Σκοτεινοί Δολοφόνοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Σκοτεινοί Δολοφόνοι
SweetSmellOfSuccess.jpg
Σκηνοθεσία Αλεξάντερ Μακέντρικ
Παραγωγή Τζέιμς Χιλ
Σενάριο Έρνεστ Λέμαν
Κλίφορντ Όντετς
Πρωταγωνιστές Μπαρτ Λάνκαστερ
Τόνι Κέρτις
Μουσική Έλμερ Μπέρνσταϊν
Φωτογραφία Τζέιμς Γούνγκ Χάου
Μοντάζ Alan Crosland
Εταιρεία παραγωγής Hecht Hill Lancaster
Πρώτη προβολή Country flag 27/6/1957
Κυκλοφορία 1957
Διάρκεια 96 λεπτά
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα Αγγλικά

Η ταινία Σκοτεινοί Δολοφόνοι (Πρωτότυπος τίτλος Sweet Smell of Success) είναι δράμα και φιλμ νουάρ παραγωγής 1957 σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Μακέντρικ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο Μπαρτ Λάνκαστερ, ο Τόνι Κέρτις, η Σούζαν Χάρισον και ο Μάρτιν Μίλνερ. Το σενάριο της ταινίας έγραψαν οι Κλίφορντ Όντετς και ο Έρνεστ Λέμαν βασισμένοι σε μίνι μυθιστόρημα του ίδιου του Λέμαν.

Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν είχε εμπορική απήχηση στο κοινό του 1957, με την πάροδο των χρόνων έλαβε αναγνώριση από τους κριτικούς και το Το 1993 επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική[1]. Το 2002, ο Μάρβιν Χάμλις μαζί με τους Κρεγκ Καρνέλια και Τζον Γκουέαρ ανέβασαν το μιούζικαλ Sweet Smell of Success: The Musical βασισμένο στην ταινία[2].

Υπόθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζέι Τζέι Χανσένκερ (Μπαρτ Λάνκαστερ) είναι τυραννικός αρθρογράφος της Νέας Υόρκης ο οποίος μέσω της στήλης του ελέγχει τον κόσμο του θεάματος είτε δημιουργώντας αστέρες είτε καταστρέφοντάς τους. Ο Σίντνεϊ Φάλκο (Τόνι Κέρτις), είναι ένας ατζέντης τύπου που έχει αναλωθεί από την επιθυμία του για φήμη και πλούτο κι ο οποίος είναι ικανός να κάνει τα πάντα για να κερδίσει την εύνοια του Χανσένκερ. Όταν η αδελφή του Χανσένκερ, Σούζι (Σούζαν Χάρισον), ερωτεύεται έναν μουσικό της τζαζ, τον Στιβ Ντάλας (Μάρτιν Μίλνερ), ο Χανσένκερ, που αγαπάει την αδελφή του με παθολογικό τρόπο, ζητάει από το Φάλκο να τον βοηθήσει να τους χωρίσει. Όταν ο Φάλκο αποτυγχάνει, ο Χανσένκερ αρνείται να δημοσιεύει στη στήλη του άρθρα που προωθούν τη δουλειά των καλλιτεχνών τους οποίους έχει αναλάβει επί πληρωμής ο Φάλκο. Ο Φάλκο τότε αποφασίζει να βοηθήσει το Χανσένκερ να χωρίσει το ζευγάρι διαρρέοντας τη φήμη ότι ο Ντάλας είναι χρήστης μαριχουάνας και φιλοκομμουνιστής. Ως αποτέλεσμα ο Ντάλας χάνει τη δουλειά του. Αλλά ο Χανσένκερ είναι αποφασισμένος να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον Ντάλας και να κάνει την αδελφή του να του να τον σιχαθεί.

Πληροφορίες παραγωγής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ταινία βασισμένη σε διήγημα του Έρνεστ Λέμαν, την οποία διασκεύασαν για τη μεγάλη οθόνη ο ίδιος ο Λέμαν σε συνεργασία με το δραματουργό Κλίφορντ Οντέτς. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Αλεξάντερ Μακέντρικ, ο οποίος εργαζόταν για χρόνια με την εταιρία Ealing και απειλήθηκε με απόλυση μετά την πώλησή της στο BBC το 1954[3]. Ο Μακέντρικ απέρριψε προσφορές από τον Κάρι Γκραντ και τον Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ και το 1955 υπέγραψε συμβόλαιο με την ανεξάρτητη και νεοσύστατη εταιρία του Μπαρτ Λάνκαστερ Hecht-Hill-Lancaster, προκειμένου να σκηνοθετήσει τη διασκευή του θεατρικού το Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, Ο Μαθητής του Διαβόλου[4]. Όταν όμως το εγχείρημα εγκαταλήφθηκε στην αρχική παραγωγή, ο σκηνοθέτης ζήτησε να αποδεσμευτεί από το συμβόλαιό του (Ο σκηνοθέτης κατάφερε τελικά να γυρίσει το έργο του Σω το 1959 με τίτλο Επαναστάται του διαβόλου και πρωταγωνιστές τους Λόρενς Ολίβιε, Μπαρτ Λάνκαστερ και Κερκ Ντάγκλας). Ο Χάρολντ Χεχτ όμως αρνήθηκε και του ζήτησε να ξεκινήσει να δουλεύει για μιαν άλλη ταινία, που επρόκειτο να βασιστεί στο διήγημα του Έρνεστ Λέμαν, με τίτλο Sweet Smell Of Success[5]. Η ιστορία του Λέμαν είχε αρχικά δημοσιευτεί στο περιοδικό Cosmopolitan το 1950 και ήταν βασισμένη στην προσωπική εμπειρία του Λέμαν[5], όταν εργαζόταν για λογαριασμό του Έρβιν Χόφμαν, ενός διάσημου Νεοϋορκέζου ατζέντη τύπου και κοσμικογράφο του περιοδικού The Hollywood Reporter[6] . Μετά τη δημοσίευση του διηγήματος ο Χόφμαν σταμάτησε να μιλάει στο Λέμαν για ενάμιση περίπου χρόνο, έπειτα ο Χόφμαν έγραψε στη στήλη του στο 'The Hollywood Reporter, λέγοντας ότι ο Λέμαν θα γινόταν καλός σεναριογράφος κι έτσι ο συγγραφέας, υπέγραψε συμβόλαιο με την Paramount κι αργότερα έγραψε σενάρια για τις ταινίες Γλυκειά μου Σαμπρίνα (Sabrina, 1954), Ο Βασιλιάς κι Εγώ (The King And I, 1956) και πολύ αργότερα για το Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; (Who's Afraid Of Virginia Woolf, 1966)[6].

Όταν η εταιρία του Λάνκαστερ αγόρασε τα δικαιώματα του διηγήματος του Λέμαν, ο άνδρας είχε τέτοια θέση στο Χόλιγουντ, ώστε να μπορεί να γράφει σενάρια και να σκηνοθετεί[6]. Αλλά ο Χάρολντ Χεχτ του είπε ότι θα προτιμούσε να μην αφήσει έναν νέο σκηνοθέτη να αναλάβει την ταινία κι έτσι ο Μακέντρικ ανέλαβε τη σκηνοθεσία. Ο σκηνοθέτης είχε ενδοιασμούς λόγω του σεναρίου που χαρακτηριζόταν από βαρύ διάλογο από θεατρικό του ύφος. Ο Μακέντρικ δούλεψε καιρό με το Λέμαν για να καταστήσουν την ταινία πιο κινηματογραφική[7]. Ενώ το σενάριο πλησίαζε στην ολοκλήρωσή του ο Λέμαν αρρώστησε και αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την ταινία. Ο Τζέιμς Χιλ σκέφτηκε να αναθέσει την ολοκλήρωσή του στον Πάντι Τσαγιέφσκι, αλλά ο Μακέντρικ πρότεινε το δραματουργό Κλίφορντ Οντέτς, του οποίου η φήμη είχε αρχίζει να κλονίζεται, εφόσον από πρώην σύμβολο αριστερών πεποιθήσεων στην Αμερική, έγινε καταδότης ανθρώπων οι οποίοι ήταν αναμεμιγμένοι με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ο Οντέτς χρειάστηκε τρεις βδομάδες για τη διαμόρφωση του σεναρίου, ενώ παράλληλα τα γυρίσματα είχαν ξεκινήσει.

Ο Τόνι Κέρτις αγωνίστηκε για να αναλάβει το ρόλο του Σίντνεϊ Φάλκο, εφόσον υπήρχε φόβος ότι θα του κατέστρεφε την καριέρα του[8]. Ο Κέρτις ήθελε να σταματήσει να υποδύεται το όμορφο αγόρι και να αποδείξει ότι μπορούσε να αναλάβει πιο δύσκολους ρόλους. Τελικά ανέλαβε το ρόλο. Ο Όρσον Γουέλς ήταν η πρώτη επιλογή για το ρόλο του Τζέι Τζέι Χανσένκερ, αλλά ο Μακέντρικ ήθελε να προσλάβει το Χιουμ Κρόνιν, εφόσον θεωρούσε ότι έμοιαζε με τον κοσμικογράφο Γουόλτερ Γουίντσελ στον οποίο βασίζεται ο ρόλος[8]. Η εταιρία United Artists που είχε αναλάβει τη διανομή της ταινίας, λόγω του γεγονότος ότι ήταν μεγάλο όνομα στο Χόλιγουντ και λόγω της επιτυχημένης του συνεργασία με τον Κέρτις στην ταινία του Κάρολ Ριντ Βαριετέ (Trapeze) το 1954[8]. Ο Ρόμπερτ Βον υπέγραψε για το ρόλο του Στιβ Ντάλας, αλλά έφυγε για το στρατό πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα[9]. Στην ταινία εμφανίζονται ο ντράμερ Τσίκο Χάμιλτον και ο τσελίστας Φρεντ Κατζ, που είχαν γράψει μουσικό θέμα για την ταινία το οποίο απορρίφθηκε για τη χρήση ενός γραμμένου από τον Έλμερ Μπέρνσταϊν[10].

Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Νέα Υόρκη και ειδικά η περιοχή ανάμεσα στην 42η και την 57η λεωφόρο, με την ενέργειά και την κίνηση που χαρακτηρίζει τα γεμάτα κόσμο πεζοδρόμια. Πριν τα γυρίσματα ο Μακέντρικ τράβηξε φωτογραφίες από την πόλη τις οποίες επεξεργάστηκε όταν επέστρεψε στο Χόλιγουντ.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν στο τέλος του 1956. Ο σκηνοθέτης ήταν φοβισμένος επειδή η εταιρία Hecht-Hill-Lancaster φημιζόταν για την απόλυση σκηνοθετών ακόμη και χωρίς λόγο. Αισθανόταν άβολα με την παρουσία του Μπαρτ Λάνκαστερ, τόσο σε ρόλο πρωταγωνιστή όσο και παραγωγού. Ο Λάνκαστερ είχε τη φήμη ότι ήταν σκληρός[11]. Όταν ξεκίνησαν τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας στη Νέα Υόρκη, οι ανασφάλειες του Μακέντρικ έγιναν μεγαλύτερες εφόσον θαυμάστριες του Τόνι Κέρτις ήταν ικανές να διαπεράσουν τις γραμμές της αστυνομίας και να διακόψουν το γύρισμα.

Υποδοχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δοκιμαστική προβολή της ταινίας συνοδεύτηκε από αποδοκιμασίες[12]. Το κοινό περίμενε τον Τόνι Κέρτις σε ρόλο καλού και όμορφου αγοριού και τον Μπαρτ Λάνκαστερ σε ρόλο πολύ στατικό[12]. Η ταινία ήταν εμπορική αποτυχία και ο Χεχτ κατηγόρησε το συνεργάτη του Χιλ. Ο Λάνκαστερ όμως κατηγόρησε το Λέμαν τον οποίο συνάντησε σε ένα πάρτυ στο Χόλιγουντ και απείλησε να τον δείρει[12].

Η ταινία έλαβε την εύνοια των κριτικών πάραυτα και το περιοδικό Time τη χαρακτήρισε υπέροχη γράφοντας ότι: Αγγίζει δραματικό κρεσέντο με τις έντονες ερμηνείες, καλή σκηνοθεσία, άψογη κίνηση της κάμερας και αιχμηρό διάλογο[13]. Τόσο το Time όσο και η New York Herald την κατέταξαν στη λίστα με τις καλύτερες 10 ταινίες της χρονιάς στο τέλος του 1957.


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Librarian Announces National Film Registry Selections». National Film Registry. March 7, 1994. http://www.loc.gov/loc/lcib/94/9405/film.html. Ανακτήθηκε στις 2008-02-07. 
  2. Zoglin, Richard (March 17, 2002). «Baby, It's Dark Outside». Time. http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,1101020325-218293,00.html. Ανακτήθηκε στις 2008-02-07. 
  3. Kemp 1991, p. 137.
  4. Kemp 1991, p. 139.
  5. 5,0 5,1 Kemp 1991, p. 140.
  6. 6,0 6,1 6,2 Kemp 1991, p. 141.
  7. Kemp 1991, p. 142.
  8. 8,0 8,1 8,2 Kemp 1991, p. 145.
  9. «Hikari Takano Interviews | Robert Vaughn Interview Transcript - Open Source Transcripts - Robert Vaughn Interview Transcript Ro | hikaritakano.com». www.HikariTakano.com. http://www.hikaritakano.com/index.php?option=com_content&view=article&id=239&Itemid=133. Ανακτήθηκε στις 2010-06-17. 
  10. Butler, David. (2002) Jazz Noir: listening to music from Phantom Lady to The Last Seduction. Greenwood Publishing Group, ISBN 0-275-97301-8, p. 136
  11. Naremore, James (6 July 2010). Sweet Smell of Success: A BFI Film Classic. British Film Institute. ISBN 1844572889. 
  12. 12,0 12,1 12,2 Kemp 1991, p. 161.
  13. Scott, A.O (March 15, 2002). «Another Bite From That Cookie Full of Arsenic». The New York Times. http://www.nytimes.com/2002/03/15/movies/critic-s-choice-film-another-bite-from-that-cookie-full-of-arsenic.html. Ανακτήθηκε στις 2007-07-23. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]