Αλεποχώρι Έβρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°27′5″N 26°12′29″E / 41.45139°N 26.20806°E / 41.45139; 26.20806

Αλεποχώρι
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Αλεποχώρι
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΠεριφέρειαΑνατολική Μακεδονία και Θράκη
ΔήμοςΔήμος Διδυμοτείχου
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότηταΝομός Έβρου
Έκταση27.6 χλμ2
ΥψόμετροΒόρεια πλευρά του χωριού 103μ. Νότια πλευρά του χωριού 67μ.
Πληθυσμός237 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΜπας Καραμπουνάρ (βαθύ μαύρο πηγάδι, παλαιότερο όνομα) Τιλκίκ' (Αλεπού/Αλεποχώρι, νεότερο όνομα)
Ταχ. κωδ.68010
Τηλ. κωδ.25530
http://alepohorievrosthraki.blogspot.gr/

Το Αλεποχώρι είναι οικισμός του Νομού Έβρου. Η επίσημη ονομασία είναι “το Αλεποχώριον”. Το χωριό θεωρείται πολύ παλιό και οι κάτοικοί του, είναι γηγενείς Έλληνες.[1]

Γεωγραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό βρίσκεται ακριβώς πάνω στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα (300 μ. από τα τελευταία σπίτια). Το χωριό αναγνωρίστηκε ως κοινότητα το 1929, προερχόμενο από την κοινότητα Μεταξάδων, ενώ το 1956 προσαρτήθηκε σε αυτήν ο οικισμός της Πολιάς. Σήμερα είναι δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Διδυμοτείχου.[2]

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάφοροι μύθοι που ακούγονται λένε πως στο χωριό υπήρχε ένας Τούρκος Αγάς ο οποίος έπαιρνε τις νύφες την πρώτη νύχτα του γάμου τους, στο δικό του σπίτι. Οι κάτοικοι του χωριού κατάφεραν με πονηρό τρόπο να στείλουν κάποιον στην Πόλη για να διαμαρτυρηθούν στο Σουλτάνο, ο οποίος τους δικαίωσε και καθαίρεσε τον Αγά. Ο αγάς φεύγοντας από το χωριό αποκάλεσε τους κατοίκους «αλεπούδες» και έτσι πήρε το χωριό το όνομά του.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Αλεποχώρι είναι από τους πρώτους και πιο παλιούς οικισμούς του Ν.Έβρου. Οι πρώτοι κάτοικοι του αριθμούνταν στους 300 και τα οικήματα στα 50. Συνοπτικά, το 1770 το χωριό πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε από τους Τούρκους. Ωστόσο οι κάτοικοι των γύρω χωριών βοήθησαν στο να ξαναχτιστεί το χωριό.

Το χωριό επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τις μαρτυρίες τις ιστορικές που υπάρχουν καθώς και από την παράδοση στο χωριό φαίνεται ότι το Αλεποχώρι είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της περιοχής Διδυμοτείχου. Η παράδοση λέει ότι το χωριό ήταν πολύ μεγάλο με 800 περίπου σπίτια.

Στην άκρη του χωριού κοντά στον "τσισμέ" ζούσε ένας Καλόγερος ολομόναχος. Οι κάτοικοι τον συντηρούσαν προσφέροντάς τον φαγητό. Την εποχή εκείνη στη θέση "Γιαλαδαρκή" γινόταν μεγάλο παζάρι. Εκεί υπήρχε μια μεγάλη βρύση. Το νερό ερχόταν με "κιούγκια" από την περιοχή του σημερινού παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής. Τα κιούγκια βρέθηκαν με πρόσφατες ανασκαφές. Κάποια μέρα μια γυναίκα απ΄το χωριό δεν πήγε φαγητό στον Καλόγερο. Τότε αυτός την καταράστηκε και μαζί μ΄αυτήν ολόκληρο το χωριό. Σε λίγες μέρες χτύπησε τους κατοίκους χολέρα-πανούκλα και πέθαναν πολλοί άνθρωποι. Οι περισσότεροι είναι θαμμένοι στη θέση "Αμπέλια" όπου μέχρι και σήμερα σώζονται νεκροταφεία. Πολλοί κάτοικοι έφυγαν και έμειναν μόνο επτά οικογένειες. Σιγά σιγά όμως το χωριό πάλι μεγάλωσε. Δύο καλντερίμια που σώζονται μέχρι και σήμερα οδηγούσαν προς την παλαιά εκκλησία και τον "τσισμέ".

Το χωριό επί Τουρκοκρατίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, το χωριό ονομαζόταν: ''Μπας Καρά Μπουνάρ'' που σημαίνει ''Μαύρο Βαθή Πηγάδι''.Απ'ότι λένε οι γεροντότεροι το νερό των πηγαδιών που υπήρχαν ήταν μαύρο και πικρό. Έξω από το χωριό που κατοικούσαν οι Χριστιανοί και το οποίο ήταν πολύ μεγάλο γιατί συνεχώς ανακαλύπτονται κεραμίδια, πέτρες, κιούγκια για νερό (που μαρτυράν το μέγεθος του) και σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου υπήρχε τούρκικο χωριό όπου έμενε ο Μπέης με τη φρουρά του, τους αράπηδες και κάποιους άλλους Τούρκους. Το χωριό των Τούρκων ήταν ακριβώς εκεί που είναι σήμερα η οριογραμμή που χωρίζει το χωριό από τη Βουλγαρία. Το παλιό χωριό που ήταν στη διασταύρωση των δρόμων, από το Ορτάκιοϊ στο Διδυμότειχο.[3]

Η καταπίεση από τους Τούρκους ήταν καθημερινή με όλα τα γνωστά επακόλουθα (παιδομάζωμα, αρπαγή αγαθών, φόροι και αλλά). Ένα από τα χειρότερα δεινά των κατοίκων από τους Τούρκους ήταν ότι: Οι Τουρκοαράπηδες έπαιρναν την πρώτη νύχτα του γάμου τη νύφη από το γαμπρό. Το γεγονός αυτό είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος και η πιο εξευτελιστική πράξη σε κάθε νέο ζευγάρι που παντρευόταν. Η νύφη περνούσε μαρτυρικές ώρες ομαδικού βιασμού και βιασμού της προσωπικότητάς της. Αυτό διήρκησε για πολλά χρόνια. Κάποια στιγμή όμως οι νέοι του χωριού δεν άντεξαν περισσότερα.

Συννενοήθηκαν και αποφάσισαν, μια επιτροπή από τρεις νεαρούς, να ξεκινήσει από το χωριό και να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν η έδρα του Σουλτάνου. Εκεί θα επιδίωκε να συναντηθεί μαζί του για να εκθέσει το πρόβλημα αυτό που τους βασάνιζε εδώ και χρόνια. Ορίστηκαν τρεις νέοι και ξεκίνησαν με πολλές προφυλάξεις να πάνε στην Κωνσταντινούπολη. Μέσω των τουρκικών φυλακίων και χωριών μπαίνοντας στην Ανατολική Θράκη μετά από πολλές μέρες έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη. Την ημέρα που έφτασαν στην Πόλη, λέει η παράδοση, γινόταν μια εκδήλωση όπου θα παρευρισκόταν ο Σουλτάνος. Οι άκρες του δρόμου ήταν γεμάτη κόσμο. Οι τρεις νεαροί θέλοντας να τραβήξουν την προσοχή του, ώρα που θα περνούσε από μπροστά τους αφού μπήκαν μέσα στο πλήθος, σκέφτηκαν και σήκωσαν στα χέρια τους τρεις τενεκέδες με φωτιά πολύ ψηλά. Περνώντας ο Σουλτάνος αντιλήφθηκε την παρουσία τους και τους κάλεσε στο παλάτι να του εκφράσουν το πρόβλημά τους. Όταν έγινε η συνάντηση του διηγήθηκαν όλα όσα συνέβαιναν στο χωριό. Εξαγριώθηκε τότε ο Σουλτάνος και διέταξε έναν Τούρκο αξιωματικό με ισχυρή φρουρά να επισκεφθεί το χωριό και αν πράγματι συνέβαινε αυτό που του διηγήθηκαν να τους τιμωρίσει. Την ώρα που ετοιμάστηκαν να φύγουν οι νέοι αφού τον ευχαρίστησαν, τους ζήτησε να του λύσουν την απορία, πως κατόρθωσαν να φτάσουν στην Πόλη, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τα τουρκικά φυλάκια. Εκείνοι του είπαν πως ήρθαν με πολλές προφυλάξεις, κρυβόμενοι και παραπλανώντας τους στρατιώτες με διάφορους πονηρούς τρόπους.

Τότε ο Σουλτάνος τους αποκάλεσε ''τιλκίκ'' (αλεπούδες) και από τότε το χωριό πήρε την τουρκική ονομασία: ''Τιλκικιοϊ''. Όταν επέστρεψαν οι νέοι στο χωριό, διηγήθηκαν τα πάντα στους συγχωριανούς και περίμεναν την άφιξη της τουρκικής φρουράς για να ερευνήσει το θέμα. Σε λίγες μέρες έφτασε ο αξιωματικός με τους στρατιώτες του και αφού βεβαιώθηκε ότι πράγματι συνέβαινε αυτό με την αρπαγή της νύφης, την πρώτη νύχτα του γάμου, διέταξε τους στρατιώτες του και σκότωσαν τον Μπέη με τους Αράπηδες και όλους όσους εμπλέκονταν σ'αυτην την υπόθεση. Δύο γέροι Τούρκοι κατάφεραν να διαφύγουν. Ο ''Ακσακάλ'' που σημαίνει "άσπρα γενιά" και ο ''Αμπντουλάχ''. Αυτοί έφυγαν και ίδρυσαν αντίστοιχα τα χωριά ''Ακσακάλ''-(Πολιά) και ''Αμπντούλα-(Αβδέλλα). Το 1893 λειτούργησε το πρώτο σχολείο στο χωριό.[2]

Έτσι για πολλά χρόνια το χωριό ονομαζόταν ''Τιλκίκιοϊ'' και μετά την απελευθέρωση πήρε το Ελληνικό όνομα ''Αλεποχώρι''. Υπάρχει και η δεύτερη εκδοχή ότι πήρε το όνομα από τις πολλές αλεπούδες που υπήρχαν στην περιοχή , αλλά ισχυρότερη είναι την πρώτη που μεταφέρεται εδώ και πολλά χρόνια από στόμα σε στόμα. Την εποχή της Τουρκοκρατίας όλα τα σκέπαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Η σκλαβιά στο χωριό διήρκησε πάρα πολλά χρόνια.

Τουρκοπατήθηκε περί του 1350 όταν αλώθηκε και η Αδριανούπολη. Το 1893 λειτούργησε για πρώτη φορά το σχολείο του χωριού.[4]

Νεότερη ιστορία του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πινακίδα εισόδου του χωριού στον δρόμο
Οι μαθητές του σχολείου Αλεποχωρίου (1936)

Στα νεότερα χρόνια, από τον 18ο αι. και μετά, το αστικό ελληνικό στοιχείο ανθεί οικονομικά και πνευματικά, γεγονός που φαίνεται έντονα στην κοσμική και εκκλησιαστική αρχιτεκτονική και τέχνη.[5] Αργότερα το χωριό κατακτήθηκε από τους Βούλγαρους. Το 1920, μετά την απελευθέρωση της Θράκης άρχισε να παίρνει τη σύγχρονη μορφή του. Το 1922 ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή, ήρθαν πολλές οικογένειες προσφύγων (22 οικογένειες). Έχτισαν τα σπίτια τους και τους δόθηκαν κτήματα για καλλιέργεια, από την έκταση του χώρου. Σήμερα πρόσφυγες δεν υπάρχουν στο χωριό παρά ελάχιστοι. Οι περισσότεροι έχουν φύγει προς Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Η Ιταλική και η Γερμανική κατοχή, άφησε τα σημάδια της στο χωριό.

Αρκετά παλικάρια του χωριού πολέμησαν στα βουνά της Αλβανίας στο έπος του 1940 όπως και στη Μικρασιατική καταστροφή. Το χωριό αρκετά ταλαιπωρήθηκε την περίοδο του εμφυλίου πολέμου 1946-1949 επειδή ήταν δίπλα στη Βουλγαρία. Έγινε σημείο πολλών συγκρούσεων της εμφύλιας διαμάχης. Πολλές φορές εκκενώθηκε, είχε αρκετά θύματα στον εμφύλιο πόλεμο. Μετά τον εμφύλιο προσπάθησε να ανασυγκροτηθεί και το κατόρθωσε. Στις 17 Ιουνίου 1947 μια ομάδα ανταρτών μπήκε στο Αλεποχώρι και έκαψε το σπίτι ενός αγροφύλακα, ενώ στρατολόγησε όπως ανακοινώθηκε, 35 ομοϊδεάτες. Ταυτόχρονα την ομάδα ακολούθησαν και 15 οικογένειες του χωριού προσκείμενες στο ΚΚΕ. Πάντως 7 από τους φερόμενους ως επιστρατευθέντες επέστρεψαν στο χωριό. Αυτοί, φοβούμενοι ακριβώς το ενδεχόμενο της βίαιης στρατολόγησής τους, είχαν κρυφτεί.[6] Αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, μια ευάριθμη ομάδα ανταρτών εισέβαλε βορειότερα στο Αλεποχώρι, εγγύτατα στα βουλγαρικά σύνορα και πήρε τρόφιμα, που τα φόρτωσε σε βοϊδάμαξες και τα μετέφερε στην τοποθεσία Γκεχτσέ Μπουνάρ,  κοντά στην οροθετική γραμμή των συνόρων με τη Βουλγαρία.[7]

Τα σύνορα τα υπάρχοντα, είχαν οριστεί μετά τις συνθήκες του Ελληνικού κράτους με τη Βουλγαρία-Τουρκία. Η μέχρι πρότινος κοινότητα Αλεποχωρίου αποτελείται από 25.000 περίπου στρέμματα, από τα οποία 12.000 είναι καλλιεργήσιμα και τα υπόλοιπα δάση. Με αγώνες που έκαναν κάτοικοι, αρκετή έκταση του δημοσίου άλλαξε καθεστώς και έγινε κοινοτική. Δύο μεγάλοι αναδασμοί έγιναν το 1960 και το 1990. Πολλοί κάτοικοι έχουν στα χέρια τους συμβόλαια αγοράς χωραφιών από Τούρκους τσιφλικάδες.

Τη δεκαετία του 1960 αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν στο εσωτερικό της χώρας (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) και στο εξωτερικό (Γερμανία-Βέλγιο-Αμερική-Αυστραλία).[8]

Ιστορικά μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Αγίου Αθανασίου

Ναός Αγίου Αθανασίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο παλαιότερος ναός στο χωριό είναι ο ναός του Αγίου Αθανασίου. Χτίστηκε το 1729 χωρίς να έχει παράθυρα και καμπαναριό, αλλά σπάνιας ομορφιάς τοιχογραφίες. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι στο γυναικωνίτη, ο οποίος βρίσκεται στο πίσω μέρος του ναού και χωριζόταν με τον κυρίως ναό με καφασωτά, υπάρχουν αναπαραστάσεις των "κριμάτων", της τιμωρίας, δηλαδή των αμαρτωλών στη δεύτερη παρουσία.

Ενδιαφέρον δείχνουν οι πολλές ταφόπλακες στον χώρο γύρω από το ναό, καθώς και η αναπαράσταση του δέντρου της ζωής στην είσοδο του νεκροταφείου. Ταπεινή στην εμφάνιση και στο ύψος και καταχωμένη κατά ένα μέρος μέσα στη γη, για να μην προκαλεί τον αλλόπιστο κατακτητή. Λένε πως ήταν το "κρυφό σχολειό" της περιοχής και της εποχής που οικοδομήθηκε. Είναι διακοσμημένη με τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτο τέμπλο της ίδιας εποχής.[9] Επίσης εντυπωσιάζει μια εξαιρετικά σπάνια αναπαράσταση ζωόμορφο κυνοκέφαλου Αγίου. Πρόκειται για τον Άγιο Χριστόφορο που παρουσιάζεται ως άνθρωπος με κεφάλι σκύλου. Παρόμοια παράσταση του Αγίου εκτίθεται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.[10]

Ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας αναλύει τους λόγους που δικαιολογούν τις αρχιτεκτονικές επιλογές στα κτήρια αυτής της περιόδου, λέγοντας ότι η μορφή των εκκλησιών είναι αποτέλεσμα του φόβου των κατοίκων να μην προκαλέσουν το μένος των κατακτητών, καθώς συχνά έπεφταν θύματα των γενίτσαρων και των ντελιμπάσηδων που λυμαίνονταν την περιοχή της Θράκης με εφαλτήριο την Κωνσταντινούπολη. Περιγράφει, με γλαφυρό ύφος, το γεγονός ότι η Θράκη αποτελεί το προαύλιο της Πρωτεύουσας, στο οποίο εφορμούσαν οι παραπάνω προκαλώντας ζημιές και σκορπώντας τον τρόμο.[11]

Ασχολίες των κατοίκων του Αλεποχωρίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων από τα πολύ παλιά χρόνια ήταν η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Γεωργία: Η περιοχή ήταν σιτοπαραγωγική. Το όργωμα γινόταν με τα βόδια και το αλέτρι. Ο γεωργός είχε στον ώμο του το δισάκι με το σπόρο, έσπερνε και μετά σβάρνιζε με την ξύλινη σβάρνα. Ο θερισμός γινόταν με το δρεπάνι και αφού γινόταν οι θυμωνιές ακολουθούσε το αλώνισμα με την ''ντουκάνα'' (ξύλινο αντικείμενο με αιχμηρές πέτρες, αργότερα με την ''μπατόζα'' (μηχανή που δούλευε με τη βοήθεια τρακτέρ) και τέλος με τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές. Στο χωριό υπήρχε νερόμυλος δίπλα στον Ερυθροπόταμο και εκεί οι κάτοικοι έκαναν το αλεύρι τους και τους γιαρμάδες (τροφή για τα ζώα). Σήμερα η γεωργία έχει αλλάξει μορφή. Μετά τους δύο μεγάλους αναδασμούς που έγιναν, σύγχρονα μηχανήματα χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια της γης και οι καλλιέργειες επίσης έχουν αλλάξει (βαμβάκι, ήλιος, τεύτλα, καλαμπόκια, πατάτες).

Κτηνοτροφία: Παλαιότερα υπήρχαν πάρα πολλά ζώα στο χωριό. Σ'αυτό υπήρχαν και υπάρχουν μεγάλα και πλούσια βοσκοτόπια. Κάθε σπίτι είχε τις αγελάδες, τα βόδια, τα βουβάλια, τα πρόβατα, τα κατσίκια, τα γουρούνια, τις κότες. Σήμερα η κτηνοτροφία σχεδόν δεν υπάρχει. Αγελάδες έχουν μείνει ελάχιστες, το γαϊδούρι είναι είδος προς εξαφάνιση. Επίσης τα κοπάδια προβάτων και κατσικιών έμειναν ελάχιστα.

Μεταξοσκώληκας: Για αρκετά χρόνια, οι κάτοικοι ασχολούνταν με τους μεταξοσκώληκες. Μόλις όμως ξεριζώθηκαν οι μουριές, από την κοιλάδα του Ερυθροποτάμου, έπαψε η δραστηριότητα αυτή. Τα ''κουκούλια'' τα μεγάλωναν μέσα στα χαϊάτια των σπιτιών και τα πουλούσαν στους εμπόρους στο Διδυμότειχο και στο Σουφλί. Έτσι είχαν ένα έσοδο για τα οικονομικά του σπιτιού.

Αμπέλι: Το αμπέλι υπήρχε και υπάρχει μέχρι σήμερα. Οι αμπελώνες βρίσκονται στην ΒΑ πλευρά του χωριού, σε πλαγιά και ομορφαίνουν την περιοχή. Το Αλεποχώρι φημίζεται για το κρασί και το τσίπουρό του.

Αργαλειός: Κυρία σχόλια των γυναικών ήταν ο αργαλειός (βαμβάκι, μαλλί, λανάρισμα μαλλιού, γνέσιμο, ροδάνισμα, βάψιμο ,υφαντά). Ένα είδος υφαντών ήταν και η κουρελού και τα καραμιλωτά.

Κυνήγι: Στο Αλεποχώρι υπάρχουν μεγάλοι κυνηγότοποι. Στα Βυζαντινά χρόνια ερχόταν αυτοκράτορες να κυνηγήσουν όταν επισκεπτόταν το Διδυμότειχο. Σήμερα υπάρχει αρκετό κυνήγι (λαγοί, αλεπούδες, λύκοι, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, αγριόπαπιες και άλλα) και φημισμένοι κυνηγοί.

Στο παλιό χωριό υπήρχε ''Αλμπαντό''. Ήταν το μέρος όπου ο ''Αλμπάντης'' , καθάριζε τα πέλματα των ποδιών των μεγάλων ζώων (βόδια, αγελάδες, άλογα) και τα καλύβωνε (τα τοποθετούσε πέταλα).

Οι πρόσφυγες είχαν φέρει τις δικές τους τέχνες. Έκαναν ''κουπάνες'', ''σκαφίδια'', ''πινακωτές'' και διάφορα εργαλεία για το κάρο-αμάξι. Αργότερα εμφανίστηκαν οι σιδεράδες.[12]

Κατηγορίες κατοικιών του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο χαρακτηριστικό της κατοικίας του Αλεποχωρίου είναι το ''διώροφο πέτρινο'' σπίτι . Αν δούμε τις κατοικίες του χωριού που υπάρχουν μέχρι σήμερα θα τις χωρίσουμε σε τέσσερις κατηγορίες:

Το παλιό πέτρινο σπίτι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πέτρα που εξορυσσόταν από το τοπικό λατομείο Μεταξάδων

Διώροφο σπίτι χτισμένο με πέτρα από τα λατομεία των Μεταξάδων. Στο κάτω μέρος του σπιτιού υπήρχε ένας μικρός διάδρομος, ένα δωμάτιο δίπλα στο οποίο υπήρχε το ''αμπάρι'' (αποθήκη) και στην απέναντι πλευρά το ''αχούρι''. Η εσωτερική σκάλα οδηγούσε στον πάνω όροφο όπου υπήρχε το ''χαϊάτι'' (μεγάλο σαλόνι) άλλα δύο δωμάτια και στο πίσω μέρος υπήρχε η "σαμαλούκα" (αχυρώνας). Τα σπίτια αυτά χτιζόταν από μαστόρους του χωριού που πελεκουσαν την πέτρα. Η κάθε πέτρα κολλούσε στην άλλη με τη λάσπη (χώμα και άχυρο). Ενδιάμεσα στις πέτρες τοποθετούσαν χοντρά ξύλα για να δέσει το σπίτι και νά είναι αντισεισμικό. Το δάπεδο του επάνω ορόφου ήταν ξύλινο. Τα παράθυρα, πόρτες όλα ξύλινα, με ξύλο βελανιδιάς από το δάσος του χωριού. Για την κατασκευή εκτός από τους μαστόρους βοηθούσε σχεδόν όλο το χωριό. Στα θεμέλια σφαζόταν πάντα ένας κόκορας και όταν έφταναν στη σκέπη, ο πρωτομάστορας έκανε ένα στεφάνι από λουλούδια και για όλους όσους έφερναν ένα δώρο φώναζε μια ευχή. Οι Εσωτερικοί χώροι ήταν έτσι διαμορφωμένοι ώστε εξυπηρετούσαν όλες τις ανάγκες (ύπνο, αποθήκη, κουκουλια, ζώα, αρραβώνες, γάμους).

Το προσφυγικό σπίτι

Το 1922 μετά την Μικρασιατική καταστροφή, οι πρόσφυγες που ήρθαν στο χωριό, έχτισαν τη δική τους γειτονιά με την δική τους αρχιτεκτονική. Τα σπίτια τους ήταν μικρότερα και χτισμένα με το ''κιρπίτσι'' (λάσπη με άχυρο, ξεραμένα στον ήλιο και γινόταν σαν πέτρα). Από έξω ήταν αλειμμένα με λάσπη (χώμα, κοπριά) για να μην παθαίνουν διάβρωση από τη βροχή.

Το καινούργιο σπίτι

Μετά το 1950 τα σπίτια χτιζόταν με την ίδια αρχιτεκτονική με τα παλιά, αλλά με καλύτερη διαρρύθμιση και αντί για ξύλα στο εσωτερικό του τοίχου χρησιμοποιούνταν τσιμέντο. Τέτοια σπίτια σώζονται αρκετά στο χωριό σήμερα και δίνουν μια ξεχωριστή ομορφιά.

Το σύγχρονο σπίτι

Τα τελευταία χρόνια, τα σπίτια που χτίζονται είναι από τούβλα με μοντέρνα σχέδια και με όλες τις ανέσεις. Κάθε κατοικία ήταν χτισμένη σε μεγάλο οικόπεδο. Το οικόπεδο πολύ παλιά ήταν φραγμένο με "τσαλιά" ή "πλεγμένα γάβρα". Στην αυλή υπήρχε ο "φούρνος" που ήθελε αρκετή δουλειά και τέχνη για να χτιστεί. Έξω στην αυλή υπήρχε το αποχωρητήριο, φτιαγμένο με ξύλα. Σε μια άκρη υπήρχαν τα ξύλα για το χειμώνα και το καλοκαίρι. Στην αυλή υπήρχε επίσης το ''κμάσι'' (χώρος για το γουρούνι). Αν υπήρχαν πρόβατα ή κατσίκια υπήρχε το "μαντρί-σαϊάς" .Τα ζώα που υπήρχαν στο στάβλο, ήταν τα βόδια για όργωμα, οι αγελάδες, τα βουβάλια, τα γαϊδούρια και στην αυλή τριγύριζαν το σκυλί, η γάτα, οι κότες, οι πάπιες, τα μικρά γουρουνάκια.[13]

Απογραφές Πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έτος Αλεποχώρι Τοπική Κοινότητα
1981 464 696 [14]
1991 427 609 [15]
2001 308 474 [16]
2011* 237 365

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Ο ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟ ΑΛΕΠΟΧΩΡΙ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ». 
  2. «Το Αλεποχώρι». 
  3. «ΑΛΕΠΟΧΩΡΙ (Χωριό)». 
  4. «ΑΑ portal». 
  5. «Ιστορία του Έβρου». 
  6. «ΝΕΩΤΕΡΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Το αιματηρό χρονικό του 1947 στον Έβρο…». 
  7. «Ο αδελφοκτόνος χειμώνας του 1946 στον Έβρο | gkatzios news». 
  8. «Ιστορία χωριού». 
  9. «ΑΛΕΠΟΧΩΡΙ (Χωριό) ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ - GTP». 
  10. «Ο ΜΕΤΑΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΟ ΑΛΕΠΟΧΩΡΙ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ». 
  11. «Παραδοσιακός οικισμός Μεταξάδων – Πρότυπο βιοκλιματικής & οικολογικής προσαρμογής (μέρος Β΄) | dasarxeio.com». dasarxeio.com. Ανακτήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2019. 
  12. «Ασχολίες των κατοίκων του Αλεποχωρίου». 
  13. «Η Κατοικία». 
  14. Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού - κατοικιών της 5ης Απριλίου 1981
  15. «Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού - κατοικιών της 17ης Μαρτίου 1991» (PDF). Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 14 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2014. 
  16. Απογραφή 2001