Οργισμένο είδωλο

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Οργισμένο είδωλο
RagingBull.jpg
Σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε
Παραγωγή Ίρβιν Γουίνκλερ
Ρόμπερτ Τσάρτοφ
Σενάριο Πολ Σρέιντερ
Μάρντικ Μάρτιν
Τζέικ ΛαΜότα (Αυτοβιογραφία)
Πρωταγωνιστές Ρόμπερτ Ντε Νίρο
Τζο Πέσι
Κάθι Μοριάρτι
Μουσική Τζιμ Χένρικσον
Φωτογραφία Μάικλ Τσάπμαν
Μοντάζ Thelma Schoonmaker
Πρώτη προβολή Country flag 14/11 /1980
Κυκλοφορία 1980
Διάρκεια 129 λεπτά[1]
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα Aγγλικά
Έπεται
Σελίδα Cine.gr
δεδομέναπ  σ  ε )

Η ταινία Οργισμένο είδωλο (πρωτότυπος τίτλος Raging Bull) είναι βιογραφικό δράμα παραγωγής 1980 σε σκηνοθεσία Μάρτιν Σκορσέζε. Η ταινία είναι βασισμένη στην αυτοβιογραφία του πυγμάχου Τζέικ ΛαΜότα με τίτλο Raging Bull: My Story, την οποία διασκεύασαν για τη μεγάλη οθόνη οι Πολ Σρέιντερ και Μάρντικ Μάρτιν. Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο ρόλο του Λα Μότα, ενός πυγμάχου μεσαίων βαρών που με την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, την υπέρμετρη οργή, τη σεξουαλική ζήλεια και τη ζωώδη του όρεξη κατέστρεψε τη σχέση του με τη σύζυγό του και αποξενώθηκε από την οικογένειά του. Πλάι στον Ντε Νίρο εμφανίζονται ο Τζο Πέσι στο ρόλο του αδελφού του Λα Μότα, Τζόι και η Κάθι Μοριάρτι στο ρόλο της συζύγου του Λα Μότα, Βίκι. Στην ταινία εμφανίζονται επίσης σε μικρότερους ρόλους ο Νίκολας Κολασάντο, η Τερέζα Σαλντάνα και ο Φρανκ Βινσέντ.

Ο Σκορσέζε ήταν αρχικά διστακτικός σε σχέση με την ανάπτυξη του εγχειρήματος, αλλά σιγά σιγά άρχισε να κατανοεί την ιστορία του Λα Μότα. Κάλεσε τον Πολ Σρέιντερ, ο οποίος είχε γράψει το σενάριο της ταινίας Ο Ταξιτζής (Taxi Driver) για να κάνει διορθώσεις στο αρχικό σενάριο του Μάρντικ Μάρτιν και κατόπιν προέβη κι ο ίδιος σε διορθώσεις σε συνεργασία με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ο Τζο Πέσι πριν την προβολή της ταινίας ήταν άσημος ηθοποιός, όπως και η εικοσάχρονη Κάθι Μοριάρτι την οποία ο Πέσι συνέστησε στον Σκορσέζε. Οι σκηνές με τους αγώνες πυγμαχίας γυρίστηκαν σε μορφή χορογραφίας, ενώ ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο προκειμένου να μοιάσει στον Λα Μότα, κατά την περίοδο που είχε αποσυρθεί από τα ρινγκ πήρε 27 κιλά.

Οι κριτικοί της περιόδου υποδέχτηκαν την ταινία με ανάμεικτα συναισθήματα (ασκήθηκε επίσης κριτική για το βίαιο της ύφος), αλλά έλαβε την εύνοια των σύγχρονων κριτικών και με την πάροδο των χρόνων απέκτησε θρυλική υπόσταση και πλέον θεωρείται ως μια από τις καλύτερες αμερικανικές ταινίες όλων των εποχών. Έχει επαινεθεί από κριτικούς όπως ο Ρότζερ Έμπερτ των Chicago Sun-Times, τον Τζιν Σίσκελ των Chicago Tribune, τον Βρετανό ιστορικό κινηματογράφου Λέσλι Χάλιγουελ, το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου και από τα περιοδικά Time, The New York Times, Variety, Entertainment Weekly, Empire, Total Film, Film 4 και Sight and Sound. Οι Ρότζερ Έμπερτ και Τζιν Σίσκελ χαρακτήρισαν την ταινία ως την καλύτερη της δεκαετίας του '80 και πλέον θεωρείται από πολλούς ως το μεγαλύτερο αριστούργημα του Σκορσέζε. Το 1990 ταινία επελέγη να φυλαχθεί για διατήρηση στο Εθνικό Αρχείο Κινηματογράφου των ΗΠΑ από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, με αιτιολόγηση πως είναι πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.

Η ταινία προτάθηκε για 8 βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και χάρισε στο Ρόμπερτ Ντε Νίρο το πρώτο του Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου και το δεύτερο Όσκαρ μετά τη βράβευση του με Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία Ο Νονός ΙΙ (The Godfather Part II) το 1974[2].

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1941 ο νέος και πολλά υποσχόμενος πυγμάχος Τζέικ Λα Μότα (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) χάνει σε έναν στημένο αγώνα πυγμαχίας από τον αντίπαλό του Τζίμι Ριβς. Ο αδελφός του Τζέικ, ο Τζο Λα Μότα (Τζο Πέσι) που βρίσκεται πάντα δίπλα του με την ιδιότητα του μάνατζερ συζητάει με τον αδελφό του την πιθανότητα να κατέβει σε αγώνα προκειμένου να κερδίσει τον τίτλο του πρωταθλητή μεσαίων βαρών με τη βοήθεια του μαφιόζου Σάλβι Μπάτς (Φρανκ Βινσέντ). Ο Τζέικ δεν έχει όμως εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του. Λίγες μέρες αργότερα ο Τζέικ συναντά τη δεκαπεντάχρονη Βίκι (Κάθι Μοριάρτι) δίπλα από μια πισίνα και της ζητάει ραντεβού, ενώ είναι ήδη παντρεμένος. Η καριέρα του Τζέικ συνεχίζεται με επιτυχία μετά από την νίκη του επί του Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, ο οποίος όμως καταφέρνει να κερδίσει την εύνοια των κριτών στον επαναληπτικό αγώνα. Το 1947 ο Τζέικ χωρίζει από την πρώτη του σύζυγο και παντρεύεται τη Βίκι. Ο γάμος τους όμως πρόκειται να είναι προβληματικός εφόσον ο Τζέικ αισθάνεται μεγάλη ζήλεια για την Βίκι, για την οποία έχει την εντύπωση ότι επιθυμεί κι άλλους άνδρες. Όταν εκείνη κάνει κάποιο άτοπο σχόλιο για τον αντίπαλο του Τζέικ στον επόμενο αγώνα εκείνος εξαγριώνεται και τον χτυπάει με τεράστιο μένος κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης. Αυτές του οι βίαιες εκρήξεις και η μεγάλη του ζήλεια τον κάνουν να κερδίζει τον ένα αγώνα μετά τον άλλον και του χαρίζουν τον τίτλο του πρωταθλητή μεσαίων βαρών. Η Βίκι όμως δεν αντέχει την κακομεταχείρηση που δέχεται από τον Τζέικ και συμπεριφέρεται με προκλητικό τρόπο προσπαθώντας να τον κάνει να την αφήσει. Κάποια στιγμή ο Τζόι παρατηρεί την παράξενη συμπεριφορά της Βίκι και ξυλοφορτώνει τον μαφιόζο Σάλβι Μπατς για χάρη της. Όταν ο Τζέικ το μαθαίνει αρχίζει να υποπτεύεται ότι ο Τζόι και η Βίκι έχουν σχέση. Όταν ο Τζέικ ρωτάει τον Τζόι αν οι υποψίες του αληθεύουν εκείνος αρνείται να απαντήσει. Τότε ένας εξαγριωμένος Τζέικ πηγαίνει στο σπίτι βρίσκει την Βίκι και την ρωτάει αν έχει σχέση με τον αδελφό του. Εκείνη του απαντάει με προκλητικό τρόπο ότι έχει πάει με όλους τους κοινούς τους γνωστούς συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του κι ο Τζέικ φεύγει από το σπίτι και βρίσκει τον Τζοι και τον σπάει στο ξύλο. Έπειτα ο Τζέικ αποξενώνεται από τον Τζόι και μερικά χρόνια αργότερα παίρνει διαζύγιο κι από τη Βίκι. Το 1951 χάνει και τον τίτλο του πρωταθλητή από τον Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον και η καριέρα του αρχίζει να φθίνει. Ανοίγει ένα νυχτερινό κέντρο στο Μαϊάμι, όπου προωθεί ανήλικα κορίτσια στους πελάτες του και συλλαμβάνεται και μπαίνει στη φυλακή. Κάποια στιγμή αποφυλακίζεται αλλά τα μεγαλεία του παρελθόντος βρίσκονται πλέον πολύ μακριά.

Βραβεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ταινία προτάθηκε για 8 βραβεία Όσκαρ και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο βραβεύτηκε με Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου. Μέχρι τότε ήταν ήδη κάτοχος ενός Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία Ο Νονός ΙΙ (The Godfather Part II) το 1974. Όταν έλαβε το πρώτο του όσκαρ δεν ήταν παρόντας στην τελετή, αλλά όταν κέρδισε το δεύτερο ήταν παρόν για την απονομή και στον ευχαριστήριό του λόγο ευχαρίστησε τον Τζέικ Λα Μότα, που βρισκόταν μεταξύ των προσκεκλημένων. Η ταινία ήταν επίσης υποψήφια για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, το οποίο έχασε από την ταινία του Ρόμπερτ Ρέντφορντ Συνηθισμένοι Άνθρωποι (Ordinary People). Ο Μάρτιν Σκορσέζε επίσης υποψήφιος για Όσκαρ Σκηνοθεσίας έχασε το βραβείο από τον Ρέντφορντ. Η ταινία επίσης Όσκαρ Καλύτερου Μοντάζ το οποίο πήγε στη μόνιμη συνεργάτη του Σκορσέζε, Θέλμα Σκουνμάκερ[2].

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βράβευση:

  • Α' Ανδρικού Ρόλου - Ρόμπερτ Ντε Νίρο
  • Μοντάζ - Θέλμα Σκούνμακερ

Υποψηφιότητες:

  • Καλύτερης Ταινίας - Ίρβιν Γουίνκλερ και Ρόμπερτ Τσάρτοφ
  • Σκηνοθεσίας - Μάρτιν Σκορσέζε
  • Β' Ανδρικού Ρόλου - Τζο Πέσι
  • Β' Γυναικείου Ρόλου - Κάθι Μοριάρτι
  • Μίξης Ήχου - Ντόναλντ Ο. Μίτσελ, Μπιλ Νίκολσον, Ντέιβιντ Τζ. Κίμπαλ και Λες Λαζάροβιτς
  • Φωτογραφίας - Μάικλ Τσάπμαν

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]