Πετράδες Έβρου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 41°20′48″N 26°36′21″E / 41.34667°N 26.60583°E / 41.34667; 26.60583

Πετράδες
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Πετράδες
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
Γεωγραφία και στατιστική
Περιφερειακή ενότητανομός Έβρου
Υψόμετρο85
Πληθυσμός184 (2011)
Άλλα
Παλαιά ονομασίαΤαχτσιάρ-Αρναούτκιοϊ
Ταχ. κωδ.68300
Τηλ. κωδ.25530

Οι Πετράδες είναι παραδοσιακός οικισμός του νομού Έβρου.

Τοποθεσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό των Πετράδων βρίσκεται περίπου 10 χμ. ανατολικά του Διδυμοτείχου στην εσοχή ακριβώς του νομού Έβρου προς την Τουρκία. Μαζί με το διπλανό χωριό Πύθιο αποτελούν τα ανατολικότερα χερσαία εδάφη της Ελλάδας, μόνο που η απουσία πεδινού εδάφους ανάμεσα στο χωριό και στο ποταμό Έβρο φέρνουν τον οικισμό των Πετράδων μια ανάσα (500μ. τα τελευταία σπίτια) από την Τουρκία.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καταγωγή και ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό των Πετράδων είναι από τα πιο παλιά της περιοχής. Ο πληθυσμός του είναι ντόπιος και υπήρχε πριν τη δημιουργία χωριών της περιοχής, που προήλθαν από πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, με την ανταλλαγή πληθυσμών του 1922. Σύμφωνα με μια εκδοχή, οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού προέρχονταν από τη βόρειο Ήπειρο.

Για την παρουσία τους στον ευρύτερο χώρο της Θράκης υπάρχουν δύο θεωρίες. Πρώτη είναι αυτή που συνδέεται με τις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, τόσο στον ελληνικό όσο και στον εξωτερικό του χώρο. Ομάδες Ηπειρωτών μαστόρων, οργανωμένες σε συντεχνίες (εσνάφια ή ισνάφια), άριστοι γνώστες της οικοδομικής τέχνης διέσχιζαν τον ελλαδικό χώρο κατασκευάζοντας γεφύρια, κατοικίες κτλ. Έτσι είναι πιθανόν περιπλανώμενοι να έφτασαν και στην περιοχή και κάποιοι απ’ αυτούς (επειδή ίσως ανακάλυψαν και την άφθονη πέτρα του τόπου) εγκαταστάθηκαν μόνιμα.

Η δεύτερη εκδοχή αναφέρεται στη βίαιη μετακίνηση ομάδων μαστόρων από την περιοχή εκείνη στην Αδριανούπολη για να την ανοικοδομήσουν μετά την καταστροφή της από τη μεγάλη πυρκαγιά. Το έργο αυτό κράτησε χρόνια. Ρίζωσαν στη γύρω περιοχή και μετά το τέλος του έργου έμειναν οριστικά στη Θράκη. Tη σχέση των κατοίκων με τους Βορειοηπειρώτες μαρτυρούν και τα οικογενειακά επώνυμα όπως Νταντάκας, Μπούρας, Καρατσιώρας, Κατσίκας ή τα καθαρά βορειοηπειρωτικά Γκέκας, Γκίκας κτλ.

Το όνομα του χωριού προήλθε απ’ την τουρκική ονομασία Ταστσί-Αρναούτκιοϊ, (tas=πέτρα, tasci=ο τεχνιτης πέτρας) που σημαίνει οι τεχνίτες της πέτρας δηλ. οι "πετράδες".

Η πρώτη θέση και η μετακίνηση του χωριού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ευρήματα οικιακών συσκευών και τμήματα κτισμάτων βεβαιώνουν ότι το χωριό προϋπήρχε σε άλλη τοποθεσία γνωστή με το όνομα «Τσαρτσάρα» κοντά στον ποταμό Έβρο. Επίσης στην ίδια θέση έχουν βρεθεί πολλά ανθρώπινα οστά, μάλλον από κάποιο νεκροταφείο της εποχής. Στη σημερινή του θέση μεταφέρθηκε πιθανότατα ανάμεσα στις δεκαετίες του 1840 με 1860.

Το 1864 το χωριό αριθμούσε 756 κατοίκους. Η πρώτη εγγραφή στο Μητρώο αρρένων του χωριού είναι το 1848 αγοριού με το επώνυμο Τολίδης. Τα στοιχεία έχουν ληφθεί από νεότερα έγγραφα, καθώς τα παλιά κοινοτικά έγγραφα καταστράφηκαν όταν κάηκε το κοινοτικό κατάστημα, γι’ αυτό και υπάρχουν μεγάλα κενά στην «επίσημη» ιστορία του χωριού. Η πιο πιθανή αιτία της μετακίνησης φαίνεται να είναι η ελονοσία, όπως επίσης και το γεγονός ότι πολλά παιδιά πνίγονταν στο ποτάμι. Βλέποντας κανείς τη σημερινή τοποθεσία του χωριού διαπιστώνει αμέσως ποιες ανάγκες εξυπηρέτησε η μετακίνηση. Χτισμένο σε ανηφορικό έδαφος πολύ πιο μακριά απ΄ το ποτάμι, παρείχε απόλυτη προστασία απ΄ τις πλημμύρες του Έβρου και όντας μακριά απ’ τα βαλτοτόπια που υπήρχαν δίπλα στο ποτάμι εξασφάλιζε την προστασία τους από την ελονοσία.

Στις αρχές του 20ού αιώνα στον οικισμό λειτουργούσε ελληνικό γραμματοδιδασκαλείο με 40 μαθητές[1].

H εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται η εκκλησία της Κοιμήσεως Θεοτόκου που κατά την επιγραφή που υπάρχει στο τέμπλο κτίστηκε σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Σαράντη Ντριμόνα το 1876. Η άφθονη οικοδομική πέτρα από τα νταμάρια του χωριού και η τέχνη των Πετραδιωτών συναντήθηκαν δημιουργικά για να κτισθεί η τρίκλιτη Βασιλική με κολόνες από ξύλο βελανιδιάς, που καλύφτηκαν με κατσικότριχα και γύψο για να γίνουν κυλινδρικές χωρίζοντας το ναό σε τρία μέρη.

Το ξύλινο τέμπλο του ναού στολίζεται από εντυπωσιακό ξυλόγλυπτο τόξο με ακτίνες συμμετρικά εκτεινόμενες προς τα πάνω από τον τριγωνικό οφθαλμό. Στην αριστερή και δεξιά πτέρυγα του ναού υπάρχει ξυλόγλυπτη μορφή φουστανελοφόρου που κρατά σπαθί και σταυρό στη μία, και στην άλλη βρίσκεται ανάμεσα σε κεντροφόρους δράκοντες.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βαλσαμίδης, Πασχάλης (2004). «Τα ελληνικά σχολεία στο βιλαέτι Αδριανουπόλεως». Δελτίο Εταιρείας Μελέτης της καθ' ημάς Ανατολής. τόμος Α΄. Αθήνα. σελ. 143. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]