο μετασχηματισμός έγινε την περίοδο της βασιλείας του Γκίρικ και του Έοχεντ, ο Γκίρικ κέρδισε τον θρόνο αφού εκμεταλλεύτηκε το πλεονέκτημα της καταστροφής των Πίκτων από τις επιδρομές των Βίκινγκ. Σε παλιότερους χρόνους το βασίλειο του Ντελ Ριάτα κατέρρευσε από τις επιδρομές και ο Γκίρικ χρησιμοποίησε τις διαλυμένες στρατιωτικές δυνάμεις για να καταλάβει τον θρόνο. Η μεταφορά όλης της Γαλατικής αριστοκρατίας στην χώρα των Πίκτων στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για τον μετασχηματισμό του βασιλείου από Πικταβία σε Άλμπα.[81]

Ο προσωρινός αποκλεισμός των Αλπίνων από τον θρόνο των Πίκτων έφερε την εξορία τους στην Ιρλανδία. Η θεία από πατέρα του Ντόναλντ Β΄ Μειλ Μουίρ ίνγκεν Κινεάντα που πέθανε το 913 είχε σημαντικές συνδέσεις με την Ιρλανδία σαν σύζυγος δυο διαδοχικών βασιλέων της Τάρα του Εντ Φιντλιάθ και του Φλανν Σίνα και ήταν η μητέρα του Νίαλ Γκλουντύμπ.[82] Ο Ντόναλντ και ο πρώτος του ξάδελφος που τον διαδέχθηκε Κωνσταντίνος Β΄ της Σκωτίας πέρασαν στην νεότητα τους στην Ιρλανδία, πήραν Γαλατική ανατροφή και όταν ανέβηκαν στον θρόνο της Άλμπα έφεραν πλήρη εκγαλατισμό της Πικταβίας.[83] Τα Ιρλανδικά Χρονικά αναγνωρίζουν τον σφετερισμό του θρόνου των Πίκτων από τον Γκίρικ και τον Έοχεντ.[84] Ο μετασχηματισμός του βασιλείου των Πίκτων ξεκίνησε την περίοδο του Γκίρικ και του Έοχεντ, η νέα ορολογία δείχνει ότι το βασίλειο της Άλμπα άρχισε να γίνεται πολυεθνικό με Πίκτους, Γαλάτες, Βρετανούς και Άγγλους.[85] Οι κατάλογοι των βασιλέων δείχνουν ότι ο Γκίρικ είχε υποτάξει την Αγγλία και την Ιρλανδία όταν ήταν βασιλιάς, μια πολυεθνική συμμαχία υπό την εξουσία του.[86] Η ορολογία Άλμπα που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε μόνο οι Κέλτες ήταν η βάση για την δημιουργία μιας νέας κρατικής οντότητας στην βόρεια Βρετανία.[87]

Θρύλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κάστρο του Νταρντάν που σκοτώθηκε ο Γκίρικ

Παρά το ότι οι βασιλείες του Έοχεντ και του Γκίρικ είναι αβέβαιες ο Γκίρικ έγινε θρυλική μορφή στην Σκωτία, του πιστώνεται η ίδρυση της Σκωτσέζικης εκκλησίας και οι μεγάλες στρατιωτικές κατακτήσεις στην Αγγλία και την Ιρλανδία.[88][89] Ο Έοχεντ από την άλλη πλευρά αναφέρεται μονάχα στα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα και στην Προφητεία του Μπερχάν.[90] Σε αντίθεση με τον Γκίρικ οι μετέπειτα Σκωτσέζοι χρονικογράφοι δεν αναφέρουν τον Έοχεντ επίσημα σαν βασιλιά, ο Έοχεντ και ο μετέπειτα βασιλιάς Αμλάιμπ της Σκωτίας δεν υπάρχουν στους βασιλικούς καταλόγους.[91][92] Η συμβασιλεία του Έοχεντ και του Γκίρικ είναι το μοναδικό διάστημα από τον γενάρχη Κένεθ Α΄ της Σκωτίας μέχρι τον Μάλκολμ Β΄ της Σκωτίας που δεν ανέβηκε στον θρόνο μέλος της δυναστείας των Αλπίνων.[93]

Ο Έοχεντ ήταν ανεπιθύμητος μετά την ανατροπή του (889) και η ημερομηνία του θανάτου του είναι άγνωστη.[94][95] Ο Γκίρικ σκοτώθηκε στο Νταρντάν και οι ταφικές ενδείξεις στην πόλη δείχνουν το τέλος της χρήσης της σαν κάστρο εκείνη την εποχή.[96][97] Άν οι ημερομηνίες για τους θανάτους του Γκίρικ και του Έοχεντ είναι ακριβείς είναι προφανές ότι οι δυο βασιλείς έπεσαν μαζί.[98] Η άλλη άποψη αναφέρει ότι ο φόνος του Γκίρικ είχε σαν αποτέλεσμα την άνοδο στον θρόνο του Έοχεντ.[99] Είναι άγνωστο ποιος είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του Γκίρικ πιο πιθανό ο διάδοχος του Ντόναλντ, μια εναλλακτική υπόθεση είναι ότι ο Γκίρικ δολοφονήθηκε από ευγενείς που κυβέρνησαν στην συνέχεια μαζί με τον Ντόναλντ.[100][101] Δεν γνωρίζουμε τίποτα σχετικά με τους βασιλείς του Στραθκλάιντ στις αρχές του 10ου αιώνα, τα Χρονικά των βασιλέων της Άλμπα καταγράφουν μονάχα έναν βασιλιά τον Ντιφνουάλ.[102] Η καταγωγή του Ντιφνουάλ ήταν αβέβαιη ίσως να ήταν γιος ή εγγονός του Έοχεντ ή κάποιος άλλος γόνος από την ίδια δυναστεία.[103][104][105] Ο Έοχεντ είχε άλλη μια κόρη την Λαν σύζυγο του Νάιλ Γκλαντάμπ όπως καταγράφεται στο "μεγάλο βιβλίο του Λεκάν"'.[106]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Clarkson (2014) ch. genealogical tables; Charles-Edwards (2013) p. 572 fig. 17.4; Walker (2013) ch. family trees tab. 5; Clarkson (2012a) ch. appendix a; Clarkson (2012b) ch. genealogical tables; Clarkson (2010) ch. genealogical tables; Broun (2004d) p. 135 tab.; Lynch (2001) p. 680 tab.; Macquarrie (1998) p. 6 tab.; Duncan (1996) pp. 628–629 genealogical tree 1; Collingwood (1920) p. 56 tab.
  2. Guy (2016) pp. 6 tab. 1, 22–23; Clarkson (2014) chs. genealogical tables, 1 ¶ 23, 2 ¶ 21; Clarkson (2010) chs. genealogical tables, introduction ¶ 12, 2 ¶ 35; Broun (2004d) p. 117; Dumville, DN (1999) p. 110; O Corrain (1998a) § 38; O Corrain (1998b) p. 331; Woolf (1998) pp. 159–160; Williams; Smyth; Kirby (1991) p. 134; Anderson, AO (1922) pp. clvii–clviii; Phillimore (1888) pp. 172–173; Skene (1867) p. 15.
  3. Edmonds (2015) p. 60; Anderson, MO (2010) p. 123; Bartrum (2009) p. 286; Downham (2007) p. 163; Bhreathnach (2005) p. 269; Broun (2004d) p. 127; Hudson, BT (1996) p. 206; Hudson, BT (1998) pp. 149, 154; O Corrain (1998a) § 38; O Corrain (1998b) p. 331; Hudson, BT (1994) pp. 52, 55, 164 tab. 2a, 173 genealogy 6, 174 n. 3; Anderson, AO (1922) p. 363; Skene (1867) p. 9.
  4. Edmonds (2015) p. 60; Oram (2011) ch. 2.
  5. Woolf (2007) pp. 62–63, 63 n. 32.
  6. The Annals of Ulster (2017) § 870.6; McLeod (2015) pp. 3, 11; Edmonds (2014) p. 200; Hudson, B (2014) p. 203; Charles-Edwards (2013) p. 480; Davies (2013) p. 73, 73 n. 35; Walker (2013) ch. 1 ¶ 40; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 20; Fragmentary Annals of Ireland (2010) § 388; O Corrain (2008) p. 430; Fragmentary Annals of Ireland (2008) § 388; The Annals of Ulster (2008) § 870.6; Downham (2007) pp. 66–67, 142, 240, 258; Woolf (2007) p. 109; Forte; Oram; Pedersen (2005) p. 88; Costambeys (2004); Hicks (2003) p. 34; Driscoll, ST (1998) p. 112; Macquarrie (1998) p. 12; O Corrain (1998a) § 38, 38 n. 141; O Corrain (1998b) p. 331, 331 n. 149; Crawford (1997) p. 50; Hudson, BT (1994) p. 50; Smyth (1989) p. 215; Alcock (1975–1976) p. 106; Anderson, AO (1922) pp. 301–302.
  7. The Annals of Ulster (2017) § 871.2; McLeod (2015) pp. 3, 11; Edmonds (2014) p. 200; Hudson, B (2014) p. 204; Chronicon Scotorum (2012) § 871; Chronicon Scotorum (2010) § 871; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 20; Fragmentary Annals of Ireland (2010) § 393; Fragmentary Annals of Ireland (2008) § 393; O Corrain (2008) p. 430; The Annals of Ulster (2008) § 871.2; Broun (2007) p. 80; Downham (2007) pp. 22–23, 66–67, 142, 240, 259; Woolf (2007) p. 109; Forte; Oram; Pedersen (2005) p. 88; Costambeys (2004); Hicks (2003) p. 34; Hudson, BT (2002) p. 33; Driscoll, ST (1998) p. 112; Macquarrie (1998) p. 12; O Corrain (1998a) § 38, 38 n. 142; O Corrain (1998b) p. 331, 331 n. 150; Hudson, BT (1994) p. 51; Smyth (1989) p. 215; Alcock (1975–1976) p. 106; Anderson, AO (1922) pp. 302–303, 303 n. 1.
  8. Guy (2016) p. 5 n. 15; Edmonds (2015) p. 60; Evans (2015) p. 150; Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 11; Edmonds (2014) p. 200; Walker (2013) ch. 1 ¶ 42; Woolf (2010) p. 225; Bartrum (2009) p. 29; Downham (2007) p. 163; Clancy (2006a); Clancy (2006c); Calise (2002) p. 197; Hicks (2003) pp. 16, 30; Dumville, DN (1999) pp. 110–111; Macquarrie (1998) p. 12; O Corrain (1998a) § 38; O Corrain (1998b) p. 331; Hudson, BT (1994) pp. 52, 174 n. 1.
  9. The Annals of Ulster (2017) § 872.5; Edmonds (2015) p. 60; Evans (2015) p. 150; Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 11, 3 n. 10; Edmonds (2014) p. 200; Davies (2013) p. 73, 73 n. 36; Walker (2013) ch. 1 ¶ 42; Woolf (2010) p. 225; Bartrum (2009) p. 29; The Annals of Ulster (2008) § 872.5; Downham (2007) p. 163; Clancy (2006a); Clancy (2006c); Hicks (2003) pp. 16, 30; Calise (2002) p. 197; Hudson, BT (2002) p. 41; Dumville, DN (1999) pp. 110–111; Macquarrie (1998) p. 12; Hudson, BT (1994) pp. 52, 174 n. 1; Anderson, AO (1922) p. 304.
  10. Edmonds (2015) p. 60; Evans (2015) p. 150; Edmonds (2014) p. 200; Chronicon Scotorum (2012) § 872; Chronicon Scotorum (2010) § 872; Calise (2002) p. 197; Anderson, AO (1922) p. 304 n. 2.
  11. Clancy (2006a); Hudson, BT (1994) p. 52.
  12. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 23; Woolf (2007) p. 111.
  13. Driscoll, ST (2015) pp. 5, 7; Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 13; Clarkson (2012a) ch. 8 ¶ 23; Clarkson (2012b) ch. 11 ¶ 46; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 22; Ewart; Pringle; Caldwell et al. (2004) pp. 8, 10.
  14. Driscoll, ST (2015) p. 5; Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 11; Edmonds (2014) pp. 200–201; Clarkson (2012a) ch. 8 ¶ 23; Clarkson (2012b) ch. 11 ¶ 46; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 26; Downham (2007) p. 162 n. 158; Clancy (2006c); Ewart; Pringle; Caldwell et al. (2004) pp. 8, 10; Hicks (2003) pp. 15, 16, 30.
  15. Clarkson (2014) chs. 1 ¶ 23, 3 ¶ 18.
  16. Broun (2004d) p. 127 n. 61; Macquarrie (1998) p. 13 n. 2.
  17. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25.
  18. The Annals of Ulster (2017) § 876.1; Walker (2013) ch. 1 ¶ 46; The Annals of Ulster (2008) § 876.1; Calise (2002) p. 197; Duncan (2002) p. 11; Anderson, AO (1922) p. 352; Inverdovat (n.d.).
  19. Woolf (2007) pp. 111–112; Smyth (1989) p. 195; Hudson, BT (1998) pp. 148–149, 154; Anderson, AO (1922) p. 353, 353 n. 1; Skene (1867) p. 8.
  20. Woolf (2007) p. 112; Broun (2004a); O Corrain (1998a) § 40 n. 50; O Corrain (1998b) p. 333 n. 161.
  21. Walker (2013) ch. 1 ¶ 46; Clarkson (2012b) ch. 11 ¶ 47; Duncan (2002) p. 11; Crawford (2000) p. 125; O Corrain (1998a) § 40 n. 50; O Corrain (1998b) p. 333 n. 161; Smyth (1989) p. 195; Anderson, AO (1922) p. 353 n. 3; Skene (1886) pp. 327, 327–328 n. 103; Inverdovat (n.d.).
  22. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24; Downham (2007) p. 163.
  23. Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25.
  24. Broun (2015a); Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Woolf (2007) p. 116; Broun (2004a); Hudson, BT (1994) pp. 54–55; Williams; Smyth; Kirby (1991) p. 4; Smyth (1989) p. 215.
  25. Woolf (2007) p. 116; Calise (2002) pp. 166–167, 173, 233; Duncan (2002) p. 11; Anderson, AO (1922) p. 357, 357 n. 2; Skene (1867) pp. 151, 204, 288, 301, 400.
  26. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24.
  27. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24; Anderson, MO (2010) p. 123; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Broun (2004c); Duncan (2002) pp. 11–12; Dumville, D (2000) p. 78; Hudson, BT (1998) p. 141, 155, 155 n. 26; Hudson, BT (1996) p. 206; Smyth (1989) p. 217; Anderson, AO (1922) p. 364, 364 n. 1.
  28. Anderson, MO (2010) p. 123; Broun (2004c); Smyth (1989) p. 217; Anderson, AO (1922) p. 364.
  29. Broun (2015c); Evans (2015) p. 150; Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 24; Anderson, MO (2010) p. 123; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Woolf (2009) pp. 252; Downham (2007) p. 163; Woolf (2007) pp. 118–119; Clancy (2006b); Broun (2004c); Broun (2004d) p. 127; Duncan (2002) pp. 11–12; Dumville, D (2000) p. 78; Woolf (2000) p. 147 n. 8; Hudson, BT (1998) pp. 149, 154–155, 155 n. 26; Macquarrie (1998) p. 13, 13 n. 3; Hudson, BT (1996) p. 206; Smyth (1989) p. 216; Anderson, AO (1922) pp. 363–364, 364 n. 1; Collingwood (1920) p. 58; Skene (1867) p. 9.
  30. Woolf (2007) pp. 118–119.
  31. Woolf (2007) p. 119; Clancy (2006b); Broun (2004c); Dumville, D (2000) p. 78; Hudson, BT (1998) pp. 134, 155 n. 27; McCarthy; Breen (1997) p. 16; Anderson, AO (1922) p. 364 n. 3.
  32. Woolf (2007) p. 119; Anderson, AO (1922) p. 364 n. 3.
  33. Woolf (2007) p. 119.
  34. Woolf (2007) p. 119; Clancy (2006b).
  35. Anderson, MO (2010) p. 123; Hudson, BT (1996) pp. 44–45 §§ 134–140, 85–86 §§ 134–140; Anderson, AO (1930) pp. 40–42 §§ 132–138; Anderson, AO (1922) pp. 366–367; Skene (1867) pp. 87–88.
  36. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 25; Hudson, BT (1998) p. 154 n. 23; Hudson, BT (1994) pp. 55–56; Hudson, BT (1996) pp. 44–45 §§ 134–140, 85–86 §§ 134–140; Anderson, AO (1930) pp. 40–42 §§ 132–138; Anderson, AO (1922) pp. 366–367; Skene (1867) pp. 87–88.
  37. Jackson (2008) p. 47; Hudson, BT (1994) p. 56; Stevenson (1835) p. 224; Skene (1867) p. 178 nn. 4–5.
  38. Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Anderson, MO (2010) p. 123.
  39. Anderson, MO (2010) p. 123; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Broun (2004c); Duncan (1996) pp. 115–116 n. 29.
  40. Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Woolf (2007) pp. 120–121.
  41. Anderson, MO (2010) pp. 123–124 n. 68; Jackson (2008) pp. 47–48; Bruford (2000) p. 65, 65 n. 76; Hudson, BT (1994) p. 56; Skene (1886) p. 330.
  42. Jackson (2008) pp. 47–48; Bruford (2000) p. 65; Collingwood (1920) p. 56 tab.; Skene (1886) p. 330.
  43. Bruford (2000) p. 65 n. 76.
  44. Jackson (2008) pp. 47–48; Bruford (2000) p. 65.
  45. Jackson (2008) p. 47.
  46. Walker (2013) ch. 1 ¶ 48; Oram (2011) chs. 2, 5; Smyth (1989) p. 216.
  47. Walker (2013) ch. 1 ¶ 48; Oram (2011) chs. 2, 5.
  48. Anderson, MO (2010) p. 123; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Macquarrie (1998) p. 13; Lynch (1991) p. 453 n. 18.
  49. Macquarrie (1998) p. 13.
  50. The Annals of Ulster (2017) § 835.1; The Annals of Ulster (2008) § 835.1; Hudson, BT (2004a); Hudson, BT (1998) p. 142; Hudson, BT (1996) p. 206.
  51. Hudson, BT (1998) p. 142; Hudson, BT (1996) p. 206.
  52. Downham (2007) p. 163.
  53. Clancy (2006b); Collingwood (1920) p. 57.
  54. Oram (2011) ch. 5; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 25; Duncan (2002) p. 12; Smyth (1989) p. 216.
  55. Oram (2011) ch. 5.
  56. Smyth (1989) p. 216.
  57. Duncan (2002) p. 12.
  58. Broun (2004c).
  59. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 25; Hudson, BT (1996) pp. 44–45 §§ 134–140, 85–86 §§ 134–140, 206; Anderson, AO (1930) pp. 40–42 §§ 132–138; Anderson, AO (1922) pp. 366–367; Skene (1867) pp. 87–88.
  60. Evans (2015) p. 150; Clarkson (2014) chs. 3 ¶ 26, 4 ¶ 12.
  61. Driscoll, ST (2015) pp. 6–7; Edmonds (2015) p. 44; Davies (2013) p. 73; Downham (2007) pp. 160–161, 161 n. 146; Woolf (2007) p. 153; Breeze (2006) pp. 327, 331; Clancy (2006c); Ewart; Pringle; Caldwell et al. (2004) pp. 9–10; Hicks (2003) pp. 35–38, 36 n. 78.
  62. Edmonds (2015) pp. 44, 53, 62; Charles-Edwards (2013) pp. 9, 481; Davies (2013) p. 73, 73 n. 40; Oram (2011) ch. 2; Clarkson (2010) ch. 9 ¶ 10; Downham (2007) p. 165; Woolf (2007) p. 154; Clancy (2006c); Todd (2005) p. 96; Hicks (2003) pp. 35–38; Stenton (1963) p. 328.
  63. Charles-Edwards (2013) pp. 9, 481–482; Oram (2011) ch. 2; Breeze (2006) pp. 327, 331; Hicks (2003) pp. 35–38, 36 n. 78; Woolf (2001); Macquarrie (1998) p. 19; Fellows-Jensen (1991) p. 80.
  64. Charles-Edwards (2013) p. 482; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 24; Downham (2007) pp. 162, 170.
  65. Edmonds (2015) p. 60; Downham (2007) p. 163; Macquarrie (1998) p. 19; Collingwood (1920) pp. 57–58.
  66. Evans (2015) pp. 150–151.
  67. Downham (2007) p. 163; Hicks (2003) p. 35.
  68. Woolf (2007) pp. 122–123; Hudson, BT (1998) pp. 149, 155; Anderson, AO (1922) pp. 395–396; Skene (1867) p. 9.
  69. The Annals of Ulster (2017) § 900.6; Chronicon Scotorum (2012) § 900; Chronicon Scotorum (2010) § 900; Woolf (2007) p. 122; The Annals of Ulster (2008) § 900.6.
  70. Woolf (2007) pp. 122–123; Hudson, BT (1998) pp. 149, 155; Anderson, AO (1922) pp. 395–396; Skene (1867) p. 9.
  71. Evans (2015) p. 151 n. 96; Walker (2013) ch. 1 ¶ 50; Clarkson (2012a) ch. 8 ¶ 24; Clarkson (2012b) ch. 11 ¶ 48; Anderson, MO (2010) p. 124; Clarkson (2010) ch. 8 ¶ 26; Hadley (2009) p. 203; Charles-Edwards (2008) p. 170; Broun (2007) pp. 21, 33 n. 115; Woolf (2007) p. 320 n. 18; Charles-Edwards (2006) p. 343 n. 2; Clancy (2006a); Forsyth (2005) pp. 33–34; Broun (2004b); Foster (2004) p. 108; Davidson (2002) p. 128; Bruford (2000) p. 59; Woolf (2000) p. 151; Veitch (1998) p. 199 n. 34; Bannerman (1997) p. 35; Lynch (1991) p. 40; Williams; Smyth; Kirby (1991) p. 103.
  72. Koch (2006a); Broun (1997) p. 113 n. 6.
  73. Charles-Edwards (2008) p. 170; Broun (2007) pp. 72–75; Broun (2004b); Broun (1997) p. 113 n. 6.
  74. Woolf (2009) p. 251; Charles-Edwards (2008) pp. 170, 187; Swanton (1998) p. 82; Thorpe (1861) pp. 160–161.
  75. Charles-Edwards (2008) pp. 170, 187; Swanton (1998) pp. 104–105; Thorpe (1861) pp. 196–197.
  76. The Annals of Ulster (2017) §§ 875.3, 876.1, 878.2; Broun (2015b) p. 120; Chronicon Scotorum (2012) § 876; Chronicon Scotorum (2010) § 876; Charles-Edwards (2008) pp. 170, 187; The Annals of Ulster (2008) §§ 875.3, 876.1, 878.2; Broun (2007) pp. 84, 89 n. 6; Charles-Edwards (2006) pp. 326 § 875.3, 326 § 876.1, 328 § 878.3, 343 n. 2; Davidson (2002) p. 128; Bruford (2000) p. 59 n. 52; Broun (1997) p. 112, 122 nn. 2–3, 122 n. 50.
  77. Woolf (2009) pp. 251–252; Broun (2007) p. 72; Woolf (2007) pp. 117, 340; Broun (1997) p. 112.
  78. The Annals of Ulster (2017) §§ 900.6, 918.4; Broun (2015b) pp. 119–120; Chronicon Scotorum (2012) § 900; Chronicon Scotorum (2010) § 900; Charles-Edwards (2008) pp. 170, 187; The Annals of Ulster (2008) §§ 900.6, 918.4; Broun (2007) pp. 21, 33 n. 115, 72, 84, 89 n. 6; Charles-Edwards (2006) p. 343 § 900.9, 343 n. 2; Broun (2004b); Duncan (2002) p. 14; Davidson (2002) p. 128; Bruford (2000) p. 59, 59 n. 52; Broun (1997) pp. 112, nn. 2–3, 124 n. 56.
  79. Anderson, MO (2010) p. 124; Charles-Edwards (2008) pp. 170, 180, 187; Broun (2007) pp. 72–73, 84–85; Charles-Edwards (2006) p. 343 n. 2; Foster (2004) p. 108; Woolf (2000) pp. 151–152; Broun (1997) p. 118 n. 33; Lynch (1991) p. 40.
  80. Broun (2007) p. 73; Broun (2004b); Broun (1997) pp. 115, 123–124.
  81. Woolf (2007) pp. 321, 340–342, 351.
  82. Woolf (2007) pp. 257 tab. 6.6, 321–322; Bhreathnach (2005) p. 269; Hudson, BT (2004b); Herbert (2000) pp. 69–70; Hudson, BT (1998) p. 157 n. 42; Hudson, BT (1996) pp. 120, 134, 148; Hudson, BT (1994) p. 171 genealogy 4.
  83. Woolf (2007) pp. 321–322.
  84. Woolf (2007) p. 124.
  85. Evans (2015) 151 n. 96; Charles-Edwards (2008) pp. 178–179.
  86. Charles-Edwards (2008) pp. 177, 179; Woolf (2007) p. 120; Hudson, BT (1996) p. 206; Veitch (1998) p. 211; Anderson, AO (1922) pp. 364–365, 365 n. 2; Skene (1867) pp. 151, 174, 204, 288, 301, 305.
  87. Evans (2015) 151 n. 96; Charles-Edwards (2008) pp. 178–179.
  88. Broun (2015d); Walker (2013) ch. 1 ¶ 48; Woolf (2007) pp. 120, 320; Broun (2004c); Hudson, BT (1996) p. 206.
  89. Broun (2015d); Terrell (2011) p. 338, 338 n. 50; Charles-Edwards (2008) pp. 177, 179; Broun (2004c); Woolf (2007) p. 120; Hudson, BT (1996) p. 206; Veitch (1998) p. 211; Anderson, AO (1922) pp. 364–365, 365 n. 2; Skene (1867) pp. 151, 174, 204, 288, 301, 305.
  90. Hudson, BT (2002) p. 49; Hudson, BT (1996) p. 206.
  91. Hudson, BT (2002) p. 49.
  92. Hudson, BT (1990) p. 107 n. 21.
  93. Broun (2015b) p. 187; Lynch (1991) p. 42.
  94. Clarkson (2010) ch. 9 ¶ 3.
  95. Woolf (2007) p. 123; Macquarrie (1998) pp. 13–14.
  96. Hudson, B (2014) p. 99; Konstam (2010) p. 36; Woolf (2007) pp. 120 n. 55, 125; Alcock; Alcock; Driscoll (1989) pp. 192–194; Driscoll, ST (1987) pp. 178–179, 193; Skene (1867) pp. 151, 174, 178, 288, 301.
  97. Driscoll, ST (2001b).
  98. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 26; Williams; Smyth; Kirby (1991) p. 143.
  99. Walker (2013) ch. 1 ¶ 48.
  100. Clarkson (2014) ch. 3 ¶ 26; Woolf (2007) p. 125; Williams; Smyth; Kirby (1991) p. 143.
  101. Woolf (2007) p. 125.
  102. Clarkson (2010) ch. 9 ¶ 4; Downham (2007) p. 163; Davidson (2002) p. 130; Hudson, BT (1998) pp. 150, 156–157; Anderson, AO (1922) p. 445; Skene (1867) p. 9.
  103. Hudson, BT (1998) p. 157 n. 39.
  104. Clarkson (2010) ch. 9 ¶ 4; Hudson, BT (1994) pp. 56, 72, 173 genealogy 6; Collingwood (1920) pp. 56 tab., 58.
  105. Clarkson (2010) ch. 9 ¶ 4.
  106. Bartrum (2009) p. 286; Clancy (2006b); Bhreathnach (2005) p. 270; Hudson, BT (2004b); Hudson, BT (1994) pp. 56, 171 genealogy 4, 173 genealogy 6, 174 n. 6; Dobbs (1931) p. 188.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Anderson, AO, ed. (1922). Early Sources of Scottish History, A.D. 500 to 1286. Vol. 1. London: Oliver and Boyd – via Internet Archive.
  • Anderson, AO (1930). "The Prophecy of Berchan". Zeitschrift für celtische Philologie. 18: 1–56.
  • "Bodleian Library MS. Rawl. B. 489". Early Manuscripts at Oxford University. Oxford Digital Library. n.d. Retrieved 3 August 2017.
  • Charles-Edwards, T, ed. (2006). The Chronicle of Ireland. Translated Texts for Historians (series vol. 44). Liverpool: Liverpool University Press. I
  • "Chronicon Scotorum". Corpus of Electronic Texts (24 March 2010 ed.). University College Cork. 2010. Retrieved 17 July 2017.
  • "Chronicon Scotorum". Corpus of Electronic Texts (14 May 2012 ed.). University College Cork. 2012. Retrieved 17 July 2017.
  • Colganvm, I, ed. (1645). Acta Sanctorvm Veteris et Maioris Scotiæ, sev Hiberniæ Sanctorvm Insvlae. Lyon: Everardvm de VVitte – via Google Books.
  • "Cotton MS Tiberius B I". British Library. n.d. Retrieved 4 August 2017.
  • Dobbs, ME, ed. (1930). "The Ban-Shenchus". Revue Celtique. 47: 283–339 – via Gallica.
  • Dobbs, ME, ed. (1931). "The Ban-Shenchus". Revue Celtique. 48: 163–234 – via Gallica.
  • Forbes, AP, ed. (1872). Kalendars of Scottish Saints. Edinburgh: Edmonston and Douglas – via Internet Archive.
  • "Fragmentary Annals of Ireland". Corpus of Electronic Texts (5 September 2008 ed.). University College Cork. 2008. Retrieved 23 July 2017.
  • "Fragmentary Annals of Ireland". Corpus of Electronic Texts (21 March 2010 ed.). University College Cork. 2010. Retrieved 23 July 2017.
  • Haddan, AW; Stubbs, W, eds. (1873). Councils and Ecclesiastical Documents Relating to Great Britain and Ireland. Vol. 2, pt. 1. Oxford: Clarendon Press – via Google Books.
  • Hudson, BT (1996). Prophecy of Berchán: Irish and Scottish High-Kings of the E2006aarly Middle Ages. Contributions to the Study of World History (series vol. 54). Westport, CT: Greenwood Press.
  • Hudson, BT (1998). "'The Scottish Chronicle'". Scottish Historical Review. 77 (2): 129–161.
  • Jones, O; Williams, E; Pughe, WO, eds. (1870). The Myvyrian Archaiology of Wales. Denbigh: Thomas Gee – via Internet Archive.
  • O'Keeffe, KO, ed. (2001). The Anglo-Saxon Chronicle: A Collaborative Edition. Vol. 5, MS C. Cambridge: D.S. Brewer.
  • Phillimore, E (1888). "The Annales Cambriæ and Old-Welsh Genealogies From Harleian MS 3859". Y Cymmrodor. 9: 141–183 – via Internet Archive.
  • Skene, WF, ed. (1867). Chronicles of the Picts, Chronicles of the Scots, and Other Early Memorials of Scottish History. Edinburgh: H.M. General Register House – via Internet Archive.
  • Skene, WF, ed. (1868). The Four Ancient Books of Wales. Vol. 1. Edmonston and Douglas – via Internet Archive.
  • Stevenson, J, ed. (1835). Chronica de Mailros. Edinburgh: The Bannatyne Club – via Internet Archive.
  • Swanton, M, ed. (1998) [1996]. The Anglo-Saxon Chronicle. New York: Routledge. ISBN 0-415-92129-5 – via Google Books.
  • "The Annals of Ulster". Corpus of Electronic Texts (29 August 2008 ed.). University College Cork. 2008. Retrieved 15 July 2017.
  • "The Annals of Ulster". Corpus of Electronic Texts (6 January 2017 ed.). University College Cork. 2017. Retrieved 15 July 2017.
  • "The Irish Version of the Historia Britonum of Nennius". Corpus of Electronic Texts (18 July 2009 ed.). University College Cork. 2009. Retrieved 7 August 2017.
  • "The Irish Version of the Historia Britonum of Nennius". Corpus of Electronic Texts (27 November 2015 ed.). University College Cork. 2015. Retrieved 7 August 2017.
  • Thorpe, B, ed. (1861). The Anglo-Saxon Chronicle. Rerum Britannicarum Medii Ævi Scriptores. Vol. 1. London: Longman, Green, Longman, and Roberts – via Internet Archive.
  • Alcock, L (1975–1976). "A Multi-Disciplinary Chronology for Alt Clut, Castle Rock, Dumbarton" (PDF). Proceedings of the Society of Antiquaries of Scotland. 107: 103–113.
  • Alcock, L; Alcock, EA; Driscoll, ST (1989). "Reconnaissance Excavations on Early Historic Fortifications and Other Royal Sites in Scotland, 1974–84: 3, Excavations at Dundurn, Strathearn, Perthshire, 1976–77" (PDF). Proceedings of the Society of Antiquaries of Scotland. 119: 189–226.
  • Allen, JR; Anderson, J (1903). The Early Christian Monuments of Scotland. Part 3. Edinburgh: Neill & Co. Limited – via Internet Archive.
  • Anderson, MO (2010) [1982]. "Dalriada and the Creation of the Kingdom of the Scots". In Whitelock, D; McKitterick, R; Dumville, D. Ireland in Early Mediaeval Europe: Studies in Memory of Kathleen Hughes. Cambridge: Cambridge University Press. pp. 106–132.
  • Bannerman, J (1997). "The Scottish Takeover of Pictland and the Relics of Columba". The Innes Review. 48 (1): 27–44.
  • Bartrum, PC (2009) [1993]. A Welsh Classical Dictionary: People in History and Legend up to About A.D. 1000. The National Library of Wales – via The National Library of Wales.
  • Bhreathnach, E (2005). The Kingship and Landscape of Tara. Dublin: Four Courts Press – via Google Books.
  • Breeze, A (2006). "Britons in the Barony of Gilsland, Cumbria". Northern History. 43 (2): 327–332.
  • Broun, D (1996). "Review of BT Hudson, Kings of Celtic Scotland". Scottish Historical Review. 75 (2): 247–249.
  • Broun, D (1997). "Dunkeld and the Origin of Scottish Identity". The Innes Review. 48 (2): 112–124.
  • Broun, D (2004a). "Constantine I (d. 876)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004b). "Constantine II (d. 952)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004c). "Giric mac Dúngal (d. c.890)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Broun, D (2004d). "The Welsh Identity of the Kingdom of Strathclyde c.900–c.1200". The Innes Review. 55 (2): 111–180.
  • Broun, D (2007). Scottish Independence and the Idea of Britain: From the Picts to Alexander III. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Broun, D (2015a) [1997]. "Æd". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Broun, D (2015b). "Britain and the Beginning of Scotland". Journal of the British Academy. 3: 107–137.
  • Broun, D (2015c) [1997]. "Eochaid". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Broun, D (2015d) [1997]. "Giric, King of Picts". In Crowcroft, R; Cannon, J. The Oxford Companion to British History (2nd ed.). Oxford University Press.
  • Bruford, A (2000). "What Happened to the Caledonians". In Cowan, EJ; McDonald, RA. Alba: Celtic Scotland in the Middle Ages. East Linton: Tuckwell Press. pp. 43–68.
  • Busse, PE; Koch, JT (2006). "Ailpín mac Echach". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 1. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 32.
  • Calise, JMP (2002). Pictish Sourcebook: Documents of Medieval Legend and Dark Age History. Documentary Reference Collections. Westport, CT: Greenwood Press.
  • Charles-Edwards, TM (2008). "Picts and Scots". The Innes Review. 59 (2): 168–188.
  • Charles-Edwards, TM (2013). Wales and the Britons, 350–1064. The History of Wales (series vol. 1). Oxford: Oxford University Press.
  • Clancy, TO (1996). "Iona, Scotland, and the Céli De". In Crawford, BE. Scotland in Dark Age Britain. St John's House Papers (series vol. 6). Aberdeen: Scottish *Cultural Press. pp. 111–130.
  • Clancy, TO (2006a). "Cusantín mac Cinaeda (Constantine I of Scotland)". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 523.
  • Clancy, TO (2006b). "Eochaid son of Rhun". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 704–705.
  • Clancy, TO (2006c). "Ystrad Clud". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 5. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 1818–1821.
  • Clancy, TO (2013). "Saints in the Scottish Landscape". Proceedings of the Harvard Celtic Colloquium. 33: 1–34.
  • Clarkson, T (2010). The Men of the North: The Britons and Southern Scotland (EPUB). Edinburgh: John Donald.
  • Clarkson, T (2012a) [2011]. The Makers of Scotland: Picts, Romans, Gaels and Vikings (EPUB). Edinburgh: Birlinn Limited.
  • Clarkson, T (2012b) [2008]. The Picts: A History (EPUB). Edinburgh: Birlinn Limited.
  • Clarkson, T (2014). Strathclyde and the Anglo-Saxons in the Viking Age (EPUB). Edinburgh: John Donald.
  • Collingwood, WG (1920). "The Giant's Thumb" (PDF). Transactions of the Cumberland & Westmorland Antiquarian & Archæological Society. 20: 53–65.
  • Costambeys, M (2004). "Ívarr (d. 873)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Crawford, BE (1997) [1987]. Scandinavian Scotland. Scotland in the Early Middle Ages (series vol. 3). Leicester: Leicester University Press.
  • Crawford, BE (2000). "The Scandinavian Contribution to the Development of the Kingdom of Scotland". Acta Archaeologica. 71 (1): 123–134.
  • Crawford, BE (2014). "The Kingdom of Man and the Earldom of Orkney—Some Comparisons". In Sigurðsson, JV; Bolton, T. Celtic-Norse Relationships in the Irish Sea in the Middle Ages, 800–1200. The Northern World: North Europe and the Baltic c. 400–1700 AD. Peoples, Economics and Cultures (series vol. 65). Leiden: Brill. pp. 65–80.
  • Davidson, MR (2002). Submission and Imperium in the Early Medieval Insular World (PhD thesis). University of Edinburgh. hdl:1842/23321 Freely accessible – via Edinburgh Research Archive.
  • Davies, JR (2013) [2009]. "Bishop Kentigern Among the Britons". In Boardman, S; Davies, JR; Williamson, E. Saints' Cults in the Celtic World. Woodbridge: The Boydell Press. pp. 66–90.
  • Dennison, EP (2005). "Burghs and Burgesses: A Time of Consolidation?". In Oram, RD. The Reign of Alexander II, 1214–49. The Northern World: North Europe and the Baltic c. 400–1700 AD. Peoples, Economics and Cultures (series vol. 16). Leiden: Brill. pp. 253–283.
  • Downham, C (2007). Viking Kings of Britain and Ireland: The Dynasty of Ívarr to A.D. 1014. Edinburgh: Dunedin Academic Press.
  • Driscoll, S (2006). "Govan". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 3. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 839–841.
  • Driscoll, ST (1987). The Early Historical Landscape of Strathearn: The Archaeology of a Pictish Kingdom (PhD thesis). University of Glasgow – via Glasgow Theses Service.
  • Driscoll, ST (1998). "Church Archaeology in Glasgow and the Kingdom of Strathclyde". The Innes Review. 49 (2): 95–114.
  • Driscoll, ST (2001a). "Dumbarton". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. p. 180.
  • Driscoll, ST (2001). "Dundurn". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. p. 185.
  • Driscoll, ST (2001c). "Govan". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. pp. 274–275.
  • Driscoll, ST (2003). "Govan: An Early Medieval Royal Centre on the Clyde". In Breeze, DJ; Clancy, TO; Welander, R. The Stone of Destiny: Artefact and Icon. Society of Antiquaries of Scotland Monograph Series (series vol. 22). Society of Antiquaries of Scotland. pp. 77–83.
  • Driscoll, ST (2014). "The Govan Stones Revealed". History Scotland. 14 (1): 36–37.
  • Driscoll, ST (2015). "In Search of the Northern Britons in the Early Historic Era (AD 400–1100)". Essays on the Local History and Archaeology of West Central Scotland. Resource Assessment of Local History and Archaeology in West Central Scotland. Glasgow: Glasgow Museums. pp. 1–15 – via Enlighten: Publications.
  • Driscoll, ST; O'Grady, O; Forsyth, K (2005). "The Govan School Revisisted: Searching for Meaning in the Early Medieval Sculpture of Strathclyde". In Foster, SM; Cross, M. Able Minds and Practiced Hands: Scotland's Early Medieval Sculpture in the 21st Century. The Society for Medieval Archaeology Monograph (series vol. 23). Milton Park, Abingdon: Routledge. pp. 135–158.
  • Dumville, D (2000). "The Chronicle of the Kings of Alba". In Taylor, S. Kings, Clerics and Chronicles in Scotland, 500–1297: Essays in Honour of Marjorie Ogilvie Anderson on the Occasion of Her Ninetieth Birthday. Dublin: Four Courts Press. pp. 73–86.
  • Dumville, DN (1999) [1993]. "Coroticus". In Dumville, DN. Saint Patrick, A.D. 493–1993. Woodbridge: The Boydell Press. pp. 107–115.
  • Duncan, AAM (1996) [1975]. Scotland: The Making of the Kingdom. The Edinburgh History of Scotland (series vol. 1). Edinburgh: Mercat Press.
  • Duncan, AAM (2002). The Kingship of the Scots, 842–1292: Succession and Independence. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Edmonds, F (2014). "The Emergence and Transformation of Medieval Cumbria". Scottish Historical Review. 93 (2): 195–216.
  • Edmonds, F (2015). "The Expansion of the Kingdom of Strathclyde" (PDF). Early Medieval Europe. 23 (1): 43–66.
  • Evans, NJ (2015). "Cultural Contacts and Ethnic Origins in Viking Age Wales and Northern Britain: The Case of Albanus, Britain's First Inhabitant and Scottish Ancestor". Journal of Medieval History. 41 (2): 131–154.
  • Ewart, G; Pringle, D; Caldwell, D; Campbell, E; Driscoll, S; Forsyth, K; Gallagher, D; Holden, T; Hunter, F; Sanderson, D; Thoms, J (2004). "Dundonald Castle Excavations, 1986–93". Scottish Archaeological Journal. 26 (1–2): i–x, 1–166. eISSN 1766-2028.
  • Farmer, DH (2004) [1978]. The Oxford Dictionary of Saints (EPUB). Oxford Paperback Reference (5th ed.). Oxford: Oxford University Press.
  • Fellows-Jensen, G (1991). "Scandinavians in Dumfriesshire and Galloway: The Place-Name Evidence" (PDF). In Oram, RD; Stell, GP. Galloway: Land and Lordship. Edinburgh: The Scottish Society for Northern Studies. pp. 77–95. ISBN 0 9505994 6 8 – via Scottish Society for Northern Studies.
  • Forsyth, K (2005). "Origins: Scotland to 1100". In Wormald, J. Scotland: A History. Oxford: Oxford University Press. pp. 9–37.
  • Forte, A; Oram, RD; Pedersen, F (2005). Viking Empires. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Foster, SM (2004). Picts, Gaels and Scots: Early Historic Scotland. London: BT Batsford.
  • Fraser, JE (2009). From Caledonia to Pictland, Scotland to 795. The New Edinburgh History of Scotland (series vol. 1). Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Guy, B (2016). "The Textual History of the Harleian Genealogies". The Welsh History Review. 28 (1): 1–25.
  • Grant, A (2000). "The Province of Ross and the Kingdom of Alba". In Cowan, EJ; McDonald, RA. Alba: Celtic Scotland in the Middle Ages. East Linton: Tuckwell Press. pp. 88–126.
  • Hadley, D (2009). "Viking Raids and Conquest". In Stafford, P. A Companion to the Early Middle Ages: Britain and Ireland, c.500–c.1100. Blackwell Companions to British History. Chichester: Blackwell Publishing. pp. 195–211.
  • Herbert, M (2000). "Rí Éirenn, Rí Alban, Kingship and Identity in the Ninth and Tenth Centuries" (PDF). In Taylor, S. Kings, Clerics and Chronicles in Scotland, 500–1297: Essays in Honour of Marjorie Ogilvie Anderson on the Occasion of Her Ninetieth Birthday. Dublin: Four Courts Press. pp. 62–72 – via Celtic Digital Initiative.
  • Hicks, DA (2003). Language, History and Onomastics in Medieval Cumbria: An Analysis of the Generative Usage of the Cumbric Habitative Generics Cair and Tref (PhD thesis). University of Edinburgh. hdl:1842/7401 Freely accessible – via Edinburgh Research Archive.
  • Hudson, B (2014). The Picts. The Peoples of Europe. Chichester: John Wiley & Sons.
  • Hudson, BT (1990). "From Senchus to Histore: Traditions of King Duncan I". Studies in Scottish Literature. 25 (1): 100–120.
  • Hudson, BT (1994). Kings of Celtic Scotland. Westport, CT: Greenwood Press.
  • Hudson, BT (2002). "The Scottish Gaze". In McDonald, R. History, Literature, and Music in Scotland, 700–1560. Toronto: University of Toronto Press. pp. 29–59.
  • Hudson, BT (2004a). "Niall mac Áeda [Niall Caille] (d. 846)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Hudson, BT (2004b). "Niall mac Áeda [Niall Glúndub] (c.869–919)". Oxford Dictionary of National Biography. Oxford University Press.
  • Hudson, BT (2006). "Muirchertach mac Néill (d. 943)". Oxford Dictionary of National Biography (October 2006 ed.). Oxford University Press.
  • "Inverdovat". Fife Place-Name Data. University of Glasgow. n.d. Retrieved 28 July 2017.
  • Jackson, K, ed. (2008) [1972]. The Osborn Bergin Memorial Lecture, 1970: The Gaelic Notes in the Book of Deer. Cambridge: Cambridge University Press.
  • Keppie, L; Newall, F; Alldrit, DM; Dickinson, B; Fitzpatrick, AP; Gallagher, DB; MacKie, EW; Robertson, AS; Webster, PV; Young, A (1996). "Excavations at the Roman Fort of Barochan Hill, Renfrewshire, 1972 and 1984–1986". Glasgow Archaeological Journal. 20 (20): 41–76.
  • Koch, JT (2006a). "Alba, the Name, Derivation and Usage". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 1. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 37.
  • Koch, JT (2006b). "Domnall Brecc". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 604.
  • Koch, JT (2006c). "Dyfnwal ap Tewdor". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 639–640.
  • Koch, JT (2006d). "Eochaid Buide". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. p. 704.
  • Koch, JT; Minard, A (2006). "Cumbric". In Koch, JT. Celtic Culture: A Historical Encyclopedia. Vol. 2. Santa Barbara, CA: ABC-CLIO. pp. 515–516.
  • Konstam, A (2010). Strongholds of the Picts: The Fortifications of Dark Age Scotland. Botley: Osprey Publishing.
  • Laing, L (2000). "The Chronology and Context of Pictish Relief Sculpture". Medieval Archaeology. 44 (1): 81–114.
  • Lynch, M (1991). Scotland: A New History. London: Century.
  • Lynch, M, ed. (2001). "Genealogies". The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. pp. 677–683.
  • Macquarrie, A (1998) [1993]. "The Kings of Strathclyde, c. 400–1018". In Grant, A; Stringer, KJ. Medieval Scotland: Crown, Lordship and Community. Edinburgh: Edinburgh University Press. pp. 1–19.
  • McCarthy, D; Breen, A (1997). "Astronomical Observations in the Irish Annals and Their Motivation". Peritia. 11: 1–43.
  • McLeod, S (2015). "The Dubh Gall in Southern Scotland: The Politics of Northumbria, Dublin, and the Community of St Cuthbert in the Viking Age, c. 870-950 CE". Limina: A Journal of Historical and Cultural Studies. 20 (3): 83–103. ISSN 1833-3419 – via Limina: A Journal of Historical and Cultural Studies.
  • Oram, RD (2008). "Royal and Lordly Residence in Scotland c 1050 to c 1250: An Historiographical Review and Critical Revision". The Antiquaries Journal. 88: 165–189.
  • Oram, RD (2011) [2001]. The Kings & Queens of Scotland. Brimscombe Port: The History Press.
  • Ó Corráin, D (1998a). "The Vikings in Scotland and Ireland in the Ninth Century". Chronicon: An Electric History Journal. 2.
  • Ó Corráin, D (1998b). "The Vikings in Scotland and Ireland in the Ninth Century". Peritia. 12: 296–339.
  • Ó Corráin, D (2008). "The Vikings and Ireland". In Brink, S; Price, N. The Viking World. Routledge Worlds. Milton Park, Abingdon: Routledge. pp. 428–433.
  • Ó Corráin, D; Maguire, F (1981). Gaelic Personal Names. Dublin: Academy Press.
  • Renwick, R; Lindsay, J (1921). History of Glasgow. Vol. 1. Glasgow: Maclehose, Jackson & Co. – via Internet Archive.
  • Skene, WF (1886). Celtic Scotland: A History of Ancient Alban. Vol. 1 (2nd ed.). Edinburgh: David Douglas – via Internet Archive.
  • Smyth, AP (1989) [1984]. Warlords and Holy Men: Scotland, AD 80–1000. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Snyder, CA (2003). The Britons. The Peoples of Europe. Malden, MA: Blackwell Publishing.
  • Stenton, F (1963). Anglo-Saxon England. The Oxford History of England (series vol. 2) (2nd ed.). Oxford: The Clarendon Press. OL 24592559M – via Open Library.
  • Terrell, KH (2011). "'Lynealy discendit of þe devill': Genealogy, Textuality, and Anglophobia in Medieval Scottish Chronicles". Studies in Philology. 108 (3): 320–344.
  • Todd, JM (2005). "British (Cumbric) Place-Names in the Barony of Gilsland, Cumbria" (PDF). Transactions of the Cumberland & Westmorland Antiquarian & Archaeological Society. 5: 89–102.
  • Veitch, K (1998). "The Alliance Between Church and State in Early Medieval Alba". Albion: A Quarterly Journal Concerned with British Studies. 30 (2): 193–220.
  • Walker, IW (2013) [2006]. Lords of Alba: The Making of Scotland (EPUB). Brimscombe Port: The History Press.
  • Watson, A (2002). Place-Names, Land and Lordship in the Medieval Earldom of Strathearn (PhD thesis). University of St Andrews. hdl:10023/11331 Freely accessible – via St Andrews Research Repository.
  • Williams, A; Smyth, AP; Kirby, DP (1991). A Biographical Dictionary of Dark Age Britain: England, Scotland and Wales, c.500–c.1050. London: Seaby.
  • Woolf, A (1998). "Pictish Matriliny Reconsidered". The Innes Review. 49 (2): 147–167.
  • Woolf, A (2000). "The 'Moray Question' and the Kingship of Alba in the Tenth and Eleventh Centuries". Scottish Historical Review. 79 (2): 145–164.
  • Woolf, A (2001). "Anglo-Scottish Relations: 1. 900–1100". In Lynch, M. The Oxford Companion to Scottish History. Oxford Companions. Oxford: Oxford University Press. pp. 8–10.
  • Woolf, A (2002). "Amlaíb Cuarán and the Gael, 941–81". In Duffy, S. Medieval Dublin. Vol. 3, Proceedings of the Friends of Medieval Dublin Symposium 2001. Dublin: Four Courts Press. pp. 34–43 – via Academia.edu.
  • Woolf, A (2007). From Pictland to Alba, 789–1070. The New Edinburgh History of Scotland (series vol. 2). Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • Woolf, A (2009). "Scotland". In Stafford, P. A Companion to the Early Middle Ages: Britain and Ireland, c.500–c.1100. Blackwell Companions to British History. Chichester: Blackwell Publishing. pp. 251–267.
  • Woolf, A (2010). "Reporting Scotland in the Anglo-Saxon Chronicle". In Jorgensen, A. Reading the Anglo-Saxon Chronicle: Language, Literature, History. Studies in the Early Middle Ages (series vol. 23). Turnhout: Brepols Publishers. pp. 221–239.
  • Wormald, P (1996). "Emergence of the Regnum Scottorum: A Carolingian Hegemony?". In Crawford, BE. Scotland in Dark Age Britain. St John's House Papers (series vol. 6). Aberdeen: Scottish Cultural Press. pp. 131–160.
  • Yorke, B (2009). "Britain and Ireland, c.500". In Stafford, P. A Companion to the Early Middle Ages: Britain and Ireland, c.500–c.1100. Blackwell Companions to British History. Chichester: Blackwell Publishing. pp. 41–56.
Έοχεντ μακ Ρουν
Θάνατος: 889
Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Εντ μακ Κένεθ
Βασιλιάς της Σκωτίας
Royal Coat of Arms of the Kingdom of Scotland.svg

878 - 889
μαζί με τον Γκίρικ
Διάδοχος
Ντόναλντ Β΄ της Σκωτίας


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Eochaid, son of Rhun της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).