Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αγάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ένας Γενιτσάρ Αγάς, περ. 1809 από άγνωστο Έλληνα καλλιτέχνη.

Ο τίτλος Αγάς αποτελούσε σημαντική διοικητική και κοινωνική βαθμίδα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποδιδόμενος σε άρχοντες ή διοικητές διαφόρων βαθμίδων. Στην οθωμανική τουρκική γλώσσα η λέξη ağa ή agha, περσικής ετυμολογικής προέλευσης (Āġā), σημαίνει «κύριος», «πάτρωνας», «αρχηγός» ή «σεβαστός άνδρας»,[1] ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απαντά και με την έννοια του «ιδιοκτήτη γης».[2] Στο πλαίσιο της νεοελληνικής δημώδους παράδοσης, ο όρος απέκτησε μεταφορικές και κοινωνικές αποχρώσεις, χρησιμοποιούμενος για να χαρακτηρίσει πρόσωπα τυραννικής ή δεσποτικής συμπεριφοράς, αλλά και, σε ηπιότερο τόνο, άτομα με οικονομική ευμάρεια ή κοινωνική επιφάνεια.

Αρχικά, ο τίτλος του Αγά απονεμόταν τόσο σε πολιτικούς όσο και σε στρατιωτικούς αξιωματούχους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελώντας ένδειξη εξουσίας, κύρους και διοικητικής ευθύνης. Ανάλογα με το πεδίο αρμοδιότητάς τους, οι αξιωματούχοι αυτοί έφεραν και επιμέρους προσδιορισμούς που όριζαν τη φύση της θέσης τους. Έτσι, απαντώνται τίτλοι όπως Χασεκή Αγάς, δηλαδή ο αρχιφύλακας του σουλτανικού χαρεμιού· Χαζνεντάρ Αγάς, ο προϊστάμενος του αυτοκρατορικού θησαυροφυλακίου· Κιζλάρ Αγάς, ο ανώτατος διοικητής των ευνούχων των ανακτόρων· καθώς και ο Γενιτσάρ Αγάς, επικεφαλής τμήματος του επίλεκτου σώματος των Γενιτσάρων. Επιπροσθέτως, συναντώνται τίτλοι όπως Γερλή Αγάς, που αναφερόταν στον διοικητή των Γερλήδων, και Δερβέν Αγάς, υπεύθυνος για τη φύλαξη των ορεινών περασμάτων, των λεγόμενων «δερβενίων».

Βαθμιαία, ο τίτλος του Αγά άρχισε να αποδυναμώνεται και να χάνει την αρχική του σημασία ως ένδειξη υψηλού αξιώματος και κύρους. Ιδιαίτερα μετά την κατάργηση του σώματος των Γενιτσάρων από τον σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ το 1826, γεγονός γνωστό ως Βακάι-ι Χαϊριγιέ («Ευτυχές Γεγονός»), ο τίτλος έπαψε να συνδέεται με ανώτερες στρατιωτικές ή διοικητικές θέσεις. Αντιθέτως, άρχισε να χρησιμοποιείται κυρίως για να χαρακτηρίσει κατώτερους ή επαρχιακούς αξιωματούχους, συχνά αγράμματους ή περιορισμένης μόρφωσης, σε αντιδιαστολή προς τους λόγιους και μορφωμένους αξιωματούχους της κεντρικής διοίκησης, οι οποίοι τιμούνταν πλέον με τον τίτλο του Εφέντη.[2]

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο τίτλος του Αγά προσέλαβε, για τον υπόδουλο ελληνικό πληθυσμό, έντονα αρνητική σημασιοδότηση, ταυτιζόμενος με την έννοια του εξουσιαστή, του διοικητή που ενσάρκωνε την οθωμανική κυριαρχία και στον οποίο οι υπήκοοι όφειλαν υπακοή και συμμόρφωση. Ο Αγάς αντιπροσώπευε, στα μάτια των Ρωμιών, τη δύναμη της επιβολής και της αυθαιρεσίας της κατακτητικής εξουσίας, γεγονός που εξηγεί τη μετέπειτα αρνητική χροιά του όρου στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά ταύτα, παρατηρείται ότι ο τίτλος αυτός, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποδιδόταν και σε Έλληνες οι οποίοι κατείχαν θέσεις τοπικής εξουσίας ή είχαν αποκτήσει κοινωνική επιρροή υπό το οθωμανικό καθεστώς. Στις περιπτώσεις αυτές, ο τίτλος ενσωματωνόταν στο προσωπικό τους όνομα, σχηματίζοντας χαρακτηριστικές ονομαστικές μορφές, όπως Δημήτραγας, Θανάσαγας ή Μανούσαγας, μαρτυρώντας έτσι όχι μόνο την προσαρμογή του τίτλου στο ελληνικό κοινωνικό και γλωσσικό περιβάλλον, αλλά και τη σύνθετη σχέση εξάρτησης, συνεργασίας και πολιτισμικής αλληλεπίδρασης που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο κοινοτήτων κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας.

Στη σύγχρονη Τουρκία, ο τίτλος αγάς (ağa) έχει απολέσει κάθε επίσημη ή διοικητική σημασία και χρησιμοποιείται πλέον αποκλειστικά ως ευγενική προσφώνηση, αντίστοιχη με το ελληνικό «κύριος». Σε αντίθεση, όμως, με τη νεοελληνική χρήση, όπου ο τίτλος προηγείται του ονόματος, στην τουρκική γλώσσα τοποθετείται μετά από αυτό, λειτουργώντας ως τιμητικός προσδιορισμός οικειότητας ή σεβασμού. Έτσι, εκφράσεις όπως Αχμέτ αγάς, Μποράν αγάς ή Φιρούζ αγάς αποδίδονται στα ελληνικά ως «κύριος Αχμέτ», «κύριος Μποράν» και «κύριος Φιρούζ». Η χρήση του όρου στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία διατηρεί έναν ελαφρώς πατριαρχικό και παραδοσιακό χαρακτήρα, παραπέμποντας σε μορφές ευγένειας και σεβασμού που απαντούν κυρίως σε αγροτικές ή επαρχιακές περιοχές, ή σε περιπτώσεις που επιδιώκεται μια οικεία αλλά τιμητική προσφώνηση προς έναν άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας ή κοινωνικής επιρροής.

Στα ελληνικά τραγούδια τόσο στα παραδοσιακά όσο και σε λαϊκά ο τίτλος του Αγά απαντάται πολλές φορές και μάλιστα σε όλες τις κατ΄ έκφραση και ιστορικές αποδόσεις. Χαρακτηριστικότερα αυτών είναι:

  1. Το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι «Ο Μενούσης, ο Μπερμπίλης κι ο Ρεσούλ Αγάς»,
  2. Το γνωστό επίσης λαϊκό: άντε το μωρό, μωρό μου κάνει νάνι,/ μοιάζει σαν Αγάς, επάνω στο ντιβάνι
  3. Το παραδοσιακό κρητικό: «Μαζλούμ Αγάς» που πρόκειται για μπαλουξή ή μπουλουξή που ήταν Γερλή Αγάς στη Κρήτη,
  4. Το πολύ γνωστό λαϊκό «Σεράχ» όπου αφού άστραψε το σπαθί του καβαλάρη και σπαράξαν τα κορμιά και ακολούθησε η απαγωγή της με φωνές Αλλάχ, Αλλάχ:
Κλαίνε στα χαρέμια οι σκλάβες
Τρέμουν την οργή του Πασά
Κλαίνε στο σεράι οι Αγάδες
Που ποθούσαν της Σεράχ την ομορφιά!
  1. [https://aristomenismessinios.blogspot.gr/search?updated-max=2016-12-25T21:53:00%2B02:00&max-results=10&reverse-paginate=true&start=9&by-date=false Λιακόπουλος Κ. Γεώργιος, Οθωμανικές Επιγραφές της Μεσσηνίας, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 31, 2014 σσ. 475-498, επιγραφή υπ' αρ. 4.
  2. 1 2 Encyclopedia of Islam, σελ. 245-6
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τομ. 1ος, σελ. 178.
  • Bosworth, C.E, Van Donel, E., Heinrichs, W.P., Pellat, Ch. (1991). The Encyclopedia of Islam, Vol. 1, E.J. Brill, Leiden