Ελισάβετ της Αυστρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ελισάβετ της Αυστρίας
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Elisabeth in Bayern (Γερμανικά)
Γέννηση
Αιτία θανάτουμαχαίρωμα
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία
Τόπος ταφήςΑυτοκρατορική Κρύπτη της Βιέννης
ΘρησκείαΚαθολική Εκκλησία (από 1837)
Καθολικισμός
Οικογένεια
ΣύζυγοςΦραγκίσκος Ιωσήφ Α΄ της Αυστρίας
ΤέκναΑρχιδούκισα Σοφία της Αυστρίας
Αρχιδούκισσα Γκιζέλα της Αυστρίας
Ροδόλφος πρίγκηπας της Αυστρίας
Αρχιδούκισα Μαρί Βαλερί της Αυστρίας
ΓονείςΜαξιμιλιανός Ιωσήφ στη Βαυαρία και πριγκήπισσα Λουδοβίκα της Βαυαρίας
ΑδέλφιαΜαρία Σοφία της Βαυαρίας
Duchess Mathilde Ludovika in Bavaria
Duchess Sophie Charlotte in Bavaria
Λουδοβίκος Γουλιέλμος της Βαυαρίας
Κάρολος Θεόδωρος της Βαυαρίας
Μαξιμιλιανός Εμμανουήλ στη Βαυαρία
Duchess Helene in Bavaria
ΣυγγενείςIrene Castriota Scanderbeg (πρόγονος)
ΟικογένειαΟίκος της Λωρραίνης, Οίκος των Αψβούργων και Οίκος του Βίττελσμπαχ
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαGrand Mistress of the Order the Starry Cross (1854–1898)
ΒραβεύσειςΧρυσό Τριαντάφυλλο
Order of Queen Maria Luisa
Θυρεός
Armoiries d Elisabeth de Baviere Imperatrice d'Autriche-Hongrie.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα
Φωτογραφία της αυτοκράτειρας Ελισάβετ την ημέρα της στέψης της ως βασίλισσας της Ουγγαρίας (8 Ιουνίου 1867)

Η Ελισάβετ της Αυστρίας (Elisabeth von Österreich-Ungarn, 24 Δεκεμβρίου 183710 Σεπτεμβρίου 1898) ήταν αυτοκράτειρα της Αυστρίας και βασίλισσα της Ουγγαρίας, σύζυγος του Φραγκίσκου Ιωσήφ Α' της Αυστρίας[1].

Μέλος του βασιλικού Βαυαρικού Οίκου των Βίττελσμπαχ, ήταν γνωστή με το υποκοριστικό "Σίσι". Έλαβε ασυνήθιστα (για την καταγωγή της) ανεπίσημη αγωγή, η οποία οφειλόταν κυρίως στον πατέρα της[2]. Ο γάμος της με τον αυτοκράτορα της Αυστρίας σε ηλικία 16 ετών την έφερε αντιμέτωπη με το αυστηρό πρωτόκολλο της αυλής των Αψβούργων και σύντομα αναγκάστηκε να ακολουθήσει έναν άκαμπτο και ελεγχόμενο τρόπο ζωής. Από την αρχή του έγγαμου βίου της ήρθε σε σύγκρουση με την πεθερά (και θεία της), Αρχιδούκισσα Σοφία, η οποία πήρε τον έλεγχο της ανατροφής των παιδιών της Σίσι, το πρώτο εκ των οποίων, η Σοφία, πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία. Η γέννηση του διαδόχου, Ροδόλφου, βελτίωσε τη θέση της στην Αυλή, όμως έπληξε την υγεία της, και την ώθησε σε συχνά ταξίδια στην Ουγγαρία, την οποία προτιμούσε για το πιο χαλαρό περιβάλλον που συναντούσε εκεί. Η μεγάλη αγάπη της για την Ουγγαρία έθεσε τα θεμέλια για την εδραίωση της διπλής μοναρχίας της Αυστρίας-Ουγγαρίας (1867).

Ο θάνατος του μοναχογιού της και της ερωμένης του, Μαρία Βετσέρα, στη δολοφονία-αυτοκτονία που έλαβε χώρα στο Μάγιερλινγκ (1889) απεδείχθη καταστροφικό χτύπημα για την Ελισάβετ: αποτραβήχτηκε από τα αυτοκρατορικά της καθήκοντα και ταξίδεψε εκτεταμένα χωρίς την οικογένειά της. Έχοντας επισκεφτεί την Κέρκυρα ήδη από το 1861, έχτισε εκεί το Αχίλλειον (1890), μελλοντικό της καταφύγιο. Η εμμονική φροντίδα της εξωτερικής της εμφάνισης έλαβε θρυλικό χαρακτήρα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ζωής της. Ενώ βρισκόταν σε ταξίδι στη Γενεύη (1898), δολοφονήθηκε από επίθεση με μαχαίρι από τον Ιταλό αναρχικό Λουίτζι Λουκένι. Είχε την μακρότερη θητεία ως Αυτοκράτειρα της Αυστρίας (44 έτη).

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δούκισσα της Βαυαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελισάβετ Aμαλία Ευγενία γεννήθηκε στο Μόναχο στις 24 Δεκεμβρίου 1837, τέταρτο παιδί και δεύτερη κόρη του δούκα Μαξιμιλιανού Ιωσήφ της Βαυαρίας και της πριγκίπισσας Λουδοβίκας της Βαυαρίας, ετεροθαλούς αδελφής του βασιλιά της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α', και, συνεπώς, θείας του βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνος[3]. Και οι δύο γονείς της ανήκαν στον Οίκο των Βίττελσμπαχ. Ο πατέρας της, Μαξ, ήταν γνωστός ως εκκεντρικός μουσικόφιλος που περιόδευε στην βαυαρική εξοχή για να επισκέπτεται τσίρκα και να αποφεύγει τα καθήκοντά του. Η πολυμελής οικογένεια ζούσε στην έπαυλη του Δούκα στο Μόναχο του χειμερινούς μήνες και στο Κάστρο του Ποσσενχόφεν το καλοκαίρι. Η Σίσι και τα αδέρφια της μεγάλωσαν σε ένα χαλαρό και απείθαρχο περιβάλλον που σε απείχε κατά πολύ από την βαυαρική αυλή.

Το 1853 η Αρχιδούκισσα Σοφία της Αυστρίας, η αυταρχική μητέρα του 23άχρονου αυτοκράτορα Φραγκίσκου Ιωσήφ κανόνισε τον γάμο του γιου της με την μεγαλύτερη κόρη της Λουδοβίκας, Ελένη, καθώς προτιμούσε να έχει ως νύφη της μια ανιψιά της παρά μια ξένη πριγκίπισσα (η Σοφία και η Λουδοβίκα ήταν αδελφές και πριγκίπισσες της Βαυαρίας). Το σχέδιό της βασιζόταν στην πιστή υπακοή του Φραγκίσκου Ιωσήφ στις επιθυμίες της, παρ'ότι το ζεύγος δεν είχε συναντηθεί ποτέ. Η δούκισσα Λουδοβίκα και η Νενέ (όπως ήταν το χαϊδευτικό της Ελένης) ταξίδεψαν με τη Σίσι (η οποία δεν είχε προσκληθεί) στο θέρετρο του Μπαντ Ισλ στην Άνω Αυστρία ώστε να δεχθούν την επίσημη γαμήλια πρόταση του Αυτοκράτορα. Ο νεαρός μονάρχης ανέπτυξε μια αμήχανη σχέση με την ήσυχη και ευλαβή Νενέ, ενώ ενθουσιάστηκε με τη νεώτερη αδελφή της. Αψηφώντας τη μητέρα του, ο Φραγκίσκος Ιωσήφ έκανε πρόταση γάμου στη Σίσι και έδωσε στη μητέρα του 'τελεσίγραφο' ισχυριζόμενος ότι αν δεν παντρευόταν τη Σίσι, δε θα παντρευόταν καθόλου. Η επίσημη ανακοίνωση του αρραβώνα έγινε 5 μέρες μετά. Η τελετή του γάμου τελέστηκε 8 μήνες αργότερα (24 Απριλίου 1854) στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Αυγουστίνου στη Βιέννη.

Αυτοκράτειρα της Αυστρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ντροπαλή και εσωστρεφής εκ φύσεως η Ελισάβετ βρήκε την προσαρμογή στο αυστηρό και αποπνικτικό περιβάλλον του Ανακτόρου του Χόφμπουργκ (όπου κυριαρχούσε παραδοσιακά το ισπανικό πρωτόκολλο) εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία. Ήδη από τις πρώτες εβδομάδες στο νέο της 'σπίτι', εκδήλωσε περιστατικά έντονου βήχα και άγχος. Η σχέση της με τον Φραγκίσκο Ιωσήφ, παρά την μεγάλη του αγάπη προς εκείνη, έβρισκε συνεχή εμπόδια στην απαιτητική θέση του ως ηγέτη μιας μεγάλης και πολυεθνούς αυτοκρατορίας. Οι προσπάθειές του να περιορίσει τα πολλά και μεγάλης διάρκειας μελλοντικά της ταξίδια (που οφείλονταν επίσης στην υπερκινητικότητά της και στη διάθεσή της να τον αποφύγει, καθώς ήταν συναισθηματικά απόμακρη απέναντί του) αποδείχθηκαν ανεπιτυχείς.

Δέκα μόλις μήνες μετά το γάμο της γέννησε την πρώτη της κόρη, Σοφία. Η πεθερά της, Αρχιδούκισσα Σοφία, βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με τη Σίσι, η οποία εντάθηκε με την απόφασή της να ονομάσει το παιδί προς τιμήν της, χωρίς να συμβουλευτεί τη μητέρα του, την οποία θεωρούσε πολύ νέα και ανώριμη για να μεγαλώσει την κόρη της, με αποτέλεσμα να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ανατροφή του. Το ίδιο συνέβη και με το επόμενο παιδί της Σίσι, τη Γκιζέλα, που γεννήθηκε ένα χρόνο αργότερα.

Η αποτυχία της Ελισάβετ να φέρει στον κόσμο έναν διάδοχο για τον αυστριακό θρόνο την κατέστησε ανεπιθύμητη στην Αυλή και επικίνδυνη για την τάξη των πραγμάτων. Ήταν συμπονετική προς τους Ιταλούς και Ούγγρους υπηκόους της. Ειδικά προς τους Όυγγρους έτρεφε μεγάλη συμπάθεια (μετά το πρώτο ταξίδι της στη χώρα το 1857) και έμαθε να μιλά άπταιστα τη γλώσσα τους. Στο ίδιο ταξίδι οι κόρες της Ελισάβετ αρρώστησαν ταυτόχρονα και, παρ'ότι η μικρότερη Γκιζέλα ανάρρωσε γρήγορα, η Σοφία σύντομα πέθανε, πιθανότατα από τύφο. Η ήδη μελαγχολική Ελισάβετ υπέφερε από καταθλιπτικά επεισόδια που επανεμφανίζονταν μέχρι το θάνατό της. Παρέδωσε την εναπομείνασα κόρη της στην πλήρη φροντίδα της πεθεράς της και διατήρησε την απόμακρη στάση της απέναντί της μέχρι το τέλος της.

Μετά από μεγάλη ανυπομονησία από την Αυλή, η Ελισάβετ έφερε στον κόσμο τον πολυπόθητο διάδοχο στις 21 Αυγούστου 1858, τον οποίο η Σοφία και ο Φραγκίσκος Ιωσήφ ονόμασαν Ροδόλφο προς τιμήν του πρώτου μέλους της δυναστείας των Αψβούργων που κυβέρνησε (ως Δούκας) στην Αυστρία το 1278. Η γέννηση του Ροδόλφου αύξησε την επιρροή της Ελισάβετ στην Αυλή, ενώ η ίδια ήταν πλέον πολιτικά ώριμη και εξέφραζε φιλελεύθερες τάσεις κυρίως όσον αφορούσε το ζήτημα των Ούγγρων, ενός μόνο από τους "ανήσυχους" λαούς της Αυστριακής αυτοκρατορίας. Η επιβεβλημένη απαγόρευση της ενασχόλησής της με τη διαπαιδαγώγηση του γιου της ώθησε τη νεαρή μητέρα σε επανάσταση.

Λόγω των κρίσεων άγχους, των νηστειών, του επίμονου βήχα και της εξουθενωτικής άσκησης που ακολουθούσε η υγεία της είχε λάβει τόσο άσχημη πορεία ώστε τον Οκτώβριο του 1860 θεωρείτο ότι έπασχε από αναιμία και σωματική κατάρρευση. Ο αυλικός γιατρός, Δόκτωρ Σκόντα, φοβούμενος φυματίωση, πρότεινε διαμονή στη Μαδέιρα, στην οποία η Σίσι έμεινε όλο τον χειμώνα, δίχως το σύζυγο ή τα παιδιά της προς αποφυγήν μόλυνσης.. Όταν επέστρεψε 6 μήνες μετά στη Βιέννη, σύντομα (4 μέρες μετά) επέστρεψαν και ο βήχας και οι πόνοι στους πνεύμονες, μαζί με πυρετό, απώλεια όρεξης και ύπνου. Αμέσως ο Σκόντα πρότεινε νέα θεραπεία, αυτήν τη φορά στην Κέρκυρα, όπου παρουσίασε σχεδόν άμεση βελτίωση (1861). Εν μέσω των θεραπειών, στη Βιέννη κυκλοφορούσε η φήμη ότι έπασχε από αφροδίσιο νόσημα εξ αιτίας της σχέσης του Φραγκίσκου Ιωσήφ με μια ηθοποιό. Παρά την σημαντική βελτίωση στην Κέρκυρα, η Ελισάβετ παρουσίασε αναιμία και οίδημα. Επόμενος προορισμός της ήταν η δημοφιλής λουτρόπολη του Μπαντ Κίσσινγκεν στη Βαυαρία. Αν και ανάρρωσε γρήγορα, επέλεξε να περάσει χρόνο με την οικογένειά της Βαυαρία από το να επιστρέψει στα παιδιά της. Μετά από απουσία 2 σχεδόν ετών επέστρεψε στη Βιέννη τον Αύγουστο του 1862, λίγο πριν τα γενέθλια του συζύγου της, όπου εμφάνισε αμέσως ημικρανίες και έπασχε από πολλαπλούς εμετούς, δίνοντας βάση στην υπόθεση της ψυχοσωματικής φύσης της ασθένειας. Η περιπέτεια της υγείας της έδωσε τη δικαιολογία (και επιταγή των γιατρών της) που έψαχνε ώστε να αποφύγει τη σεξουαλική επαφή με το σύζυγό της που ίσως οδηγούσε σε εγκυμοσύνη, γεγονός που απογοήτευσε το Φραγκίσκο Ιωσήφ που ήθελε να εξασφαλίσει τη διαδοχή με περισσότερους αρσενικούς απογόνους. Έχοντας πλέον περισσότερη αυτοπεποίθηση, ήρθε σε ανοιχτή σύγκρουση με τον Αυτοκράτορα και τη Σοφία για τη στρατιωτική εκπαίδευση του Ροδόλφου, ο οποίος έμοιαζε στη μητέρα του στην ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία και δυσκολία προσαρμογής στην Αυλή.

Βασίλισσα της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γνωριμία της με τον Ούγγρο κόμη Γκιούλα Αντράσσυ έστρεψαν το ενδιαφέρον της στην εδραίωση μιας ειρηνικής σχέσης με την Ουγγαρία: προέτρεψε τον Φραγκίσκο Ιωσήφ να ορίσει τον Αντράσσυ ύπατο αρμοστή της χώρας, το οποίο συνέβη σχεδόν 10 χρόνια αργότερα. Η σχέση της με τον Αντράσσυ αποτέλεσε θέμα εκτενούς συζήτησης: ο Ούγγρος αριστοκράτης είχε διακηρυχθεί προδότης και καταδικάστηκε σε θάνατο εν απουσία του (βρισκόταν στο Λονδίνο) από την αυστριακή κυβέρνηση το 1851 για τη συμμετοχή του στην ουγγρική επανάσταση κατά της Αυτοκρατορίας (1848-9). Συν τοις άλλοις κυκλοφορούσαν φήμες ότι η σχέση τους ήταν ερωτική, σε σημείο ισχυρισμών περί πατρότητας της μικρότερης κόρης της Ελισάβετ που γεννήθηκε στην Ουγγαρία.

Μετά από χρόνια άρνησης να αποκτήσει κι άλλα παιδιά, η Σίσι αποφάσισε ότι ήθελε και τέταρτο παιδί. Η απόφαση αυτή αποτελούσε τόσο προσωπική επιλογή όσο και πολιτική κίνηση, καθώς η επιστροφή της στο γάμο της θα επικύρωνε την ισότητα της Ουγγαρίας (στην οποία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής) με την Αυστρία. Ο Αυστροουγγρικός Συμβιβασμός δημιούργησε τη διπλή μοναρχία της Αυστρίας-Ουγγαρίας, με πρωθυπουργό τον Αντράσσυ. Η στέψη του Φραγκίσκου Ιωσήφ και της Ελισάβετ ως βασιλιά και βασίλισσας της Ουγγαρίας έλαβε χώρα στις 8 Ιουνίου 1867 στη Βουδαπέστη. Ένα χρόνο αργότερα απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία Βαλέρια, που γεννήθηκε στο Γκαίνταιλο, λίγο έξω από τη Βουδαπέστη, όπου η Ελισάβετ διέμενε μετά τη στέψη της και για μεγάλα διαστήματα έως το θάνατό της. Η σχέση της μαζί της ήταν η πιο μητρική σε σύγκριση με τα άλλα 2 της παιδιά, σε βαθμό που η Μαρία Βαλέρια αργότερα εκμυστηρεύτηκε την καταπιεστική αγάπη της μητέρας της προς αυτήν αλλά και την εμμονή της να καλλιεργήσει την κόρη της τον ίδιο βαθμό αγάπης προς την Ουγγαρία και το λαό της.

Ταξίδια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη γέννηση της κόρης της, η Ελισάβετ ουσιαστικά εγκατέλειψε τη ζωή στο παλάτι και αφιέρωσε το χρόνο της στα ταξίδια. Ταξίδευε κυρίως ινκόγκνιτο και αρνιόταν να συναντήσει Ευρωπαίους μονάρχες, με σημαντική εξαίρεση τον αγαπημένο της ξαδερφό, Λουδοβίκο Β' της Βαυαρίας. Οι επιδόσεις της στα αθλήματα (θεωρείτο η καλύτερη ιππέας στην Ευρώπη) και οι σχέσεις της με κοινούς θνητούς (όπως με τον Βρετανό σύντροφο στην ιππασία και γνωστό ερωτύλο Τζόρτζ "Μπέυ" Μίντλτον) ήταν αντικείμενο κουτσομπολιού στη Βιέννη. Το 1890 δημιούργησε την αγαπημένη της έπαυλη στην Κέρκυρα, την οποία ονόμασε Αχίλλειον προς τιμήν του μυθικού ήρωα που θαύμαζε. Επισκέφτηκε ακόμη χώρες που Ευρωπαίοι εστεμμένοι δεν προτιμούσαν: Αλγερία, Μαρόκο, Τουρκία, Αίγυπτο και Μάλτα. Χρησιμοποιούσε και το αυτοκρατορικό ατμόπλοιο για τη Γαλλική Ριβιέρα και το Σαν Ρέμο στην Ιταλία.

Πνευματική καλλιέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγαπούσε την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, λάτρευε όμως την ποίηση, ιδιαίτερα τον Χάινριχ Χάινε, στον οποίο βρήκε έμπνευση για τα δικά της ποιήματα. Έγραφε στο κρυφό της ημερολόγιο και ήταν επηρεασμένη από την Κλασσική Ελληνική περίοδο, τον Ρομαντισμό και, φυσικά, τη μοναχική ζωή στην Αυλή. Η ποιήσή της είναι μελαγχολική, χαρακτηριστικό που θεωρούνταν εγγενές του Οίκου των Βίττελσμπαχ (με γνωστότερο παράδειγμα τον Λουδοβίκο Β' που γνώρισε τραγικό τέλος 10 χρόνια πριν το δικό της). Μιλούσε άπταιστα Αγγλικά και Γαλλικά εκτός από την μητρική της γλώσσα, τα Γερμανικά, και έμαθε Ουγγρικά και Ελληνικά μεταξύ άλλων.

Η υπόθεση Μάγιερλινγκ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 30 Ιανουαρίου 1889 ο διάδοχος του αυστριακού θρόνου Ροδόλφος και η φημολογούμενη ερωμένη του Μαρία Βετσέρα βρέθηκαν νεκροί στο κυνηγετικό περίπτερο του Μάγιερλινγκ σε ένα φαινομενικό φόνο της Βετσέρα και επακόλουθη αυτοκτονία του Ροδόλφου. Η τραγωδία αυτή ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την Ελισάβετ. Μέσα σε 5 χρόνια (1888-1893) έχασε τον πατέρα, την μητέρα, τη μεγαλύτερη αδελφή, τον μικρότερο αδελφό, τον αγαπημένο της ξαδερφό και τον στενότερό της φίλο. Η απώλεια του γιου της τη βύθισε σε πένθος: έως το τέλος της φορούσε μαύρα κλειστά ρούχα και κρατούσε λευκή ομπρέλα για να κρύβει την όψη της από το φιλοπερίεργο πλήθος. Η σχέση της με τον Φραγκίσκο Ιωσήφ εξελίχθηκε σε δυνατή φιλία.

Δολοφονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 10 Σεπτεμβρίου 1898 η Αυτοκράτειρα βρισκόταν στη Γενέυη και περίμενε το πλοίο για το Μοντρέ με την κυρία επί των τιμών, όταν ένας Ιταλός αναρχικός ονόματι Λουίτζι Λουκένι της επιτέθηκε με μαχαίρι. Εκείνη έπεσε αλλά με τη βοήθεια της συντρόφου της επιβιβάστηκε στο πλοίο και σύντομα κατέρρευσε. Σε προσπάθεια της κυρίας επί των τιμών να τη βοηθήσει στην αναπνοή ανοίγοντας τον κορσέ της, η αιμορραγία από το τραύμα αυξήθηκε. Όταν η γυναίκα αποκάλυψε την ταυτότητα της Ελισάβετ στον καπετάνιο, εκείνος διέταξε να γυρίσουν πίσω στη Γενεύη. Κατά τη μεταφορά της στο ξενοδοχείο όπου διέμενε τις τελευταίες ημέρες της ζωή της, η Ελισάβετ πέθανε στις 2:10 μ.μ. από τραύμα στον θώρακα που ράγισε το πλευρό, τρύπησε τον πνεύμονα και το περικάρδιο και διαπέρασε την καρδιά. Όταν ο Φραγκίσκος Ιωσήφ πληροφορήθηκε με τηλεγράφημα το θάνατό της νόμισε ότι είχε αυτοκτονήσει, μαθαίνοντας την αλήθεια από επόμενο μήνυμα. Η φωτογραφία του τραύματος και τα εργαλεία της αυτοψίας καταστράφηκαν μετά από διαταγή του. Η σωρός της μεταφέρθηκε μέσω συρμού και η κηδεία έγινε στη Βιέννη στις 17 Σεπτεμβρίου 1898. Ο τάφος της βρίσκεται στην Αυτοκρατορική Κρύπτη στην Εκκλησία των Καπουτσίνων (παρά την επιθυμία της να ταφεί στη Μεσόγειο).

Ο Λουκένι αρχικά διέφυγε στις Άλπεις αλλά συνελήφθη και φυλακίστηκε ισόβια στη Γενεύη. Στόχος του ήταν να σκοτώσει έναν εστεμμένο, επιλέγοντας αρχικά το Δούκα της Ορλεάνης, ο οποίος είχε ήδη εγκαταλείψει τη Γενεύη, οπότε αποφάσισε να σκοτώσει τον επόμενο μονάρχη που θα συναντούσε. Ήθελε να καταδικαστεί σε θάνατο έχοντας εξηγήσει την πολιτική του στάση αλλά δεν του επιτράπηκε. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας (1900), αφαίρεσε τη ζωή του δέκα χρόνια αργότερα, αφότου ένας φρουρός κατάσχεσε και κατέστρεψε τα απομνημονεύματά του (1910).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ελισάβετ (γερμ. Ελίζαμπετ, Elisabeth) (1837 - 1898) - Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.». www.greekencyclopedia.com. Ανακτήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2016. 
  2. «Life for this Bavarian princess was no fairy tale». National Geographic. 14 Μαΐου 2019. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2019. 
  3. «Ελισάβετ, αυτοκράτειρα της Αυστρίας | ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ». photodentro.edu.gr. Ανακτήθηκε στις 5 Ιουλίου 2019. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]