Κίονας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Κίονες στο ναό του Λούξορ, Αίγυπτος, 14ος αιώνας π.Χ.
Κίονας του Ηραίου της Σάμου, 6ος αιώνας π.Χ.
Σπειροειδής κίονας, Βασιλικός κήπος της Βαλένθια, Ισπανία

Ο κίονας ή κίων είναι κυκλικής διατομής, ορθό στοιχείο, μονολιθικό ή αποτελούμενο από τμήματα λίθου σε σχήμα κυλινδρικών τυμπάνων και χρησιμοποιείται στην αρχιτεκτονική και, εν γένει, στην οικοδομία (οικοδομική) ως υποστύλωμα. Συνήθως, αποτελείται από τη βάση, τον κορμό και το κιονόκρανο (στην ιωνική αρχιτεκτονική)[1], ενώ η βάση απουσιάζει από τους δωρικούς κίονες[2].

Μορφολογικά χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας κίων μπορεί να είναι αρράβδωτος, με ραβδώσεις,(παράλληλες ως προς τη διεύθυνσή του ή πλάγιες, ελικοειδώς αναπτυσσόμενες, πέριξ του κορμού του, σε επόμενες ιστορικές περιόδους), ή εν μέρει ραβδωμένος (σε περίπτωση που το κτίσμα έχει χρηστικό χαρακτήρα και υπάρχει κίνδυνος θραύσης των ακμών τους από βαριά αντικείμενα χαμηλά, πάνω από τη βάση του). Συναντάται με σταθερή διάμετρο καθ'όλο το ύψος του, με θετική μείωση (μειούμενη διάμετρος προς τα άνω), με αρνητική μείωση (αυξανόμενη διάμετρος προς τα άνω) και με ένταση, δηλαδή με κάμψη προς τα έξω των γενέτειρων του κορμού, ενδιαμέσως των άνω και κάτω βάσεων του.

Οι δύο συν ένας γνωστοί ρυθμοί της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής και ρυθμολογίας[3], ο δωρικός, ο ιωνικός και ο κορινθιακός (αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση του δωρικού με εφαρμογή σε ταφικά μνημεία), καθορίζονταν από τη δομή του κίονα, από τη βάση ως το κιονόκρανο, μαζί με το επιστύλιο το οποίο αυτός στηρίζει[4].

Καταγωγή & σύγχρονες εφαρμογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περίπτωση της αρχαίας ελληνικής οικοδομικής και αρχιτεκτονικής, ο λίθινος κίονας έλκει την καταγωγή του από των ξύλινους[5], τους οποίους αντικατέστησε σταδιακά, αρχής γενομένης από την αρχαϊκή περίοδο.

Η σύγχρονη αρχιτεκτονική επεκτείνει τη χρήση της λέξης κίονας στα διάφορα είδη κατακόρυφων υποστηριγμάτων[6].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Χ. Μπούρας, Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, κεφ. VIII, σελ. 158, § 1
  2. Χ. Μπούρας, Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, κεφ. VIII, σελ. 158, § 1
  3. Βιτρούβιος, «Περί αρχιτεκτονικής», βιβλία II-V
  4. Eleanor C. Munro, Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ. Φυτράκης, Αθήνα, σελ. 44
  5. Χ. Μπούρας, Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής, κεφ. VII, σελ. 135, ενότητα: «Υλικά και τρόποι δομής», § 2
  6. Eleanor C. Munro, Παγκόσμια Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης, εκδ. Φυτράκης, Αθήνα, σελ. 319

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Χαράλαμπος Μπούρας (Δεκέμβριος 1999). «XX». Μαθήματα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής (1ος τόμος). Αθήνα: Εκδόσεις Συμμετρία, σελ. 488. ISBN 9789602660621. 
  • Βιτρούβιος (μεταφρ.: Παύλος Λέφας) (2000). Περί αρχιτεκτονικής (πρώτος τόμος) βιβλία I-V. Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον, σελ. 352. ISBN 9789603480556. 
  • Μαίρη Ασπρά-Βαρδαβάκη (2011). Η Τέχνη της Κλασσικής, Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής εποχής. Αθήνα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, σελ. 217.