Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας
Louis I (Chronica Hungarorum).jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
I. Lajos magyar király (Ουγγρικά)
Προφορά
Γέννηση5  Μαρτίου 1326
Βιζεγκράντ ή Vyšehrad[1]
Θάνατος10  Σεπτεμβρίου 1382
Τρνάβα[1]
Τόπος ταφήςΒασιλική του Σέκεσφεχερβαρ
Χώρα πολιτογράφησηςΟυγγαρία
ΘρησκείαΧριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΟυγγρικά
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΜαργαρίτα της Βοημίας, βασίλισσα της Ουγγαρίας (από 1338)[2]
Ελισάβετ της Βοσνίας (από 1353)[2]
ΤέκναΑικατερίνη της Ουγγαρίας
Μαρία της Ουγγαρίας
Γιάντβιγκα της Πολωνίας[3]
ΓονείςΚάρολος Α΄ της Ουγγαρίας και Ελισάβετ της Πολωνίας, βασίλισσα της Ουγγαρίας
ΑδέλφιαΑνδρέας της Καλαβρίας
Στέφανος της Σλαβονίας
Coloman of Hungary
Αικατερίνη της Ουγγαρίας, δούκισσα της Σβιντνίτσα
ΟικογένειαΟίκος των Καπετιδών-Ανζού
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλέας της Πολωνίας (1370–1382)
ΒραβεύσειςΧρυσό Τριαντάφυλλο
Θυρεός
Coa Hungary Country History Lajos I.svg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Λουδοβίκος Α΄, επίσης Λουδοβίκος ο Μέγας (ουγγρικά: Nagy Lajos, κροατικά: Ludovik Veliki, σλοβακικά: Ľudovít Veľký) ή Λουδοβίκος ο Ούγγρος (Πολωνικά: Ludwik Węgierski, 5 Μαρτίου 1326 – 10 Σεπτεμβρίου 1382), ήταν Βασιλιάς της Ουγγαρίας και της Κροατίας από το 134ς και Βασιλιάς της Πολωνίας από το 1370. Ήταν το πρώτο παιδί του Καρόλου Α' της Ουγγαρίας και της συζύγου του Ελισάβετ της Πολωνίας, που επέζησε της βρεφικής ηλικίας. Μια συνθήκη του 1338 μεταξύ του πατέρα του και του Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας, θείου εκ μητρός του Λουδοβίκου, επιβεβαίωσε το δικαίωμα του Λουδοβίκου να κληρονομήσει το Βασίλειο της Πολωνίας αν ο θείος του πέθαινε χωρίς γιο. Σε αντάλλαγμα ο Λουδοβίκος υποχρεωνόταν να βοηθήσει το θείο του να ξανακαταλάβει τα εδάφη που είχε χάσει η Πολωνία τις προηγούμενες δεκαετίες. Έφερε τον τίτλο του Δούκα της Τρανσυλβανίας μεταξύ 1339 και 1342 αλλά δεν διοικούσε την επαρχία.

Ο Λουδοβίκος ήταν ενήλικας όταν διαδέχθηκε τον πατέρα του το 1342, αλλά η βαθιά θρησκευόμενη μητέρα του άσκησε ισχυρή επιρροή πάνω του. Κληρονόμησε από τον πατέρα του ένα συγκεντρωτικό βασίλειο και ένα πλούσιο θησαυροφυλάκιο. Κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του ξεκίνησε μια σταυροφορία κατά των Λιθουανών και αποκατέστησε τη βασιλική εξουσία στην Κροατία. τα στρατεύματά του νίκησαν ένα στρατό Τατάρων, επεκτείνοντας την εξουσία του προς τη Μαύρη Θάλασσα. Όταν ο αδελφός του Ανδρέας, Δούκας της Καλαβρίας, σύζυγος της Βασίλισσας Ιωάννας Α' της Νάπολης, δολοφονήθηκε το 1345, ο Λουδοβίκος κατηγόρησε τη βασίλισσα για τη δολοφονία του και η τιμωρία της έγινε ο κύριος στόχος της εξωτερικής του πολιτικής. Επιχείρησε δύο εκστρατείες στο Βασίλειο της Νεαπόλεως μεταξύ 1347 και 1350. Τα στρατεύματά του κατέλαβαν μεγάλα εδάφη και στις δύο και ο Λουδοβίκος υιοθέτησε τα στυλ των βασιλιάδων της (συμπεριλαμβανομένου του τίτλου του Βασιλιά της Σικελίας και της Ιερουσαλήμ), αλλά η Αγία Έδρα δεν αναγνώρισε ποτέ τις αξιώσεις του. Οι αυθαίρετες ενέργειες του Λουδοβίκου και οι θηριωδίες που διέπραξαν οι μισθοφόροι του έκαναν την κυριαρχία του αντιδημοφιλή στη Νότια Ιταλία. Απέσυρε όλα του τα στρατεύματα από το Βασίλειο της Νάπολης το 1351.

Όπως ο πατέρας του ο Λουδοβίκος διοικούσε την Ουγγαρία με απόλυτη εξουσία και τη χρησιμοποιούσε για να παραχωρεί προνόμια στους αυλικούς του. Ωστόσο επικύρωσε επίσης τις ελευθερίες των Ούγγρων ευγενών στη Δίαιτα του 1351, τονίζοντας την ισότητα όλων τους. Στην ίδια Δίαιτα εισήγαγε ένα σύστημα αμετάτρεπτης κληρονομιάς και ενιαίο ενοίκιο που κατέβαλλαν οι αγρότες στους γαιοκτήμονες και επιβεβαίωσε το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας για όλους τους αγρότες. Διεξήγαγε πολέμους εναντίον των Λιθουανών, της Σερβίας και της Χρυσής Ορδής τη δεκαετία του 1350, αποκαθιστώντας την εξουσία των Ούγγρων μοναρχών σε εδάφη κατά μήκος των συνόρων, που είχαν χαθεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Υποχρέωσε τη Δημοκρατία της Βενετίας να παραιτηθεί από τις πόλεις της Δαλματίας το 1358. Έκανε επίσης αρκετές προσπάθειες να επεκτείνει την επικυριαρχία του στους ηγεμόνες της Βοσνίας, της Μολδαβίας, της Βλαχίας και τμημάτων της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Αυτοί οι ηγεμόνες ήταν μερικές φορές πρόθυμοι να υποχωρήσουν, είτε υπό πίεση είτε με την ελπίδα της υποστήριξής του εναντίον των εσωτερικών τους αντιπάλων, αλλά η κυριαρχία του Λουδοβίκου σε αυτές τις περιοχές ήταν μόνο κατ' όνομα κατά το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του. Οι προσπάθειές του να προσηλυτίσει τους παγανιστές ή τους Ορθόδοξους υπηκόους του στον Καθολικισμό τον έκαναν αντιδημοφιλή στα βαλκανικά κράτη. Ιδρυσε ένα πανεπιστήμιο στο Πετς το 1367, που όμως έκλεισε μέσα σε δύο δεκαετίες επειδή δεν του εξασφάλισε επαρκή έσοδα για να επιβιώσει.

Ο Λουδοβίκος κληρονόμησε την Πολωνία μετά το θάνατο του θείου του το 1370. Δεδομένου ότι δεν είχε γιους ήθελε οι υπήκοοί του να αναγνωρίσουν το δικαίωμα των θυγατέρων του να τον διαδεχτούν τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην Πολωνία. Για το σκοπό αυτό εξέδωσε τα Προνόμια του Κόσιτσε το 1374, όπου κατέγραψε τις ελευθερίες των Πολωνών ευγενών. Ωστόσο η κυριαρχία του παρέμεινε αντιδημοφιλής στην Πολωνία. Στην Ουγγαρία έδωσε το δικαίωμα τις βασιλικές ελεύθερες πόλεις να ορίζουν ενόρκους στο ανώτατο δικαστήριο που εκδίκαζε τις υποθέσεις τους και σύστησε ένα νέο ανώτατο δικαστήριο. Κάθως έπσσχε από μια δερματική ασθένεια ο Λουδοβίκος έγινε ακόμη πιο θρησκευόμενος τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στην αρχή του Δυτικού Σχίσματος αναγνώρισε ως νόμιμο Πάπα τον Ουρβανό ΣΤ'. Οταν ο Ουρβανός καθαίρεσε την Ιωάννα και τοποθέτησε το συγγενή του Λουδοβίκου Κάρολο του Δυρραχίου στο θρόνο της Νάπολης ο Λουδοβίκος βοήθησε τον Κάρολο να καταλάβει το βασίλειο. Στην ουγγρική ιστοριογραφία ο Λουδοβίκος θεωρείτο για αιώνες ως ο πιο ισχυρός Ούγγρος μονάρχης, που κυβέρνησε μια αυτοκρατορία «της οποίας οι ακτές βρέχονταν από τρεις θάλασσες».

Παιδική και νεανική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A crowned woman lying in a bed and stretches her hands towards a crowned baby held by a woman
Η γέννηση του Λουδοβίκου απεικονίζεται στο Εικονογραφημένο Χρονικό
Το οικόσημο του βασιλιά

Γεννημένος στις 5 Μαρτίου 1326 [4] ο Λουδοβίκος ήταν ο τρίτος γιος του Καρόλου Α' της Ουγγαρίας και της συζύγου του Ελισάβετ της Πολωνίας.[5] Πήρε το όνομά του από τον εκ πατρός θείο του Λουδοβίκο, Επίσκοπο της Τουλούζης, που αγιοποιήθηκε το 1317. [6]Ο πρωτότοκος γιος των γονιών του Κάρολος πέθανε πριν ο ίδιος γεννηθεί.[5] Ο Λουδοβίκος έγινε κληρονόμος του πατέρα του μετά το θάνατο του αδελφού του Λαδίσλαου το 1329.[7]

Ελαβε φιλελεύθερη μόρφωση στα πρότυπα της εποχής του και έμαθε γαλλικά, γερμανικά και λατινικά.[8] Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ιστορία και την αστρολογία.[4][9] Ένας κληρικός από το Βρότσουαφ, ο Νικόλαος, του δίδαξε τις βασικές αρχές της χριστιανικής πίστης.[10] Ωστόσο ο θρησκευτικός ζήλος του Λουδοβίκου οφειλόταν στην επιρροή της μητέρας του.[11] Σε ένα βασιλικό καταστατικό ο Λουδοβίκος ανέφερε ότι στα παιδικά του χρόνια ένας ιππότης της βασιλικής αυλής, ο Πέτερ Πόχαρος, τον κουβαλούσε συχνά στους ώμους του.[10][12] Οι δύο δάσκαλοί του, Νίκολας Ντρούγκετ και Νίκολας Τάπολτσανι, έσωσαν τις ζωή τόσο του Λουδοβίκου όσο και του μικρότερου αδελφού του ,Ανδρέα όταν ο Φελίτσιαν Ζαχ προσπάθησε να δολοφονήσει τη βασιλική οικογένεια στο Βίσεγκραντ στις 17 Απριλίου 1330.[10][13]

Ο Λουδοβίκος ήταν μόλις εννέα όταν σφράγισε μια συνθήκη συμμαχίας μεταξύ του πατέρα του και του Ιωάννη της Βοημίας.[12][14] Ένα χρόνο αργότερα ο Λουδοβίκος συνόδευσε τον πατέρα του στην εισβολή του στην Αυστρία.[15][16] Την 1η Μαρτίου 1338 ο γιος και διάδοχος του Ιωάννη της Βοημίας Κάρολος, Μαργράβος της Μοραβίας, υπέγραψε νέα συνθήκη με τον Κάρολο Α' της Ουγγαρίας και τον Λουδοβίκο στο Βίσεγκραντ.[16][17] Σύμφωνα με αυτή ο Κάρολος της Μοραβίας αναγνώρισε το δικαίωμα των γιων του Καρόλου Α' να διαδεχθούν τον εκ μητρός θείο τους Καζίμιρ Γ' της Πολωνίας αν πέθαινε χωρίς άρρενα διάδοχο. Ο Λουδοβίκος υποσχέθηκε επίσης να παντρευτεί την τρίχρονη κόρη του μαργράβου Μαργαρίτα.[18]

Η πρώτη σύζυγος του Καζίμιρ Γ' Αλντόνα της Λιθουανίας πέθανε στις 26 Μαΐου 1339.[19] Δύο κορυφαίοι Πολωνοί ευγενείς – ο Ζμπίγκνιεφ καγκελάριος της Κρακοβίας, και ο Σπίσιμιρ Λελίβιτα – έπεισαν τον Καζίμιρ, που δεν είχε αποκτήσει γιο, να ορίσει κληρονόμους του την αδελφή του Ελισσάβετ και τους απογόνους της.[20] Σύμφωνα με τον Γιαν Ντουούγκος του 15ου αιώνα ο Καζίμιρ συγκάλεσε το Γενικό Σέιμ στην Κρακοβία όπου «οι συγκεντρωμένοι ιεράρχες και ευγενείς»[21] ανακήρυξαν διάδοχό του το Λουδοβίκο, αλλά η αναφορά στο Σέιμ είναι μεταγενέστερη.[19] Ο ιστορικός Πάουλ Κνολ αναφέρει ότι ο Καζίμιρ προτιμούσε την οικογένεια της αδερφής του από τις δικές του κόρες ή από ένα μέλος του Οίκου των Πιαστ, επειδή ήθελε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του βασιλιά της Ουγγαρίας ενάντια στους Τεύτονες Ιππότες.[22] Ο πατέρας και ο θείος του Λουδοβίκου υπέγραψαν μια συνθήκη στο Βίσεγκραντ τον Ιούλιο, σύμφωνα με την οποία ο Καζίμιρ Γ' όριζε το Λουδοβίκο κληρονόμο του, αν πέθαινε χωρίς γιο.[23] Σε αντάλλαγμα ο Κάρολος Α' υποσχέθηκε στο Λουδοβίκο να ανακαταλάβει αυτός την Πομερανία και άλλα πολωνικά εδάφη που είχε καταλάβει το Τευτονικό Τάγμα χωρίς πολωνικά χρήματα και μόνο να απασχολεί Πολωνούς στη βασιλική διοίκηση της Πολωνίας.[22]

Ο Λουδοβίκος έλαβε τον τίτλο του Δούκα της Τρανσυλβανίας από τον πατέρα του το 1339, αλλά δεν διοικούσε την επαρχία.[15][24] Σύμφωνα με βασιλικό καταστατικό του ίδιου έτους η αρραβωνιαστικιά του Λουδοβίκου Μαργαρίτα της Βοημίας ζούσε στην ουγγρική βασιλική αυλή. Η ξεχωριστή δουκική αυλή του Λουδοβίκου αναφέρεται για πρώτη φορά σε ένα βασιλικό καταστατικό του 1340.[15]

Βασιλεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτα χρόνια (1342–1345)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A young man wearing a ducal crown with a flag in his hand
Ο Κάρολος, Μαργράβος της Μοραβίας (ο μετέπειτα Κάρολος Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), πατέρας της πρώτης συζύγου του Λουδοβίκου Μαργαρίτας της Βοημίας (από τον Κώδικα του Γκελνχάουζεν)

Ο Κάρολος Α΄ πέθανε στις 16 Ιουλίου 1342. [25] Πέντε ημέρες αργότερα ο Τσάναντ Τέλεγκντι, Αρχιεπίσκοπος του Έστεργκομ, έστεψε το Λουδοβίκο Βασιλιά με το Ιερό Στέμμα της Ουγγαρίας στο Σέκεσφεχερβαρ. [26] Παρόλο που ο Λουδοβίκος είχε ενηλικιωθεί η μητέρα του Eλισάβετ "ενεργούσε ως ένα είδος συναντιβασιλέα" επί δεκαετίες, επειδή ασκούσε πάνω του ισχυρή επιρροή. [27] Ο Λουδοβίκος κληρονόμησε ένα πλούσιο θησαυροφυλάκιο από τον πατέρα του, που είχε ενισχύσει τη βασιλική εξουσία και κυβερνούσε χωρίς να συγκαλεί Δίαιτες τις τελευταίες δεκαετίες της βασιλείας του. [28]

Ο Λουδοβίκος εισήγαγε ένα νέο σύστημα δωρεών γης, που εξαιρούσε τα αδέλφια του παραχωρητή και άλλους συγγενείς από τις δωρεές σε αντίθεση με τον εθιμικό νόμο: τέτοια κτήματα περιέρχονταν στο στέμμα όταν πέθαιναν οι τελευταίοι άνδρες απόγονοι του κατόχου [29]. Από την άλλη πλευρά συχνά «προβίβαζε μια κόρη σε γιο», δηλαδή εξουσιοδοτούσε μια κόρη να κληρονομήσει τα κτήματα του πατέρα της, αν και ο εθιμικό νόμος όριζε ότι η κτηματική περιουσία ενός αποθανόντος ευγενή που δεν είχε γιους κληρονομείται από τους συγγενείς του.[30] Ο Λουδοβίκος συχνά έδινε αυτό το προνόμιο στις συζύγους των ευνοουμένων του. [31] Επίσης συχνά εξουσιοδοτούσε τους γαιοκτήμονες να εφαρμόζουντη θανατική ποινή στα κτήματα τους, περιορίζοντας την εξουσία των δικαστών των κομητειών [32].

Ο Ντρούγκετ Βίλμος, σημαντικός σύμβουλος του πατέρα του Louis, πέθανε το Σεπτέμβριο του 1342 [33] και κληροδότησε την ιδιοκτησία του στον αδελφό του Νίκολας, αλλά ο Λουδοβίκος δήμευσε αυτά τα κτήματα. [34][35] Στα τέλη του φθινοπώρου ο Λουδοβίκος απέλυσε τον ορισμένο από τον πατέρα του Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας Τόμας Σέτσενι, αν και η σύζυγος του ήταν ένας μακρινή ξαδέρφη της βασιλομήτορας. [35][36]Ευνόησε ιδιαίτερα τους Λάκφι: οκτώ μέλη της οικογένειας αυτής κατείχαν υψηλά αξιώματα της βασιλείας του. [34][35] Ο Aνδρέας Λάκφι ήταν διοικητής του Βασιλικού Στρατού κατά τον πρώτο πόλεμο της βασιλείας του. [37] Στα τέλη του 1342 ή στις αρχές του 1343 εισέβαλε στη Σερβία και ανακατέλαβε το Βανάτο του Mάτσο, που είχε χαθεί επί της βασιλείας του πατέρα του. [38][39]

Ο Ροβέρτος ο Σοφός, Βασιλιάς της Νάπολης, πέθανε στις 20 Ιανουαρίου 1343. Στη διαθήκη του όριζε την εγγονή του Ιωάννα Α΄ μοναδική κληρονόμο του, αποκλείοντας το μικρότερο αδελφό του Λουδοβίκου Aνδρέα, σύζυγο της Ιωάννας, από συμβασιλέα. [40] Ο Λουδοβίκος και η μητέρα του θεώρησαν αυτό ως παραβίαση προηγούμενης συμφωνίας μεταξύ των τελευταίων βασιλιάδων της Νάπολης και της Ουγγαρίας. [41] Επισκέφτηκε τον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του Κάρολο της Μοραβίας στην Πράγα για να τον πείσει να παρέμβει για λογαριασμό του Aνδρέα με τον πρώην δάσκαλο του Καρόλου τον Πάπα Κλήμης ΣΤ΄, επικυρίαρχο του Βασιλείου της Νάπολης. [41][42] Ο Λουδοβίκος έστειλε επίσης απεσταλμένους στους Ναπολιτάνους συγγενείς του και τους ανώτερους αξιωματούχους του βασιλείου, προτρέποντάς τους να προωθήσουν τα συμφέροντα του αδελφού του. [41] Η μητέρα τους Ελισάβετ έφυγε για τη Νάπολη το καλοκαίρι, παίρνοντας μαζί της σχεδόν όλο το βασιλικό θησαυρό, συμπεριλαμβανομένων πάνω από 6.628 κιλά αργύρου και 5.150 κιλά χρυσού. [43][44]Κατά την επτάμηνη παραμονή της στην Ιταλία το μόνο που κατάφερε ήταν να πείσει τη νύφη της και τον Πάπα να της υποσχεθούν ότι ο Ανδρέας θα στεφόταν ως σύζυγος της Ιωάννας [45].

Σύμφωνα με το σχεδόν σύγχρονό του χρονικό του Ιωάννη του Κύκυλε ο Λουδοβίκος ξεκίνησε την πρώτη του εκστρατεία εναντίον μιας ομάδας Σαξόνων της Τρανσυλβανίας, που αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους και τους ανάγκασε να τους αποδώσουν το καλοκαίρι του 1344.[46] Κατά την παραμονή του στην Τρανσυλβανία ο Νίκολας Αλέξανδρος - που ήταν ο γιος του Βασάραβα, κυβερνώντος πρίγκιπα της Βλαχίας - ορκίστηκε πίστη στο Λουδοβίκο για λογαριασμό του πατέρα του στο Μπράσο (σημερινό Μπρασόβ της Ρουμανίας). Έτσι η επικυριαρχία των Ούγγρων μοναρχών επί της Βλαχίας είχε, τουλάχιστον προς τα έξω, αποκατασταθεί.[47][48][49]

Ο Λουδοβίκος συμμετείχε σε μια [[Βόρειες Σταυροφορίες|σταυροφορία}} εναντίον των παγανιστών Λιθουανών το Δεκέμβριο του 1344. [47][50] Οι Σταυροφόροι - συμπεριλαμβανομένου του Ιωάννη της Βοημίας, του Κάρολου της Μοραβίας, του Πέτρου της Βουρβόνης και του Γουλιέλμου του Αινώ και της Ολλανδίας - πολιόρκησαν το Βίλνιους [47][50] Ωστόσο μια εισβολή των Λιθουανών στα εδάφη των Τετόνων Ιπποτών τους ανάγκασε να άρουν την πολιορκία [45]. Ο Λουδοβίκος επέστρεψε στην Ουγγαρία στα τέλη Φεβρουαρίου 1345.[47] Έστειλε τον Aνδρέα Λάκφι να εισβάλει στα εδάφη της Χρυσής Ορδής σε αντίποινα για τις προηγούμενες επιδρομές των Τατάρων στην Τρανσυλβανία και το Σέπεσεγκ (σημερινό Σπις της Σλοβακίας). [51][52] Ο Λάκφι και ο στρατός του, κυρίως από πολεμιστές Σέκελι νίκησαν ένα μεγάλο στρατό Τατάρων. [51][53] Στη συνέχεια ο έλεγχος της Χρυσής Ορδής στην περιοχή μεταξύ των Ανατολικών Καρπαθίων και της Μαύρης Θάλασσας εξασθένησε.[51][53] Μια σύγκρουση μεταξύ του θείου του Λουδοβίκου και του πεθερού του (Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας και Κάρολου της Μοραβίας αντίστοιχα) οδήγησε σε έναν πόλεμο μεταξύ Πολωνίας και Βοημίας τον Απρίλιο. [54] Σε αυτό τον πόλεμο ο Λουδοβίκος υποστήριξε το θείο του με ενισχύσεις σύμφωνα με τη συμφωνία του 1339. [54]

Ενώ ο στρατός του Λουδοβίκου πολεμούσε στην Πολωνία και εναντίον των Τατάρων, ο ίδιος εισέβαλε στην Κροατία τον Ιούνιο του 1345 [55] και πολιόρκησε το Κνι, πρώην έδρα του αείμνηστου Ιβάν Νέλιπατς, που είχε αντισταθεί με επιτυχία στον πατέρα του Λουδοβίκο, αναγκάζοντας τη χήρα και το γιο του να παραδοθεί. [56] Οι κόμητες της Κορμπάβια και άλλοι Κροάτες ευγενείς ενέδωσαν επίσης σε αυτόν κατά την παραμονή του στην Κροατία. [57][58] Οι πολίτες του Ζάνταρ επαναστάτησαν κατά της Δημοκρατίας της Βενετίας και αποδέχτηκαν την κυριαρχία του. [56][59] Ο Λουδοβίκος στο μεταξύ επέστρεψε στο Βίσεγκραντ και έστειλε το Στέφανο Β΄, Μπαν της Βοσνίας για να βοηθήσει τους πολίτες του Ζάνταρ, αλλά αυτός δεν πολέμησε εναντίον των Βενετών.[60]

Φωτογραφίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκστρατείες εναντίον της Νάπολης (1345–1350)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μέγιστη επικράτεια των περιοχών που εξουσίαζε ο Λουδοβίκος

Ο αδερφός του Λουδοβίκου Ανδρέας δολοφονήθηκε στην Αβέρσα στις 18 Σεπτεμβρίου 1345.[61] Ο Λουδοβίκος και η μητέρα του κατηγόρησαν τη Βασίλισσα Ιωάννα Α', τον Πρίγκιπα Ροβέρτο του Τάραντα, το Δούκα Κάρολο του Δυρραχίου και άλλα μέλη του κλάδου της Νάπολης του Οίκου των Καπετιδών-Ανζού ότι συνωμοτούσαν εναντίον του Ανδρέα.[61][62] Στην επιστολή του της 15ης Ιανουαρίου 1346 προς τον Πάπα Κλήμη ΣΤ' ο Λουδοβίκος απαίτησε από τον πάπα να εκθρονίσει τη «συζυγοβασιλοκτόνο» βασίλισσα υπέρ του Καρόλου Μαρτέλου, βρέφους γιου της από τον Ανδρέα.[62] Ο Λουδοβίκος διεκδίκησε επίσης την αντιβασιλεία του βασιλείου για όσο θα ήταν ανήλικος ο ανιψιός του, αναφερόμενος στην πατρογραμμική καταγωγή του από τον πρωτότοκο γιο του πατέρα του Ροβέρτου του Σοφού, Κάρολο Β' της Νάπολης.[63] Υποσχέθηκε μάλιστα να αυξήσει το ποσό του ετήσιου φόρου που θα πλήρωναν οι βασιλείς της Νάπολης στην Αγία Έδρα.[63] Αφού ο πάπας απέτυχε να διερευνήσει πλήρως τη δολοφονία του Ανδρέα, ο Λουδοβίκος αποφάσισε να εισβάλει στη νότια Ιταλία.[64] Προετοιμάζοντας την εισβολή έστειλε τους απεσταλμένους του στην Ανκόνα και σε άλλες ιταλικές πόλεις πριν από το καλοκαίρι του 1346.[65]

A crowned women wearing a long veil sits on a throne at a window through which an old man watches him
Η νύφη του Λουδοβίκου Ιωάννα Α΄ της Νάπολης, που τη θεωρούσε «συζυγοκτόνο» μετά τη δολοφονία του αδελφού του Ανδρέα, Δούκα της Καλαβρίας (από το χειρόγραφο De mulieribus claris του Βοκάκιου)

Ενώ οι απεσταλμένοι του διαπραγματεύονταν στην Ιταλία ο Λουδοβίκος εκστράτευσε στη Δαλματία για να ανακουφίσει το Ζαντάρ, αλλά οι Βενετοί δωροδόκησαν τους διοικητές του.[66][67] Όταν οι πολίτες ξέσπασαν και επιτέθηκαν στους πολιορκητές την 1η Ιουλίου, ο βασιλικός στρατός δεν επενέβη και οι Ενετοί νίκησαν τους υπερασπιστές έξω από τα τείχη της πόλης.[67][68] Ο Λουδοβίκος αποσύρθηκε αλλά αρνήθηκε να παραδώσει τη Δαλματία, αν και οι Βενετοί προσφέρθηκαν να πληρώσουν 320.000 χρυσά φλουριά ως αποζημίωση.[67] Ελλείψει στρατιωτικής υποστήριξης από το Λουδοβίκο ωστόσο το Ζαντάρ παραδόθηκε στους Ενετούς στις 21 Δεκεμβρίου 1346.[66]

Στην αρχή του πολέμου του εναντίον της Ιωάννας Λουδοβίκος έστειλε μικρές αποστολές μία μετά τη μία στην Ιταλία, επειδή δεν ήθελε να πλήξει τους Ιταλούς που είχαν υποφέρει από λιμό τον προηγούμενο χρόνο.[69] Τα πρώτα του στρατεύματα αναχώρησαν υπό τη διοίκηση του Νίκολας Βάσαρι, Επισκόπου της Νίτρα, στις 24 Απριλίου 1347. [70]Ο Λουδοβίκος προσέλαβε επίσης Γερμανούς μισθοφόρους.[71] Αναχώρησε από το Βίσεγκραντ στις 11 Νοεμβρίου.[72] Αφού προέλασε μέσω του Ούντινε, της Βερόνας, της Μόντενας, της Μπολόνιας, του Ουρμπίνο και της Περούτζιας, μπήκε στο Βασίλειο της Νάπολης στις 24 Δεκεμβρίου κοντά στη Λ' Άκουιλα, που είχε προσχωρήσει σ' αυτόν.[73][74][75]

Η βασίλισσα Ιωάννα ξαναπαντρεύτηκε, έναν ξάδερφό της, το Λουδοβίκο του Τάραντα, και διέφυγε στη Μασσαλία στις 11 Ιανουαρίου 1348.[76][77] Οι άλλοι συγγενείς τους, ο Ροβέρτος του Τάραντα και ο Κάρολος του Δυρραχίου, επισκέφτηκαν το Λουδοβίκο στην Αβέρσα για να του δηλώσουν υποταγή. Ο Λουδοβίκος τους υποδέχθηκε φιλικά και τους έπεισε να πείσουν τους αδελφούς τους, Φίλιππο του Τάραντα και Λουδοβίκο του Δυρραχίου, να ενωθούν μαζί τους.[78] Μετά την άφιξή τους το χαμόγελο του βασιλιά Λουδοβίκου «αντικαταστάθηκε από την πιο σκληρή έκφραση καθώς αποκάλυψε με τρομερά λόγια τα αληθινά συναισθήματα που είχε για τους πρίγκιπες και που τα είχε κρύψει μέχρι τότε», σύμφωνα με τον σύγχρονό του Ντομένικο ντα Γκράβινα. Επανέλαβε τις προηγούμενες κατηγορίες του, κατηγόρησε τους συγγενείς του για τη δολοφονία του αδελφού του και τους συνέλαβε στις 22 Ιανουαρίου.[79] Την επόμενη μέρα ο Κάρολος του Δυρραχίου – σύζυγος της αδερφής της Ιωάννας Α΄ Μαρίας – αποκεφαλίστηκε κατόπιν εντολής του Λουδοβίκου.[80][81] Οι άλλοι πρίγκιπες κρατήθηκαν αιχμάλωτοι και στάλθηκαν στην Ουγγαρία, μαζί με τον ανιψιό βρέφος του Λουδοβίκου Κάρολο Μαρτέλο.[77][81][82]

Ο Λουδοβίκος εισέβαλε στη Νάπολη το Φεβρουάριο.[77] Οι πολίτες του πρόσφεραν μια πανηγυρική είσοδο, αλλά εκείνος την απέρριψε, απειλώντας ότι θα αφήσει τους στρατιώτες του να λεηλατήσουν την πόλη αν δεν αυξήσουν τους φόρους.[83] Υιοθέτησε τους παραδοσιακούς τίτλους των βασιλιάδων της Νάπολης – «Βασιλιάς της Σικελίας και της Ιερουσαλήμ, Δούκας της Απουλίας και Πρίγκιπας της Κάπουα» – και διοικούσε το βασίλειο από το Καστέλ Νουόβο, βάζοντας φρουρούς τους μισθοφόρους του στα πιο σημαντικά οχυρά.[84] Χρησιμοποίησε ασυνήθιστα βάναυσες ανακριτικές μεθόδους για να συλλάβει όλους τους συνεργούς στο θάνατο του αδελφού του, σύμφωνα με τον Ντομένικο ντα Γκράβινα.[85] Οι περισσότερες τοπικές οικογένειες ευγενών (συμπεριλαμβανομένων των Μπάλτσο και των Σανσεβερίνο) αρνήθηκαν να συνεργαστούν μαζί του.[86] Ο πάπας αρνήθηκε να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του Λουδοβίκου στη Νάπολη, που θα είχε ενώσει δύο ισχυρά βασίλεια υπό την κυριαρχία του.[87] Ο πάπας και οι καρδινάλιοι κήρυξαν τη Βασίλισσα Ιωάννα αθώα για τη δολοφονία του συζύγου της σε μια επίσημη σύνοδο του Κολλεγίου των Καρδιναλίων.[88] Η εμφάνιση του Μαύρου Θανάτου ανάγκασε το Λουδοβίκο να εγκαταλείψει την Ιταλία το Μάιο.[77][81][89] Έκανε τον Ούλριχ Βόλφχαρντ κυβερνήτη της Νάπολης, αλλά οι μισθοφόροι του δεν εμπόδισαν την Ιωάννα Α΄ και το σύζυγό της να επιστρέψουν το Σεπτέμβριο.[77] Ο Λουδοβίκος, που είχε υπογράψει ανακωχή για οκτώ χρόνια με τη Βενετία στις 5 Αυγούστου, έστειλε νέα στρατεύματα στη Νάπολη υπό τη διοίκηση του Στέφανου Λάκφι, Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας, στα τέλη του 1349.[90][91] Ο Λάκφι ανακατέλαβε την Κάπουα, την Αβέρσα και άλλα οχυρά που είχε καταλάβει η Ιωάννα Α', αλλά μια ανταρσία μεταξύ των Γερμανών μισθοφόρων του τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Ουγγαρία,[91][92] όπου είχε εν τω μεταξύ φτάσει ο Μαύρος Θάνατος.[93]Το πρώτο κύμα της επιδημίας τελείωσε τον Ιούνιο, αλλά επέστρεψε το Σεπτέμβριο, σκοτώνοντας την πρώτη σύζυγο του Λουδοβίκου Mαργαρίτα.[92][93] Ο Λουδοβίκος αρρώστησε επίσης, αλλά επέζησε.[94] Αν και ο Μαύρος Θάνατος ήταν λιγότερο καταστροφικός στην αραιοκατοικημένη Ουγγαρία από ό,τι σε άλλα μέρη της Ευρώπης, υπήρχαν περιοχές που ερήμωσαν το 1349 και η ζήτηση για εργατικό δυναμικό αυξήθηκε τα επόμενα χρόνια.[93][95]

Ο Λουδοβίκος πρότεινε να παραιτηθεί από το Βασίλειο της Νάπολης αν ο Κλήμης εκθρόνιζε την Ιωάννα.[96]Μετά την άρνηση του πάπα ο Λουδοβίκος επιχείρησε τη δεύτερη εκστρατεία του κατά της Νάπολης τον Απρίλιο του 1350.[92][97] Κατέστειλε μια ανταρσία που συνέβη μεταξύ των μισθοφόρων του, ενώ αυτός και τα στρατεύματά του περίμεναν την άφιξη περαιτέρω στρατευμάτων στη Μπαρλέτα.[98] Ενώ βάδιζε προς τη Νάπολη αντιμετώπισε αντίσταση σε πολλές πόλεις επειδή οι εμπροσθοφυλακές του, που ήταν υπό τη διοίκηση του Στέφανου Λάκφι, είχαν γίνει διαβόητες για τη σκληρότητά τους.[99][100]

Κατά την εκστρατεία ο Λουδοβίκος ηγήθηκε προσωπικά των επιθέσεων και σκαρφάλωσε στα τείχη της πόλης μαζί με τους στρατιώτες του, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή του.[9][100] Ενώ πολιορκούσε την Κανόσα ντι Πούλια έπεσε στην τάφρο από μια σκάλα όταν ένας υπερασπιστής του οχυρού τον χτύπησε με μια πέτρα.[9][99] Βούτηξε σε ένα ποτάμι χωρίς δισταγμό για να σώσει έναν νεαρό στρατιώτη που παρασύρθηκε ενώ διερευνούσε ένα διάδρομο κατόπιν εντολής του.[101] Ένα βέλος τρύπησε το αριστερό πόδι του κατά την πολιορκία της Αβέρσας.[102] Μετά την κατάληψη της Αβέρσας στα ουγγρικά στρατεύματα στις 3 Αυγούστου η Βασίλισσα Ιωάννα και ο σύζυγός της έφυγαν και πάλι από τη Νάπολη.[103] Ωστόσο ο Λουδοβίκος αποφάσισε να επιστρέψει στην Ουγγαρία.[104] Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Ματέο Βιλάνι ο Λουδοβίκος επιχείρησε να αφήσει το βασίλειο, αφού είχε ξεμείνει από χρήματα και αντιμετώπιζε την αντίσταση του τοπικού πληθυσμού.[105]

Για να γιορτάσει το Ιωβηλαίο του 1350 ο Λουδοβίκος επισκέφτηκε τη Ρώμη κατά τη διάρκεια της επιστροφής του στην Ουγγαρία. [106]Έφτασε στη Βούδα στις 25 Οκτωβρίου 1350.[107] Με τη μεσολάβηση της Αγίας Έδρας οι απεσταλμένοι του Λουδοβίκου και του συζύγου της Βασίλισσας Ιωάννας Λουδοβίκου του Τάραντα υπέγραψαν ανακωχή για έξι μήνες.[106][107][108] Ο πάπας υποσχέθηκε στο Λουδοβίκο ότι ο ρόλος της βασίλισσας στη δολοφονία του συζύγου της θα διερευνηθεί ξανά και την διέταξε να πληρώσει 300.000 χρυσά φλωριά ως λύτρα για τους φυλακισμένους Ναπολιτάνους πρίγκιπες.[108]

Eπέκταση (1350–1358)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας από το Εικονογραφημένο Χρονικό της δεκαετίας του 1360

Ο Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας προέτρεψε τον Λουδοβίκο να παρέμβει στον πόλεμό του με τους Λιθουανούς που είχαν καταλάβει τα προηγούμενα χρόνια το Μπρεστ, το Βολοντίμιρ-Βολίνσκι και άλλες σημαντικές πόλεις στο Βασίλειο της Γαλικίας-Βολυνίας.[50][109] Οι δύο μονάρχες συμφώνησαν το βασίλειο αυτό να ενσωματωθεί στο Βασίλειο της Ουγγαρίας μετά το θάνατο του Καζίμιρ.[110] Ο Καζίμιρ εξουσιοδότησε επίσης το Λουδοβίκο να ανταλλάξει τα δύο βασίλεια με 100.000 φλωρίνια αν ο Καζίμιρ αποκτούσε γιο.[111][112] Ο Λουδοβίκος οδήγησε το στρατό του στην Κρακοβία τον Ιούνιο του 1351.[113] Επειδή ο Καζίμιρ αρρώστησε ο Λουδοβίκος έγινε ο μοναδικός διοικητής του ενιαίου Πολωνικού και Ουγγρικού στρατού. Εισέβαλε στα εδάφη του Λιθουανού πρίγκιπα Κεστούτις τον Ιούλιο. Ο Κεστούτις φάνηκε να αποδέχεται την επικυριαρχία του Λουδοβίκου στις 15 Αυγούστου και συμφώνησε να βαφτιστεί, μαζί με τα αδέρφια του, στη Βούδα. Ωστόσο δεν έκανε τίποτα για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του μετά την αποχώρηση των πολωνικών και ουγγρικών στρατευμάτων. Σε μια προσπάθεια να συλλάβει τον Κεστούτις ο Λουδοβίκος επέστρεψε, αλλά δεν μπόρεσε να νικήσει τους Λιθουανούς, που σκότωσαν ακόμη και έναν από τους συμμάχους του, τον Μπολέσλαφ Γ΄ του Πουότσκ, στη μάχη.[113] Ο Λουδοβίκος επέστρεψε στη Βούδα πριν από τις 13 Σεπτεμβρίου.[107] Ένας λεγάτος του Πάπα επισκέφτηκε τον Λουδοβίκο για να τον πείσει να διεξάγει πόλεμο εναντίον του Στέφανου Δουσάν, Αυτοκράτορα των Σέρβων, που είχε αναγκάσει τους Ρωμαιοκαθολικούς υπηκόους του να βαφτιστούν εκ νέου και να ενταχθούν στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία.[114]

Για να αντιμετωπίσει τα παράπονα των Ούγγρων ευγενών ο Λουδοβίκος συγκάλεσε μια Δίαιτα στα τέλη του 1351.[115] Επιβεβαίωσε όλους πλην ενός τους όρους του Χρυσόβουλου του 1222, δηλώνοντας ότι όλοι οι ευγενείς απολάμβαναν τις ίδιες ελευθερίες στο βασίλειό του.[116][117] Απέρριψε μόνο τη διάταξη που εξουσιοδοτούσε τους ευγενείς που πέθαιναν χωρίς γιο να κληροδοτούν ελεύθερα τα κτήματά τους. [118]Αντίθετα εισήγαγε ένα σύστημα, που προέβλεπε ότι τα κτήματα ενός ευγενή που δεν είχε άρρενες απογόνους περνούσαν μετά το θάνατό του στους συγγενείς του ή αν δεν υπήρχαν άρρενες συγγενείς στο Στέμμα.[117][118] Στην ίδια Δίαιτα ο Λουδοβίκος έδωσε εντολή όλοι οι γαιοκτήμονες να συλλέγουν το «ένατο», δηλαδή το ένα δέκατο των καθορισμένων αγροτικών προϊόντων, από τους αγρότες που είχαν οικόπεδα στα κτήματά τους.[119] Από την άλλη επιβεβαίωσε το δικαίωμα όλων των αγροτών να μετακινούνται ελεύθερα σε κτήματα άλλων γαιοκτημόνων.[120]

Louis's coat-of-arms (Árpád strips and Capetian fleurs-de-lis; a bearded old man
Το χρυσό φλωρίνι του Λουδοβίκου Α', που κόπηκε τη δεκαετία του 1350, απεικονίζει το Βασιλιά Άγιο Λαδίσλαο

Η «γενική συμφωνία» μεταξύ του Λουδοβίκου και του βασιλικού ζεύγους της Νάπολης «έγινε αποδεκτή και από τις δύο πλευρές» κατά το 1351, σύμφωνα με το σύγχρονό τους Νικολό Ατσαγιόλι.[121] Η Ιωάννα Α' και ο σύζυγός της επέστρεψαν στο Βασίλειο της Νάπολης και τα στρατεύματα του Λουδοβίκου αποσύρθηκαν.[121] Ο Λουδοβίκος μάλιστα παραιτήθηκε από τα λύτρα που είχε υποσχεθεί η Ιωάννα Α' να πληρώσει για την απελευθέρωση των φυλακισμένων πριγκίπων της Νάπολης, δηλώνοντας ότι δεν είχε πάει «σε πόλεμο από απληστία, αλλά για να εκδικηθεί το θάνατο του αδελφού του».[122] Ο Λουδοβίκος συνέχισε να χρησιμοποιεί τους τίτλους του παππού του, Κάρολου Μαρτέλου του Ανζού (πρωτότοκος γιος του Καρόλου Β' της Νάπολης), χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του ως "Πρίγκιπα του Σαλέρνο και άρχοντας του Μόντε Σαντ' Άντζελο".[123]

Ο Καζίμιρ Γ΄ πολιόρκησε το Μπελτς και ο Λουδοβίκος συμμετείχε με το θείο του το Μάρτιο του 1352.[124] Κατά την πολιορκία, που έληξε χωρίς την παράδοση του οχυρού, ο Λουδοβίκος τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι.[125][126] Ο Αλγκίρντας, Μέγας Δούκας της Λιθουανίας, προσέλαβε Τατάρους μισθοφόρους, που επέπεσαν στην Ποδολία και ο Λουδοβίκος επέστρεψε στην Ουγγαρία επειδή φοβήθηκε μια εισβολή των Τατάρων στην Τρανσυλβανία.[126] Ο Πάπας Κλήμης κήρυξε μια σταυροφορία κατά των Λιθουανών και των Τατάρων το Μάιο, εξουσιοδοτώντας τον Λουδοβίκο να εισπράξει το ένα δέκατο από τα έσοδα της Εκκλησίας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια.[50] Ο πάπας δήλωσε ότι δεν είχε «χορηγήσει ποτέ το ένα δέκατο για τέτοια διάρκεια», τονίζοντας τη σχέση μεταξύ της μεγαλοψυχίας του και της απελευθέρωσης των φυλακισμένων πριγκίπων της Νάπολης.[127] Ο πάπας εξουσιοδότησε επίσης το Λουδοβίκο να καταλάβει τα εδάφη των ειδωλολατρών και των σχισματικών που συνόρευαν με το βασίλειό του.[127]

Αν και ο Λουδοβίκος είχε υπογράψει συμμαχία με τη Δημοκρατία της Γένοβας τον Οκτώβριο του 1352, δεν παρενέβη στον Πόλεμο Γένοβας-Βενετίας, επειδή η εκεχειρία του του 1349 με τη Βενετία εξακολουθούσε να ισχύει.[128] Ο Λουδοβίκος παντρεύτηκε την Ελισάβετ της Βοσνίας, που ήταν κόρη του υποτελή του Στεφάνου Β', το 1353.[129] Ο ιστορικός Γκιούλα Κρίστο αναφέρει ότι αυτός ο γάμος έδειξε το ανανεωμένο ενδιαφέρον του Λουδοβίκου για τις υποθέσεις της Βαλκανικής Χερσονήσου.[130] Ενώ κυνηγούσε στην Κομητεία Ζόλιομ (της σημερινής Σλοβακίας) στα τέλη Νοεμβρίου 1353, μια καφέ αρκούδα του επιτέθηκε, προκαλώντας του 24 τραύματα στα πόδια. Η ζωή του Λουδοβίκου σώθηκε από έναν ιππότη της αυλής, τον Ιωάννη Μπέσενιε, που σκότωσε το θηρίο με το σπαθί του.[131]

Σύμφωνα με το Ματέο Βιλάνι ο Λουδοβίκος ξεκίνησε μια επιχείρηση εναντίον της Χρυσής Ορδής επικεφαλής ενός στρατού 200.000 ιππέων τον Απρίλιο του 1354.[132] Ο νεαρός Τάταρος ηγεμόνας, που ο ιστορικός Ιβαν Μπέρτενι προσδιόρισε ως Γιάνι Μπεγκ, δεν ήθελε να ξεκινήσει πόλεμο εναντίον της Ουγγαρίας και συμφώνησε να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης.[133][134] Αν και καμία άλλη πρωτογενής πηγή δεν ανέφερε αυτή την εκστρατεία και τη συνθήκη, οι Τάταροι δεν έκαναν επιδρομές λεηλασίας στην Τρανσυλβανία μετά το 1354, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αναφορά του Βιλάνι είναι αξιόπιστη.[133] Την ίδια χρονιά ο Λουδοβίκος εισέβαλε στη Σερβία, αναγκάζοντας το Στέφανο Δουσάν να αποσυρθεί από την περιοχή κατά μήκος του ποταμού Σάβου.[135][136] Υπό την πίεση αυτή ο Ντουσάν ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την Αγία Έδρα για την αναγνώριση του παπικού πρωτείου.[127][135] Το επόμενο έτος ο Λουδοβίκος έστειλε ενισχύσεις στον Καζίμιρ Γ΄ για να πολεμήσει κατά των Λιθουανών και τα ουγγρικά στρατεύματα υποστήριξαν τον Αλβέρτο Β', Δούκα της Αυστρίας εναντίον της Ζυρίχης.[137]Οι Βενετοί αντιπρόσωποι πρόσφεραν στον Λουδοβίκο 6–7.000 χρυσά δουκάτα ως αποζημίωση για τη Δαλματία, αλλά ο Λουδοβίκος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το σχέδιό του να ανακαταλάβει την επαρχία.[138] Υπέγραψε συμμαχία με τον Αλβέρτο Β' της Αυστρίας και το Νικόλαο του Λουξεμβούργου, Πατριάρχη Ακυληίας, κατά της Βενετίας.[138] Κατόπιν διαταγής του Κροάτες άρχοντες πολιόρκησαν και κατέλαβαν το Kλίς, φρούριο της Δαλματίας, που η αδερφή του Στέφανου Δουσάν Γιελένα, είχε κληρονομήσει από το σύζυγό της Μλάντεν Σούμπιτς.[139]

A bishop surrounded by people on their knees receive a bearded man wearing a crown in the port
Οι πολίτες του Ζάνταρ υποδέχονται το Λουδοβίκο (ανάγλυφο σε μια λειψανοθήκη της εποχής)
Συνθήκη ειρήνης του Ζάνταρ

Το καλοκαίρι του 1356 ο Λουδοβίκος εισέβαλε σε εδάφη της Βενετίας χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου.[140][141]Πολιόρκησε το Τρεβίζο στις 27 Ιουλίου.[142] Ένας τοπικός ευγενής, ο Τζουλιάνο Μπαλντατσίνο, παρατήρησε ότι ο Λουδοβίκος καθόταν μόνος ενώ έγραφε τα γράμματά του στις όχθες του Ποταμού Σίλε κάθε πρωί.[134] Πρότεινε λοιπόν στους Βενετούς να τον δολοφονήσει με αντάλλαγμα 12.000 χρυσά φλωρίνια και το Καστελφράνκο Βένετο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν την προσφορά του επειδή δεν μοιράστηκε μαζί τους τις λεπτομέρειες των σχεδίων του.[143] Ο Λουδοβίκος επέστρεψε στη Βούδα το φθινόπωρο, αλλά τα στρατεύματά του συνέχισαν την πολιορκία.[144] Ο Πάπας Ιννοκέντιος ΣΤ΄ προέτρεψε τους Βενετούς να συνάψουν ειρήνη με την Ουγγαρία.[145] Ανακήρυξε το Λουδοβίκο «σημαιοφόρο της Εκκλησίας» και του χορήγησε τη δεκάτη τριών ετών για να πολεμήσει κατά του Φραγκίσκου Β' Ορντελάφι και άλλων εξεγερθέντων αρχόντων στα Παπικά Κράτη.[145] Ο Λουδοβίκος έστειλε ένα στρατό υπό τις διαταγές του Νικολάου Λάκφι για να υποστηρίξει τα στρατεύματα του πάπα στην Ιταλία.[146]

Ο Λουδοβίκος εισέβαλε στη Δαλματία τον Ιούλιο του 1357.[143] Το Σπλιτ, το Τρόγκιρ και το Σίμπενικ σύντομα ξεφορτώθηκαν τους Βενετούς κυβερνήτες και υποτάχθηκαν σε αυτόν.[59] Μετά από μια σύντομη πολιορκία ο στρατός του Λουδοβίκου κατέλαβε επίσης το Ζάνταρ με τη βοήθεια των κατοίκων του.[107] Ο Τβρτκο Α΄ της Βοσνίας, που είχε διαδεχτεί τον πεθερό του Λουδοβίκου το 1353, παρέδωσε το δυτικό Χουμ στο Λουδοβίκο, που διεκδίκησε αυτή την περιοχή ως προίκα της συζύγου του.[147] Με τη Συνθήκη του Ζάνταρ, που υπογράφηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1358,[148] η Δημοκρατία της Βενετίας παραιτήθηκε από όλες τις πόλεις και τα νησιά της Δαλματίας μεταξύ του Κόλπου του Κβάρνερ και του Δυρράχιου υπέρ του Λουδοβίκου.[140] Η Δημοκρατία της Ραγούσας αποδέχτηκε επίσης την επικυριαρχία του Λουδοβίκου.[149] Οι πόλεις της Δαλματίας παρέμειναν αυτοδιοικούμενες κοινότητες, αποδίδοντας μόνο ένα ετήσιο φόρο υποτέλειας και ναυτική υπηρεσία στον Λουδοβίκο, που επίσης κατάργησε όλους τους εμπορικούς περιορισμούς που είχαν τεθεί επί της κυριαρχίας των Ενετών.[140] Οι έμποροι της Ραγούσας είχαν ρητά το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα στη Σερβία ακόμη και κατά τη διάρκεια πολέμου μεταξύ Ουγγαρίας και Σερβίας.[139]

Πόλεμοι στα Βαλκάνια (1358-1370)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Σερβία άρχισε να διαλύεται μετά το θάνατο του Στέφανου Δουσάν.[150] Σύμφωνα με το Ματέο Βιλάνι ένας άγνωστος Σέρβος άρχοντας ζήτησε τη βοήθεια της Ουγγαρίας ενάντια στον ισχυρότερο (και επίσης ανώνυμο) εχθρό του στα τέλη της δεκαετίας του 1350.[151][152] Οι ιστορικοί Τζον Β. A. Φάιν και Παλ Ενγκελ αναφέρουν ότι ο Σέρβος άρχοντας ήταν μέλος της οικογένειας Ραστισλάλιτς.[151][152] Οι Γκιούλα Κρίστο και Ιβαν Μπέρενι τον ονομάζουν Λάζαρο Χρεμπελιάνοβιτς.[153][154] Βασιλικά έγγραφα του 1358 δείχνουν ότι τα ουγγρικά στρατεύματα πολέμησαν στη Σερβία τον Οκτώβριο του 1358.[153] Το επόμενο καλοκαίρι ο Λουδοβίκος εισέβαλε επίσης στη Σερβία, αλλά ο Στέφανος Ούρος Ε΄ της Σερβίας απέφυγε τη μάχη.[151][155]

Ο Λουδοβίκος και ο βασιλικός στρατός έμειναν στην Τρανσυλβανία τον Νοέμβριο του 1359 και τον Ιανουάριο του 1360, κατά τα φαινόμενα σχεδιάζοντας μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Βλαχίας ή άλλης γειτονικής περιοχής.[156] Έγγραφο του 1360 ανέφερε ότι ένας Ρουμάνος βοεβόδας, ο Ντράγκος του Γκιουλέστι, αποκατέστησε την επικυριαρχία του Λουδοβίκου στη Μολδαβία μετά από μια εξέγερση των ντόπιων Ρουμάνων.[157] Σύμφωνα με τα περισσότερα μολδαβικά χρονικά ο Ντράγκος, που άλλοτε ταυτίζεται με τον Ντράγκος του Γκιουλέστι και άλλοτε με τον Ντράγκος του Μπεντέου, έφυγε «από την ουγγρική χώρα, από το Μαραμούρες» επικεφαλής της ακολουθίας του, διέσχισε τα Καρπάθια Όρη κυνηγώντας έναν ούρο και εγκαταστάθηκε στην κοιλάδα του Ποταμού Μόλδοβα το 1359.[158] Τα ίδια χρονικά παρουσίαζαν αυτή την «κίνηση» από τον Ντράγκος ως αποφασιστικό βήμα προς την ανάπτυξη του Πριγκιπάτου της Μολδαβίας.[159] Ένας άλλος Ρουμάνος βοεβόδας, ο Μπογκντάν, που είχε επαναστατήσει κατά του Λουδοβίκου και λεηλάτησε τα κτήματα των Ρουμάνων γαιοκτημόνων που ήταν πιστοί στον βασιλιά ήδη από τη δεκαετία του 1340, αναχώρησε από την Ουγγαρία και εισέβαλε στη Μολδαβία στις αρχές της δεκαετίας του 1360.[160] Ο Μπογκντάν έδιωξε από το πριγκιπάτο τους απογόνους του υποτελή του Λουδοβίκου Ντράγκος.[160] Σύμφωνα με τον Ιωάννη του Κύκυλε ο Λουδοβίκος εξαπέλυσε πολλές επιχειρήσεις εναντίον του Μπογκντάν, αλλά το πότε δεν μπορεί να καθοριστεί.[161] Ο Μπογκντάν κυβέρνησε τη Μολδαβία ως ανεξάρτητος πρίγκιπας.[161][162]

Η πόρπη του Χρυσού Μανδύα, στο Ουγγρικό Παρεκκλήσι του Καθεδρικού του Άαχεν

Μετά από αίτημα του πάπα ο Λουδοβίκος έστειλε ουγγρικά στρατεύματα για να ανακουφίσουν τη Μπολόνια, που πολιορκείτο από τα στρατεύματα του Μπερναμπό Βισκόντι.[156] Οταν ο Βισκόντι ήρε την πολιορκία, οι μισθοφόροι του Λουδοβίκου λεηλάτησαν την περιοχή και αρνήθηκαν να συνεργαστούν με τον παπικό λεγάτο. Ο Λουδοβίκος έβαλε τον αρχηγό του στρατού του στη φυλακή.[163] Μετά από μια σύγκρουση που προέκυψε μεταξύ του Αυτοκράτορα Καρόλου Δ' και του Ροδόλφου Δ', Δούκα της Αυστρίας, υπήρξαν φήμες συνωμοσίας για εκθρονισμό του αυτοκράτορα υπέρ του Λουδοβίκου ή του Ροδόλφου.[164][165] Ο Κάρολος Δ', ο Ροδόλφος Δ' και ο Λουδοβίκος συναντήθηκαν στο Νάγκισομπατ (σημερινή Τρνάβα της Σλοβακίας) το Μάιο.[165] Ο αυτοκράτορας και ο δούκας παραιτήθηκαν αμοιβαία από τις αξιώσεις τους ο ένας εναντίον του άλλου.[164] Ο Λουδοβίκος έπεισε επίσης τον αυτοκράτορα να παραιτηθεί από την επικυριαρχία του στο Δουκάτο της Μασοβίας στην Πολωνία.[165]

Ο Λουδοβίκος αποφάσισε να προσηλυτίσει τους Εβραίους της Ουγγαρίας στον Καθολικισμό γύρω στο 1360[166] και μετά την αντίστασή τους τους έδιωξε από τα βασίλεια του.[166][167] Η ακίνητη περιουσία τους κατασχέθηκε αλλά τους επιτράπηκε να πάρουν μαζί τους την κινητή τους περιουσία αλλά και να ανακτήσουν τα δάνεια που είχαν δώσει.[168] Σύμφωνα με τον ιστορικό Ράφαελ Πάταϊδ δεν ακολούθησε πογκρόμ, κάτι ασυνήθιστο στην Ευρώπη τον 14ο αιώνα.[169]

Ο Αυτοκράτορας Κάρολος Δ' και ο Ροδόλφος Δ' της Αυστρίας υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας εναντίον του πατριάρχη της Ακυληίας, που ήταν σύμμαχος του Λουδοβίκου, τον Αύγουστο του 1361.[164][170] Φοβούμενος το σχηματισμό συνασπισμού κατά μήκος των δυτικών συνόρων της Ουγγαρίας ο Λουδοβίκος ζήτησε από τον πρώην εχθρό του, Λουδοβίκο του Τάραντα (σύζυγο της Ιωάννας Α'), να στείλει τουλάχιστον έναν από τους αδελφούς του στη Βούδα και μεσολάβησε για μια συμφιλίωση μεταξύ του Ροδόλφου Δ' και του πατριάρχη. [171] Σε μια συνάντηση με τους απεσταλμένους του Λουδοβίκου στην Πράγα ο Αυτοκράτορας Κάρολος έκανε ένα προσβλητικό σχόλιο για τη μητέρα του Λουδοβίκου, δηλώνοντας ότι «ήταν ξεδιάντροπη»,[172] σύμφωνα με το χρονικό του Γιαν Ντουούγκος.[27][173] Ο Λουδοβίκος απαίτησε να ζητήσει συγγνώμη, αλλά ο αυτοκράτορας δεν το έκανε.[165]

Προετοιμάζοντας έναν πόλεμο εναντίον της Βοημίας ο Λουδοβίκος διέταξε την κινητοποίηση του βασιλικού στρατού και βάδισε κατά του Τρέντσιν (στη σημερινή Σλοβακία).[27][174] Ωστόσο οι υποτιθέμενοι σύμμαχοί του (Ροδόλφος Δ΄ της Αυστρίας, Μάινχαρντ Γ΄ του Τυρόλου και Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας) δεν τον βοήθησαν και ο αυτοκράτορας ξεκίνησε διαπραγματεύσεις που διήρκεσαν για μήνες με τη μεσολάβηση του Καζίμιρ Γ΄.[174] Ο Λουδοβίκος συμφιλιώθηκε τελικά με τον Κάρολο Δ' στη συνάντησή τους στο Ούχερσκε Χράντιστε στις 8 Μαΐου 1363.[174]

Ο Λουδοβίκος εισέβαλε στη Βοσνία από δύο κατευθύνσεις την άνοιξη του 1363.[147][175] Στρατός υπό τη διοίκηση του Ανακτορικού Νίκολας Κοντ και του Νίκολας Aπατι, Αρχιεπισκόπου του Έστεργκομ, πολιόρκησε τη Σρεμπρένιτσα, αλλά το φρούριο δεν παραδόθηκε. Καθώς η βασιλική σφραγίδα κλάπηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, κατασκευάσθηκε μια νέα σφραγίδα και όλοι οι προηγούμενοι καταστατικοί χάρτες του Λουδοβίκου έπρεπε να επικυρωθούν με αυτή. Ο στρατός υπό την προσωπική διοίκηση του Λουδοβίκου πολιόρκησε το Σόκολατς τον Ιούλιο, αλλά δεν μπόρεσε να το καταλάβει. Τα ουγγρικά στρατεύματα επέστρεψαν στην Ουγγαρία τον ίδιο μήνα.[175] Ο Πάπας Ουρβανός Ε΄ κήρυξε σταυροφορία κατά των Μουσουλμανικών δυνάμεων της Μεσογείου μετά από αίτημα του Πέτρου Α' της Κύπρου στις 31 Μαρτίου 1363.[176] Ο Ουρβανός Ε' προέτρεψε τον Λουδοβίκο να συμμετάσχει στη σταυροφορία, τονίζοντας ότι ήταν ισχυρός μονάρχης, πιστός Χριστιανός και «σε θέση να βοηθήσει». Τον επόμενο μήνα ο πάπας επέβαλε μια δεκάτη τριών ετών στα έσοδα της εκκλησίας στην Ουγγαρία και ζήτησε από το Λουδοβίκο να υποστηρίξει τους παπικούς αξιωματούχους για την είσπραξη του φόρου.[177] Ωστόσο ο Λουδοβίκος κατέβαλε κάθε προσπάθεια να εμποδίσει τις δραστηριότητες των παπικών φοροεισπράκτορων, δηλώνοντας ότι χρειαζόταν πόρους για να καλύψει το κόστος των μελλοντικών του πολέμων εναντίον των απίστων και των εχθρών του πάπα στην Ιταλία.[178]

The entrance of a fortress built of stone
Το μεσαιωνικό φρούριο του Βιδινίου στη Βουλγαρία, έδρα των κυβερνητών του Λουδοβίκου μεταξύ 1365 και 1369

Ο Λουδοβίκος υπέγραψε συνθήκη με τον Αυτοκράτορα Κάρολο και το Ροδόλφο Δ' της Αυστρίας στο Μπρνο στις αρχές του 1364, που έβαλε τέλος στις συγκρούσεις τους.[179]Το Σεπτέμβριο ο Λουδοβίκος επισκέφτηκε την Κρακοβία για να παρακολουθήσει το μεγάλο συνέδριο, όπου ο Πέτρος Α΄ της Κύπρου προσπάθησε να πείσει δώδεκα Ευρωπαίους μονάρχες να συμμετάσχουν στη σταυροφορία.[180] Ο Λουδοβίκος ήταν ο μόνος μονάρχης που υποσχέθηκε βοήθεια, αλλά αργότερα δεν τήρησε την υπόσχεσή του.[176][181] Στο συνέδριο ο Καζίμιρ Γ΄της Πολωνίας επιβεβαίωσε το δικαίωμα του Λουδοβίκου να τον διαδεχτεί στην Πολωνία αν πέθαινε χωρίς άρρενα διάδοχο.[182] Ο Λουδοβίκος, που ούτε ο ίδιος είχε γιο, κάλεσε ένα μακρινό συγγενή του, τον Κάρολο του Δυρραχίου, στην Ουγγαρία το 1364, αλλά δεν έκανε τον νεαρό πρίγκιπα επίσημο διάδοχό του.[40] Ο Λουδοβίκος επέτρεψε στους Εβραίους να επιστρέψουν στην Ουγγαρία την ίδια χρονιά. Οι δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των Εβραίων και εκείνων που είχαν καταλάβει τα σπίτια τους κράτησαν χρόνια.[183]

Ο Λουδοβίκος συγκέντρωσε τις στρατιές του στο Τέμεσβαρ (σημερινή Τιμισοάρα της Ρουμανίας) το Φεβρουάριο του 1365.[184] Σύμφωνα με ένα βασιλικό έγγραφο εκείνου του έτους σχεδίαζε να εισβάλει στη Βλαχία επειδή ο νέος βοεβόδας, Βλάντισλαβ Α΄ της Βλαχίας, είχε αρνηθεί να τον υπακούσει.[184] Ωστόσο κατέληξε να επιχειρήσει μια εκστρατεία κατά του βουλγαρικού Βασίλειου του Βιδινίου και του ηγεμόνα του Ιβάν Σρατσιμίρ, κάτι που υποδηλώνει ότι ο Βλάντισλαβ είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει σε αυτόν.[184] Ο Λουδοβίκος κατέλαβε το Βιδίνιο και φυλάκισε τον Ιβάν Σρατσιμίρ το Μάιο ή τον Ιούνιο.[185][186] Μέσα σε τρεις μήνες τα στρατεύματά του κατέλαβαν το βασίλειο του Ιβάν Σρατσιμίρ, που οργανώθηκε σε μια ξεχωριστή συνοριακή επαρχία, ή βανάτο, υπό τη διοίκηση Ούγγρων αρχόντων.[185][187] Ο Ιβάν Στρατσιμίρ και η οικογένειά του συνελήφθησαν.

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος επισκέφτηκε το Λουδοβίκο στη Βούδα στις αρχές του 1366, ζητώντας τη βοήθειά του ενάντια στους Οθωμανούς Τούρκους, που είχαν πατήσει το πόδι τους στην Ευρώπη.[188][189] Αυτή ήταν η πρώτη περίπτωση που ένας Βυζαντινός Αυτοκράτορας έφυγε από την αυτοκρατορία του για να παρακαλέσει για τη βοήθεια ενός ξένου μονάρχη.[190] Σύμφωνα με το γιατρό του Λουδοβίκου Τζιοβάνι Κονβερσίνι στην πρώτη του συνάντηση με τον Λουδοβίκο, ο αυτοκράτορας αρνήθηκε να αφιππεύσει και να βγάλει το καπέλο του, κάτι που προσέβαλε το Λουδοβίκο.[191][192] Ο Ιωάννης Ε' δεσμεύτηκε ότι θα προωθούσε την ένωση της Βυζαντινής Εκκλησίας με τον Παπισμό και ο Λουδοβίκος υποσχέθηκε να του στείλει βοήθεια, αλλά ούτε ο αυτοκράτορας ούτε ο Λουδοβίκος τήρησαν τις υποσχέσεις τους.[189][191] Ο Πάπας Ουρβανός ενθάρρυνε το Λουδοβίκο να μη στείλει βοήθεια στην Κωνσταντινούπολη πριν ο αυτοκράτορας εγγυηθεί την ένωση των Εκκλησιών.[189]

Το οικόσημο του Λουδοβίκου όπου φαίνονται, δεξιόστροφα από πάνω αριστερά: το παλαιό οικόσημο της Ουγγαρίας συνδυασμένο με της Γαλλίας, ο πολωνικός αετός, το σημερινό εθνόσημο της Ουγγαρίας και τα κεφάλια λιονταριών της Δαλματίας.

Ο Λουδοβίκος έμεινε στην Τρανσυλβανία από τον Ιούνιο ως το Σεπτέμβριο του 1366, γεγονός που δείχνει ότι διεξήγαγε πόλεμο εναντίον της Μολδαβίας.[193] Εξέδωσε ένα διάταγμα με το οποίο εξουσιοδοτούσε τους ευγενείς της Τρανσυλβανίας να εκδίδουν δικαστικές αποφάσεις εναντίον «κακοποιών που ανήκουν σε οποιοδήποτε έθνος, ιδιαίτερα των Ρουμάνων».[194] Ορισε επίσης ότι η μαρτυρία ενός Ρουμάνου knez (ευγενή) που είχε αναγνωριστεί με βασιλικό έγγραφο ζύγιζε το ίδιο με αυτή ενός ευγενή.[195] Την ίδια χρονιά ο Λουδοβίκος παραχώρησε το Βανάτο του Σέβεριν και την περιοχή Φόγκαρας στο Βλάντισλαβ της Βλαχίας, που είχε αποδεχτεί την επικυριαρχία του.[196][197] Ο Τβρτκο Α΄ της Βοσνίας αποδέχτηκε επίσης την επικυριαρχία του Λουδοβίκου, αφού τα ουγγρικά στρατεύματα τον βοήθησαν να ανακτήσει τον θρόνο του στις αρχές του 1367.[198]

Ο Λουδοβίκος προσπάθησε να προσηλυτίσει τους παγανιστές ή «σχισματικούς» υπηκόους του στον Καθολικισμό, έστω και με τη βία.[199] Ο προσηλυτισμός των ειδωλολατρών Κουμάνων που είχαν εγκατασταθεί στην Ουγγαρία πριν από έναν αιώνα ολοκληρώθηκε κατά τη βασιλεία του, σύμφωνα με τον Ιωάννη του Kύκυλε.[199]Μετά την κατάκτηση του Βιδινίου έστειλε Φραγκισκανούς μοναχούς στο νέο Βανάτο για να προσηλυτίσουν τον τοπικό Ορθόδοξο πληθυσμό, γεγονός που προκάλεσε ευρεία δυσαρέσκεια στους Βούλγαρους.[200][201] Το 1366 διέταξε να προσηλυτιστούν και να επαναβαφτιστούν όλοι οι Σέρβοι ιερείς.[202] Διέταξε επίσης μόνο οι Ρωμαιοκαθολικοί ευγενείς και οι knez να επιτρέπεται να κατέχουν κτήματα στην περιοχή Σέμπες της Κομητείας Τέμες.[203] Ο Λουδοβίκος υποστήριξε τα θρησκευτικά τάγματα, ιδιαίτερα τους Φραγκισκανούς και τους Παυλινούς, για τους οποίους μαζί με τη μητέρα του ίδρυσαν δεκάδες νέα μοναστήρια.[27] Κατόπιν αιτήματος του Λουδοβίκου ο Πάπας Ουρβανός Ε' ενέκρινε την ίδρυση πανεπιστημίου στο Πετς το 1367, με εξαίρεση τη θεολογική σχολή.[204] Ωστόσο ο Λουδοβίκος δεν εξασφάλισε επαρκή έσοδα και το πανεπιστήμιο έκλεισε το 1390.[204]

Ο Βλάντισλαβ της Βλαχίας συνήψε συμμαχία με τον Ιβάν Σισμάν, ετεροθαλή αδερφό του πρώην ηγεμόνα του Βιδινίου Ιβάν Σρατσιμίρ.[186][201] Οι ενωμένοι στρατοί τους επέβαλαν αποκλεισμό του Βιδινίου.[205] Ο Λουδοβίκος προέλασε στον Κάτω Δούναβη και διέταξε τον Νικόλαο Λάκφι, Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας, να εισβάλει στη Βλαχία το φθινόπωρο του 1368.[205] Ο στρατός του βοεβόδα βάδισε μέσα από την κοιλάδα του Ποταμού Ιαλομίτσα, αλλά οι Βλάχοι έστησαν ενέδρα και σκότωσαν πολλούς Ούγγρους στρατιώτες, συμπεριλαμβανομένου του βοεβόδα.[206] Ωστόσο η εκστρατεία του Λουδοβίκου εναντίον της Βλαχίας από τα δυτικά ήταν επιτυχής και ο Βλάντισλαβ υποτάχθηκε το επόμενο καλοκαίρι.[206][207] Με πρωτοβουλία του ο Λουδοβίκος αποκατέστησε τον Ιβάν Στρατσιμίρ στο Βιδίνιο.[208] Ο Ιβάν Στρατσιμίρ ορκίστηκε πίστη στο Λουδοβίκο και έστειλε τις δύο κόρες του ως ομήρους στην Ουγγαρία.[200][208]

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1360 ο Λουδοβίκος υπέφερε από μια δερματική ασθένεια με συμπτώματα παρόμοια με τη λέπρα.[167][209] Στη συνέχεια έγινε ακόμη πιο θρήσκος και αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στην προσευχή και το θρησκευτικό στοχασμό.[167][210] Μετά τη συνάντησή του με το Λουδοβίκο το 1372 ο παπικός λεγάτος Ιωάννης ντε Καρνταγιάκ δήλωσε: «Αποκαλώ το Θεό ως μάρτυρά μου ότι δεν έχω δει ποτέ ένα μονάρχη πιο μεγαλοπρεπή και πιο ισχυρό ... ή κάποιον που επιθυμεί ειρήνη και ηρεμία όσο Αυτός».[211] Άλλαξε επίσης τις προτεραιότητες της εξωτερικής του πολιτικής και άρχισε να αδιαφορεί για τα βαλκανικά κράτη.[212] Ο Καζίμιρ Γ' της Πολωνίας και ο Λουδοβίκος υπέγραψαν συνθήκη κατά του αυτοκράτορα Καρόλου Δ' στη Βούδα το Φεβρουάριο του 1369.[213] Στην επόμενη συνάντησή τους στο Πρέσμπουργκ (σημερινή Μπρατισλάβα της Σλοβακίας) το Σεπτέμβριο ο Αλβέρτος Α΄ της Βαυαρίας και ο Ρούπερτ Α΄ του Παλατινάτου ενώθηκαν σε συνασπισμό εναντίον του αυτοκράτορα και των Αψβούργων.[207][213] Ωστόσο ο Αυτοκράτορας Κάρολος Δ' έπεισε τους δύο Βίττελσμπαχ (Αλβέρτο Α' και Ρούπερτ Α') να διαλύσουν το συνασπισμό το Σεπτέμβριο του 1370.[214]

Ενωση με Πολωνία και μεταρρυθμίσεις (1370–1377)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χώρες που διοικούντο από το Λουδοβίκο: Η Ουγγαρία και η Πολωνία ενωμένες υπό τη βασιλεία του Λουδοβίκου έχουν κόκκινο χρώμα, τα υποτελή κράτη και τα προσωρινά ελεγχόμενα εδάφη είναι χρωματισμένα ροζ

Ο Καζίμιρ Γ΄ της Πολωνίας πέθανε στις 5 Νοεμβρίου 1370. Ο Λουδοβίκος έφτασε μετά την κηδεία του θείου του και διέταξε την ανέγερση ενός υπέροχου γοτθικού μαρμάρινου μνημείου για τον αποθανόντα βασιλιά.[215] Στέφθηκε βασιλιάς της Πολωνίας στον Καθεδρικό Ναό της Κρακοβίας στις 17 Νοεμβρίου.[216][217] Ο Καζίμιρ Γ΄ είχε διαθέσει την κληρονομιά του – συμπεριλαμβανομένων των δουκάτων Σέρατζ, Λέτσικα και Ντόμπρζιν – στον εγγονό του Καζιμίρ Δ΄, Δούκα της Πομερανίας.[110][218] Ωστόσο οι Πολωνοί ιεράρχες και άρχοντες ήταν αντίθετοι στη διάλυση της Πολωνίας και η διαθήκη του Καζίμιρ Γ΄κηρύχθηκε άκυρη.[219] Ο Λουδοβίκος επισκέφτηκε το Γκνιέζνο και όρισε αντιβασιλέα την Πολωνή μητέρα του Ελισάβετ, πριν επιστρέψει στην Ουγγαρία το Δεκέμβριο.{sfn|Solymosi|Körmendi|1981|p=220}}[220] Οι δύο επιζώσες κόρες του θείου του (η Άννα και η Γιάντβιγκα) τον συνόδευσαν και τα Κοσμήματα του Πολωνικού Στέμματος μεταφέρθηκαν στη Βούδα, γεγονός που προκάλεσε δυσαρέσκεια στους νέους υπηκόους του Λουδοβίκου.[221] Η σύζυγος του Λουδοβίκου γέννησε μια κόρη, την Αικατερίνη, το 1370, δεκαεπτά χρόνια μετά το γάμο τους και δεύτερη, τη Μαρία το 1371.[222] Στη συνέχεια ο Λουδοβίκος έκανε αρκετές προσπάθειες για να διαφυλάξει το δικαίωμα των θυγατέρων του να τον διαδεχθούν.[222]

Κατά τη διάρκεια ενός πολέμου μεταξύ του Αυτοκράτορα Καρόλου Δ' και του Στέφανου Β', Δούκα της Βαυαρίας ο Λουδοβίκος παρενέβη για λογαριασμό του δούκα και ο ουγγρικός στρατός εισέβαλε στη Μοραβία.[223] Οταν ο δούκας και ο αυτοκράτορας υπέγραψαν μια συνθήκη ειρήνης, ο Λουδοβίκος και ο αυτοκράτορας συμφώνησαν για τον αρραβώνα των παιδιών τους στις αρχές του επόμενου έτους.[224] Οι Οθωμανοί εξολόθρευσαν το Σερβικό στρατό στη Μάχη του Έβρου στις 26 Σεπτεμβρίου 1371.[225] Ο Λάζαρος Χρεμπελιάνοβιτς, ένας από τους Σέρβους άρχοντες, ορκίστηκε πίστη στον Λουδοβίκο.[226] Ο Πάπας Γρηγόριος ΙΑ΄ προέτρεψε το Λουδοβίκο να αντισταθεί στους Οθωμανούς, αλλά τον παρακάλεσε επίσης να στείλει ενισχύσεις στην Ιταλία για να πολεμήσει εναντίον του Μπερναμπό Βισκόντι.[227] Το καλοκαίρι του 1372 ξέσπασε πόλεμος μεταξύ της Δημοκρατίας της Βενετίας και του Φραντσέσκο Α΄ ντα Καράρα, Άρχοντα της Πάδοβας, που ήταν σύμμαχος του Λουδοβίκου.[224] Ο Λουδοβίκος έστειλε ενισχύσεις στην Ιταλία για να βοηθήσει τον Φραντσέσκο ντα Καράρα.[58] Οι Βενετοί νίκησαν τα ουγγρικά στρατεύματα στο Τρεβίζο και συνέλαβαν το διοικητή τους, Νίκολας Λάκφι, αναγκάζοντας τον Λουδοβίκο Α να υπογράψει συνθήκη ειρήνης στις 23 Σεπτεμβρίου 1373.[228][229]

Ο Λουδοβίκος και οι εκπρόσωποι των Πολωνών ευγενών ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για τη διαδοχή του Λουδοβίκου στην Πολωνία το φθινόπωρο του 1373.[228] Μετά από ένα χρόνο διαπραγματεύσεων εξέδωσε τα λεγόμενα Προνόμια του Κόσιτσε στις 17 Σεπτεμβρίου 1374, μειώνοντας το φόρο που πλήρωναν οι Πολωνοί ευγενείς στον βασιλιά κατά περίπου 84% και υποσχόμενος αμοιβή στους ευγενείς που συμμετείχαν σε εκστρατείες στο εξωτερικό.[230] Σε αντάλλαγμα οι Πολωνοί άρχοντες επιβεβαίωσαν το δικαίωμα των θυγατέρων του Λουδοβίκου να κληρονομήσουν την Πολωνία.[228]

Ο Λουδοβίκος εισέβαλε στη Βλαχία το Μάιο του 1375, επειδή ο νέος πρίγκιπας της Βλαχίας Ραντού Α' είχε συνάψει συμμαχία με το Βούλγαρο ηγεμόνα Ιβάν Σίσμαν και τον Οθωμανό Σουλτάνο Μουράτ Α΄.[231] Ο ουγγρικός στρατός κατατρόπωσε τις ενωμένες δυνάμεις των Βλαχών και των συμμάχων τους και ο Λουδοβίκος κατέλαβε το Βανάτο του Σεβερίν, αλλά ο Ράντου Α΄ δεν υπέκυψε.[232] Το καλοκαίρι τα στρατεύματα της Βλαχίας εισέβαλαν στην Τρανσυλβανία και οι Οθωμανοί λεηλάτησαν το Βανάτο.[233]

Ουγγρικό οικόσημο με Ανδεγαυικό κράνος και Πολωνικό οικόσημο (δεκαετία του 1340)

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1370 η επιρροή των Λάκφι μειώθηκε και νέοι ευνοούμενοι εμφανίστηκαν στη βασιλική αυλή. Ο Γιάμες Σέπεσι διορίστηκε βασιλικός δικαστής το 1373 και ο Νίκολας Γκάραϊ έγινε ο αυλικός του το 1375.[234] Η οργάνωση της κεντρικής κυβέρνησης τροποποιήθηκε επίσης για να δημιουργηθεί μια πιο συγκεντρωτική δομή εξουσίας.[235] Η «μυστική σφραγίδα» του Λουδοβίκου, που είχε πάντα μαζί του κατά τη διάρκεια των πολέμων και των ταξιδιών του, κηρύχθηκε αυθεντική και ο Λούις την εμπιστεύτηκε στο μυστικό καγκελάριο που θα τον συνόδευε πάντα.[236] Ένας νέος υψηλόβαθμος αξιωματούχος, ο Λόρδος Καγκελάριος, εξουσιοδοτήθηκε να χρησιμοποιήσει τη μεγάλη σφραγίδα στο όνομα του βασιλιά το 1376 ή το 1377.[237] Ο Δημήτριος, Επίσκοπος του Ζάγκρεμπ, που ήταν ταπεινής καταγωγής, ήταν ο πρώτος που ανέλαβε αυτό το νέο αξίωμα.[238] Ο Λόρδος Καγκελάριος έγινε ο επικεφαλής ενός νέου κεντρικού δικαστηρίου, που ονομάστηκε το δικαστήριο της «ειδικής παρουσίας του βασιλιά» το 1377.[235][237] Την ίδια περίπου εποχή οι βασιλικές ελεύθερες πόλεις όρισαν ενόρκους για να βοηθούν τον κύριο του ταμείου, που ήταν επικεφαλής του εφετείου για τις πόλεις.[235][239] Ένας νέος υπάλληλος, ο ταμίας, ανέλαβε τα οικονομικά καθήκοντα του κυρίου του ταμείου.[235][237]

Οι Λιθουανοί έκαναν επιδρομές στο Χάλιτς, τη Λοδομερία και την Πολωνία, φτάνοντας σχεδόν στην Κρακοβία το Νοέμβριο του 1376.[240] Μια ταραχή ξέσπασε στην Κρακοβία ενάντια στη μη δημοφιλή βασιλομήτορα Ελισάβετ στις 6 Δεκεμβρίου.[237][241] Οι ταραχοποιοί έσφαξαν περίπου 160 υπηρέτες της, αναγκάζοντάς τη να καταφύγει στην Ουγγαρία.[237][240]Εκμεταλλευόμενος την κατάσταση ο Βλάντισλαφ ο Λευκός, Δούκας του Γκνιέβκοβο, που ήταν άρρεν μέλος της βασιλικής δυναστείας των Πιαστ, ανακοίνωσε την αξίωσή του για το Πολωνικό στέμμα.[242] Ωστόσο οι υποστηρικτές του Λουδοβίκου τον νίκησαν και ο Λουδοβίκος τον έκανε ηγούμενο του Αρχιαβαείου της Πανονχάλμα στην Ουγγαρία.[242] Ο Λουδοβίκος διόρισε κυβερνήτη του στην Πολωνία τον Βλαδισλάο Β' του Οπόλε.[243] Το καλοκαίρι του 1377 ο Λουδοβίκος εισέβαλε στα εδάφη που κατείχε ο Λιθουανός πρίγκιπας Γεώργιος, στη Λοδομέρια.[244][245] Τα πολωνικά στρατεύματά του κατέλαβαν σύντομα το Χελμ ενώ ο Λουδοβίκος κατέλαβε την έδρα του Γεώργιου Μπελτς, αφού το πολιόρκησε για επτά εβδομάδες.[244] Ενσωμάτωσε τα καταληφθέντα στη Λοδομερία, μαζί με τη Γαλικία, στο Βασίλειο της Ουγγαρίας.[246][247] Τρεις Λιθουανοί πρίγκιπες – ο Φέντορ, πρίγκιπας του Ράτνο, και δύο πρίγκιπες της Ποντόλια, ο Αλέξανδρος και ο Μπόρις – αποδέχθηκαν την επικυριαρχία του Λουδοβίκου.[247]

Τελευταία χρόνια (1377–1382)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος στην πλατεία Ηρώων της Βουδαπέστης

Ο Τβρτκο Α΄ της Βοσνίας στέφθηκε ο ίδιος βασιλιάς, υιοθετώντας τον τίτλο του "Βασιλιά της Σερβίας, της Βοσνίας και των Ακτών", το 1377, άγνωστο με ή χωρίς την έγκριση του Λουδοβίκου.[248][249] Ένας νέος πόλεμος ξέσπασε μεταξύ Βενετίας και Γένοβας το 1378.[250] Ο Λουδοβίκος υποστήριξε τους Γενοβέζους και το Τρόγκιρ έγινε η τακτική βάση του στόλου τους, μετατρέποντας τη Δαλματία σε σοβαρό θέατρο πολέμου.[243][250] Ο Λουδοβίκος έστειλε επίσης ενισχύσεις στον Φραντσέσκο Α΄ ντα Καράρα για να πολεμήσει κατά των Ενετών.[243]

Οι καρδινάλιοι που είχαν στραφεί εναντίον του Πάπα Ουρβανού ΣΤ' εξέλεξαν νέο πάπα τον Κλήμη Ζ' στις 20 Σεπτεμβρίου 1378, γεγονός που οδήγησε στο Δυτικό Σχίσμα.[243] Ο Λουδοβίκος αναγνώρισε τον Ουρβανό ΣΤ' ως νόμιμο Πάπα και του πρόσφερε υποστήριξη για να πολεμήσει ενάντια στους αντιπάλους του στην Ιταλία.[243][251] Καθώς η Ιωάννα Α' της Νάπολης αποφάσισε να ενταχθεί στο στρατόπεδο του Κλήμη Ζ', ο Πάπας Ουρβανός την αφόρισε και την εκθρόνισε στις 17 Ιουνίου 1380.[252] Ο πάπας αναγνώρισε τον Κάρολο του Δυρραχίου, που είχε ζήσει στην αυλή του Λουδοβίκου, ως νόμιμο βασιλιά της Νάπολης.[252] Αφού ο Κάρολος του Δυρραχίου υποσχέθηκε να μη διεκδικήσει την Ουγγαρία από τις κόρες του Λουδοβίκου, ο τελευταίος τον έστειλε να εισβάλει στη Νότια Ιταλία επικεφαλής ενός μεγάλου στρατού.[11][253] Μέσα σε ένα χρόνο ο Κάρολος κατέλαβε το Βασίλειο της Νάπολης και ανάγκασε τη Βασίλισσα Ιωάννα να του παραδοθεί στις 26 Αυγούστου 1381.[254][255]

Οι απεσταλμένοι του Λουδοβίκου και της Βενετίας είχαν εν τω μεταξύ ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για μια νέα συνθήκη ειρήνης, που υπογράφηκε στο Τορίνο στις 24 Αυγούστου 1381.[256] Σύμφωνα με τη συνθήκη η Βενετία παραιτήθηκε από τη Δαλματία και υποσχέθηκε επίσης να πληρώνει 7.000 χρυσά φλουριά ως ετήσιο φόρο τιμής στην Ουγγαρία.[58] Ο Λουδοβίκος επέβαλε επίσης στη Βενετία να μεταφέρει τα λείψανα του Αγίου Παύλου των Θηβών στο νεοσύστατο μοναστήρι των Παυλιανών στο Μπούντασεντλερινκ.[27]

Τα βασιλικά έγγραφα αναφέρονταν σε στρατιωτικές ενέργειες στη Λοδομερία και τη Βλαχία το πρώτο εξάμηνο του 1382, αλλά δεν σώθηκαν περαιτέρω πληροφορίες για αυτούς τους πολέμους.[257] Ο Λουδοβίκος, του οποίου η υγεία χειροτέρευε γρήγορα, κάλεσε τους εκπροσώπους των Πολωνών ιεραρχών και αρχόντων σε μια συνάντηση στο Ζόλιομ. Μετά από απαίτησή του οι Πολωνοί ορκίστηκαν πίστη στην κόρη του Μαρία και στον αρραβωνιαστικό της, Σιγισμούνδο του Λουξεμβούργου, στις 25 Ιουλίου 1382.[258] Ο Λουδοβίκος πέθανε στο Νάγκισομπατ τη νύχτα στις 10 ή 11 Σεπτεμβρίου 1382.[259][260] Τάφηκε στον Καθεδρικό του Σέκεσφεχερβαρ, σε ένα παρεκκλήσι που είχε χτιστεί κατόπιν εντολής του.[167]

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

A lady and three girls pray on their knees before a bearded man
Η δεύτερη σύζυγος του Λουδοβίκου, Ελισάβετ της Βοσνίας, και οι τρεις κόρες τους
Ο Λουδοβίκος Α΄ της Ουγγαρίας.

Η πρώτη σύζυγος του Λουδοβίκου Μαργαρίτα ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Καρόλου, Μαργράβου της Μοραβίας, και της πρώτης του συζύγου Μπλανς ντε Βαλουά. Η Μαργαρίτα γεννήθηκε το 1335.[261] Η ακριβής ημερομηνία του γάμου του Λουδοβίκου και της Μαργαρίτας είναι άγνωστη, αλλά συνέβη μεταξύ 1342 και 1345.[36][72][262] Η Μαργαρίτα πέθανε άτεκνη στις 7 Σεπτεμβρίου 1349.[261]

Σύμφωνα με το Χρονικό της Παρθενόπης οι πρίγκιπες της Νάπολης, τους οποίους ο Λουδοβίκος είχε φυλακίσει κατά την πρώτη του εκστρατεία στη Νότια Ιταλία, του πρότειναν να παντρευτεί τη μικρότερη αδερφή και διάδοχο της Βασίλισσας Ιωάννας Α' Μαρία.[263] Ήταν η χήρα του Καρόλου του Δυρραχίου, που είχε εκτελεστεί με εντολή του Λουδοβίκου. Κατά την πολιορκία της Aβέρσας το καλοκαίρι του 1350 ο Λουδοβίκος συνάντησε τον απεσταλμένο της στη γειτονική Τρεντόλα-Ντουτσέντα και οι όροι του γάμου τους έγιναν δεκτοί.[263] Ωστόσο η Μαρία αναγκάστηκε να παντρευτεί τον Ρομπέ του Μπω, όταν ο Λουδοβίκος έφυγε από τη Νότια Ιταλία.[264]

Ο Λουδοβίκος παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του Ελισάβε, γύρω στις 20 Ιουνίου 1353.[265] Η Ελισάβετ ήταν κόρη του Στέφανου Β', Μπαν της Βοσνίας και της συζύγου του Ελισάβετ της Κουγιάβια.[266][267] Ο Λουδοβίκος και η νέα του σύζυγος βρίσκονταν εντός του απαγορευμένου βαθμού συγγένειας, επειδή η μητέρα του Λουδοβίκου και η γιαγιά της συζύγου του ήταν ξαδέλφια,[268] αλλά έκαναν αίτηση για παπική απαλλαγή μόλις τέσσερις μήνες μετά το γάμο τους.[267] Ο ιστορικός Ιβαν Μπέρετενι αναφέρει ότι αυτή η βιασύνη υποδηλώνει ότι η Ελισάβετ, που ζούσε στην αυλή της μητέρας του Λουδοβίκου, ήταν έγκυος τη στιγμή του γάμου. Αν αυτή η θεωρία είναι έγκυρη, την εγκυμοσύνη ακολούθησε αποβολή.[267] Το πρώτο παιδί τους, η Αικατερίνη, γεννήθηκε το 1370 και πέθανε το 1378.[222][267] Η επόμενη κόρη Μαρία, που θα διαδεχόταν το Λουδοβίκο στην Ουγγαρία, γεννήθηκε το 1371 [269]και παντρεύτηκε τον Σιγισμούνδο της Βοημίας & Γερμανίας από τον Οίκο του Λουξεμβούργου. Η μικρότερη κόρη του Γιαντβίγκα, που γεννήθηκε το 1373, έγινε βασίλισσα της Πολωνίας,[270] όταν παντρεύτηκε το Λαδίσλαο Β΄ των Γιαγκελλόνων, μεγάλο δούκα της Λιθουανίας

Πρόγονοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κληρονομιά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λουδοβίκος ήταν ο μόνος Ούγγρος μονάρχης που έλαβε το επίθετο «Μεγάλος».[8] Αναφέρθηκε με αυτό το όνομα όχι μόνο στα ουγγρικά χρονικά του 14ου και του 15ου αιώνα αλλά και σε μια γενεαλογία των Καπετιδών του 17ου αιώνα.[271] Τόσο η ιπποτική του προσωπικότητα όσο και οι επιτυχημένες εκστρατείες του συνέβαλαν στην ανάπτυξη της φήμης του ως «μεγάλου βασιλιά».[8] Ο Λουδοβίκος διεξήγαγε πολέμους σχεδόν κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της βασιλείας του.[9] «Πάντα επιθυμούσε την ειρήνη στο εσωτερικό και τον πόλεμο στο εξωτερικό γιατί κανένα δεν μπορεί να γίνει χωρίς το άλλο», σύμφωνα με το χρονικό του τέλους του 15ου αιώνα του Αντόνιο Μπονφίνι.[4] Ο ιστορικός Ενικε Τσούκοβιτς γράφει ότι οι στρατιωτικές ενέργειες του Λουδοβίκου δείχνουν ότι συνέχισε και ολοκλήρωσε την πολιτική του πατέρα του ανακτώντας την Κροατία και τη Δαλματία και διεξάγοντας πολέμους στη Νότια Ιταλία, τη Λιθουανία και τη Βαλκανική Χερσόνησο. [272]Από την άλλη πλευρά ο Παλ Ενγκελ αναφέρει ότι οι αποστολές του «συχνά στερούνταν ενός ρεαλιστικού στόχου και μερικές φορές ακόμη και μιας λογικής πρόφασης ... ήταν ο ίδιος ο πόλεμος που του έδινε ευχαρίστηση».[9]

Την εποχή του ρομαντικού εθνικισμού η Ουγγαρία επί της βασιλείας του Λουδοβίκου περιγράφηκε ως μια αυτοκρατορία «της οποίας οι ακτές βρέχονταν από τρεις θάλασσες», την Αδριατική, τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα.[64][211] Για παράδειγμα το 1845 ο ποιητής Σάντορ Πέτφι αναφέρθηκε στη βασιλεία του Λουδοβίκου ως μια περίοδο κατά την οποία «τα αστέρια του βορρά, της ανατολής και του νότου που έπεφταν, όλα έσβηναν στις ουγγρικές θάλασσες».[112] Η Πολωνία παρέμεινε ανεξάρτητη χώρα επί της βασιλείας του Λουδοβίκου και τα σύνορά της δεν εκτείνονταν στη Βαλτική Θάλασσα και η επικυριαρχία του Λουδοβίκου κατά μήκος των βορειοδυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας ήταν επίσης αβέβαιη.[64]

Στην πολωνική ιστοριογραφία συνυπήρχαν δύο αντικρουόμενες αξιολογήσεις της βασιλείας του Λουδοβίκου στην Πολωνία.[273] Η «απαισιόδοξη» παράδοση μπορεί να αναχθεί στις απόψεις του Γιαν Τσάρνκοβ, του τέλους του 14ου αιώνα, που εξορίστηκε από την Πολωνία επί της βασιλείας του Λουδοβίκου.[274] Ο Τσάρνκοβ τόνισε ότι «δεν υπήρχε σταθερότητα στο Βασίλειο της Πολωνίας» και οι βασιλικοί αξιωματούχοι «λεηλατούσαν συνεχώς την περιουσία των φτωχών ανθρώπων» επί της βασιλείας του Λουδοβίκου.[275] Σύμφωνα με την «αισιόδοξη» ιστοριογραφική παράδοση ο Λουδοβίκος συνέχισε την πολιτική του Μεγάλου Καζίμιρ για τη διατήρηση της ενότητας της Πολωνίας ενάντια στους αποσχιστικούς άρχοντες της Μείζωνος Πολωνίας με τη βοήθεια αρχόντων από την Ελάσσονα Πολωνία.[276]

Ο Ιωάννης του Kύκυλε τόνισε ότι ο Λουδοβίκος «δεν κυβερνούσε ούτε με πάθος, ούτε με αυθαιρεσία, αλλά ως φύλακας της δικαιοσύνης».[211] Ο Αντόνιο Μπονφίνι περιέγραψε επίσης το Λουδοβίκο ως ένα δίκαιο βασιλιά που περιπλανιόταν μεταξύ των υπηκόων του μεταμφιεσμένος για να τους προστατεύσει από τις αυθαίρετες πράξεις των βασιλικών αξιωματούχων.[277] Ακόμη και ο Γιαν Τσάρνκοβυπογράμμισε ότι ο Λουδοβίκος «δεν κυβέρνησε με απόλυτο τρόπο· αντίθετα, τα θεμέλια ... της ελευθερίας [των Πολωνών] τέθηκαν από αυτόν».[278]

Τα νέα ανάκτορα και τα κάστρα που χτίστηκαν στο Ζόλιομ, το Ντίοσγκερ και τα άλλα αγαπημένα μέρη κυνηγιού του Λουδοβίκου ήταν «αριστουργήματα των υψηλότερων ευρωπαϊκών προδιαγραφών» της εποχής του, σύμφωνα με τον ιστορικό Λάσλο Κόντλερ.[119] Ο Λουδοβίκος ξεκίνησε τη δημιουργία του Εικονογραφημένου Χρονικού, που διατήρησε τα κείμενα προηγούμενων χρονικών.[279] Οι 147 μικρογραφίες που διακοσμούν το Εικονογραφημένο Χρονικό μαρτυρούν τη μαεστρία των ουγγρικών εργαστηρίων επί της βασιλείας του Λουδοβίκου.[61][204]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 dw.1627.
  2. 2,0 2,1 p11400.htm#i113993. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  3. Witold Nowodworski: «Ядвига» (Ρωσικά) 1904.
  4. 4,0 4,1 4,2 Csukovits 2012, σελ. 116.
  5. 5,0 5,1 Kristó 2002, σελ. 45.
  6. Kristó 2002, σελίδες 45–46.
  7. Kristó 2002, σελίδες 45, 47.
  8. 8,0 8,1 8,2 Cartledge 2011, σελ. 36.
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 Engel 2001, σελ. 158.
  10. 10,0 10,1 10,2 Bertényi 1989, σελ. 48.
  11. 11,0 11,1 Engel 2001, σελ. 170.
  12. 12,0 12,1 Kristó 2002, σελ. 47.
  13. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 201.
  14. Knoll 1972, σελ. 74.
  15. 15,0 15,1 15,2 Kristó 2002, σελ. 48.
  16. 16,0 16,1 Bertényi 1989, σελ. 50.
  17. Knoll 1972, σελ. 95.
  18. Bertényi 1989, σελ. 51.
  19. Knoll 1972, σελ. 97.
  20. Knoll 1972, σελίδες 97–98.
  21. The Annals of Jan Długosz (A.D. 1339), p. 289.
  22. 22,0 22,1 Knoll 1972, σελ. 98.
  23. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 206.
  24. Engel 2001, σελ. 157.
  25. Engel 2001, σελ. 138.
  26. Bertényi 1989, σελ. 52.
  27. 27,0 27,1 27,2 27,3 27,4 Engel 2001, σελ. 171.
  28. Engel 2001, σελίδες 140, 157.
  29. Engel 2001, σελ. 178.
  30. Engel 2001, σελίδες 178–179.
  31. Engel 2001, σελ. 179.
  32. Engel 2001, σελ. 180.
  33. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 207.
  34. 34,0 34,1 Engel 2001, σελ. 182.
  35. 35,0 35,1 35,2 Bertényi 1989, σελ. 54.
  36. 36,0 36,1 Kristó 2002, σελ. 49.
  37. Kristó 1988, σελ. 91.
  38. Bertényi 1989, σελ. 56.
  39. Kristó 1988, σελίδες 91–92.
  40. 40,0 40,1 Goldstone 2009, σελ. 182.
  41. 41,0 41,1 41,2 Bertényi 1989, σελ. 55.
  42. Kristó 2002, σελίδες 49–50.
  43. Goldstone 2009, σελίδες 76–77.
  44. Engel 2001, σελίδες 156, 159.
  45. 45,0 45,1 Bertényi 1989, σελ. 57.
  46. Kristó 1988, σελίδες 91, 94.
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 208.
  48. Sălăgean 2005, σελ. 195.
  49. Kristó 1988, σελίδες 93–94.
  50. 50,0 50,1 50,2 50,3 Housley 1984, σελ. 194.
  51. 51,0 51,1 51,2 Kristó 1988, σελίδες 96–97.
  52. Bertényi 1989, σελ. 58.
  53. 53,0 53,1 Sălăgean 2005, σελ. 199.
  54. 54,0 54,1 Kristó 1988, σελίδες 95–96.
  55. Kristó 1988, σελ. 98.
  56. 56,0 56,1 Fine 1994, σελ. 339.
  57. Kristó 1988, σελ. 100.
  58. 58,0 58,1 58,2 Engel 2001, σελ. 162.
  59. 59,0 59,1 Magaš 2007, σελ. 60.
  60. Kristó 1988, σελίδες 103–104.
  61. 61,0 61,1 61,2 Engel 2001, σελ. 159.
  62. 62,0 62,1 Goldstone 2009, σελίδες 120–121.
  63. 63,0 63,1 Goldstone 2009, σελ. 121.
  64. 64,0 64,1 64,2 Kontler 1999, σελ. 93.
  65. Kristó 1988, σελίδες 109–110.
  66. Kristó 1988, σελίδες 104–105.
  67. 67,0 67,1 67,2 Bertényi 1989, σελ. 61.
  68. Kristó 1988, σελ. 105.
  69. Kristó 1988, σελ. 111.
  70. Kristó 1988, σελίδες 111–112.
  71. Bertényi 1989, σελ. 74.
  72. 72,0 72,1 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 209.
  73. Cartledge 2011, σελ. 37.
  74. Solymosi & Körmendi 1981, σελίδες 209–210.
  75. Bertényi 1989, σελ. 75.
  76. Goldstone 2009, σελίδες 143, 146–147.
  77. 77,0 77,1 77,2 77,3 77,4 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 210.
  78. Goldstone 2009, σελ. 149.
  79. Goldstone 2009, σελίδες 149–150.
  80. Goldstone 2009, σελίδες 150–151.
  81. 81,0 81,1 81,2 Engel 2001, σελ. 160.
  82. Goldstone 2009, σελ. 151.
  83. Goldstone 2009, σελ. 152.
  84. Dümmerth 1982, σελ. 405.
  85. Goldstone 2009, σελ. 163.
  86. Goldstone 2009, σελίδες 162–163.
  87. Housley 1984, σελίδες 194–195.
  88. Goldstone 2009, σελίδες 159, 161.
  89. Dümmerth 1982, σελ. 406.
  90. Solymosi & Körmendi 1981, σελίδες 210–211.
  91. 91,0 91,1 Bertényi 1989, σελίδες 77–78.
  92. 92,0 92,1 92,2 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 211.
  93. 93,0 93,1 93,2 Engel 2001, σελ. 161.
  94. Bertényi 1989, σελ. 78.
  95. Kontler 1999, σελ. 91, 98.
  96. Bertényi 1989, σελίδες 78–79.
  97. Kristó 1988, σελ. 119.
  98. Kristó 1988, σελίδες 119–120.
  99. 99,0 99,1 Kristó 1988, σελ. 120.
  100. 100,0 100,1 Bertényi 1989, σελ. 79.
  101. Bertényi 1989, σελ. 80.
  102. Kristó 1988, σελ. 123.
  103. Bertényi 1989, σελίδες 81–82.
  104. Kristó 1988, σελίδες 124–125.
  105. Goldstone 2009, σελίδες 173–174.
  106. 106,0 106,1 Kristó 1988, σελ. 124.
  107. 107,0 107,1 107,2 107,3 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 212.
  108. 108,0 108,1 Goldstone 2009, σελ. 173.
  109. Knoll 1972, σελίδες 146–147, 148.
  110. 110,0 110,1 Lukowski & Zawadski 2006, σελ. 30.
  111. Spinei 1986, σελ. 184.
  112. 112,0 112,1 Engel 2001, σελ. 167.
  113. 113,0 113,1 Knoll 1972, σελ. 148.
  114. Kristó 1988, σελ. 131.
  115. Engel 2001, σελ. 181.
  116. Cartledge 2011, σελ. 39.
  117. 117,0 117,1 Kontler 1999, σελ. 97.
  118. 118,0 118,1 Engel 2001, σελ. 177.
  119. 119,0 119,1 Kontler 1999, σελ. 99.
  120. Bartl και άλλοι 2002, σελ. 39.
  121. 121,0 121,1 Goldstone 2009, σελ. 176.
  122. Goldstone 2009, σελ. 177.
  123. Dümmerth 1982, σελ. 417.
  124. Knoll 1972, σελ. 150.
  125. Kristó 2002, σελίδες 128–129.
  126. 126,0 126,1 Knoll 1972, σελ. 151.
  127. 127,0 127,1 127,2 Housley 1984, σελ. 195.
  128. Kristó 1988, σελίδες 130–131.
  129. Fine 1994, σελ. 281.
  130. Kristó 2002, σελ. 59.
  131. Kristó 1988, σελ. 132.
  132. Kristó 1988, σελίδες 134, 269.
  133. 133,0 133,1 Kristó 1988, σελ. 134.
  134. 134,0 134,1 Bertényi 1989, σελ. 102.
  135. 135,0 135,1 Fine 1994, σελ. 334.
  136. Kristó 1988, σελίδες 132–133.
  137. Kristó 1988, σελίδες 136–137.
  138. 138,0 138,1 Kristó 1988, σελ. 137.
  139. 139,0 139,1 Fine 1994, σελίδες 341–342.
  140. 140,0 140,1 140,2 Fine 1994, σελ. 341.
  141. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 214.
  142. Kristó 1988, σελ. 138.
  143. Bertényi 1989, σελίδες 62–63.
  144. Kristó 1988, σελ. 139.
  145. 145,0 145,1 Housley 1984, σελ. 197.
  146. Kristó 1988, σελ. 140.
  147. 147,0 147,1 Fine 1994, σελ. 369.
  148. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 215.
  149. Magaš 2007, σελ. 61.
  150. Fine 1994, σελ. 345.
  151. 151,0 151,1 151,2 Fine 1994, σελ. 346.
  152. 152,0 152,1 Engel 2001, σελ. 164.
  153. 153,0 153,1 Kristó 1988, σελ. 145.
  154. Bertényi 1989, σελ. 90.
  155. Kristó 1988, σελίδες 146–147.
  156. 156,0 156,1 Kristó 1988, σελ. 148.
  157. Spinei 1986, σελ. 201.
  158. Spinei 1986, σελίδες 196–197.
  159. Spinei 1986, σελίδες 196, 199.
  160. 160,0 160,1 Spinei 1986, σελίδες 205, 207.
  161. 161,0 161,1 Engel 2001, σελ. 166.
  162. Sălăgean 2005, σελ. 201.
  163. Kristó 1988, σελίδες 148–149.
  164. 164,0 164,1 164,2 Kristó 1988, σελ. 149.
  165. 165,0 165,1 165,2 165,3 Knoll 1972, σελ. 212.
  166. 166,0 166,1 Patai 1996, σελ. 56.
  167. 167,0 167,1 167,2 167,3 Engel 2001, σελ. 173.
  168. Patai 1996, σελίδες 56–57.
  169. Patai 1996, σελ. 57.
  170. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 217.
  171. Kristó 1988, σελίδες 149–150.
  172. The Annals of Jan Długosz (A.D. 1363), p. 312.
  173. Kristó 1988, σελ. 150.
  174. 174,0 174,1 174,2 Knoll 1972, σελ. 213.
  175. 175,0 175,1 Kristó 1988, σελ. 151.
  176. 176,0 176,1 Geanakoplos 1975, σελ. 74.
  177. Housley 1984, σελ. 200.
  178. Housley 1984, σελίδες 200–201.
  179. Knoll 1972, σελ. 215.
  180. Knoll 1972, σελ. 216-217.
  181. Housley 1984, σελ. 201.
  182. Knoll 1972, σελ. 220.
  183. Patai 1996, σελ. 58.
  184. 184,0 184,1 184,2 Kristó 1988, σελ. 152.
  185. 185,0 185,1 Божилов 1994, σελίδες 202–203.
  186. 186,0 186,1 Fine 1994, σελίδες 366–367.
  187. Bertényi 1989, σελίδες 93–94.
  188. Geanakoplos 1975, σελίδες 75–76.
  189. 189,0 189,1 189,2 Housley 1984, σελ. 202.
  190. Geanakoplos 1975, σελ. 76.
  191. 191,0 191,1 Setton 1976, σελ. 299.
  192. Kristó 1988, σελ. 156.
  193. Kristó 1988, σελίδες 156–157.
  194. Pop 2005, σελ. 258.
  195. Makkai 1994, σελ. 215.
  196. Pop 2005, σελ. 249.
  197. Engel 2001, σελ. 165.
  198. Fine 1994, σελίδες 369–370.
  199. 199,0 199,1 Engel 2001, σελ. 172.
  200. 200,0 200,1 Fine 1994, σελ. 367.
  201. 201,0 201,1 Kristó 1988, σελ. 157.
  202. Kristó 1988, σελ. 172.
  203. Makkai 1994, σελ. 219.
  204. 204,0 204,1 204,2 Kontler 1999, σελ. 100.
  205. 205,0 205,1 Kristó 1988, σελ. 158.
  206. 206,0 206,1 Kristó 1988, σελίδες 158–159.
  207. 207,0 207,1 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 220.
  208. 208,0 208,1 Kristó 1988, σελ. 160.
  209. Kristó 1988, σελ. 162.
  210. Kristó 2002, σελίδες 61–62.
  211. 211,0 211,1 211,2 Cartledge 2011, σελ. 41.
  212. Kristó 1988, σελ. 163.
  213. 213,0 213,1 Knoll 1972, σελ. 231.
  214. Knoll 1972, σελ. 232.
  215. Knoll 1972, σελ. 236.
  216. Bartl και άλλοι 2002, σελ. 40.
  217. Halecki 1991, σελ. 47.
  218. Knoll 1972, σελ. 235.
  219. Lukowski & Zawadski 2006, σελίδες 30–31.
  220. Halecki 1991, σελίδες 50–51.
  221. Halecki 1991, σελίδες 50–51, 264.
  222. 222,0 222,1 222,2 Engel 2001, σελ. 169.
  223. Kristó 1988, σελ. 164.
  224. 224,0 224,1 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 221.
  225. Fine 1994, σελ. 382.
  226. Fine 1994, σελίδες 384–385.
  227. Housley 1984, σελ. 204.
  228. 228,0 228,1 228,2 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 222.
  229. Kristó 1988, σελ. 165.
  230. Lukowski & Zawadski 2006, σελ. 34.
  231. Kristó 1988, σελ. 168.
  232. Kristó 1988, σελίδες 168–169.
  233. Kristó 1988, σελ. 169.
  234. Engel 2001, σελ. 188.
  235. 235,0 235,1 235,2 235,3 Tringli, István (1997). «The Age of the Angevine Dynasty». Encyclopaedia Humana Hungarica 03: Knight Kings: the Anjou and Sigismund Age in Hungary (1301–1437). Encyclopaedia Humana Association. Ανακτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 2015. 
  236. Engel 2001, σελίδες 190–191.
  237. 237,0 237,1 237,2 237,3 237,4 Engel 2001, σελ. 191.
  238. Engel 2001, σελίδες 188, 191.
  239. Engel 2001, σελ. 192.
  240. 240,0 240,1 Halecki 1991, σελ. 59.
  241. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 223.
  242. 242,0 242,1 Halecki 1991, σελ. 67.
  243. 243,0 243,1 243,2 243,3 243,4 Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 224.
  244. 244,0 244,1 Halecki 1991, σελ. 60.
  245. Kristó 1988, σελ. 170.
  246. Lukowski & Zawadski 2006, σελ. 36.
  247. 247,0 247,1 Halecki 1991, σελ. 61.
  248. Halecki 1991, σελ. 63.
  249. Engel 2001, σελ. 163.
  250. 250,0 250,1 Fine 1994, σελ. 393.
  251. Kristó 1988, σελ. 175.
  252. 252,0 252,1 Goldstone 2009, σελ. 292.
  253. Goldstone 2009, σελ. 293.
  254. Goldstone 2009, σελ. 300.
  255. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 225.
  256. Solymosi & Körmendi 1981, σελίδες 224–225.
  257. Kristó 1988, σελ. 176.
  258. Halecki 1991, σελ. 75.
  259.  Το παρόν λήμμα ενσωματώνει κείμενο από έκδοση που είναι πλέον κοινό κτήμαChisholm, Hugh, επιμ.. (1911) «Louis I. of Hungary» Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα 17 (11η έκδοση) Cambridge University Press, σελ. 49 
  260. Kristó 1988, σελ. 177.
  261. 261,0 261,1 Kristó, Engel & Makk 1994, σελ. 419.
  262. Goldstone 2009, σελ. 65.
  263. 263,0 263,1 Goldstone 2009, σελ. 171.
  264. Goldstone 2009, σελίδες 171, 175.
  265. Solymosi & Körmendi 1981, σελ. 213.
  266. Halecki 1991, σελ. 365.
  267. 267,0 267,1 267,2 267,3 Bertényi 1989, σελ. 89.
  268. Halecki 1991, σελίδες 365–366.
  269. Engel 2001, σελίδες 169, 195.
  270. Kristó 2002, σελ. 205.
  271. Bertényi 1989, σελ. 154.
  272. Csukovits 2012, σελ. 117.
  273. Kłoczowski 1986, σελ. 138.
  274. Kłoczowski 1986, σελίδες 132, 138.
  275. Kłoczowski 1986, σελ. 135.
  276. Kłoczowski 1986, σελ. 139.
  277. Csukovits 2012, σελίδες 116–117.
  278. Kłoczowski 1986, σελ. 129.
  279. Engel 2001, σελίδες 158–159.