Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση


Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας
8951000
Flag of Hungary (895-1000).svg
Σημαία
Coat of Arms of Hungary (895-1000).svg
Έμβλημα
Europe map 998.PNG
ΠρωτεύουσαΈστεργκομ

Το Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας[1][2][3][4][5][6][7], επίσης γνωστό ως Δουκάτο της Ουγγαρίας[8][9] (ουγγρικά: Magyar Nagyfejedelemség‎, μετάφραση: "Ουγγρικό Μεγάλο Πριγκιπάτο", βυζαντινά ελληνικά : "Τουρκία")[10] ήταν το πρώτο τεκμηριωμένο ουγγρικό κράτος στην Λεκάνη των Καρπαθίων. Το πριγκιπάτο ιδρύθηκε το 895 ή το 896,[11][12][13][14][15] μετά την ουγγρική κατάκτηση της Λεκάνης των Καρπαθίων νωρίτερα κατά τον 9ο αιώνα.

Οι Ούγγροι, μια ημινομαδική φυλή, σχημάτισαν μια φυλετική συμμαχία[13][16][17][18] υπό την ηγεσία του Άρπαντ και αναχώρησαν από το Έτελκεζ, που ήταν το παλαιότερο ουγγρικό πριγκιπάτο ανατολικά των Καρπαθίων.[19]

Κατά την εποχή του Ουγγρικού Πριγκιπάτου η δύναμη του Ούγγρου Μεγάλου Πρίγκιπα φαίνεται ότι μειωνόταν, παρόλο που οι ουγγρικές επιδρομές κατά μήκος της Ευρώπης ήταν πετυχημένες. Τα φυλετικά εδάφη που κυβερνούσαν Ούγγροι φύλαρχοι (οπλαρχηγοί) έγιναν ημιανεξάρτητες πολιτικές οντότητες (π.χ. κτήσεις του Γκιούλα του νεοτέρου στην Τρανσυλβανία). Τα ουγγρικά εδάφη επανενώθηκαν μόνο κατά την διακυβέρνηση του Αγίου Στεφάνου. Οι ημινομάδες Ούγγροι έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της νέας πατρίδας τους. Η ουγγρική κοινωνία άλλαξε. Την κοινωνία της φυλαρχίας διαδέχτηκε η κοινωνία του κράτους. Από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα άρχισε η εξάπλωση του Χριστιανισμού. Ύστερα το Βασίλειο της Ουγγαρίας διαδέχτηκε το Ουγγρικό Πριγκιπάτο με την στέψη του Αγίου Στεφάνου Α΄ στο Έστεργκομ την Ημέρα των Χριστουγέννων του 1000 μ.Χ. (αν και πιθανή ημερομηνία στέψης θεωρείται και η εναλλακτική ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 1001).[20][21][22]

Σύμφωνα με την ουγγρική ιστοριογραφία η χρονική περίοδος από το 896 ως το 1000 αποκαλείται ως "η εποχή του πριγκιπάτου".[14]

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το εθνώνυμο της ουγγρικής φυλετικής συμμαχίας είναι αβέβαιο. Σύμφωνα με μια άποψη, σύμφωνα με την περιγραφή του Ανώνυμου, η ομοσπονδία ονομαζόταν "Hetumoger / Επτά Μαγυάροι" ("VII principales persone qui Hetumoger dicuntur", "επτά πριγκιπικά πρόσωπα που ονομάζονται Επτά Μαγυάροι"[23]), αν και η λέξη "Μαγυάροι" πιθανώς προέρχεται από το όνομα της πιο εξέχουσας ουγγρικής φυλής, που ονομάζεται "Megye"r. Το φυλετικό όνομα "Megyer" έγινε "Magyar" αναφερόμενο στον ουγγρικό λαό στο σύνολό του..[24][25] Οι γραπτές πηγές αποκαλούσαν τους Μαγυάρους «Ούγγρους» πριν από την κατάκτηση της λεκάνης των Καρπαθίων, όταν ζούσαν ακόμη στις στέπες της Ανατολικής Ευρώπης (το 837 αναφέρονται ως «Ungri» από το Γεώργιος Μοναχό, το ίδιο το 862 από τα Μπερτινιανά Χρονικά και το 881 «Ungari» από τα Annales ex Annalibus Iuvavensibus).

Στις βυζαντινές πηγές της εποχής, γραμμένες στα ελληνικά, η χώρα ήταν γνωστή ως «Δυτική Τουρκία»[26][27] σε αντίθεση με την ανατολική ή Χαζαρική Τουρκία. Ο Εβραίος Χασντάι ιμπν Σαρπούτ περί το 960 αποκάλεσε την πολιτεία τους «χώρα των Hungrin» (η χώρα των Ούγγρων) σε μια επιστολή προς τον Ιωσήφ, βασιλιά των Χαζάρων.[28]

Iστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεπτομέρεια από την Άφιξη των Ούγγρων, το τεράστιο κυκλόραμα του Αρπαντ Φέστυ και των βοηθών του (1800 m2), ζωγραφισμένο για τον εορτασμό της 1000ης επετείου από την κατάκτηση της Ουγγαρίας από τους Μαγυάρους, που σήμερα εκτίθεται στο Πάρκο Εθνικό Κληρονομιάς Οπυστάσερ στην Ουγγαρία
Η Ευρώπη περί το 900

Τις παραμονές της άφιξης των Ούγγρων (Μαγυάρων), γύρω στο 895, την περιοχή της Λεκάνης των Καρπαθίων κυβερνούσαν η Ανατολική Φραγκία, η Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία και η Μεγάλη Μοραβία (κράτος υποτελές στην Ανατολική Φραγκία)[29]. Οι Ούγγροι είχαν πολλές γνώσεις για αυτή την περιοχή επειδή προσλαμβάνονταν συχνά ως μισθοφόροι από τα γύρω της κράτη και είχαν κάνει τις δικές τους εκστρατείες σε αυτή την περιοχή για δεκαετίες.[30] Αυτή η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη[3][31] μετά την καταστροφή του κράτους των Αβάρων από τον Καρλομάγνο το 803 και οι Μαγυάροι (Ούγγροι) μπόρεσαν να μετακινηθούν ειρηνικά και ουσιαστικά χωρίς αντίσταση.[32] Οι πρόσφατα ενοποιημένοι Ούγγροι, με επικεφαλής τον Αρπαντ, εγκαταστάθηκαν στη λεκάνη των Καρπαθίων ξεκινώντας το 895. Το Πριγκιπάτο του Μπάλατον, ένα κράτος υποτελές στην Ανατολική Φραγκία στην Υπερδουναβία, υποτάχθηκε κατά τη διάρκεια μιας ουγγρικής εκστρατείας προς την Ιταλία γύρω στο 899–900. Η Μεγάλη Μοραβία εκμηδενίστηκε μεταξύ 902 και 907 και ένα τμήμα της, το πρώην Πριγκιπάτο της Νίτρας, πέρασε στο Ουγγρικό κράτος. Το νοτιοανατολικό τμήμα της Λεκάνης των Καρπαθίων ήταν υπό την κυριαρχία της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας, αλλά οι Βούλγαροι την έχασαν λόγω της ουγγρικής κατάκτησης. Ο έλεγχος πριν από τον ουγγρικό εποικισμό της επικράτειας του Solitudo Avarorum (κυρίως το βόρειο τμήμα της Μεγάλης Ουγγρικής Πεδιάδας), όπου ζούσαν υπολείμματα των Αβάρων, δεν έχει ακόμη πλήρως διευκρινιστεί.

Στρατιωτικά επιτεύγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πριγκιπάτο ως πολεμικό κράτος,[1] με μια νεοδημιούργητη στρατιωτική ισχύ, διεξήγαγε έντονες επιδρομές που κυμαίνονταν ευρέως από την Κωνσταντινούπολη ως την κεντρική Ισπανία. Τρεις μεγάλοι αυτοκρατορικοί στρατοί των Φράγκων ηττήθηκαν αποφασιστικά από τους Ούγγρους μεταξύ 907 και 910.[33] Οι Ούγγροι κατάφεραν να επεκτείνουν τα de jure Βαυαρο-Ουγγρικά σύνορα μέχρι τον ποταμό Eνς το 955[34] και το πριγκιπάτο δεν δέχτηκε επίθεση από αυτή την κατεύθυνση για 100 χρόνια μετά τη Μάχη του Πρέσμπουργκ.[21] Οι κατά διαστήματα ουγγρικές εκστρατείες διήρκεσαν μέχρι το 970, αλλά δύο στρατιωτικές ήττες το 955 (Λέχφελντ) και το 970 (Αρκαδιόπολη) σημείωσαν μια στροφή στην εξέλιξη του Ουγγρικού πριγκιπάτου.[35]

Μετάβαση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριγκιπάτο της Ουγγαρίας 998 μ.Χ.

Η αλλαγή από μια ιεραρχημένη κοινωνία φυλάρχων σε μια κρατική κοινωνία ήταν μια από τις πιο σημαντικές εξελίξεις αυτή την περίοδο.[36] Αρχικά οι Μαγυάροι διατήρησαν έναν ημινομαδικό τρόπο ζωής, ασκώντας την εποχιακή μετακίνηση: μετανάστευαν κατά μήκος ενός ποταμού μεταξύ χειμερινών και καλοκαιρινών βοσκοτόπων, βρίσκοντας νερό για τα ζώα τους.[37] Σύμφωνα με τη θεωρία του Γκιέρφιy[38]που προέρχεται από τοπωνύμια, ο χειμερινός τόπος διαμονής του Αρπαντ -σαφώς μετά την κατάληψη της Παννονίας το 900- ήταν πιθανώς στο Árpádváros (πόλη του Αρπαντ), σήμερα συνοικία του Πετς, και ο θερινός - που επιβεβαιώνεται από τον Ανώνυμο. - στο Νησί Τσέπελ.[37] Αργότερα ο νέος του θερινός τόπος ήταν στο Τσάλοκοζ[37], σύμφωνα με αυτή τη θεωρία ωστόσο η ακριβής τοποθεσία του πρώιμου κέντρου του κράτους του αμφισβητείται. Σύμφωνα με τον Γκιούλα Κρίστο το κέντρο βρισκόταν μεταξύ των ποταμών Δούναβη και Τίσα[38], αλλά τα αρχαιολογικά ευρήματα υποδηλώνουν τοποθεσία στην περιοχή του Άνω Τίσα.[38]

Το Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν του Κωνσταντίνου Ζ', που γράφτηκε γύρω στο 950 μ.Χ., προσπαθεί να ορίσει επακριβώς ολόκληρη τη χώρα των Ούγγρων, ή Τουρκία.[39] Ο Κωνσταντίνος περιέγραψε τους προηγούμενους κατοίκους της Ουγγαρίας (π.χ. τους Μοραβούς) και τους πρώιμους οικισμούς και γείτονες της Ουγγαρίας και εντόπισε ουγγρικούς ποταμούς (Τέμες, Mάρος, Kέρες, Tίσα, Τούτις).[39] Ο Κωνσταντίνος είχε πολύ περισσότερες γνώσεις για τα ανατολικά μέρη της Ουγγαρίας. Επομένως, σύμφωνα με μια θεωρία, Τουρκία δεν σήμαινε τη χώρα ολόκληρης της ομοσπονδίας, αλλά ένα φυλετικό οικισμό και η πηγή της περιγραφής της Ουγγαρίας θα μπορούσε να ήταν ο Γκιούλα, η φυλή του οποίας κατοικούσε στους πέντε ποταμούς γύρω στο 950.[39] Σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση, βασισμένη κυρίως στην περιγραφή του Κωνσταντίνου, οι Ούγγροι άρχισαν να εποικίζουν πραγματικά τη δυτική Ουγγαρία (Υπερδουναβία) μόνο μετά το 950, επειδή το ανατολικό τμήμα της χώρας ήταν πιο κατάλληλο για ένα νομαδικό τρόπο ζωής.[39]

Λόγω της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών, των ανεπαρκών βοσκοτόπων για την υποστήριξη μιας νομαδικής κοινωνίας και της αδυναμίας μετακινήσεων[40] ο ημινομαδικός τρόπος ζωής των Ούγγρων άρχισε να αλλάζει και έτσι υιοθέτησαν μια σταθερή ζωή και στράφηκαν στη γεωργία,[29] αν και η αρχή αυτής της αλλαγής μπορεί να αναχθεί στον 8ο αιώνα.[6] Η κοινωνία έγινε πιο ομοιογενής: οι ντόπιοι σλαβικοί και άλλοι πληθυσμοί συγχωνεύτηκαν με τους Ούγγρους.[40] Οι Ούγγροι φύλαρχοι και οι φυλές τους δημιούργησαν οχυρά κέντρα στη χώρα και αργότερα τα κάστρα τους έγιναν κέντρα των κομητειών.[32] Το όλο σύστημα των ουγγρικών χωριών αναπτύχθηκε το 10ο αιώνα.[37]

Οι Φάις και Τάκσονυ, οι Μεγάλοι Πρίγκιπες των Ούγγρων, άρχισαν να μεταρρυθμίζουν τη δομή της εξουσίας.[41][42] Κάλεσαν για πρώτη φορά χριστιανούς ιεραπόστολους και έχτισαν οχυρά.[41] Ο Τάκσονυ κατήργησε το παλιό κέντρο του Ουγγρικού πριγκιπάτου (πιθανόν στον Άνω Τίσα) και αναζήτησε νέα στο Σέκεσφεχερβαρ[42] και στο Έστεργκομ.[43] Ο Τάκσονυ επανέφερε επίσης την παλιά στρατιωτική θητεία, άλλαξε τον οπλισμό του στρατού και εφάρμοσε μεγάλης κλίμακας οργανωμένες επανεγκαταστάσεις του ουγγρικού πληθυσμού.[42]

Η εδραίωση του Ουγγρικού κράτους άρχισε επί της βασιλείας του Γκέζα..[44] Μετά τη Μάχη της Αρκαδιούπολης η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν ο κύριος εχθρός των Ούγγρων.[45] Η βυζαντινή επέκταση απείλησε τους Ούγγρους, αφού η υποταγμένη Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία ήταν σύμμαχός τους εκείνη την εποχή.[45] Η κατάσταση έγινε πιο δύσκολη για το πριγκιπάτο όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνήψαν συμμαχία το 972.[45] Το 973 δώδεκα επιφανείς απεσταλμένοι των Μαγυάρων, τους οποίους πιθανότατα είχε διορίσει ο Γκέζα, συμμετείχαν στη Δίαιτα που συγκάλεσε ο Όθων Α΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Γκέζα δημιούργησε στενούς δεσμούς με την αυλή της Βαυαρίας, προσκαλώντας ιεραποστόλους και παντρεύοντας το γιο του με τη Γκιζέλα, κόρη του Δούκα Ερρίκου Β'.[40] Ο Γκέζα της δυναστείας των Αρπαντ, Μέγας Πρίγκιπας των Ούγγρων, που κυβερνούσε μόνο μέρος της ενωμένης επικράτειας, κατ' όνομα άρχοντας και των επτά φυλών των Μαγυάρων, σκόπευε να ενσωματώσει την Ουγγαρία στη χριστιανική Δυτική Ευρώπη, ανοικοδομώντας το κράτος σύμφωνα με το δυτικό πολιτικό και κοινωνικό πρότυπο. Ο μεγαλύτερος γιος του Γκέζα, ο Άγιος Στέφανος (Ιστβάν, Στέφανος Α΄ της Ουγγαρίας) έγινε ο πρώτος Βασιλιάς της Ουγγαρίας αφού νίκησε τον θείο του Κόπανι, που επίσης διεκδίκησε το θρόνο. Η ενοποίηση της Ουγγαρίας, η ίδρυση του χριστιανικού κράτους[46] και η μετατροπή της σε ευρωπαϊκή φεουδαρχική μοναρχία ολοκληρώθηκε από τον Στέφανο.

Εκχριστιανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νέο Ουγγρικό κράτος βρισκόταν στα σύνορα του Χριστιανικού κόσμου.[40] Από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα ο Χριστιανισμός άκμασε στην Ουγγαρία καθώς έφτασαν εκεί οι Καθολικοί ιεραπόστολοι από τη Γερμανία. Μεταξύ 945 και 963 οι κύριοι αξιωματούχοι του Πριγκιπάτου (ο Γκιούλα και ο Χόρκα) συμφώνησαν να ασπαστούν το Χριστιανισμό..[47][48] Το 973 ο Γκέζα Α΄ και όλη του η οικογένεια βαφτίστηκαν και συνήφθη μια επίσημη ειρήνη με τον Αυτοκράτορα Όθωνα Α'. Ωστόσο παρέμεινε ουσιαστικά ειδωλολάτρης ακόμη και μετά το βάπτισμά του:[19] Ο Γκέζα είχε εκπαιδευτεί από τον πατέρα του Τάκσονυ ως παγανιστής πρίγκιπας..[49] Το πρώτο ουγγρικό μοναστήρι Βενεδικτίνων ιδρύθηκε το 996 από τον πρίγκιπα Γκέζα. Κατά τη βασιλεία του το έθνος αποκήρυξε οριστικά το νομαδικό τρόπο ζωής του και μέσα σε λίγες δεκαετίες από τη μάχη του Λέχφελντ έγινε χριστιανικό βασίλειο.[19]

Οργάνωση του κράτους[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι το 907 (ή το 904), το Ουγγρικό κράτος βρισκόταν υπό δυαδική κυβέρνηση (ίσως υιοθετήθηκε από τους Χαζάρους). Η βασιλεία είχε διαιρεθεί μεταξύ του θρησκευτικού βασιλιά (ορισμένες πηγές αναφέρουν τους τίτλους «πρίγκιπας»[50] ή «χάν»[51]), ή κέντε, και του στρατιωτικού ηγέτη, ή γκιούλα. Δεν είναι γνωστό ποιος από τους δύο ρόλους ανατέθηκε στον Αρπαντ και ποιος στον Κούρσαν. Ο Βυζαντινός Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος αποκαλούσε τον Άρπαντ «ο μέγας Τουρκιάς άρχων» (ο μεγάλος πρίγκιπας της Τουρκίας)[52] και όλοι οι πρίγκιπες του 10ου αιώνα που κυβέρνησαν τη χώρα είχαν αυτόν τον τίτλο Πιθανώς, μετά το θάνατο του κέντε Κούρσαν, αυτή η διαίρεση σταμάτησε και ο Αρπαντ έγινε ο μοναδικός κυρίαρχος του πριγκιπάτου. Σύμφωνα με το δυναστικό έθιμο το πριγκιπάτο κληρονομούσαν τα παλαιότερα μέλη της κυρίαρχης φυλής. Οι Μεγάλοι Πρίγκιπες της Ουγγαρίας πιθανότατα δεν είχαν ανώτερη εξουσία, γιατί κατά τις στρατιωτικές εκστρατείες προς τα δυτικά και προς τα νότια η αρχικά ισχυρή[53] πριγκιπική τους εξουσία είχε μειωθεί. Επιπλέον οι πηγές δεν αναφέρονται σε Μεγάλους Πρίγκιπες του πρώτου μισού του 10ου αιώνα, εκτός από μία περίπτωση, όπου αναφέρουν τον Τάκσονυ ως «δούκα της Ουγγαρίας» (Taxis-dux, dux Tocsun) το 947. Ο ρόλος των στρατιωτικών ηγετών (Μπούλκσου, Λελ) έγινε πιο σημαντικός.[52] Οι πρίγκιπες της δυναστείας του Αρπαντ έφεραν τουρκικά ονόματα όπως και η πλειοψηφία των ουγγρικών φυλών.[14]

Τίτλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • κέντε (σε αραβικές πηγές) ή μέγας άρχων (στις βυζαντινές πηγές), rex (στις λατινικές πηγές), Μεγάλος Πρίγκιπας των Ούγγρων (μετά το 907 μ.Χ.)
  • Gyla ή djila ή magnus princeps (στις δυτικές πηγές), στρατιωτικός αρχηγός (δεύτερη βαθμίδα), Μεγάλος Πρίγκιπας των Ούγγρων[52]
  • Horca, Kharkhas, δικαστής[54] (τρίτη βαθμίδα)[52]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις για το μέγεθος του πληθυσμού της χώρας το 10ο αιώνα, που κυμαίνονται από 250.000 ως 1.500.000 το 900 μ.Χ. Δεν υπάρχουν αρχαιολογικές ενδείξεις ότι οι Ούγγροι ευγενείς ζούσαν σε κάστρα το 10ο αιώνα.[55] Η αρχαιολογία αποκάλυψε μόνο ένα οχυρωμένο κτίριο που χρονολογείται στα τέλη του 9ου αιώνα (το κάστρο του Μόσαπρουτς).[56] Μόνο οι ανασκαφές κτιρίων του 11ου αιώνα δίνουν ορισμένα στοιχεία για την κατασκευή του κάστρου.[56] Ωστόσο το αποτέλεσμα των ανασκαφών στο Μπόρσοντ υποδηλώνει ότι ίσως οι ιεράρχες και οι ευγενείς ζούσαν σε πέτρινα σπίτια ήδη από το 10ο αιώνα.[57] Μουσουλμάνοι γεωγράφοι ανέφεραν ότι οι Ούγγροι ζούσαν σε σκηνές.[58] Εκτός από σκηνές οι απλοί άνθρωποι ζούσαν σε καταλύματα-λάκκους, αν και υπάρχουν αρχαιολογικές αποδείξεις για την εμφάνιση σπιτιών πολύχωρων [59]και από ξύλο και πέτρα.[60]

Περαιτέρω θεωρίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι ο λαός του πρίγκιπα Αρπαντ μιλούσε Τουρκική γλώσσα και οι Μαγυάροι βρίσκονταν στη Λεκάνη από το 680. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι τα νεκροταφεία των νεοφερμένων είναι πολύ μικρά, γεγονός που δείχνει ότι ο πληθυσμός δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να κάνει τα Ουγγρικά κυρίαρχη γλώσσα στη Λεκάνη. Ωστόσο φαίνεται ότι ο Αρπαντ ηγήθηκε της φυλής Megyer, πράγμα δύσκολο αν αυτή μιλούσε βουλγαρικά τούρκικα. Φυσικά, κατ' αρχήν οτιδήποτε μπορεί να συμβεί σε μια συμβίωση.[61]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 S. Wise Bauer, The history of the medieval world: from the conversion of Constantine to the First Crusade, W. W. Norton & Company, 2010, p. 586
  2. George H. Hodos, The East-Central European region: an historical outline, Greenwood Publishing Group, 1999, p. 19
  3. 3,0 3,1 Alfried Wieczorek, Hans-Martin Hinz, Council of Europe. Art Exhibition, Europe's centre around AD 1000, Volume 1, Volume 1, Theiss, 2000, pp. 363-372
  4. Ferenc Glatz, Magyar Történelmi Társulat, Etudes historiques hongroises 1990: Environment and society in Hungary, Institute of History of the Hungarian Academy of Sciences, 1990, p. 10
  5. Acta historica, Volumes 105-110, József Attila Tudom. Bölcs. Kar, 1998, p. 28
  6. 6,0 6,1 Antal Bartha, Hungarian society in the 9th and 10th centuries, Akadémiai Kiadó, 1975, pp- 53-84, (ISBN 978-963-05-0308-2)
  7. Oksana Buranbaeva, Vanja Mladineo, Culture and Customs of Hungary, ABC-CLIO, 2011, p. 19
  8. Colin Davies, The emergence of Western society: European history A.D. 300-1200, Macmillan, 1969, p. 181
  9. Jennifer Lawler, Encyclopedia of the Byzantine Empire, McFarland & Co., 2004, p.13
  10. Hadtörténelmi közlemények, Volume 114, Hadtörténeti Intézet és Múzeum, 2001, p. 131
  11. The encyclopedia Americana, Volume 14, Grolier Incorporated, 2002, p. 581
  12. Encyclopedia Americana, Volume 1, Scholastic Library Pub., 2006, p. 581
  13. 13,0 13,1 Louis Komzsik, Cycles of Time: From Infinity to Eternity, Trafford Publishing, 2011 p. 54
  14. 14,0 14,1 14,2 Acta orientalia Academiae Scientiarum Hungaricae, Volume 36 Magyar Tudományos Akadémia (Hungarian Academy of Sciences), 1982, p. 419
  15. Zahava Szász Stessel, Wine and thorns in Tokay Valley: Jewish life in Hungary : the history of Abaújszántó, Fairleigh Dickinson Univ Press, 1995, p. 47
  16. Peter Linehan, Janet Laughland Nelson. 2001. p. 79
  17. Anatoly Michailovich Khazanov,André Wink. 2001. p. 103
  18. Lendvai. 2003. p. 15
  19. 19,0 19,1 19,2 Paul Lendvai, The Hungarians: a thousand years of victory in defeat, C. Hurst & Co. Publishers, 2003, p. 15-29, p. 533
  20. University of British Columbia. Committee for Medieval Studies, Studies in medieval and renaissance history, Committee for Medieval Studies, University of British Columbia, 1980, p. 159
  21. 21,0 21,1 Peter F. Sugar, Péter Hanák A History of Hungary, Indiana University Press, 1994, pp 12-17
  22. Pál Engel, Tamás Pálosfalvi, Andrew Ayton, The Realm of St. Stephen: A History of Medieval Hungary, 895-1526, .B.Tauris, 2005, p. 27
  23. Gyula Decsy, A. J. Bodrogligeti, Ural-Altaische Jahrbücher, Volume 63, Otto Harrassowitz, 1991, p. 99
  24. György Balázs, Károly Szelényi, The Magyars: the birth of a European nation, Corvina, 1989, p. 8
  25. Alan W. Ertl, Toward an Understanding of Europe: A Political Economic Précis of Continental Integration, Universal-Publishers, 2008, p. 358
  26. Peter B. Golden, Nomads and their neighbours in the Russian steppe: Turks, Khazars and Qipchaqs, Ashgate/Variorum, 2003. "Tenth-century Byzantine sources, speaking in cultural more than ethnic terms, acknowledged a wide zone of diffusion by referring to the Khazar lands as 'Eastern Tourkia' and Hungary as 'Western Tourkia.'" Carter Vaughn Findley, The Turks in the World History Αρχειοθετήθηκε 5 February 2016 στο Wayback Machine., Oxford University Press, 2005, p. 51, citing Peter B. Golden, 'Imperial Ideology and the Sources of Political Unity Amongst the Pre-Činggisid Nomads of Western Eurasia,' Archivum Eurasiae Medii Aevi 2 (1982), 37–76.
  27. Carter V. Findley, The Turks in world history, Oxford University Press, 2005, p. 51
  28. Raphael Patai, The Jews of Hungary: History, Culture, Psychology, Wayne State University Press, 1996, p. 29, (ISBN 978-0814325612)
  29. 29,0 29,1 Kirschbaum, Stanislav J. (1995). A History of Slovakia: The Struggle for Survival. New York: Palgrave Macmillan; St. Martin's Press. σελ. 26. ISBN 978-0-312-10403-0. Ανακτήθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2009.  Cited: "Great Moravia was a vassal state of the Germanic Frankish Kingdom and paid an annual tribute to it."
  30. István Süli-Zakar, THE MOST IMPORTANT GEOPOLITICAL AND HISTOGEOGRAPHICAL QUESTIONS OF THE AGE OF THE CONQUEST AND THE FOUNDATION OF THE HUNGARIAN STATE, In: NEW RESULTS OF CROSS-BORDER CO-OPERATION, The Department of Social Geography and Regional Development Planning of the University of Debrecen & Institute for Euroregional Studies „Jean Monnet” European Centre of Excellence, 2011, p. 12, (ISBN 978-963-89167-3-0)
  31. Bryan Cartledge, Bryan Cartledge (Sir.), The will to survive: a history of Hungary, Timewell Press, 2006, p.6
  32. 32,0 32,1 Dora Wiebenson, József Sisa, Pál Lövei, The architecture of historic Hungary, MIT Press, 1998, p. 11, (ISBN 978-0-262-23192-3)
  33. Peter Heather, Empires and Barbarians: The Fall of Rome and the Birth of Europe, Pan Macmillan, 2012, p. 369, (ISBN 9780199892266)
  34. Clifford Rogers, The Oxford Encyclopedia of Medieval Warfare and Military Technology, Volume 1, Oxford University Press, 2010, p. 292
  35. Oksana Buranbaeva [1] Culture and Customs of Hungary
  36. The New Hungarian quarterly, Volumes 31-32, Corvina Press, 1990, p. 140
  37. 37,0 37,1 37,2 37,3 Lajos Gubcsi, Hungary in the Carpathian Basin, MoD Zrínyi Media Ltd, 2011
  38. 38,0 38,1 38,2 Révész, László (Μαρτίου 1996). A honfoglaló magyarok Északkelet- Magyarországon. Új Holnap 41. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Απριλίου 2012. 
  39. 39,0 39,1 39,2 39,3 Günter Prinzing, Maciej Salamon, Byzanz und Ostmitteleuropa 950 - 1453: Beiträge einer table-ronde während des XIX. International Congress of Byzantine Studies, Copenhagen 1996, Otto Harrassowitz Verlag, 1999, pp. 27-33
  40. 40,0 40,1 40,2 40,3 Nóra Berend, At the gate of Christendom: Jews, Muslims, and "pagans" in medieval Hungary, c. 1000-c. 1300, Cambridge University Press, 2001, p. 19
  41. 41,0 41,1 László Kósa, István Soós, A companion to Hungarian studies, Akadémiai Kiadó, 1999, p. 113
  42. 42,0 42,1 42,2 Révész, László (20 Δεκεμβρίου 2010). Hunok, Avarok, Magyarok (Huns, Avars, Magyars) (PDF). Hitel folyóirat (Magazine of Hitel). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 19 Μαρτίου 2012. 
  43. Révész, László (Φεβρουαρίου 2008). A Felső-Tisza-vidék honfoglalás kori temetői. História (Magazine of História). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Αυγούστου 2020. Ανακτήθηκε στις 15 Μαρτίου 2022. 
  44. Stanislav J. Kirschbaum [2] A History of Slovakia: The Struggle for Survival
  45. 45,0 45,1 45,2 József Attila Tudományegyetem., Bölcsészettudományi Kar (University of József Attila), Acta historica, Volumes 92-98, 1991, p. 3
  46. Miklós Molnár [3] A Concise History of Hungary
  47. András Gerő, A magyar történelem vitatott személyiségei, Volume 3, Kossuth, 2004, p. 13, (ISBN 978-963-09-4597-4)
  48. Mark Whittow, The making of Byzantium, 600-1025, University of California Press, 1996, p. 294
  49. Ferenc Glatz, Magyarok a Kárpát-medencében, Pallas Lap- és Könyvkiadó Vállalat, 1988, p. 21
  50. Kevin Alan Brook, The Jews of Khazaria, Rowman & Littlefield, 2009, p. 253
  51. Victor Spinei, The Great Migrations in the East and South East of Europe from the Ninth to the Thirteenth Century: Hungarians, Pechenegs and Uzes, Hakkert, 2006, p. 42
  52. 52,0 52,1 52,2 52,3 Timothy Reuter, The New Cambridge Medieval History: c. 900-c. 1024, Cambridge University Press, 1995, p. 543-545, (ISBN 978-0-521-36447-8)
  53. Michael David Harkavy, The new Webster's international encyclopedia: the new illustrated reference guide, Trident Press International, 1998, p. 70
  54. András Róna-Tas, A honfoglaló magyar nép, Balassi Kiadó Budapest, 1997, (ISBN 963-506-140-4)
  55. Berend, Urbańczyk & Wiszewski 2013, σελ. 72.
  56. 56,0 56,1 Wolf & Takács 2011, σελ. 238.
  57. Wolf 2008, σελ. 14.
  58. Balassa 1997, σελ. 291.
  59. Wolf & Takács 2011, σελ. 209.
  60. Wolf 2008, σελίδες 13–14.
  61. Proto-Magyar Texts from the middle of 1st Middle of 1st Millenium? or Are they published or not? B. Lukács, President of Matter Evolution Subcommittee of the HAS. H-1525 Bp. 114. Pf. 49., Budapest, Hungary.