Νέα Εκκλησία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Νέα Εκκλησία ήταν ναός που χτίστηκε από τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 876-80. Ήταν η πρώτη μνημειακή εκκλησία που χτίστηκε στη Βυζαντινή πρωτεύουσα, μετά την Αγία Σοφία, τον 6ο αιώνα, και σηματοδοτεί την αρχή της μέσης περιόδου της Βυζαντινής αρχιτεκτονικής. Παρέμεινε σε χρήση μέχρι την Παλαιολόγεια περίοδο. Χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη από τους Οθωμανούς, το κτίριο καταστράφηκε το 1490 αφού χτυπήθηκε από κεραυνό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσός σόλιδος του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α', με τον γιο του Κωνσταντίνο και Αυτοκράτειρα Ευδοκία Ιγγερίνα.

Ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ήταν ο ιδρυτής της μακεδονικής δυναστείας, της πιο επιτυχημένης στην Βυζαντινή ιστορία. Ο Βασίλειος θεωρούσε τον εαυτό του αναστηλωτή της Αυτοκρατορίας, έναν νέο Ιουστινιανό, και ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης στην Κωνσταντινούπολη, σε μίμηση του μεγάλου προκατόχου του. Η Νέα Εκκλησία ήταν η Αγία Σοφία του Βασιλείου, με το όνομά της, "Νέα Εκκλησία", που υπονοεί την έναρξη μιας νέας εποχής.[1]

Η εκκλησία χτίστηκε υπό την προσωπική εποπτεία του Βασίλειου,[2][3] στην νοτιοανατολική γωνία του συγκροτήματος του Μεγάλου Παλατιού,[4] κοντά στην τοποθεσία του παλαιότερου "Τζυκανιστηρίου". Ο Βασίλειος έχτισε και έναν άλλο ναό σε κοντινή απόσταση, την "Θεοτόκο του Φάρου". Η Νέα Εκκλησία εγκαινιάστηκε την 1η Μαΐου 880 από τον Πατριάρχη Φώτιο, και ήταν αφιερωμένη στον Ιησού Χριστό, τον αρχάγγελο Μιχαήλ (σε νεότερες πηγές, Γαβριήλ), τον Προφήτη Ηλία (έναν αγαπημένο άγιο του Βασιλείου), την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο.[2][5]

Ενδεικτικό των προθέσεων του Βασιλείου για την εκκλησία ήταν το γεγονός ότι την προίκισε με την διοίκηση και με κτήματά του, κατά το πρότυπο της Αγίας Σοφίας. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του και των άμεσων διαδόχων του, η Νέα Εκκλησία έπαιξε σημαντικό ρόλο στις τελετές του παλατιού[6] και, τουλάχιστον μέχρι την βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ΄, η επέτειος των εγκαινίων του ναού ήταν σημαντική εορτή της δυναστείας.[7] Σε κάποιο σημείο στα τέλη του 11ου αιώνα μετετράπη σε μοναστήρι και ήταν γνωστή ως η "Νέα Μονή". Ο Αυτοκράτορας Ισαάκ Β΄ Άγγελος απογύμνωσε την εκκλησία από την διακόσμηση, τα έπιπλα και τα λειτουργικά σκεύη[8] και τα χρησιμοποίησε για να αποκαταστήσει την εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ στο Ανάπλους.[9] Το κτίριο συνέχισε να χρησιμοποιείται από τους Λατίνους και επέζησε από την Παλαιολόγεια περίοδο μέχρι και μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Πόλης. Οι Οθωμανοί όμως χρησιμοποίησαν το κτίριο ως πυριτιδαποθήκη. Έτσι, όταν το κτίριο χτυπήθηκε από κεραυνό το 1490 καταστράφηκε και στη συνέχεια κατεδαφίστηκε. Ως αποτέλεσμα, οι μόνες πληροφορίες που έχουμε για την εκκλησία προέρχονται από λογοτεχνικά έργα, ιδίως από το Vita Basilii των μέσων του 10ου αιώνα, καθώς και μερικές απλές απεικονίσεις σε χάρτες.

Περιγραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της περιοχής του Μεγάλου Παλατιού στην Κωνσταντινούπολη. Η κατά προσέγγιση τοποθεσία της Νέας Εκκλησίας σημειώνεται στο νότιο άκρο της.

Όπως αναφέρθηκε, λίγα πράγματα είναι γνωστά για τις λεπτομέρειες της δομής του ναού. Χτίστηκε με πέντε τρούλους: ο κεντρικός ήταν αφιερωμένος στον Χριστό, ενώ οι τέσσερις μικρότεροι στέγαζαν παρεκκλήσια των τεσσάρων άλλων αγίων, στους οποίους ήταν αφιερωμένη η εκκλησία. Η ακριβής διάταξη των τρούλων και ο τύπος της εκκλησίας είναι αμφισβητούμενοι.[10] Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι είχε σταυροειδή δομή,[11] παρόμοια με τους μεταγενέστερους ναούς του Μυρελαίου και του Λιβός. Πράγματι, η ευρεία χρήση αυτού του τύπου σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο, από τα Βαλκάνια ως την Ρωσία, αποδίδεται συνήθως στο κύρος αυτού του αυτοκρατορικού οικοδομήματος.[12]

Η εκκλησία ήταν το επιστέγασμα του κτιριολογικού προγράμματος του Βασιλείου, ο οποίος δεν λυπήθηκε τα έξοδα για να την διακοσμήσει όσο το δυνατόν πιο πλούσια: άλλες εκκλησίες και κτίρια της πρωτεύουσας, όπως το μαυσωλείο του Ιουστινιανού, απογυμνώθηκαν και ο Αυτοκρατορικός στόλος απασχολήθηκε με την μεταφορά του μαρμάρου για την κατασκευή της, με αποτέλεσμα οι Συρακούσες, το κύριο Βυζαντινό φρούριο στην Σικελία, να μείνουν ανυποστήρικτες και να πέσουν στα χέρια των Αράβων.[13]

Ο εγγονός του Βασιλείου, ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος, δίνει την ακόλουθη περιγραφή της διακόσμησης της εκκλησίας σε ένα εγκωμιαστικό κείμενο:[14]

Αυτή την εκκλησία, σαν νύφη στολισμένη με μαργαριτάρια και χρυσό, με αστραφτερό ασήμι, με ποικιλία πολύχρωμων μαρμάρων, με συνθέσεις ψηφιδωτών και ενδυμασία από μεταξωτά υλικά, ο Βασίλειος προσέφερε στον Χριστό, τον αθάνατο Νυμφίο. Η οροφή της, αποτελούμενη από πέντε θόλους, λάμπει με χρυσό και είναι λαμπερή με όμορφες εικόνες σαν αστέρια, ενώ στο εξωτερικό είναι διακοσμημένη με ορείχαλκο που μοιάζει με χρυσό. Τα τείχη σε κάθε πλευρά κοσμούν πολύτιμα μάρμαρα πολλών αποχρώσεων, ενώ το ιερό είναι εμπλουτισμένο με χρυσό και ασήμι, πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια. Το τέμπλο που χωρίζει το ιερό από το ναό, συμπεριλαμβανομένων των κολόνων που την στηρίζουν και του παραστάτη που βρίσκεται πάνω από αυτά, τα καθίσματα που βρίσκονται μέσα, τα σκαλοπάτια που βρίσκονται μπροστά τους και τα ιερά τραπέζια, όλα αυτά είναι από ασήμι χυμένο με χρυσό, από πολύτιμους λίθους και πολυδάπανα κοσμήματα. Όσο για το δάπεδο, φαίνεται να καλύπτεται με μεταξωτά υλικά κατασκευασμένα στη Σιδώνα. Σε τέτοιο βαθμό έχει διακοσμηθεί με μαρμάρινες πλάκες διαφορετικών χρωμάτων που περικλείονται από επιμελημένες λωρίδες ποικίλης όψεως, που όλα συνδέονται με ακρίβεια και αφθονούν σε κομψότητα.

Το αίθριο της εκκλησίας βρισκόταν πριν από την δυτική είσοδο και ήταν διακοσμημένο με δύο κρήνες από μάρμαρο και πορφυρίτη. Δύο στοές διέτρεχαν τη βόρεια και νότια πλευρά του ναού μέχρι το τζυκανιστήριον και στη νότια πλευρά, προς την θάλασσα, χτίστηκε ένα θησαυροφυλάκιο και ένα σκευοφυλάκιο. Στα ανατολικά του συγκροτήματος του ναού βρισκόταν κήπος, γνωστός ως "Μεσοκήπιον".[15]

Κειμήλια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μαζί με το παρεκκλήσιο του Αγίου Στεφάνου, το Παλάτι της Δάφνης και την Εκκλησία της Θεοτόκου του Φάρου, η Νέα Εκκλησία ήταν ένα από τα κεντρικά αποθετήρια ιερών λειψάνων στο αυτοκρατορικό παλάτι.[16] Αυτά περιελαμβαναν την προβιά του προφήτη Ηλία, το τραπέζι του Αβραάμ, στο οποίο φιλοξένησε τους τρεις αγγέλους, το κέρας που ο προφήτης Σαμουήλ είχε χρησιμοποιήσει για να χρίσει τον Δαβίδ, καθώς και τα λείψανα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά τον 10ο αιώνα, περαιτέρω λείψανα φαίνεται να μεταφέρθηκαν εκεί από άλλα σημεία του παλατιού, συμπεριλαμβανομένης της "ράβδου του Μωυσή" από την Χρυσοτρίκλινο.[17]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Stankovic (2008)
  2. 2,0 2,1 Mango (1986), σελ. 194
  3. Magdalino (1987), σελ. 51
  4. Mango (1991), σελ. 1446
  5. Ousterhout (2007), σελ. 34
  6. Magdalino (1987), σελ. 61–3
  7. Magdalino (1987), σελ. 55
  8. Mango (1986), σελ. 237
  9. Ousterhout (2007), σελ. 140
  10. Ousterhout (2007), σελ. 36
  11. Mango (1976), σελ. 196
  12. Mango (1986), σελ. 181
  13. Treadgold (1995), σελ. 33
  14. Ousterhout (2007), σελ. 34–35
  15. Mango (1986), σελ. 194–196
  16. Klein (2006), σελ. 93
  17. Klein (2006), σελ. 92–93

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]