Ιωάννης Ζαπόλυα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Ιωάννης Ζαπόλυα
Szapolyai János fametszet.jpg
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Szapolyai János (Ουγγρικά) και Ivan Zapoljski (Κροατικά)
Γέννηση2  Φεβρουαρίου 1487
κάστρο του Σπις
Θάνατος17  Ιουλίου 1540 ή 21  Ιουλίου 1540
Sebeș
Τόπος ταφήςΒασιλική του Σέκεσφεχερβαρ και Σέκεσφεχερβαρ
Χώρα πολιτογράφησηςΒασίλειο της Ουγγαρίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΟυγγρικά[1]
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης
Οικογένεια
ΣύζυγοςΙσαβέλλα Γιαγκελλόνων (1539–1540)
Ισαβέλλα Γιαγκελλόνων (από 1539)[2]
ΣύντροφοςKardosné
ΤέκναΙωάννης Σιγισμούνδος Ζαπόλυα[3]
ΓονείςΣτέφανος Ζαπόλυα και Χέντβιχ του Τσέσυν
ΑδέλφιαΒαρβάρα Ζαπόλυα
György Zápolya
Countess Krisztina Zápolya de Szepes
ΟικογένειαZápolya family
Αξιώματα και βραβεύσεις
Αξίωμαμονάρχης
Υπογραφή
Szapolyai János signature.jpg
Commons page Σχετικά πολυμέσα

O Ιωάννης Ζαπόλυα (ουγγρικά: Szapolyai/ Zápolya János, κροατικά: Ivan Zapolja, ρουμανικά: Ioan Zápolya, σλοβακικά: Ján Zápoľský, 1490 ή 1491 – 22 Ιουλίου 1540) ήταν Βασιλιάς της Ουγγαρίας (ως Ιωάννης Α΄) από το 1526 ως το 1540 Η κυριαρχία του αμφισβητήθηκε από τον Αρχιδούκα Φερδινάνδο Α', που διεκδικούσε επίσης τον τίτλο Βασιλιάς της Ουγγαρίας.[4] Ήταν Βοεβόδας της Τρανσυλβανίας πριν από τη στέψη του, από το 1510 έως το 1526.

Η άνοδος της οικογένειας Ζαπόλυα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Κόμη Στέφανου Ζαπόλυα και της δεύτερης συζύγου του Χέντβιχ του Τσιέσιν.[5][6] Ο Στέφανος Ζαπόλυα καταγόταν από μια κροατική οικογένεια ευγενών από τη Σλαβονία.[5] Το οικογενειακό τους όνομα προήλθε από την κροατική φράση "za polje" (κυριολεκτικά μεταφράζεται ως "πίσω από το χωράφι").[7] Ο Στέφανος έγινε ένας από τους πλουσιότερους άρχοντες στο Βασίλειο της Ουγγαρίας όταν κληρονόμησε τη μεγάλη περιουσία του αδελφού του Eμερικ Ζαπόλυα το 1487.[5][6] Ο γάμος του Στέφανου Ζαπόλυα με τη δούκισσα της Σιλεσίας Χέντβιχ, που ήταν συγγενής του Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό Α', αύξησε το κύρος της οικογένειας Ζαπόλυα.[8]

Πόλεμος της διαδοχής Αψβούργων - Γιαγκελλόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Στέφανος Ζαπόλυα δεν είχε γιους όταν πέθανε στις 6 Απριλίου 1490 ο Ματθίας Κορβίνος, Βασιλιάς της Ουγγαρίας, σύμφωνα με μια πηγή της εποχής, αλλά ένα διάταγμα που εκδόθηκε το Σεπτέμβριο του 1491 ανέφερε ήδη τον Ιωάννη, δείχνοντας ότι ο αυτός γεννήθηκε μεταξύ των δύο ημερομηνιών.[9] Ο Στέφανος Ζαπόλυα έγινε Παλατίνος (πρωθυπουργός) του Βασιλείου της Ουγγαρίας από το 1492 μέχρι το θάνατό του το 1499.[9]

Ο αδελφός του Βλαδίσλαου, Βασιλιάς Σιγισμούνδος Γιαγκελλόνος της Πολωνίας, ήρθε στην Ουγγαρία για να μεσολαβήσει μεταξύ της βασιλικής οικογένειας και των Ζαπόλυα στα τέλη Ιουνίου.[10] Ο Αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός είχε ήδη κηρύξει το Σεπτέμβριο τον πόλεμο στην Ουγγαρία, επειδή ήθελε να προστατεύσει την αξίωσή του (που αναγνωρίστηκε με την Ειρήνη του Πρέσμπουργκ του 1491) να διαδεχθεί το Βλαδίσλαο.[10] Ο έφηβος Στέφανος Ζαπόλυα έγινε ένας από τους διοικητές του Ουγγρικού στρατού.[9] Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι απεσταλμένοι του Βασιλιά Βλαδισλάου και του Μαξιμιλιανού υπέγραψαν μυστική συνθήκη στις 30 Μαρτίου 1506 σχετικά με το γάμο της κόρης του Βλαδισλάου Άννας Γιαγκελλόνων με τον εγγονό του Μαξιμιλιανού Φερδινάνδο.

Παιδική ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ιωάννης γεννήθηκε στο Κάστρο του Σπις (στη σημερινή Σλοβακία), που ήταν σημαντικό κέντρο των κτήσεων των Ζαπόλυα.[5][11] Στη Δίαιτα της Ουγγαρίας το 1497 οι αντίπαλοι του Στέφανου Ζαπόλυα κυκλοφόρησαν φήμες σχετικά με την πρόθεσή του να στεφθεί βασιλιάς ο γιος του.[8] Ο Ιωάννης και ο μικρότερος αδερφός του Γεώργιος κληρονόμησαν τις τεράστιες κτήσεις του πατέρα τους το 1499.[5][12]Αυτές βρίσκονταν κυρίως στην Άνω Ουγγαρία ( σημερινή Σλοβακία), όπου κατείχαν τα περισσότερα κτήματα σε πέντε κομητείες.[12] Ο Ιωάννης μπορούσε να γράφει επιστολές στα λατινικά, ένδειξη ότι η μητέρα του του παρείχε εξαιρετική εκπαίδευση.[9] Η Χέντβιχ του Τσέσυν ήθελε να πείσει το Βλαδίσλαος Β΄, Βασιλιά της Ουγγαρίας και της Βοημίας, να παντρέψει το μοναχοπαίδι του Άννα με τον Ιωάννη[9][13] Ωστόσο ο βασιλιάς Βλαδίσλαος απέρριψε την ιδέα του γάμου της πριγκίπισσας Aννας με τον Ιωάννη Ζαπόλυα.

Ηγέτης του κόμματος των κατώτερων ευγενών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

[14][15] Ο Ιωάννης ξεκίνησε τη δημόσια σταδιοδρομία του το 1505 ως μέλος της Δίαιτας του Ράκος. Με πρότασή του [16] η νέα Δίαιτα στο Ράκος ψήφισε ένα νόμο που απαγόρευε την εκλογή ενός ξένου ως βασιλιά αν ο Βλαδίσλαος πέθαινε χωρίς άρρενα διάδοχο, στις 13 Οκτωβρίου 1505.[13][10][17] Ο νόμος είχε στόχο τη δημιουργία μιας νομικής βάσης για την άνοδο στο θρόνο του Ιωάννη μετά το θάνατο του Βλαδισλάου, αλλά ο βασιλιάς αρνήθηκε να τον επικυρώσει[12] και διέλυσε τη Δίαιτα.[10] Επιπλέον η σύζυγος του Βασιλιά Βλαδισλάου Άννα της Φουά-Καντάλ γέννησε ένα γιο, το Λουδοβίκο, την 1η Ιουλίου 1506.[18]

Οι σοβαρές συγκρούσεις του Ιωάννη με τη βασιλική αυλή τον είχαν κάνει εν τω μεταξύ αρχηγό ενός «εθνικού κόμματος», αποτελούμενου από τους κατώτερους άτιτλους ευγενείς που ήταν αντίθετοι στον προσανατολισμό της ανώτερης αριστοκρατίας, του ανώτερου κλήρου και του Βασιλιά Βλαδισλάου υπέρ των Αψβούργων. [19]Αν και η Δίαιτα αρχικά αρνήθηκε να θεσπίσει το δικαίωμα του βρέφους διαδόχου Λουδοβίκου να διαδεχθεί το Βασιλιά Βλαδίσλαο, τελικά ο Λουδοβίκος στέφθηκε κατόπιν απαίτησης του Βλαδισλάου στις 4 Ιουνίου 1508.[12] Σύμφωνα με τον ιστορικό του τέλους του 16ου αιώνα Μίκλος Ιστβανφι ο Ιωάννης προσπάθησε να πείσει το Βλαδίσλαο να τον παντρέψει με την πριγκίπισσα Aννα όταν ο βασιλιάς επέστρεψε από τη Βοημία στις αρχές του 1510, αλλά εκείνος το απέρριψε πάλι.[20]

Βοεβόδας της Τρανσυλβανίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλική σφραγίδα του Ζαπόλυα

Ο Βλαδίσλαος Β' έκανε τον Ιωάννη Ζαπόλυα Βοεβόδα της Τρανσυλβανίας και Κόμη των Σέκελι στις 8 Νοεμβρίου 1510.[9] Ετσι μετακόμισε στην Τρανσυλβανία και εγκαταστάθηκε στο Kόλοζβαρ (σημερινή Κλουζ-Ναπόκα της Ρουμανίας) το Μάρτιο του 1511.[21] Οι Οθωμανοί άρχισαν να εισβάλλουν στα νότια σύνορα του Βασιλείου της Ουγγαρίας τον Απρίλιο του 1511.[22][23] Ο Ιωάννης συγκαλούσε τακτικά Δίαιτες για τους εκπροσώπους των «Τριών Εθνών της Τρανσυλβανίας» [24] και ήταν επίσης επικεφαλής των συνελεύσεων του λαού των Σέκελι.[24]

Ο αδερφός του Βλαδισλάου Βασιλιάς της Πολωνίας Σιγισμούνδος Α΄ ο Γηραιός παντρεύτηκε τη μικρότερη αδερφή του Ιωάννη Βαρβάρα Ζαπόλυα στις αρχές του 1512, γεγονός που μόνο βραχυπρόθεσμα αύξησε περαιτέρω την επιρροή της οικογένειας Ζαπόλυα, καθώς η Βαρβάρα πέθανε στην Κρακοβία το 1515.[25] Για να κάνει επίδειξη του πλούτου του ο Ιωάννης πήγε με τη Βαρβάρα στην Πολωνία συνοδευόμενος από 800 ιππείς που φορούσαν επίχρυσα ρούχα.[20]Ο Ιωάννης έκανε επιδρομή στην Οθωμανική Βουλγαρία το καλοκαίρι του 1513.[26] Οταν επέστρεψε στην Τρανσυλβανία κατέπνιξε μια εξέγερση στο Χέρμανσταντ (σημερινό Σιμπίου της Ρουμανίας) και ανάγκασε τους κατοίκους της πόλης να πληρώσουν έναν έκτακτο φόρο.[26]

Ο Θωμάς Μπάκοτς, Αρχιεπίσκοπος του Έστεργκομ, κήρυξε σταυροφορία κατά των Οθωμανών στις 9 Απριλίου 1514.[27] Περίπου 40.000 αγρότες συμμετείχαν στη σταυροφορία και συγκεντρώθηκαν κοντά στην Πέστη, αν και οι άρχοντες τους είχαν προσπαθήσει να μη τους αφήσουν πριν από τη συγκομιδή.[27][28] Ο Ιωάννης ξεκίνησε μια νέα εκστρατεία στη Βουλγαρία στις αρχές Μαΐου.[26] Ένας στρατός από ένοπλους δουλοπάροικους άφησε επίσης την Πέστη για να εισβάλει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[27] Κατά την πορεία τους άρχισαν να λεηλατούν τα κοντινά φέουδα των ευγενών.[27] Πολλοί χωρικοί αρνήθηκαν να πληρώσουν φόρους και δασμούς.[27][29] Ο βασιλιάς και ο αρχιεπίσκοπος διέταξαν τους χωρικούς να διαλυθούν στις 22 Μαΐου, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν να υπακούσουν.[27] Οι συμμορίες τους πήραν τον έλεγχο των νότιων πεδιάδων κατά μήκος των ποταμών Δούναβη και Τίσα και δολοφόνησαν πολλούς ευγενείς.[27] Ο κύριος στρατός των αγροτών, που ήταν υπό τη διοίκηση του Γκέργκι Ντέζα, πολιόρκησε το Tέμεσβαρ (σημερινή Τιμισοάρα της Ρουμανίας).[30] Ο Στέφανος Μπάτορι υπερασπίστηκε την πόλη.[30] Ο Ιωάννης Ζαπόλυα, που είχε επιστρέψει από την οθωμανική εκστρατεία του, ήρθε για να ανακουφίσει το Tέμεσβαρ[31] και ο στρατός του κατατρόπωσε τους χωρικούς στις 15 Ιουλίου.[31][32]

Οι ηγέτες της εξέγερσης βασανίστηκαν μέχρι θανάτου με πολλή σκληρότητα.[32][33] Ο Ντέζα τοποθετήθηκε σε έναν πυρωμένο σιδερένιο «θρόνο» με ένα πυρωμένο σιδερένιο «στεφάνι» στο κεφάλι του και οι συμπατριώτες του αναγκάστηκαν να φάνε τη σάρκα του, πριν τον εκτελέσουν.[33][32] Τον Οκτώβριο η Δίαιτα στέρησε από τους αγρότες το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης και τους υποχρέωσε να εργάζονται στα εδάφη των κυρίων τους χωρίς αμοιβή μια μέρα την εβδομάδα.[32] Η Δίαιτα χαιρέτισε τον Ιωάννη Ζαπόλυα ως «απελευθερωτή του βασιλείου» και τον αντάμειψε με πληρωμή 20 δηναρίων για κάθε αγροτικό νοικοκυριό.[34] Στο βασιλικό συμβούλιο τοποθετήθηκαν κατά το πλείστον υποστηρικτές του Ζαπόλυα και ο φίλος του, Γρηγόριος Φράγκοπαν, Αρχιεπίσκοπος της Kάλοτσα, έγινε καγκελάριος.[34] Ο προηγούμενος καγκελάριος Γεώργιος Σάτμαρι Szatmári, Αρχιεπίσκοπος του Έστεργκομ, παρέμεινε εχθρικός προς τον Ζαπόλυα.[35]

Ο Ζαπόλυα, ο Στέφανος Μπάτορι, ο Eμερικ Tέρεκ και ο Μιχαήλ Πάκσι ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πολιορκήσουν το Ζρνοβ, το οθωμανικό φρούριο κοντά στο Νάντορφεχερβαρ (σημερινό Βελιγράδι της Σερβίας) τον Απρίλιο του 1515.[36] Ωστόσο ο Σινάν, μπέης του Σμεντέρεβο, νίκησε τα ενωμένα στρατεύματά τους,[36] αδυνατίζοντας τη θέση του Ζαπόλυα.

Βασιλιάς της Ουγγαρίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1526 η Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέτριψε το στρατό του Βασιλείου της Ουγγαρίας στη Μάχη του Μόχατς, σκοτώνοντας το Βασιλιά Λουδοβίκο Β'. Ο Ζαπόλυα ήταν καθ' οδόν προς το πεδίο της μάχης με το μεγάλο στρατό του, αλλά δεν συμμετείχε στη μάχη για άγνωστους λόγους. Οι Οθωμανοί λεηλάτησαν τη βασιλική πρωτεύουσα της Βούδας, κατέλαβαν τη Σύρμια και στη συνέχεια αποχώρησαν από την Ουγγαρία. Οι τελευταίοι τρεις μήνες του έτους χαρακτηρίστηκαν από κενό εξουσίας, καθώς η πολιτική εξουσία τελούσε υπό κατάρρευση, ωστόσο οι νικητές επέλεξαν να μην επιβάλουν την κυριαρχία τους.

Δύο υποψήφιοι εμφανίστηκαν στο προσκήνιο. Ο ένας ήταν ο Ζαπόλυα, βοεβόδας της Τρανσυλβανίας και ο πιο εξέχων αριστοκράτης της Ουγγαρίας, καθώς και διοικητής ενός άθικτου στρατού. Ο άλλος ήταν ο Αρχιδούκας Φερδινάνδος της Αυστρίας, κουνιάδος του αείμνηστου βασιλιά και αδελφός του Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Καρόλου Ε', που διεκδικούσε την Ουγγαρία για τον Οίκο των Αψβούργων.

Ο Οθωμανός Σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄ ο Μεγαλοπρεπής επιστρέφει το Ιερό Στέμμα στον Ιωάννη Ζαπόλυα.

Η πλειονότητα των άτιτλων κατώτερων ευγενών της Ουγγαρίας υποστήριξε τον Ζαπόλυα που για δεκαπέντε χρόνια έπαιζε ηγετικό ρόλο στην ουγγρική πολιτική ζωή. Μέρος της αριστοκρατίας αναγνώρισε την ηγεσία του και απολάμβανε την ενθουσιώδη υποστήριξη —όχι πάντα ανταποδοτική— των κατώτερων ευγενών. Οι περισσότεροι από τους αντιπάλους του υπέκυψαν στο Μόχατς: ο ουγγρικός κλάδος της δυναστείας των Γιαγκελλόνων εξέλιπε και οι οπαδοί της που ήταν υπέρ των Αψβούργων αποδεκατίστηκαν. Οι ανώτεροι ευγενείς της Ουγγαρίας (οι άρχοντες ή βαρόνοι) τάχθηκαν στο πλευρό του Φερδινάνδου και συγκεντρώθηκαν στο Πόζονι (Μπρατισλάβα) για την εκλογή του. Το κύριο επιχείρημα της γερμανικής δυναστείας - αυτό που πολλοί ιστορικοί θα έκριναν ως αποφασιστικό - ήταν ότι η δυναστεία των Αψβούργων θα μπορούσε να βοηθήσει την Ουγγαρία να πολεμήσει εναντίον των Οθωμανών. Αλλά το 1526 η υπόσχεση αποδείχθηκε φρούδα. Η Ουγγαρία πολεμούσε τους Οθωμανούς για περισσότερο από έναν αιώνα, κατά τη διάρκεια του οποίου η Αυτοκρατορία και οι Αψβούργοι της πρόσφεραν μεγάλη ενθάρρυνση αλλά καμία απτή βοήθεια. Η πιθανότητα βοήθειας μειώθηκε περαιτέρω από τη σύγκρουση του μεγαλύτερου αδερφού του Φερδινάνδου, Αυτοκράτορα Καρόλου Ε', με το Βασιλιά Φραγκίσκο Α' της Γαλλίας που ξέσπασε ξανά σε ανοιχτό πόλεμο το καλοκαίρι του 1526. Αυτή η κατάσταση έκανε τον Βοεβόδα να απορρίψει την απειλή που κρυβόταν πίσω από την υποψηφιότητα των Αψβούργων, ότι δηλαδή η Ουγγαρία της Zápolya θα έπρεπε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τους Οθωμανούς, αλλά και μια επίθεση από τη Δύση.

Έτσι ο Ζαπόλυα αγνόησε τις διαμαρτυρίες του αντιπάλου του και αυτές που εκφράστηκαν από τους λίγους Ούγγρους που συσπειρώθηκαν υπό το Φερδινάνδο. Στις 10 Νοεμβρίου 152, ο Ζαπόλυα ανακηρύχθηκε βασιλιάς στη Δίαιτα στο Σέκεσφεχερβαρ από τους κατώτερους ευγενείς και στέφθηκε την επόμενη μέρα. Ο Φερδινάνδος εξελέγη επίσης βασιλιάς από τους άρχοντες, τους βαρόνους και τον καθολικό κλήρο σε μια Δίαιτα στο Πόζονι στις 17 Δεκεμβρίου 1526.[37]

Επωφελούμενος από εννέα μήνες σχετικής ηρεμίας ο Ιωάννης προσπάθησε να αποκαταστήσει την κρατική εξουσία. Βασίστηκε στην τεράστια ιδιωτική του περιουσία, την άνευ όρων υποστήριξη των κατώτερων ευγενών και τη βοήθεια ορισμένων αριστοκρατών για να επιβάλει την πολιτική του στις εσωτερικές υποθέσεις. Ωστόσο στον κρίσιμο τομέα των εξωτερικών σχέσεων απέτυχε. Αναζήτησε συνεννόηση με τους Αψβούργους, προτείνοντάς τους να σχηματίσουν συμμαχία κατά των Οθωμανών, αλλά ο Φερδινάνδος απέρριψε κάθε προσπάθεια συμφιλίωσης. Οι απεσταλμένοι του Ιωάννη ξεχύθηκαν σε όλη την Ευρώπη αναζητώντας υποστήριξη. Μόνο στη Γαλλία βρήκαν θετική απάντηση, αλλά ακόμη κι αυτό ήταν αναποτελεσματικό, καθώς ο Φραγκίσκος δεν είχε σκοπό να συμφιλιώσει την Ουγγαρία και τους Αψβούργους, αλλά να παρασύρει την Ουγγαρία σε πόλεμο εναντίον του Καρόλου και της οικογένειάς του.

Η Γαλλοουγγρική συμμαχία του 1528.

Η πολιτική ισορροπία στην Ευρώπη υπέστη σημαντική αλλαγή το καλοκαίρι του 1527, όταν, σε μια κάπως απρογραμμάτιστη επιχείρηση, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Αυτοκράτορα κατέλαβαν τη Ρώμη και υποχρέωσαν τον Πάπα Κλήμη Ζ', έναν από τους κύριους συμμάχους της Γαλλίας, να συνθηκολογήσει. Αυτή η εξέλιξη απελευθέρωσε το Φερδινάνδο - που απέκτησε επίσης το θρόνο της Βοημίας στα τέλη του 1526 - από το βάρος της βοήθειας του αδελφού του. Μέχρι τότε ο Φερδινάνδος είχε αναπτύξει μια ουγγρική πολιτική που ήταν πλήρως σύμφωνη με τα συμφέροντα των βασιλείων του. Έκρινε ότι αν η Ουγγαρία, ανίκανη να αντισταθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αναλάμβανε δράση ανεξάρτητα από την Αυστρία και τη Βοημία, θα μπορούσε κάλλιστα να συνάψει συμμαχία με τους Οθωμανούς εναντίον των δυτικών γειτόνων της. Ήταν λοιπόν προς το συμφέρον της Αυστρίας και της Βοημίας να αποκτήσουν οι Αψβούργοι τον έλεγχο της Ουγγαρίας, με τη βία αν χρειαζόταν.

Τον Ιούλιο του 1527 ο Φερδινάνδος έστειλε στρατό Γερμανών μισθοφόρων στην Ουγγαρία. Η στιγμή ήταν καλά επιλεγμένη, γιατί οι δυνάμεις του Ιωάννη Ζαπόλυα ήταν δεσμευμένοι στις νότιες κομητείες της Ουγγαρίας, όπου οι Σλάβοι αγρότες, υποκινούμενοι από το Φερδινάνδο, είχαν επαναστατήσει. Της εξέγερσης ηγήθηκε ο «Μαύρος» Γιόβαν Νέναντ. Με μια έφοδο οι στρατιώτες που ήταν υπέρ των Αψβούργων κατέλαβαν τη Βούδα. Ο Ιωάννης αναδιάταξε βιαστικά τον στρατό του, αλλά στις 27 Σεπτεμβρίου στη Μάχη του Τάρτσαλ (κοντά στο Tόκαϊ), υπέστη μια αιματηρή ήττα. Με βάση την προηγούμενη εκλογή της Δίαιτας στο Πόζονι ο Φερδινάνδος στέφθηκε στη Βασιλική του Σέκεσφεχερβαρ στις 3 Νοεμβρίου 1527.

Το 1528 ο Ιωάννης έφυγε από την Ουγγαρία για την Πολωνία, όπου έμεινε με τον Πρίγκιπα Γιαν Άμορ Ταρνόφσκι.[38]Το 1529 ο Ιωάννης προσέγγισε τους Οθωμανούς και συμφώνησε να κάνει την Ουγγαρία υποτελές κράτος με αντάλλαγμα την αναγνώριση και την υποστήριξή της. Ο Σουλτάνος ​​Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής δέχτηκε και έστειλε Οθωμανικό στρατό να εισβάλει στην Αυστρία (που πολιόρκησε τη Βιέννη), πόλεμος που κράτησε μέχρι το 1533. Αυτό επέτρεψε στον Ιωάννη να ανακτήσει τη θέση του στην Ουγγαρία το 1529, με τη βοήθεια του Αδελφού Γεώργιου Μαρτινούτσι, παρά τη συνεργασία με τους Οθωμανούς που τον είχαν καταστήσει μίασμα εκείνη την εποχή. Ο Μαρτινούτσι έγινε βασιλικός ταμίας και ο πιο έμπιστος υπουργός του Ιωάννη.

Το 1533 οι Οθωμανοί έκαναν ειρήνη και παραχώρησαν τη δυτική Ουγγαρία στο Φερδινάνδο. Ο Φερδινάνδος άρχισε τώρα να πιέζει τον Ιωάννη για τον έλεγχο και της υπόλοιπης. Το 1538 με τη Συνθήκη του Νάγκιβαραντ ο Ιωάννης όρισε το Φερδινάνδο διάδοχό του μετά το θάνατό του, καθώς ήταν άτεκνος. Ωστόσο στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του 1539 παντρεύτηκε την Ισαβέλλα Γιαγκελλόνων και στις 15 Ιουλίου 1540 απέκτησαν ένα γιο, τον Ιωάννη Σιγισμούνδο. Ο βασιλιάς Ιωάννης πέθανε επτά ημέρες αργότερα στις 22 Ιουλίου 1540 στο Σάσεμπες (Σέμπες).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Identifiants et Référentiels». (Γαλλικά) IdRef. Agence bibliographique de l'enseignement supérieur. Ανακτήθηκε στις 11  Μαΐου 2020.
  2. p11472.htm#i114714. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  3. Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
  4. John (king of Hungary) Britannica Online Encyclopedia
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Oborni 2012, σελ. 152.
  6. 6,0 6,1 Markó 2006, σελ. 243.
  7. Kubinyi 2008, page: 22
  8. 8,0 8,1 Neumann 2014, σελ. 94.
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Neumann 2014, σελ. 95.
  10. 10,0 10,1 10,2 10,3 Szakály 1981, σελ. 328.
  11. Markó 2006, σελ. 38.
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Engel 2001, σελ. 361.
  13. 13,0 13,1 Engel, Kristó & Kubinyi 1998, σελ. 351.
  14. Szakály 1981, σελ. 329.
  15. Engel 2001, σελ. 360.
  16. John (king of Hungary) Britannica Online Encyclopedia
  17. Cartledge 2011, σελ. 69.
  18. Engel, Kristó & Kubinyi 1998, σελ. 337, 352.
  19. Kontler 1999, σελίδες 132-133.
  20. 20,0 20,1 Nagy 2008, σελ. 271.
  21. Neumann 2014, σελίδες 95-96.
  22. Engel, Kristó & Kubinyi 1998, σελ. 340.
  23. Szakály 1981, σελ. 333.
  24. 24,0 24,1 Neumann 2014, σελ. 98.
  25. Neumann 2014, σελ. 96.
  26. 26,0 26,1 26,2 Szakály 1981, σελ. 334.
  27. 27,0 27,1 27,2 27,3 27,4 27,5 27,6 Engel 2001, σελ. 362.
  28. Kontler 1999, σελ. 133.
  29. Engel, Kristó & Kubinyi 1998, σελ. 361.
  30. 30,0 30,1 Engel, Kristó & Kubinyi 1998, σελ. 363.
  31. 31,0 31,1 Engel 2001, σελίδες 363-364.
  32. 32,0 32,1 32,2 32,3 Cartledge 2011, σελ. 72.
  33. 33,0 33,1 Kontler 1999, σελ. 134.
  34. 34,0 34,1 Engel 2001, σελ. 364.
  35. Engel 2001, σελ. 365.
  36. 36,0 36,1 Szakály 1981, σελ. 335.
  37. Robert A. Kann (1980). A History of the Habsburg Empire, 1526-1918. University of California Press. σελ. 611. ISBN 9780520042063. 
  38. Zdzisław Spieralski, Jan Tarnowski 1488-1561, Warszawa 1977, p. 124-125.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Barta, Gábor; Granasztói, György (1981). "A három részre szakadt ország és a török kiűzése (1526-1605)". In Benda, Kálmán; Péter, Katalin (eds.). Magyarország történeti kronológiája, II: 1526-1848 [Historical Chronology of Hungary, Volume I: 1526-1848] (in Hungarian). Akadémiai Kiadó. pp. 361–430. ISBN 963-05-2662-X.
  • Cartledge, Bryan (2011). The Will to Survive: A History of Hungary. C. Hurst & Co. ISBN 978-1-84904-112-6.
  • Engel, Pál; Kristó, Gyula; Kubinyi, András (1998). Magyarország története, 1301-1526 (in Hungarian). Osiris. ISBN 963-379-171-5.