Χρυσή Ορδή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρυσή Ορδή
Зүчийн улс
Золотая Орда

 

 

1240 – 1502


Σημαία

Πρωτεύουσα Σαράι
Γλώσσες Μογγολικά
Κιπτσακικά
Θρησκεία Σαμανισμός
Σουνιτικός Ισλαμισμός
Βουδισμός
Χριστιανισμός
Πολίτευμα Μοναρχία
αρχικά ημι-εκλεκτορική
αργότερα κληρονομική
Ιστορική εποχή Ύστερος Μεσαίωνας
 -  Ίδρυση 1240
 -  Κατάλυση 1502
Προηγήθηκε
Διαδέχτηκε
Μογγολική αυτοκρατορία
Κουμανία
Βουλγαρία του Βόλγα
Χανάτο της Σιβηρίας
Χανάτο του Κασίμ
Χανάτο του Καζάν
Χανάτο του Χατζιταρξάν
Καζακικό Χανάτο
Ουζμπεκικό Χανάτο
Χανάτο της Κριμαίας

Η Χρυσή Ορδή (Μογγολικά: Алтан Орд, Ρωσικά: Золотая Орда) είναι ένας περιληπτικός ιστορικός όρος, ο οποίος περιγράφει τα μογγολικά και τουρκικά φύλα που εισέβαλαν μέσω του Καυκάσου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα (Μογγολική Εισβολή), καταλύοντας τη Βουλγαρία του Βόλγα και το Κράτος των Ρως. Χρησιμοποιείται επίσης για το χανάτο που συγκροτήθηκε από αυτά τα φύλα μετά την ολοκλήρωση της εισβολής, καταλαμβάνοντας στη μέγιστη ακμή του μια τεράστια επικράτεια, από τα Καρπάθια Όρη στα δυτικά έως την περιοχή της οροσειράς Αλτάι στα ανατολικά, σε εδάφη που σήμερα ανήκουν στις παρακάτω χώρες:

Η Χρυσή Ορδή το 1389. Με πιο ανοικτό χρώμα απεικονίζεται η Μοσχοβία.

Η ονομασία Χρυσή Ορδή επινοήθηκε κατά τη σύγχρονη εποχή (όπως π.χ. ο όρος Βυζαντινή Αυτοκρατορία) - η πρώτη γραπτή αναφορά σε αυτήν γίνεται μόλις το 17ο αιώνα. Οι ίδιοι οι κάτοικοί του φαίνεται πως αποκαλούσαν το κράτος τους Ουλούς Ζούτσι (Γη του Ζούτσι, του πρωτότοκου γιου του Τζένγκις Χαν), ή Χανάτο των Κιπτσάκ (από ένα αρχαίο τουρκικό φύλο που κατοικούσε στην περιοχή). Είναι επίσης περιληπτικός όρος, αφού δεν περιγράφει ένα συγκεκριμένο έθνος, αλλά μία πανσπερμία νομαδικών φύλων με κοινή μογγολική και τουρκική καταγωγή που τέθηκαν υπό κοινή ηγεσία. Το μείγμα αυτό αναφέρεται συχνά και ως Τάταροι, από την αρχαία μογγολική φυλή Τατά. Αυτή η ονομασία έχει επιβιώσει στους αιώνες, χαρακτηρίζοντας τους τουρκομογγολικής καταγωγής κατοίκους της περιοχής του ποταμού Βόλγα.

Η Μογγολική Εισβολή (1227-1242)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με την εντολή του Τζένγκις Χαν, μετά το θάνατό του η διοίκηση των δυτικών κτήσεων της Μογγολικής Αυτοκρατορίας θα περνούσε στον γιο του, Ζούτσι (το όνομα στα Μογγολικά). Όταν όμως πέθανε ο Τζένγκις Χαν (1227), ο Ζούτσι ήταν ήδη νεκρός, με αποτέλεσμα η δυτική μογγολική επικράτεια να μοιρασθεί σε δύο μέρη και η ηγεσία της ν' ανατεθεί στα παιδιά του Ορντά (Λευκή Ορδή, δυτικά) και Μπατού (Μπλε Ορδή, ανατολικά), που απολάμβαναν αυτονομίας, υπό την επικυριαρχία όμως του εκλεγμένου ως Μεγάλου Χαγάνου των Μογγόλων, Ογκεντέι, τρίτου γιου του Τζένγκις Χαν.

Ο Μπατού αποδείχθηκε σύντομα καλύτερος ηγέτης από τον Ορντά. Σε μία δεκαετία έθεσε υπό τον έλεγχό του και τη "Λευκή Ορδή" του αδελφού του, ενώ παράλληλα ενσωμάτωσε τα συγγενικά τουρκικά φύλα του Καυκάσου και της βόρειας Μαύρης Θάλασσας, καθώς και τους Βουλγάρους του Βόλγα. Στη συνέχεια ο νέος ενωμένος στρατός κατέλυσε διάφορα νότια και κεντρικά πριγκιπάτα των Ρως, ισοπεδώνοντας τις σημαντικότερες πόλεις τους: Ριαζάν, Κολόμνα, Μόσχα, Βλαντίμιρ, Ροστόφ, Ούγκλιτς, Γιάροσλαβλ, Κοστρομά, Κάσιν, Σκνιάτινο, Γκοροντέτς, Γκαλίτς, Περεσλάβλ-Ζαλέσκι, Γιούριεφ-Πόλσκι, Ντμίτροφ, Βολοκολάμσκ, Τβερ, Τορζόκ, Κοζέλσκ. Μόνο δύο περιοχές στα βορειοδυτικά κατάφεραν να γλιτώσουν και να ακολουθήσουν αυτόνομη πορεία, το Νόβγκοροντ και το Πσκοφ.

Αφού κατέκτησε όλα σχεδόν τα ανατολικά σλαβικά εδάφη, ο Μπατού έστρεψε το βλέμμα του στην πιο πλούσια Κεντρική Ευρώπη. Με μία επιχείρηση - αστραπή το 1241 πέρασε σαν λαίλαπα από την Ουγγαρία και έφθασε στις πύλες της Βιέννης, αλλά η πολιορκία της πόλης έληξε άδοξα, διότι πέθανε ο Μέγας Χαν Ογκεντέι (ή Οκτάι) και ο Μπατού έσπευσε στην Κίνα, επιζητώντας ρόλο στη διαδικασία διαδοχής. Έκτοτε η "Μπλε Ορδή" αποτραβήχθηκε ανατολικά των Καρπαθίων και δεν ξαναδοκίμασε να κινηθεί δυτικότερα. Τον επόμενο χρόνο (1242), αφού απέτυχε να γίνει ο νέος Μέγας Χαν, ο Μπατού ίδρυσε την πόλη Σαράι (στα εδάφη του σημερινού Άστραχαν - Κάτω Βόλγα) ως πρωτεύουσά του, σηματοδοτώντας την πρόθεσή του για αυτονόμηση.

Ιστορική διαδρομή του χανάτου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την ίδρυση του Σαράι η Χρυσή Ορδή παρέμεινε τύποις τμήμα της Μογγολικής Αυτοκρατορίας έως τη διάσπαση της τελευταίας το 1294, όταν έγινε και επίσημα ανεξάρτητο χανάτο.

Σε επίπεδο εθνικής σύνθεσης κυρίαρχο στοιχείο ήταν το τουρκικό - εξάλλου οι συγκεκριμένες περιοχές κατοικούνταν από διάφορα τουρκικά φύλα και πριν την έλευση των νέων εισβολέων. Σταδιακά οι Τούρκοι επικράτησαν πολιτισμικά έναντι των νομάδων Μογγόλων, σε βαθμό που οι ιστορικοί μιλούν για εκτουρκισμό του χανάτου. Οι Μογγόλοι όμως κράτησαν την ηγεσία: αρχηγός του κράτους ήταν ο χαγάνος, που εκλεγόταν από τη "Χρυσή Συνέλευση" (Χουρουλτάι, το συμβούλιο των φυλάρχων) και κυβερνούσε το κράτος με τη βοήθεια των υπουργών (βεζίρηδων) και των τοπικών διοικητών (μπασκάκ).

Οι μη μογγολικοί λαοί που ζούσαν στα ευρωπαϊκά σύνορα του κράτους (Σλάβοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί και Έλληνες της Κριμαίας) έχαιραν σχετικής αυτονομίας, αρκεί να πλήρωναν το φόρο υποτέλειας και να ζητούσαν την έγκριση του Σαράι όταν άλλαζαν την ηγεσία της κοινότητάς τους. Σημαντικό ρόλο στην αυξημένη αυτονομία των σλαβικών περιοχών έπαιξε η ευέλικτη πολιτική του Αλέξανδρου Νιέφσκι, δούκα του Νόβγκοροντ. Υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις που ο Μογγόλος χαγάνος ανέθετε στους ίδιους τους υποτελείς τον έλεγχο των κατεχόμενων περιοχών και τη συλλογή των φόρων.

Θρησκευτικά οι Μογγόλοι της Χρυσής Ορδής ήταν ανιμιστές και ανεκτικοί προς τις θρησκείες των υποτελών τους, οι οποίοι μάλιστα προσπάθησαν να τους προσηλυτίσουν (οι Ρώσοι στο Χριστιανισμό και οι Τούρκοι στο Ισλάμ). Τελικά κατά την περίοδο του Ουζμπέγκ Χαν (1312 - 1341), προϊόντος του εκτουρκισμού στον οποίο έγινε αναφορά παραπάνω, υιοθετήθηκε ως επίσημη θρησκεία του κράτους το Ισλάμ. Την εποχή εκείνη η Χρυσή Ορδή έφθασε στη μέγιστη ακμή της, διαθέτοντας στρατό που αριθμούσε περίπου 300.000 άνδρες.

Αυτονόμηση της Μοσχοβίας (1380-1480)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρόοδος της Χρυσής Ορδής ανακόπηκε από το Μαύρο Θάνατο, μία πανδημία πανώλης που εξαπλώθηκε ταχύτατα από την Ασία στην Ευρώπη στα μέσα του 14ου αιώνα, σκοτώνοντας συνολικά 75.000.000 ανθρώπους σε ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο. Πάνω-κάτω την ίδια περίοδο το Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας αποπειράθηκε να επεκταθεί στην κεντρική Ρωσία, εις βάρος του χανάτου. Αδύναμο να ελέγξει την κατάσταση με τις δικές του δυνάμεις, το Σαράι έδωσε μεγαλύτερες ελευθερίες στους υποτελείς Μοσχοβίτες και τους επέτρεψε να ενσωματώσουν μία σειρά "επίφοβων" εδαφών στα βόρεια και δυτικά τους κατά τις επόμενες δεκαετίες, πριν προλάβουν οι Λιθουανοί.

Η γιγάντωση της Μοσχοβίας τόνωσε το σλαβικό πατριωτισμό και ταυτόχρονα δημιούργησε τους υλικούς όρους για διεκδίκηση πλήρους ανεξαρτησίας. Το 1380 ο στρατός του πρίγκηπα της Μοσχοβίας Ντμίτρι Ντονσκόι νίκησε τη Χρυσή Ορδή στο Κουλίκοβο, κοντά στον ποταμό Ντον (κεντρική Ρωσία) - έκτοτε ο πρίγκηπας έμεινε στην ιστορία ως Ντονσκόι. Η νίκη στο Κουλίκοβο οδήγησε σε ακόμα μεγαλύτερη αυτονομία μέχρι την οριστική εκδίωξη της Χρυσής Ορδής εκατό χρόνια αργότερα (1480), σε μια εποχή που ήδη το χανάτο είχε κατακερματισθεί στο νότο. Η εκδίωξη έγινε χωρίς τελική μάχη, αφού μόλις τα στρατεύματα των Τατάρων είδαν το πλήθος και τον εξοπλισμό των Μοσχοβιτών (η λεγόμενη ιστορικά Μεγάλη παράταξη στον ποταμό Ούγκρα) του Ιβάν Γ', προτίμησαν να αποχωρήσουν ειρηνικά παρά να αποδεκατισθούν.

Αποσύνθεση στο νότο (μέσα 14ου - μέσα 15ου αιώνα)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κατάσταση στον πυρήνα του κράτους, το Νότο, που περιελάμβανε κυρίως τους Μογγόλους και τους Τούρκους, δεν ήταν καλύτερη μετά το "Μαύρο Θάνατο". Στις τελευταίες δεκαετίες του 14ου αιώνα αναβίωσε η διαμάχη ανάμεσα στη "Λευκή Ορδή" και τη "Μπλε Ορδή", που εκδηλώθηκε με εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στον Μαμάι (ο "μπλε" στρατηγός που ηττήθηκε στο Κουλίκοβο) και τον Τοχταμίς (απόγονο του "λευκού" Ορντά). Ο Τοχταμίς μάλιστα πυρπόλησε τη Μόσχα σκοτώνοντας 24.000 ανθρώπους το 1382 σε μια επίδειξη δύναμης. Η διένεξη ανάμεσα στους δύο φυλάρχους αποδυνάμωσε τη στρατιωτική ισχύ και τη συνοχή του κράτους, κάνοντάς την εύκολο θύμα για τις ορέξεις ενός νέου ηγέτη που ανέτειλε στην Κεντρική Ασία: του Ταμερλάνου.

Ο Ταμερλάνος ήταν ένας Τουρκομογγόλος πολέμαρχος που ονειρευόταν να ανασυστήσει την κραταιά Μογγολική Αυτοκρατορία του Τζένγκις Χαν, με ορμητήριο τη Σαμαρκάνδη. Αρχικά παρενέβη στον εμφύλιο πόλεμο υποστηρίζοντας τον Τοχταμίς, μέχρι που ο τελευταίος έγινε χαγάνος και στράφηκε εναντίον της Σαμαρκάνδης μέσω του Αζερμπαϊτζάν (1385). Ακολούθησε δεκαετής πόλεμος από τον οποίο ο Ταμερλάνος βγήκε νικητής, λεηλατώντας τις δύο σπουδαιότερες πόλεις (Σαράι, Χατζιταρξάν) και βυθίζοντας τη Χρυσή Ορδή στο χάος πριν αποχωρήσει.

Λίγες δεκαετίες μετά, στα μέσα του 15ου αιώνα, η Χρυσή Ορδή διασπάσθηκε οριστικά σε διάφορα μικρότερα ταταρικά χανάτα, τα οποία βραχυπρόθεσμα ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη αλλά τελικά είχαν την ίδια κατάληξη, την κατάκτησή τους από τους Ρώσους.

Διάδοχα κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χανάτα που προέκυψαν από τη διάσπαση της Χρυσής Ορδής είναι τα ακόλουθα:

Η επέκταση των Μογγόλων κατά το 13ο αιώνα. Με κίτρινο χρώμα απεικονίζεται το Χανάτο της Χρυσής Ορδής κατά τη διάσπαση της Μογγολικής Αυτοκρατορίας το 1294.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συγγραφή του άρθρου βασίσθηκε κατά πολύ στην αγγλόφωνη και ρωσόφωνη wikipedia.