Μπουτάν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Συντεταγμένες: 27°27′N 90°30′E / 27.45°N 90.5°E / 27.45; 90.5

Βασίλειο του Μπουτάν
Brug rGyal-Khab.svg

Σημαία

Εθνόσημο
Εθνικός ύμνος: Ντρουκ τσεντέν
Druk Tsendhen
Το Βασίλειο του Δράκοντα του Κεραυνού
Η θέση του Μπουτάν (πράσινο)
και μεγαλύτερη πόληΘίμφου
27°29′N 89°36′E / 27.483°N 89.600°E / 27.483; 89.600
Ντζόνγκα
Βασιλευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία
Γίγκμε Κεσάρ Ναμγκιάλ
Βανγκτσούκ


Λοτάι Τσέρινγκ
Κυριαρχία
Δυναστεία Βανγκτσούκ
Συνταγματική Μοναρχία
Ισχύον Σύνταγμα

17 Δεκεμβρίου 1907
2008
18 Ιουλίου 2008
 • Σύνολο
 • % Νερό
 • Σύνορα

38.394 km2 (135η)
<1
1.075 km
Πληθυσμός
 • Εκτίμηση 2022 
 • Απογραφή 2005 
 • Πυκνότητα 

763.249[1] (166η) 
634.982[2]  
19,9 κατ./km2 (201η) 
ΑΕΠ (ΙΑΔ)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

6,509 δισ. $[3] (153η)  
8.227 $[3] (105η) 
ΑΕΠ (ονομαστικό)
 • Ολικό  (2016)
 • Κατά κεφαλή 

2,115 δισ. $[3] (158η)  
2.673 $[3] (118η) 
ΔΑΑ (2019)Αύξηση 0,654[4] (129η) – μεσαίος
ΝόμισμαΝγκούλτρουμ1 (BTN)
Ώρα Μπουτάν (UTC +6)
Internet TLD.bt
Οδηγούν στααριστερά
Κωδικός κλήσης+975
1 Κλειδωμένο σε σταθερή ισοτιμία με την ινδική ρουπία.

Το Βασίλειο του Μπουτάν είναι μια χώρα με έκταση 38.394 τ. χλμ. και πληθυσμό 763.249[1] (κατατάσσεται 166η στον κόσμο), σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2022, που βασίζονται στην απογραφή του 2005. Πρωτεύουσα του Μπουτάν είναι η Θίμφου, ενώ το Φουντσχολίνγκ είναι το οικονομικό κέντρο. Γεωπολιτικά, το Μπουτάν βρίσκεται στη Νότια Ασία και είναι το δεύτερο μικρότερο σε πληθυσμό κράτος της περιοχής, έχοντας περισσότερο πληθυσμό μόνο από τις Μαλδίβες.

Η ανεξαρτησία του Μπουτάν έχει αντέξει για αιώνες, ενώ η χώρα δεν έχει αποικιστεί ποτέ στην ιστορία της. Καθώς βρίσκεται στον αρχαίο Δρόμο του Μεταξιού ανάμεσα στο Θιβέτ, την ινδική υποήπειρο και τη Νοτιοανατολική Ασία, το μπουτανικό κράτος έχει αναπτύξει μια διαφορετική εθνική ταυτότητα βασισμένη στον Βουδισμό. Με ηγέτη έναν πνευματικό αρχηγό, γνωστό ως Ζαμπντρούνγκ Ρινπότσε, η περιοχή αποτελείτο από πολλά φέουδα και διοικείτο από μία βουδιστική θεοκρατία. Μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο τον 19ο αιώνα, ο Οίκος των Βανγκτσούκ επανένωσε τη χώρα και εγκαθίδρυσε σχέσεις με τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Το Μπουτάν ανέπτυξε στρατηγική συνεργασία με την Ινδία κατά τη διάρκεια της ανόδου του κινέζικου κομμουνισμού, και έχει ένα αμφισβητούμενο σύνορο με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το 2008, πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία. Το Μπουτάν είναι δικομματικό κράτος, ενώ το σύστημα αυτό είναι γνωστό ως Μπουτανική Δημοκρατία.

Ο Βασιλέας του Μπουτάν είναι γνωστός ως "Δράκοντας Βασιλιάς". Το Μπουτάν είναι αξιοσημείωτο για την πρωτοπορία της έννοια της ακαθάριστης εγχώριας χαράς. Το τοπίο της χώρας ποικίλλει, καθώς η χώρα αποτελείται από υποτροπικές πεδιάδες στα νότια και από υποαλπικές οροσειρές των Ιμαλαΐων στα βόρεια. Το όρος Γκανγκχάρ Πουενσούμ, ένα από τα ψηλότερα βουνά της χώρας, θέτει ισχυρή υποψηφιότητα για το ψηλότερο βουνό παγκοσμίως που δεν έχει αναρριχηθεί ποτέ. Υπάρχει ποικίλη άγρια ζωή στο Μπουτάν.

Στη Νότια Ασία, το Μπουτάν είναι πρώτο στην οικονομική ελευθερία, στην ευκολία της δημιουργίας επιχειρήσεων και στην ειρήνη. Έχει το δεύτερο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν εισόδημα, και είναι η χώρα με τη μικρότερη διαφθορά το 2016. Ωστόσο, το Μπουτάν συνεχίζει να είναι μία ελάχιστα ανεπτυγμένη χώρα. Ο υδροηλεκτρισμός αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών της χώρας.[5] Η κυβέρνηση είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το Μπουτάν έχει διπλωματικούς δεσμούς με 52 χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο δεν έχει επίσημους δεσμούς με κανένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών, της SAARC, της BIMSTEC και του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Ο Βασιλικός Στρατός του Μπουτάν έχει εκτεταμένες στρατιωτικές σχέσεις με τις Ινδικές Ένοπλες Δυνάμεις.

Ετυμολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ονομασία Μπουτάν πιθανώς προέρχεται από τη σανσκριτική έκφραση Μπου-Ουτάν (Bhu-Utthan, भू-उत्थान) που σημαίνει υψίπεδο. Άλλη προσέγγιση θεωρεί το όνομα παράγωγο της επίσης σανσκριτικής έκφρασης Μπότα-Άντα (Bhoṭa-anta, भोट-अन्त)) με σημασία στο τέλος του Θιβέτ, καθώς το Μπουτάν βρίσκεται στα νότια του θιβετιανού οροπεδίου.

Η ονομασία Μπρούκπα ήταν η πρώτη ονομασία που χρησιμοποίησαν οι Ευρωπαίοι για το κράτος του Μπουτάν όταν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά χάρτης που εμφάνιζε το Μπουτάν σαν ξεχωριστό κράτος. Ιστορικά, η περιοχή του σημερινού Μπουτάν ήταν γνωστή με πολλά ονόματα, όπως Λο Μον (σημ. νότια γη της νύχτας), Λο Τσεντενγιόνγκ (σημ. νότια γη του κυπαρισσιού Τσεντέν), Λόμεν Κάζι (σημ. νότια γη των τεσσάρων δρόμων), αλλά και Λο Μεν Γιονγκ (σημ. νότια γη των φαρμακευτικών βοτάνων).[6][7][8]

Η ακριβής ετυμολογία του ονόματος του «Μπουτάν» είναι άγνωστη, αν και έχει θεωρηθεί πιθανή η καταγωγή του εθνωνυμίου του Μπουτάν από την θιβετιανή ονομασία για το Θιβέτ (στα θιβετιανά το Θιβέτ λέγεται Μποντ). Παραδοσιακά, θεωρείται ότι η ονομασία του Μπουτάν προέρχεται από τη μεταγραφή του σανσκριτικού ονόματος Μπότα-Άντα (भोट-अन्त) η οποία κυριολεκτικά σημαίνει «τέλος του Θιβέτ». Η ονομασία αυτή εννοεί ότι το σημερινό Μπουτάν είναι το νότιο σύνορο του θιβετιανού οροπεδίου από γεωλογικής απόψεως αλλά και του θιβετιανού πολιτισμού από πολιτιστικής απόψεως.[9][10][11]

Από τον 17ο αιώνα και εντεύθεν η επίσημη ονομασία του Μπουτάν είναι, στα τζόνγκα, η Ντρουκγιούλ (κυριολεκτικά η ονομασία του Μπουτάν σημαίνει, «χώρα της γενεαλογίας Ντρούκπα» ή «η χώρα του Δράκοντα Κεραυνού», μια ονομασία η οποία αναφέρεται στην κυρίαρχη μορφή του βουδισμού στο Μπουτάν). Στο Μπουτάν, η ονομασία Μπουτάν χρησιμοποιείται μόνο σε επίσημες επιστολές στην αγγλική γλώσσα.[12] Η τοπική ονομασία για τους βασιλιάδες του Μπουτάν, Ντρουκ Γκιάλπο, ("Δράκοντας Βασιλιάς"), αλλά και το ενδώνυμο των Μπουτανέζων, το Ντρούκπα ("λαός του δράκοντα") έχουν παρόμοιες ετυμολογίες.[13]

Από τη δεκαετία του 1580 Ευρωπαίοι άρχισαν να μιλούν για περιοχές οι οποίες στα γραπτά τους είχαν διάφορες ορθογραφίες, όπως π.χ. Bohtan, Buhtan, Bottanthis, Bottan και Bottanter. Το βιβλίο Έξι Ταξίδια του 1676 του Ζαν Μπατίστ Ταβερνιέ είναι το πρώτο κείμενο το οποίο αναφέρεται στον όρο Μπουτάν. Ωστόσο, οι παραπάνω έξι τοπωνυμίες που δόθηκαν δεν αναφέρονται στο σύγχρονο Μπουτάν αλλά στο Βασίλειο του Θιβέτ. Η διάκριση των δύο ξεχωριστών περιοχών ξεκίνησε μετά την αποστολή του Σκωτσέζου εξερευνητή Τζορτζ Μπογκλ το 1774. Ο λόγος που ο Μπογκλ ήταν η αρχή για τη διάκριση του Μπουτάν και του Θιβέτ είναι επειδή συνειδητοποίησε τις πολιτειακές και πολιτιστικές διαφορές των δύο περιοχών. Στην τελική του αναφορά για λογαριασμό της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών πρότεινε επίσημα να ονομαστεί το βασίλειο του Ντρουκ Ντέσι ως «Μπουτάν» και το βασίλειο του Πάντσεν Λάμα ως «Θιβέτ». Ο γενικός επιθεωρητής της Εταιρείας Τζέιμς Ρένελ αρχικά αγγλοποίησε το γαλλικό όνομα Boutan σε «Bootan» και στη συνέχεια μετέφερε στην αγγλική κοινωνία και γλώσσα τη διάκριση μεταξύ του Μπουτάν και του Μεγάλου Θιβέτ.[6]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν, σκιασμένο με πράσινο χρώμα στο κέντρο των Ιμαλαΐων, εμφανίζεται σε χάρτη της Δυτικής Ασίας ο οποίος εκδόθηκε το 1912.

Πέτρινα εργαλεία, όπλα, ελέφαντες και υπολείμματα μεγάλων πέτρινων κατασκευών μαρτυρούν ότι τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στο Μπουτάν ανάγονται στο 2000 π.Χ., αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις από εκείνη την εποχή. Οι ιστορικοί έχουν υποθέσει ότι το κράτος του Λομόν (που σημαίνει «νότιο σκοτάδι») ή Μονγιούλ (που σημαίνει «Σκοτεινή Γη». Σημειώνεται ότι ο όρος Μονγιούλ αναφέρεται στους Μόνπα, μια εθνική ομάδα στο Μπουτάν και το Αρουνάτσαλ Πραντές της Ινδίας) πιθανώς να υπήρχε μεταξύ του 500 π.Χ. και του 600 μ.Χ. Στα αρχαία χρονικά των Μπουτανέζων και Θιβετιανών μαρτυρώνται οι ονομασίες Λομόν Τσεντεντζόνγκ (Χώρα του σανδαλόξυλου) και Λομόν Χασί, ή Νότιο Μον (χώρα τεσσάρων προσεγγίσεων).[14][15]

Το ντζονγκ στην κοιλάδα του Πάρο χτίστηκε το 1646.

Ο Βουδισμός εισήλθε για πρώτη φορά στο έδαφος του Μπουτάν τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο Θιβετιανός βασιλιάς Σονγκτσάν Γκάμπο[16], ο οποίος ήταν και ο ίδιος προσηλυτισμένος στον βουδισμό, επεξέτεινε τη Θιβετιανή Αυτοκρατορία στο Σικίμ και το Μπουτάν.[17] Ο Γκάμπο διέταξε την κατασκευή δύο βουδιστικών ναών, του ναού Μπουμθάνγκ στο κεντρικό Μπουτάν και του ναού Κιτσού (κοντά στο Πάρο) στην κοιλάδα Πάρο.[18] Ο Βουδισμός διαδόθηκε σημαντικά[16] το 746[19] κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σίντχου Ράτζα (γνωστού και ως Κούντζομ,[20] Σέντχα Γκιάμπ και Τσαχάρ Γκιάλπο), έναν εξόριστο Ινδό βασιλιά ο οποίος ίδρυσε ένα βασίλειο γύρω από το Μπουμθάνγκ με έδρα το παλάτι Τσαχάρ Γκούθο.[21][22]

Το ντζονγκ του Τρασιγκάνγκ χτίστηκε το 1659.

Μεγάλο μέρος της παλαιότερης ιστορίας του Μπουτάν είναι άγνωστο επειδή τα περισσότερα αρχεία καταστράφηκαν από την πυρκαγιά του 1827 που κατέστρεψε την αρχαία πρωτεύουσα, την Πουνάχα. Μέχρι τον 10ο αιώνα, η πολιτική ανάπτυξη του Μπουτάν επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη θρησκευτική του ιστορία. Οι Μογγόλοι πολέμαρχοι υποστήριξαν τα παρακλάδια του βουδισμού που αναπτύχθηκαν στην περιοχή.

Το Μπουτάν μπορεί να έχει επηρεαστεί από τη δυναστεία Γιουάν, με την οποία μοιράζεται διάφορες πολιτιστικές και θρησκευτικές ομοιότητες.

Μετά την παρακμή της δυναστείας των Γιουάν τον 14ο αιώνα, αυτά τα τοπικά παρακλάδια του Βουδισμού βρέθηκαν σε έναν ανταγωνισμό μεταξύ τους για την υπεροχή στα πολιτικά και θρησκευτικά πράγματα της περιοχής, οδηγώντας τελικά στην επικράτηση της δυναστείας των Ντρούκπα μέχρι τον 16ο αιώνα.[23][24]

Αρχείο:Thrikheb.jpg
Ένα θρίχεπ (κάλυμμα θρόνου) του 19ου αιώνα. Τα καλύμματα του θρόνου τοποθετούνταν στη κορυφή των μαξιλαριών των ναών. Το κεντρικό κυκλικό στροβιλιζόμενο σύμβολο είναι το γκανκίλ. Το γκανκίλ σε αυτή τη φωτογραφία συμβολίζει τις λεγόμενες Τέσσερις Χαρές.
Σκίτσο από το εσωτερικό του Μπουτάν το 1783.

Τοπικά, το Μπουτάν είναι γνωστό με διάφορες ονομασίες. Η παλαιότερη δυτική καταγραφή του Μπουτάν γίνεται στο βιβλίο Relação του 1627 των Πορτογάλων Ιησουιτών Εστεβάου Κασέλια και Ζοάου Καμπράλ,[25] καταγράφει την περιοχή του Μπουτάν με διάφορα ονόματα, μεταξύ άλλων τα Καμπιράζι (μεταξύ των Κουτσμπιχάρι[26]), Ποτέντε και Μον (μια ονομασία για το νότιο Θιβέτ).[27] Μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, το Μπουτάν ήταν μια περιοχή αποτελούμενη από μικρά, αντιμαχόμενα φέουδα, όταν η περιοχή ενοποιήθηκε από τον Θιβετιανό λάμα και στρατιωτικό ηγέτη Νγκαουάνγκ Ναμγκιάλ, ο οποίος είχε δραπετεύσει εκεί από το Θιβέτ για να αποφύγει τις θρησκευτικές διώξεις. Για να υπερασπιστεί τη χώρα ενάντια στις διαλείπουσες επιδρομές του Θιβέτ, ο Ναμγκιάλ έχτισε ένα δίκτυο από απόρθητα ντζονγκ (φρούρια) και εξέδωσε τον Τσαγίγκ, ένα νομικό κώδικα που επέτρεψε την υποταγή των τοπικών ηγετών στο κεντρικό έλεγχο. Πολλά τέτοια ντζονγκ εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα. Είναι θρησκευτικά και διοικητικά κέντρα. Οι Πορτογάλοι Ιησουίτες Εστεβάου Κασέλια και Ζοάου Καμπράλ ήταν οι πρώτοι Ευρωπαίοι που αποδεδειγμένα επισκέφθηκαν το Μπουτάν το 1627,[28] στο δρόμο τους προς το Θιβέτ. Συνάντησαν τον Ζαμπντρούνγκ Νγκαουάνγκ Ναμγκιάλ, του προσέφεραν πυροβόλα όπλα, μπαρούτι, τηλεσκόπιο και τις υπηρεσίες τους στον πόλεμο του κατά του Θιβέτ, αλλά ο Ζαμπντρούνγκ αρνήθηκε την προσφορά. Μετά από παραμονή σχεδόν οκτώ μηνών, ο Κασέλια έγραψε μια μεγάλη επιστολή από το Μοναστήρι Τσαγκρί αναφέροντας τα ταξίδια του. Αυτή είναι μια σπάνια σωζόμενη αναφορά που δίνει γνώσεις για τον Ζαμπντρούνγκ.[29][30]

Όταν ο Νγκαουάνγκ Ναμγκιάλ πέθανε το 1651, ο θάνατός του κρατήθηκε μυστικός για 54 χρόνια. Μετά από μια περίοδο εδραίωσης και σταθεροποίησης, το Μπουτάν υπέκυψε σε εσωτερική σύγκρουση. Το 1711 το Μπουτάν ενεπλάκη σε πόλεμο εναντίον του ραγιά του βασιλείου Κουτσμπιχάρ στο νότο. Κατά τη διάρκεια του χάους που ακολούθησε της σύγκρουσης, οι Θιβετιανοί επιτέθηκαν ανεπιτυχώς στο Μπουτάν το 1714.[31]

Πίνακας του Μπουτάν ο οποίος δημιουργήθηκε το 1813.

Τον 18ο αιώνα, οι Μπουτανέζοι εισέβαλαν και κατέλαβαν το βασίλειο του Κουτσμπιχάρ. Το 1772, ο μαχαραγιάς του Κουτσμπιχάρ απεύθυνε έκκληση στη Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, ζητώντας βοήθεια κατά των Μπουτανέζων. Οι Βρετανοί ανταποκρίθηκαν και απώθησαν τους Μπουτανέζους από το Κουτσμπιχάρ, για να εισβάλουν στο ίδιο το Μπουτάν το 1774. Οι Βρετανοί και οι Μπουτανέζοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης στην οποία το Μπουτάν συμφώνησε να υποχωρήσει στα προ του 1730 σύνορά του. Ωστόσο, η ειρήνη ήταν αδύναμη και οι αψιμαχίες στα σύνορα με τους Βρετανούς επρόκειτο να συνεχιστούν για τα επόμενα εκατό χρόνια. Οι αψιμαχίες οδήγησαν τελικά στον Πόλεμο των Ντουάρ (1864–65), μια αντιπαράθεση για τον έλεγχο των Ντουάρ της Βεγγάλης. Το Μπουτάν έχασε το πόλεμο. Ο πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης της Σιντσούλα μεταξύ της Βρετανικής Ινδίας και του Μπουτάν. Ως μέρος των πολεμικών αποζημιώσεων, τα Ντουάρ παραχωρήθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο με αντάλλαγμα την καταβολή ενός ετήσιου ενοικίου αξίας πενήντα χιλιάδων ρουπιών στο Μπουτάν. Η συνθήκη τερμάτισε όλες τις εχθροπραξίες μεταξύ της Βρετανικής Ινδίας και του Μπουτάν.

Βρετανοί απεσταλμένοι στη βασιλική αυλή του Μπουτάν, σε φωτογραφία του 1905.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870, οι αγώνες για την εξουσία μεταξύ των αντίπαλων κοιλάδων του Πάρο και της Τόνγκσας οδήγησαν σε εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος οδήγησε στην επικράτηση του Ούγκιεν Ουάνγκτσουκ, του πένλοπ (κυβερνήτη) της Τόνγκσα. Ο Ουάνγκτσουκ νίκησε τους πολιτικούς του εχθρούς και ένωσε τη χώρα μετά από αρκετούς εμφύλιους πολέμους και εξεγέρσεις κατά τη διάρκεια του 1882–85.[32]

Το 1907, ένα σημαντικό έτος για την ιστορία της χώρας, ο Ούγκιεν Ουάνγκτσουκ επελέγη ομόφωνα ως ο κληρονομικός βασιλιάς της χώρας από το Λένγκιε Τσογκ, μια συνέλευση κορυφαίων βουδιστών μοναχών, κυβερνητικών αξιωματούχων και αρχηγών σημαντικών οικογενειών. Ο Ούγκιεν Ντορτζί πίεσε αποφασιστικά για τη διεξαγωγή της συνέλευσης. Ο Τζον Κλοντ Γουάιτ, Βρετανός πολιτικός πράκτορας στο Μπουτάν, τράβηξε φωτογραφίες της τελετής.[33] Η βρετανική κυβέρνηση αναγνώρισε αμέσως το νέο καθεστώς και το 1910 το Μπουτάν υπέγραψε τη Συνθήκη της Πουνάχα με τη Βρετανία. Έτσι η υπογραφή της συνθήκης έδωσε στη Βρετανία τον έλεγχο των εξωτερικών υποθέσεων του Μπουτάν και το Μπουτάν πλέον θα αντιμετωπιζόταν σαν κάθε πριγκιπικό κράτος, ένα από τα εκατοντάδες που υπήρχαν στην Ινδία. Η αλλαγή του καθεστώτος του Μπουτάν είχε μικρή πραγματική επίδραση, δεδομένης της ιστορικής επιφυλακτικότητας του Μπουτάν απέναντι σε νέα πράγματα, ενώ η αλλαγή αυτή επίσης δεν φάνηκε να επηρεάζει τις παραδοσιακές σχέσεις του Μπουτάν με το Θιβέτ. Μετά την ανεξαρτησία της νέας Ένωσης της Ινδίας από το Ηνωμένο Βασίλειο στις 15 Αυγούστου 1947, το Μπουτάν έγινε μία από τις πρώτες χώρες που αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Ινδίας. Στις 8 Αυγούστου 1949, το Μπουτάν υπέγραψε μια παρόμοια συνθήκη με την οποία η Ινδία αναλάμβανε παρόμοιο ρόλο για το Μπουτάν μαζί με τη Βρετανία.[34]

Το 1953, ο βασιλιάς Τζίγκμε Ντόρτζι Ουάνγκτσουκ ίδρυσε το νομοθετικό σώμα της χώρας - μια Εθνοσυνέλευση 130 μελών - με στόχο να προωθήσει μια πιο δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης. Το 1965 δημιούργησε το Βασιλικό Συμβουλευτικό Συμβούλιο και το 1968 σχημάτισε Υπουργικό Συμβούλιο. Το 1971, το Μπουτάν έγινε δεκτό στα Ηνωμένα Έθνη, έχοντας το καθεστώς του παρατηρητή για τρία χρόνια. Τον Ιούλιο του 1972, ο Τζίγκμε Σίνγκιε Ουάνγκτσουκ ανέβηκε στο θρόνο σε ηλικία δεκαέξι ετών μετά το θάνατο του πατέρα του, Ντόρτζι Ουάνγκτσουκ. Ο Τζίγκμε Σίνγκιε Ουάνγκτσουκ είναι 66 ετών και βασίλευσε έως το 2006, όταν και παραιτήθηκε υπέρ του γιου του.

Οι ηγέτες του Αφγανιστάν, του Μπουτάν, του Μπανγκλαντές, της Ινδίας, του Πακιστάν, της Σρι Λάνκα, των Μαλδίβων και του Νεπάλ στη 16η Σύνοδο Κορυφής της Νοτιοασιατικής Ένωσης για την Περιφερειακή Συνεργασία, στο Θίμφου, 2010

Το έκτο Πενταετές Σχέδιο του Μπουτάν (1987–92) περιελάμβανε την ένταξη μιας πολιτικής «ένα έθνος, ένας λαός» και εισήγαγε έναν κώδικα παραδοσιακής μπουτανέζικης ενδυμασίας και εθιμοτυπίας, με τίτλο Ντρίγκλαμ Ναμζάγκ. Το κράτος υποχρέωσε τους άνδρες να φορούν το γκο (ρόμπα μέχρι το γόνατο) και οι γυναίκες να φορούν το κίρα (φόρεμα μέχρι τον αστράγαλο).[35] Ένα κεντρικό στοιχείο της πολιτικής της κυβέρνησης του Μπουτάν από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και έπειτα ήταν ο εκσυγχρονισμός της χρήσης της γλώσσας Τζόνγκα, με στόχο να μπορεί να περιγράφει χωρίς βοήθεια από άλλες γλώσσες τις διάφορες σύγχρονες έννοιες. Το 1964 το κράτος άρχισε να εγκαταλείπει τη χρήση της γλώσσας Χίντι. Η Χίντι χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση του Μπουτάν για να βοηθήσει στην έναρξη του επίσημου κοσμικού εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα.[36] Ως αποτέλεσμα, στην αρχή της σχολικής χρονιάς, τον Μάρτιο του 1990, η διδασκαλία της νεπαλέζικης γλώσσας (η οποία ανήκει στις ινδοαρίες γλώσσες, όπως και τα Χίντι, και έτσι έχει αρκετές ομοιότητες) που μιλούσαν οι Νεπαλέζοι Λοτσχάμπα στο νότιο Μπουτάν σταμάτησε εντελώς στο Μπουτάν, ενώ ταυτόχρονα αποσύρθηκαν από τα σχολεία του Μπουτάν όλα τα βιβλία στα νεπαλικά.[35]

Το 1988, το Μπουτάν διεξήγαγε μια απογραφή στο νότιο Μπουτάν, με στόχο την προστασία της χώρας από την παράνομη μετανάστευση, που για την κυβέρνηση του Μπουτάν ήταν μια συνεχή απειλή στο νότο, καθώς τα σύνορα με την Ινδία είναι διάτρητα.[37] Κάθε οικογένεια έπρεπε να προσκομίσει στους απογραφείς μια φορολογική απόδειξη από τις αρχές, η οποία εκδόθηκε το 1958 (αυστηρά και μόνο του 1958) ή πιστοποιητικό καταγωγής, το οποίο έπρεπε να εκδοθεί στο τόπο γέννησης του απογραφομένου, ώστε να αποδειχθεί ότι ο απογραφόμενος είναι πολίτης του Μπουτάν. Τα δελτία υπηκοότητας, που είχαν εκδοθεί προηγουμένως δεν γίνονταν πλέον δεκτά ως αποδεικτικά ιθαγένειας. Αναστατωμένοι από αυτά τα μέτρα, πολλοί άρχισαν να διαμαρτύρονται ζητώντας ατομικά και πολιτιστικά δικαιώματα, καθώς και μια ολοκληρωτική αλλαγή στο πολιτικό σύστημα που θέσπισε η ενοποίηση του Μπουτάν το 1907. Καθώς οι διαδηλώσεις και η σχετική βία σάρωσαν το νότιο Μπουτάν, η κυβέρνηση πήρε μέτρα. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε διαδηλώσεις ονομάστηκαν «τρομοκράτες που αγωνίζονται κατά του έθνους».[38] Μετά τις διαδηλώσεις, ο στρατός και η αστυνομία του Μπουτάν ξεκίνησε το έργο του εντοπισμού των συμμετεχόντων και υποστηρικτών στις διαδηλώσεις και τις ταραχές που ζητούσαν τη μεταρρύθμιση του συστήματος της χώρας. Αφού εντοπίστηκαν, συνελήφθησαν και κρατήθηκαν για μήνες χωρίς δίκη.[39] Σύντομα η κυβέρνηση του Μπουτάν ανέφερε αυθαίρετα ότι οι απογραφές της είχαν εντοπίσει ότι πάνω από 100.000 «παράνομοι μετανάστες» ζούσαν στο νότιο Μπουτάν, αν και αυτός ο αριθμός έχει αμφισβητηθεί σε πάρα πολλές έρευνες, και συνεχίζεται να αμφισβητείται μέχρι και σήμερα. Οι απογραφικές στο νότιο Μπουτάν, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλείο για τον εντοπισμό, την έξωση και την εκδίωξη των αντιφρονούντων που συμμετείχαν στην εξέγερση κατά του κράτους. Ο στρατός και άλλες δυνάμεις αναπτύχθηκαν κατά μήκος του νότιου Μπουτάν, με στόχο την απέλαση 80.000 με 100.000 Λοτσχάμπα. Οι δυνάμεις του Μπουτάν εφάρμοσαν βία, βασανιστήρια, βιασμούς και δολοφονίες, δηλαδή μέτρα τρομοκρατίας, για να πείσουν τους Λοτσχάμπα να φύγουν.[40][41][42] Οι εκδιωγμένοι Λοτσχάμπα κατέφυγαν σε στρατόπεδα στο νότιο Νεπάλ. Από το 2008 και μετά, πολλές δυτικές χώρες, όπως ο Καναδάς, η Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, επέτρεψαν την επανεγκατάσταση των προσφύγων Λοτσχάμπα στις επικράτειές τους.[38]

Πολιτική μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πολιτικό σύστημα του Μπουτάν μεταρρυθμίστηκε. Από απόλυτη μοναρχία που ήταν, έγινε συνταγματική μοναρχία. Ο βασιλιάς Τζίγκμε Σίνγκιε Βανγκτσούκ μεταβίβασε τις περισσότερες διοικητικές του εξουσίες στο Υπουργικό Συμβούλιο του Μπουτάν και επέτρεψε την καθαίρεση του Βασιλιά εάν τα δύο τρίτα των βουλευτών ψηφίσουν υπέρ.[43]

Το 1999, η κυβέρνηση νομιμοποίησε την τηλεόραση και τη χρήση του διαδικτύου. Το Μπουτάν ήταν από τις τελευταίες χώρες που εισήγαγαν την τηλεόραση, καθώς η πρώτη τηλεοπτική μετάδοση στη χώρα έγινε στις 2 Ιουνίου 1999. Στην ομιλία του, ο Βασιλιάς είπε ότι η τηλεόραση ήταν ένα κρίσιμο βήμα για τον εκσυγχρονισμό του Μπουτάν καθώς και ένας σημαντικός συντελεστής στην ακαθάριστη εθνική ευτυχία της χώρας[44], αλλά προειδοποίησε ότι η «κακή χρήση» αυτής της νέας τεχνολογίας θα μπορούσε να διαβρώσει τις παραδοσιακές αξίες του Μπουτάν. Πάντως, το 2003, σε άρθρο του Γκάρντιαν, επισημάνθηκε ότι μεταξύ άλλων, με την εισαγωγή της τηλεόρασης, το έγκλημα και η διαφθορά αυξήθηκαν, οι αντιλήψεις για τον έρωτα αυξήθηκαν και η επιθυμία απόκτησης δυτικών προϊόντων πολλαπλασιάστηκε, σύμφωνα με έρευνα ακαδημαϊκών.[45]

Το νέο μπουτανέζικο σύνταγμα παρουσιάστηκε στις αρχές του 2005. Τον Δεκέμβριο του 2005, ο Ουάνγκτσουκ ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί από τον θρόνο υπέρ του γιου του το 2008. Στις 9 Δεκεμβρίου 2006, ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί αμέσως. Την παραίτηση του βασιλιά ακολούθησαν οι πρώτες εθνικές βουλευτικές εκλογές τον Δεκέμβριο του 2007 για Εθνικό Συμβούλιο και τον Μάρτιο του 2008 για την Εθνοσυνέλευση.

Στις 6 Νοεμβρίου 2008, ο 28χρονος Τζίγκμε Χεσάρ Ναμγκιάλ Ουανγκτσούκ στέφθηκε βασιλιάς.[46] Τον Ιούλιο του 2021, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, το Μπουτάν έγραψε ιστορία, εμβολιάζοντας τους 470.000 από τους 770.000 κατοίκους με το εμβόλιο της AstraZeneca.

Γεωγραφία και κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολικός βορράς: ένα από τα πολυάριθμά βουδιστικά μοναστήρια της χώρας
Η εθνική βιβλιοθήκη στην πρωτεύουσα το χειμώνα
Ανθισμένα δέντρα τζακαράντα
Στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Γεωργίας τον Οκτώβριο του 2005 ότι δάση καλύπτουν το 64% του Μπουτάν

Το Μπουτάν συνορεύει προς Βορρά με την Κίνα, και προς όλες τις άλλες κατευθύνσεις με την Ινδία. Μέγιστο μήκος της χώρας από ανατολικά προς δυτικά είναι 190 μίλια και το μέγιστο πλάτος της 90 μίλια. Αποτελεί μια έκταση περίπου 18.000 τ. μιλίων ή περίπου 46.500 τ.χλμ. Παλαιότερο όνομα της έκτασης αυτής ήταν Ντεβανγκίρι.

Η βόρεια πλευρά της χώρας βρίσκεται στις παρυφές των Ανατολικών Ιμαλαΐων και εκεί συναντώνται αλπικά λιβάδια και παγωμένες βουνοκορφές και εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες στα ψηλότερα σημεία. Το ύψος πολλών βουνών υπερβαίνει τα 7.000 ενώ η ψηλότερη κορυφή είναι το Κουλα Κανγρι (7.553 μ.). Ποτισμένα με άφθονα χιονόνερα τα λιβάδια είναι καταπράσινα όλο το χρόνο και συντηρούν τα κοπάδια λιγοστών νομάδων βοσκών.

Στο κέντρο της χώρας τα Μαύρα Όρη περικλείονται από δύο ποτάμια συστήματα: το Μο Τσχου και το Ντράνγκμε Τσχου. Ανάμεσα στις κορυφές τους - που κυμαίνονται από 1.500 έως 2.700 μ σε ύψος - ορμητικά νερά έχουν σκαλίσει φαράγγια στα χαμηλότερα σημεία των πλαγιών. Στα μεγάλα και πυκνά δάση ευδοκιμούν υποαλπικά κωνοφόρα στα υψηλότερα υψόμετρα και πλατύφυλλα στα χαμηλότερα υψόμετρα. Στην περιοχή των κεντρικών υψιπέδων ζει και το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού.

Στο νότο οι λόφοι Σιβαλίκ καλύπτονται από πυκνά υποτροπικά δάση πλατύφυλλων, κοιλάδες, ποτάμια, βάλτους και βουνά που φτάνουν τα 1.500 μ.. Οι πρόποδες των βουνών, στη νότια μεριά, συναντούν μια υποτροπική πεδιάδα από την οποία το Μπουτάν ελέγχει μόνο 10-15 χλμ. και η Ινδία το υπόλοιπο. Στις πλαγιές το έδαφος είναι ξηρό και πορώδες με πυκνή βλάστηση και άφθονη άγρια ζωή ενώ η πεδιάδα είναι μια αρκετά γόνιμη περιοχή που περιλαμβάνει σαβάνα, πυκνή ζούγκλα και πηγές γλυκού νερού. Τα ποτάμια τροφοδοτούνται από τα χιόνια που λιώνουν και από τις βροχές των μουσώνων και καταλήγουν στον ινδικό ποταμό Βραχμαπούτρα.

Το κλίμα στο Μπουτάν ποικίλλει, ανάλογα με το υψόμετρο, από υποτροπικό στο νότο, εύκρατο στα κεντρικά υψίπεδα και πολικό κλίμα στο βορρά. Εναλλάσσονται πέντε διακριτές εποχές: το καλοκαίρι, οι μουσώνες, το φθινόπωρο, ο χειμώνας και η άνοιξη. Οι περισσότερες βροχοπτώσεις σημειώνονται στο δυτικό Μπουτάν. Το νότιο Μπουτάν έχει ζεστό, υγρό καλοκαίρι και δροσερό χειμώνα. Στα κεντρικά και ανατολικά το κλίμα είναι εύκρατο και πιο ξηρό από τα δυτικά με ζεστά καλοκαίρια και δροσερούς χειμώνες.

Το Μπουτάν βρίσκεται στις νότιες πλαγιές των ανατολικών Ιμαλαΐων, σφηνωμένο μεταξύ της Αυτόνομης Περιφέρειας του Θιβέτ της Κίνας στα βόρεια και των ινδικών κρατιδίων Σικίμ, Δυτικής Βεγγάλης, Ασάμ στα δυτικά και νότια και της ινδικής πολιτείας Αρουνάτσαλ Πραντές στα ανατολικά. Βρίσκεται στον 26ο με 29ο βόρειο παράλληλο και ανάμεσα στον 88ο με 93ο ανατολικό μεσημβρινό. Το Μπουτάν διακρίνεται από απότομα ψηλά βουνά, τα οποία διασχίζονται από ένα δίκτυο ποταμών που ρέουν με γρήγορες ταχύτητες προς την Ινδία. Οι ποταμοί σχηματίζουν βαθιές κοιλάδες. Το υψόμετρο αυξάνεται από τα 200 μέτρα στο νότιο άκρο της χώρας σε πάνω από 7.000 μέτρα στα πιο ορεινά εδάφη της χώρας. Αυτή η μεγάλη γεωγραφική ποικιλότητα σε συνδυασμό με τις μεγάλες κλιματολογικές διαφορές συμβάλλει στην εξαιρετικά υψηλή βιοποικιλότητα του Μπουτάν.

Χιονόπτωση μπροστά στο Τασιτσοντζόνγκ στο Μπουτάν.

Το βόρειο Μπουτάν χαρακτηρίζεται από ένα τόξο αλπικών θάμνων και λιβαδιών των Ανατολικών Ιμαλαΐων. Στο Μπουτάν, το τοπίο ξεκινά από θάμνους και λιβάδια και, σε μέρη με πάρα πολύ υψηλό υψόμετρο, υπάρχουν ορεινές περιοχές με πολύ ψυχρό κλίμα. Το Μπουτάν έχει βουνά με υψόμετρο πάνω από 7.000 μέτρα. Το Γκανγκχάρ Πουενσούμ, 7.570 μέτρων, έχει τη διάκριση ότι είναι το ψηλότερο βουνό στο οποίο δεν έχει ανεβεί κανένας ορειβάτης.[47] Το χαμηλότερο σημείο, στα 98 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, βρίσκεται στην κοιλάδα του Ντράνγκμε Τσχου, όπου ο ποταμός διασχίζει τα σύνορα με την Ινδία.[47] Ποτισμένες από χιονισμένα ποτάμια, οι αλπικές κοιλάδες σε αυτήν την περιοχή παρέχουν βοσκότοπους για τα ζώα. Οι βοσκότοποι χρησιμοποιούνται από ένα μικρό πληθυσμό νομάδων βοσκών που ζουν στη χώρα.

Τα Μαύρα Όρη στο κεντρικό Μπουτάν σχηματίζουν μια λεκάνη απορροής μεταξύ δύο μεγάλων ποταμών: του Μο Τσχου και του Ντράνγκμε Τσχου. Οι κορυφές στα Μαύρα Όρη κυμαίνονται μεταξύ των 1.500 και 4.900 μέτρων σε υψόμετρο. Η ροή των ποταμών είναι γρήγορη και οι ποταμοί σχηματίζουν βαθιά φαράγγια στις χαμηλότερες ορεινές περιοχές. Τα δάση των κεντρικών βουνών του Μπουτάν αποτελούνται από υποαλπικά δάση κωνοφόρων των Ανατολικών Ιμαλαΐων σε υψηλότερα υψόμετρα και πλατύφυλλα δάση των Ανατολικών Ιμαλαΐων σε χαμηλότερα υψόμετρα. Στην κεντρική περιοχή του Μπουτάν παράγεται το μεγαλύτερο μέρος της ξυλείας του Μπουτάν. Οι ποταμοί Τόρσα, Ράιντακ, Σάνκος και Μάνας είναι οι κύριοι ποταμοί του Μπουτάν. Και οι τέσσερις ποταμοί που προαναφέρθηκαν διασχίζουν το κεντρικό Μπουτάν. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει στα κεντρικά υψίπεδα.

Στο νότο, οι λόφοι Σιβαλίκ καλύπτονται με πυκνά υποτροπικά πλατύφυλλα δάση των Ιμαλαΐων, προσχωσιγενείς κοιλάδες και βουνά τα οποία φτάνουν σε υψόμετρο έως και τα 1.500 μέτρα. Στο νότο βρίσκονται οι πρόποδες των βουνών, αλλά και οι πεδινές περιοχές, οι οποίες αποκαλούνται ντουάρ (ντουάρ στα ασσαμικά, στα βεγγαλικά, στα μαϊθίλι, στα μποτζπουρί και στα μαγκάχι).[48][49] Το μεγαλύτερο μέρος των ντουάρ βρίσκονται στην Ινδία, αλλά μια λωρίδα 10 με 15 χιλιομέτρων βρίσκεται στο Μπουτάν.

Τα βόρεια Ντουάρ βρίσκονται στους πρόποδες των Ιμαλαΐων. Τα ντουάρ έχουν τραχύ, επικλινές έδαφος και ξηρό, πορώδες έδαφος με πυκνή βλάστηση και άφθονη άγρια ζωή. Τα νότια Ντουάρ έχουν γόνιμο έδαφος (η γονιμότητα του πάντως είναι μέτρια), βαρύ γρασίδι που παραπέμπει σε σαβάνες, πυκνή, μικτή ζούγκλα και πηγές γλυκού νερού. Τα ορεινά ποτάμια, τα οποία τροφοδοτούνται από το λιώσιμο του χιονιού ή τις βροχές της εποχής των μουσώνων, εκβάλλουν στον ποταμό Βραχμαπούτρα στην Ινδία και αποτελούν παραπόταμοί του. Τα στοιχεία που δημοσίευσε το Υπουργείο Γεωργίας έδειξαν ότι η χώρα είχε δασική κάλυψη που έφθανε το 64% τον Οκτώβριο του 2005.

Βιοποικιλότητα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τακίν είναι το εθνικό ζώο του Μπουτάν.

Το Μπουτάν υπέγραψε τη Σύμβαση του Ρίο για τη Βιοποικιλότητα στις 11 Ιουνίου 1992 και έγινε συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση στις 25 Αυγούστου 1995.[50] Στη συνέχεια, το Μπουτάν σχεδίασε τη δική του Εθνική Στρατηγική και Σχέδιο Δράσης για τη Βιοποικιλότητα, με δύο αναθεωρήσεις. Η πιο πρόσφατη αναθεώρηση μπήκε σε ισχύ στις 4 Φεβρουαρίου 2010. [51]

Ζώα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια μαρμότα Ιμαλαΐων στη λίμνη Τσοφού στο Μπουτάν.

Το Μπουτάν φιλοξενεί πολλά πρωτεύοντα στο έδαφος του, καθώς εκεί ζουν διάφορα σπάνια είδη όπως το χρυσό λανγκούρ.[52][53] Έχει καταγραφεί μια παραγωγή του ασσαμικού μακάκου στο Μπουτάν, η οποία σύμφωνα με μερικές πηγές θεωρείται ότι πρόκειται για το νέο είδος Macaca munzala.[54]

Η τίγρη της Βεγγάλης, η λεοπάρδαλη η νεφελώδης, ο λαγός και η αρκούδα του μελιού ζουν στις τροπικές πεδιάδες και στα δάση με σκληρά ξύλα στο νότο. Στην εύκρατη ζώνη, το γκρίζο λανγκούρ, η τίγρη, το γκοράλ και το σέροου αποτελούν ζώα τα οποία απαντώνται σε μικτά δάση κωνοφόρων, πλατύφυλλων και πεύκων. Τα οπωροφόρα δέντρα αλλά και τα δάση μπαμπού αποτελούν βιότοπο για τη μαύρη αρκούδα των Ιμαλαΐων, το κόκκινο πάντα, τον σκίουρο, το σαμπάρ, τον αγριόχοιρο και τα ελάφια που γαβγίζουν. Τα αλπικά ενδιαιτήματα των Ιμαλαΐων στο βορρά φιλοξενούν τη λεοπάρδαλη του χιονιού, το μπλε πρόβατο, τη μαρμότα Ιμαλαΐων, τον θιβετιανό λύκο, την αντιλόπη, το ελάφι των Ιμαλαΐων και το τακίν, το εθνικό ζώο του Μπουτάν. Ο απειλούμενος άγριος νεροβούβαλος ζει σε μικρές ποσότητες στο νότιο Μπουτάν.[55]

Περισσότερα από 770 είδη πουλιών έχουν καταγραφεί ότι ζουν Μπουτάν. Η απειλούμενη με εξαφάνιση (σε παγκόσμιο, όχι μόνο εθνικό επίπεδο) πάπια με λευκά φτερά προστέθηκε το 2006 στον κατάλογο πουλιών του Μπουτάν.[56]

Φυτά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περισσότερα από 5.400 είδη φυτών βρίσκονται στο Μπουτάν.[57] Ένα από αυτά είναι το Pedicularis cacuminidenta. Οι μύκητες αποτελούν βασικό μέρος των οικοσυστημάτων του Μπουτάν. Τα μυκόρριζα είδη παρέχουν στα δέντρα των δασών ανόργανα θρεπτικά συστατικά απαραίτητα για την ανάπτυξη των δέντρων. Επίσης οι μύκητες συμβάλλουν στην αποσύνθεση του ξύλου και των απορριμμάτων, καθώς το καταναλώνουν, παίζοντας έτσι σημαντικό ρόλο στη φυσική ανακύκλωση.

Διατήρηση του περιβάλλοντος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Ανατολικά Ιμαλάια έχουν αναγνωριστεί ως παγκόσμιος κόμβος βιοποικιλότητας. Συγκαταλέγεται μεταξύ των 234 παγκοσμίως εξαιρετικών οικοπεριοχών του κόσμου σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση της παγκόσμιας βιοποικιλότητας που πραγματοποιήθηκε από το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση την τριετία 1995-1997.

Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης η οποία εδρεύει στην Γκλαν της Ελβετίας, το Μπουτάν θεωρείται πρότυπο για τις προληπτικές πρωτοβουλίες διατήρησης της άγριας ζωής. Το Βασίλειο έχει λάβει διεθνή αναγνώριση για τη δέσμευσή του στη διατήρηση της βιοποικιλότητας στο έδαφος του.[58] Αυτό αντικατοπτρίζεται στην απόφαση της χώρας να διατηρήσει τουλάχιστον το εξήντα τοις εκατό της έκτασης του στη μορφή της δασικής έκτασης, να χαρακτηριστεί περισσότερο από το 40%[59][60] της επικράτειάς του ως εθνικό πάρκο, καταφύγιο άγριας ζωής και άλλα είδη προστατευόμενων περιοχών, και πιο πρόσφατα να προσδιοριστεί ένα επιπλέον εννέα τοις εκατό της έκτασης του ως διαδρόμους βιοποικιλότητας που συνδέουν τις προστατευόμενες περιοχές. Όλη η προστατευόμενη γη του Μπουτάν συνδέεται μεταξύ τους μέσω ενός τεράστιου δικτύου βιολογικών διαδρόμων, επιτρέποντας στα ζώα να μεταναστεύουν ελεύθερα σε άλλες περιοχές της χώρας χωρίς κανένα πρόβλημα.[61] Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα της αναπτυξιακής στρατηγικής του Μπουτάν, η οποία βασίζεται στον λεγόμενο μέσο δρόμο και τον Βουδισμό. Στο Μπουτάν δεν αντιμετωπίζεται η προστασία του περιβάλλοντος σαν τομέας της οικονομίας αλλά μάλλον ως ένα σύνολο ανησυχιών που πρέπει να ενσωματωθούν στη συνολική προσέγγιση της στρατηγικής με την οποία θα στηριχθεί η οικονομική ανάπτυξη του Μπουτάν. Το σύνταγμα της χώρας αναφέρει τα αναγνωρισμένα από το νόμο περιβαλλοντικά πρότυπα σε πολλές περιπτώσεις.[62]

Περιβαλλοντική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και η φυσική κληρονομιά του Μπουτάν παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη, η κυβέρνηση θεωρεί ότι η άθικτη κατάσταση του περιβάλλοντος στο Μπουτάν δεν είναι κάτι δεδομένο και ότι η διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος είναι μια από τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει το Μπουτάν τα επόμενα χρόνια.[63] Σχεδόν το 56.3% του συνόλου των Μπουτανέζων ασχολούνται με τη γεωργία, τη δασοκομία ή τη διατήρηση του περιβάλλοντος.[64] Η κυβέρνηση στοχεύει να προωθήσει τη διατήρηση του περιβάλλοντος ως τμήμα του σχεδίου για την επίτευξη της Ακαθάριστης Εθνικής Ευτυχίας. Το Μπουτάν έχει αρνητικό ισοζύγιο[61] εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου επειδή η μικρή ποσότητα ρύπανσης που εκπέμπουν οι Μπουτανέζοι απορροφάται από τα δάση που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας.[65] Ενώ ολόκληρη η χώρα παράγει συλλογικά 2.200.000 τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, τα απέραντα δάση τα οποία καλύπτουν το 72% της χώρας λειτουργεί ως δεξαμενές άνθρακα, με αποτέλεσμα τα δάση να απορροφούν πάνω από 4 εκατομμύρια τόνους άνθρακα τον χρόνο, δηλαδή απορροφούν περίπου τη διπλάσια ποσότητα των εκπομπών άνθρακα.[61] Το Μπουτάν είχε μέσο δείκτη ακεραιότητας δασικού τοπίου 8.85 μονάδων στις 10 για το 2018, κατατάσσοντάς το στην 16η θέση παγκοσμίως σε ένα κατάλογο που περιλαμβάνει 172 χώρες.[66]

Το Μπουτάν έχει θεσπίσει μια σειρά προοδευτικών περιβαλλοντικών πολιτικών. Οι προοδευτικές πολιτικές του Μπουτάν για τη διατήρηση του περιβάλλοντος έχουν κάνει τον διευθυντή της Σύμβασης-Πλαισίου των ΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή να αποκαλέσει τα μέτρα του Μπουτάν έμπνευση και πρότυπο για τον κόσμο για το πώς οι οικονομίες και οι χώρες μπορούν να αντιμετωπίσουν την κλιματική αλλαγή βελτιώνοντας ταυτόχρονα τη ζωή των πολιτών.[67] Για παράδειγμα, το Μπουτάν έχει προωθήσει τη χρήση ηλεκτρικών αυτοκινήτων μεταξύ των πολιτών και το 2014 το ένα δέκατο των οδηγών είχε στην κατοχή του ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Επειδή η χώρα καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της σε ρεύμα από την υδροηλεκτρική ενέργεια, η παραγωγή ενέργειας στη χώρα εκπέμπει μικρές ποσότητες αερίων θερμοκηπίου.[65]

Στην πράξη, η επικάλυψη των προστατευόμενων εδαφών με κατοικημένες περιοχές έχει οδηγήσει σε αμοιβαία καταπάτηση των οικοτόπων από τα άγρια ζώα και τους ανθρώπους. Η προστατευόμενη άγρια ζωή έχει εισέλθει σε γεωργικές περιοχές, καταπατώντας καλλιέργειες και σκοτώνοντας ζώα. Σε απάντηση, το Μπουτάν εφάρμοσε ένα ασφαλιστικό πρόγραμμα, άρχισε να κατασκευάζει συναγερμούς-φράχτες τροφοδοτούμενους με ηλιακή ενέργεια, πύργους παρακολούθησης και φώτα αναζήτησης, ενώ παρέχει μεταξύ άλλων ζωοτροφές, για να ενθαρρύνει τα ζώα να μείνουν μακριά από τις κατοικοιμένες περιοχές.[68]

Η τεράστια κερδοφορία της καλλιέργειας του μύκητα Ophiocordyceps sinensis έχει οδηγήσει στη μη βιώσιμη εκμετάλλευση αυτού του είδους μύκητα, με ότι αυτό συνεπάγεται για το περιβάλλον. Η ρύθμιση της καλλιέργειας του έχει αποδειχθεί μια πολύ δύσκολη υπόθεση.[69]

Το Μπουτάν έχει εκδώσει απόφαση με την οποία απαγορεύεται η χρήση των πλαστικών αντικειμένων από την 1η Απριλίου 2019. Οι πλαστικές σακούλες αντικαταστάθηκαν από εναλλακτικές σακούλες φτιαγμένες από γιούτα ή βιοδιασπώμενα υλικά.[70]

Διοικητική Διαίρεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν χωρίζεται σε 4 ζώνες (ντζόνγκντεϋ) και περαιτέρω σε 20 συνοικίες (ντζόνγκχαγκ).

Ζώνη Πρωτεύουσα Συνοικίες
Κεντρική Νταμφού 5
Δυτική Θίμφου 5
Ανατολική Μονγκάρ 6
Νότια Γκεϋλεγκφούγκ 4

Δημογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κάτοικοι του Μπουτάν διαχωρίζονται φυλετικά σε δύο ενότητες, τους Νγκαλόπ και τους Σαρτσόπ, ή αντίστοιχα δυτικούς και ανατολικούς κατοίκους της χώρας. Οι Νγκαλόπ συνδέονται πολιτιστικά με το Θιβέτ, γεγονός που γενικά ισχύει και για την κυρίαρχη ομάδα των Σαρτσόπ, αν και οι τελευταίοι ανήκουν στο δόγμα Νινγκμάπα αντί για το επίσημο σχήμα Ντρούκπα Καγκιού του θιβετιανού βουδισμού. Και οι δύο ομάδες έχουν έρθει σε στενότερη επαφή τις τελευταίες δεκαετίες με την ανάπτυξη των συγκοινωνιών και της επικοινωνίας, αλλά και με την ενθάρρυνση της κυβέρνησης για διαφυλετικούς γάμους.

Η εθνική γλώσσα της χώρας προσδιορίζεται ως η Ντζόνγκα που αποτελεί μία από τις 53 γλώσσες της θιβετιανής γλωσσικής οικογένειας. Η γραφή της γλώσσας, γνωστή με την ονομασία Τσόκι, είναι πανομοιότυπη της κλασσικής θιβετιανής. Στην εκπαίδευση χρησιμοποιούνται επίσης τα Αγγλικά ως γλώσσα διδασκαλίας, ενώ τα Ντζόνγκα διδάσκονται ως η εθνική γλώσσα.

Εθνολογικά καταγράφονται 24 διαφορετικές γλώσσες που ομιλούνται σήμερα στο Μπουτάν, όλες μέλη της Θιβετοβιρμανικής οικογένειας, εκτός από τα Νεπάλι που ανήκουν στην Ινδοαριανή οικογένεια. Μέχρι τη δεκαετία του '80 η κυβέρνηση υποστήριζε τη διδασκαλία των Νεπάλι στα σχολεία του νότιου Μπουτάν, αλλά μετά από τις ένοπλες εξεγέρσεις στη νότια χώρα καταργήθηκαν. Οι ομιλούμενες γλώσσες στο Μπουτάν δεν έχουν ακόμα πλήρως μελετηθεί και αποτελούν αντικείμενο γλωσσολογικής ταξινομικής έρευνας.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 73,1 χρόνια (72,0 χρόνια οι άνδρες και 74,4 οι γυναίκες).[71]

Ως προς τη θρησκεία εκτιμάται ότι η πλειοψηφία των κατοίκων ακολουθούν τον βουδισμό Βατζραγιάνα, που επίσης αποτελεί και την επίσημη θρησκεία της χώρας. Δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα αποτελούν οι Ινδουιστές, ενώ οι μουσουλμάνοι και κοινότητες αθεϊστών υπάρχουν σε ποσοστό μικρότερο του 1% του συνολικού πληθυσμού. Το σύγχρονο νομικό πλαίσιο ως προς τη θρησκεία εξασφαλίζει ως αρχή την ανεξιθρησκεία, αν και ο προσηλυτισμός απαγορεύεται με βασιλική απόφαση.

Η τελευταία απογραφή που έγινε το 2005 κατέγραψε 672.425 κατοίκους στο Μπουτάν. Ταυτόχρονα, το ζήτημα του πληθυσμού της χώρας είναι αμφιλεγόμενα, επειδή τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά που δημοσίευε ο ΟΗΕ και η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, οι οποίες υποστήριζαν ότι το Μπουτάν είχε πάνω από 2 εκατομμύρια κατοίκους. Ωστόσο, κανένας από τους δύο (ΟΗΕ και ΚΥΠ των ΗΠΑ) δεν μπόρεσαν να δώσουν μια περιγραφή της μεθοδολογίας που εφάρμοζαν για την εκτίμηση του πληθυσμού στο βασίλειο. Η επίσημη πύλη της κυβέρνησης του Μπουτάν [72] ανέφερε ότι το 2004 ζούσαν 752.700 άτομα στη χώρα. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, η πυκνότητα πληθυσμού στο Μπουτάν είναι 45 άτομα ανά τ.χλμ. Αν υπολογίσουμε την πυκνότητα πληθυσμού σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δίνει στη δημοσιότητα η κυβέρνηση, προκύπτει ότι υπάρχουν περίπου 14 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η επίσημη κρατική στατιστική μιλά για μείωση του πληθυσμού κατά 2.11% τον χρόνο.

Το 21% του πληθυσμού ζει σε αστικές περιοχές και το υπόλοιπο 79% ζει σε αγροτικές περιοχές. Υπάρχει ένας μικρός αριθμός Θιβετιανών προσφύγων στο Μπουτάν. Μέχρι σήμερα, ο αριθμός τους υπολογίζεται σε 1.250 άτομα.[73]

Το Μπουτάν είχε πληθυσμό 754.388 κατοίκων το 2018. Το Μπουτάν είχε μέση ηλικία η οποία έφτανε τα 24.8 έτη.[74] Αναλογούν 1.070 άνδρες για κάθε 1.000 γυναίκες. Το ποσοστό αλφαβητισμού στο Μπουτάν είναι 59.5%.[75]

Εθνοτική σύσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λαός του Μπουτάν αποτελείται κυρίως από τους Νγκαλόπ και τους Σάρτσοπ. Οι Νγκαλόπ ζουν στο δυτικό Μπουτάν και οι Σάρτσοπ στα ανατολικά τμήματα του Μπουτάν. Αν και οι Σάρτσοπ υπερέχουν ελαφρώς των Νγκαλόπ ως προς το δημογραφικό μέγεθος, οι Νγκαλόπ κυριαρχούν στην πολιτική σφαίρα, καθώς ο Βασιλιάς και η πολιτική ελίτ είναι Νγκαλόπ.[76] Οι Νγκαλόπ αποτελούνται κυρίως από Μπουτανέζους που ζουν στο δυτικό τμήμα της χώρας. Ο πολιτισμός τους συνδέεται στενά με αυτόν του Θιβέτ. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε για τους Σάρτσοπ, γιατί είναι βουδιστές οι οποίοι ακολουθούν τη μορφή Νινγκμαπά και όχι την επίσημη μορφή Ντρούκπα Καγκιού του Θιβετιανού Βουδισμού. Στη σύγχρονη εποχή, πολλοί Νγκαλόπ παντρεύονται με Σάρτσοπ και έτσι αυξάνονται οι επιμειξίες μεταξύ των δύο υποομάδων του μπουτανέζικου έθνους.

Το όνομα των Λοτσχάμπα σημαίνει "νότιοι Μπουτανέζοι". Οι Λοτσχάμπα είναι μια ετερογενής ομάδα κυρίως νεπαλικής καταγωγής, οι οποίοι επιδιώκουν την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων τους και της πολιτιστικής τους ταυτότητας, συμπεριλαμβανομένης της ισότητας στο δικαίωμα διαμονής, διδασκαλίας της γλώσσας τους και ένδυσης. Ανεπίσημες εκτιμήσεις υποστήριξαν ότι στην απογραφή του 1988 οι Νεπαλέζοι αποτελούσαν το 45% των κατοίκων της χώρας.[77] Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, το Μπουτάν υιοθέτησε την πολιτική «Ένα έθνος ένας λαός» με στόχο να πιέσει τους υπόλοιπους λαούς της χώρας να αφομοιωθούν πολιτιστικά, γλωσσικά και θρησκευτικά από τους Ντρούκπα, που ήταν το έθνος που κυριαρχούσε τότε αλλά και τώρα στα πολιτικά πράγματα.[78] Η πολιτική που επέλεξε να εφαρμόσει η χώρα ήταν η απαγόρευση της διδασκαλίας της νεπαλικής γλώσσας στα σχολεία και η ανάκληση της μπουτανέζικης ιθαγένειας σε όσους δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν την ύπαρξη ενός εκδοθέντα πριν από το 1950 από την κυβέρνηση τίτλου ιδιοκτησίας γης.[79] Οι νόμοι αυτοί στόχευαν τους Νεπαλέζους Λοτσχάμπα, οι οποίοι αποτελούσαν το ένα τρίτο του πληθυσμού στα τέλη της δεκαετίας του 1980.[80] Αυτό είχε ως αποτέλεσμα εκτεταμένες αναταραχές και πολιτικές διαδηλώσεις.[81][82] Το 1988, οι αρχές του Μπουτάν πραγματοποίησαν ειδική απογραφή[83] στο νότιο Μπουτάν, μια περιοχή που αποτελεί το σπίτι πολλών Λοτσχάμπα, με αποτέλεσμα τη μαζική αφαίρεση της υπηκοότητας σε πάρα πολλούς Λοτσχάμπα. Η αφαίρεση της υπηκοότητας ακολουθήθηκε από τη βίαιη απέλαση 107.000 Λοτσχάμπα, οι οποίοι αποτελούσαν το ένα έκτο του πληθυσμού της χώρας εκείνη την εποχή.[84][85][86] Όσοι είχαν αποκτήσει την μπουτανέζικη ιθαγένεια χάρη στις διατάξεις του νόμου για την εθνικότητα του 1958 έχασαν την μπουτανέζικη ιθαγένεια τους. Μέλη της αστυνομίας και του στρατού του Μπουτάν ενεπλάκησαν στην πυρπόληση των σπιτιών που ανήκαν στους Λοτσχάμπα, αλλά και στη δήμευση της που κατείχαν. Επίσης προέβησαν και σε άλλες εκτεταμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (συλλήψεις, άσκηση βασανιστηρίων, βιασμοί) εναντίον Λοτσχάμπα οι οποίοι συμμετείχαν σε πολιτικές διαδηλώσεις.[87][88] Μετά τη βίαιη απέλαση των Λοτσχάμπα από το Μπουτάν, οι Λοτσχάμπα αναγκάστηκαν να παραμείνουν για σχεδόν δύο δεκαετίες σε προσφυγικούς καταυλισμούς στο Νεπάλ. Από το 2007 έως το 2012 επανεγκαταστάθηκαν σε διάφορες δυτικές χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.[89]

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπολογίζεται ότι το 65% με 75% των κατοίκων του Μπουτάν ακολουθούν τον Βουδισμό Βατζραγιάνα, τη κρατική θρησκεία του Μπουτάν. Το 25% με 33% των κατοίκων είναι οπαδοί του Ινδουισμού. Οι άλλες θρησκείες αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1% του πληθυσμού. [90] Οι νόμοι του Μπουτάν εγγυώνται την ανεξιθρησκεία. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται με απόφαση της κυβέρνησης[90] αλλά και από το κείμενο του Συντάγματος.[91]

Ο Βουδισμός εισήλθε για πρώτη φορά στο έδαφος του Μπουτάν τον 7ο αιώνα μ.Χ. Ο Θιβετιανός βασιλιάς Σονγκτσάν Γκάμπο[16], ο οποίος ήταν και ο ίδιος προσηλυτισμένος στον βουδισμό, επεξέτεινε τη Θιβετιανή Αυτοκρατορία στο Σικίμ και το Μπουτάν.[17] Ο Γκάμπο διέταξε την κατασκευή δύο βουδιστικών ναών, του ναού Μπουμθάνγκ στο κεντρικό Μπουτάν και του ναού Κιτσού (κοντά στο Πάρο) στην κοιλάδα Πάρο.[18]

Γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εθνική γλώσσα είναι τα τζόνγκα. Τα τζόνγκα, η εθνική γλώσσα του Μπουτάν, είναι μια από τις 53 θιβετικές γλώσσες. Τα τζόνγκα γράφονται στο αλφάβητο τσόκε, το οποίο ουσιαστικά είναι ολόιδιο με το θιβετιανό αλφάβητο. Τα μαθήματα στα σχολεία διεξάγονται στα αγγλικά, ενώ τα τζόνγκα αποτελούν υποχρεωτικό μάθημα σε όλη τη χώρα, διότι τα τζόνγκα είναι η γλώσσα της διοίκησης και του έθνους. Ο Εθνολόγος απαριθμεί 24 γλώσσες γηγενείς στο Μπουτάν. Όλες οι γλώσσες του Μπουτάν ανήκουν στον θιβετοβιρμανικό κλάδο των σινοθιβετικών γλωσσών, εκτός από τα νεπαλέζικα, μια ινδοάρια γλώσσα, και μια από τις ανατολικότερες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες στον κόσμο.[92]

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, η κυβέρνηση στήριζε τη διδασκαλία των νεπαλέζικων στους μαθητές σχολείων στο νότιο Μπουτάν. Με την υιοθέτηση του Ντρίγκλαμ ναμζάγκ (ενός κώδικα δεοντολογίας του Μπουτάν) και την επέκτασή του κώδικα και στον στόχο της ενίσχυσης του ρόλου της γλώσσας τζόνγκα, τα νεπαλέζικα σταμάτησαν να διδάσκονται στα σχολεία. Οι γλώσσες του Μπουτάν δεν έχουν μελετηθεί καλά και οι ακαδημαϊκοί δεν έχουν εκδώσει ακόμα μια αναγνωρισμένη γραμματική για πολλές από αυτές τις γλώσσες. Πριν από τη δεκαετία του 1980, οι Λοτσχάμπα, η νεπαλέζικη κοινότητα που ζούσε στο νότιο πέμπτο του Μπουτάν, αποτελούσαν κατά προσέγγιση το ένα τρίτο του πληθυσμού.[93] Ωστόσο, μετά από μια εκκαθάριση σημαντικού μέρους των Λοτσχάμπα από το 1990 έως το 1992, το ποσοστό των Τζόνγκα μπορεί να έχει αυξηθεί και των Νεπαλέζων να έχει μειωθεί.

Τα τζόνγκα έχουν αρκετές ομοιότητες και είναι εν μέρει κατανοητά στον ομιλητή των σικκιμέζικων. Τα τζόνγκα μιλά περίπου το 25% του πληθυσμού σαν μητρική γλώσσα. Η τσάνγκλα, η γλώσσα των Σάρτσοπ και η κύρια γλώσσα των Μπουτανέζων πριν την έλευση των Θιβετιανών, ομιλείται από μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Τα τσάνγκλα έχουν αρκετές διαφορές από τις γειτονικές γλώσσες και είναι πιθανό ότι τα τσάνγκλα ανήκουν σε ξεχωριστό παρακλάδι της θιβετοβιρμανικής γλωσσικής οικογένειας. Οι ομιλητές της νεπαλικής γλώσσας αποτελούσαν περίπου το 40% του πληθυσμού το 2006. Οι μεγαλύτερες μειονοτικές γλώσσες είναι η Ντζάλα (ομιλείται από το 11% του πληθυσμού), η Λιμπού (ομιλείται από το 10% του πληθυσμού), η Χενγκ (ομιλείται από το 8% του πληθυσμού) και η Ράι (ομιλείται από το 8% του πληθυσμού). Δεν υπάρχουν αξιόπιστες πηγές για την εθνογλωσσική σύνθεση της χώρας και αυτά τα νούμερα μπορούν να αμφισβητηθούν σε περίπτωση που γίνει μια έρευνα με επαρκές δείγμα ή μια πλήρως εμπεριστατωμένη και αξιόπιστη απογραφή στο μέλλον.

Υγεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν έχει προσδόκιμο ζωής 70.2 ετών (69.9 για τους άνδρες και 70.5 για τις γυναίκες) σύμφωνα με εκτίμηση του 2016 από την Παγκόσμια Τράπεζα.[94][95] Η βασική υγειονομική περίθαλψη παρέχεται δωρεάν στους πολίτες του Μπουτάν σύμφωνα με το σύνταγμα.[96]

Εκπαιδευτικό σύστημα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικά, η εκπαίδευση στο Μπουτάν παρεχόταν από τα μοναστήρια. Η κοσμική σχολική εκπαίδευση για τον γενικό πληθυσμό εισήχθη από το κράτος τη δεκαετία του 1960.[97] Το ορεινό τοπίο θέτει εμπόδια στη δημιουργία μιας πλήρους και ολοκληρωμένης εκπαιδευτικής υπηρεσίας προς τον γενικό πληθυσμό.[97]

Σήμερα, το Μπουτάν έχει δύο αποκεντρωμένα πανεπιστήμια. Τα δύο αυτά πανεπιστήμια διατηρούν έντεκα κολλέγια σε διάφορες πόλεις της χώρας (σε όλη την ινδική υποήπειρο, κάθε μεγάλο πανεπιστήμιο έχει ένα μεγάλο αριθμό κολεγίων συνδεδεμένα με αυτό). Τα δύο πανεπιστήμια του Μπουτάν είναι το Βασιλικό Πανεπιστήμιο του Μπουτάν και το Πανεπιστήμιο Ιατρικών Επιστημών Χεσάρ Γκιάλπο, αντίστοιχα. Το πρώτο πενταετές σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία μιας κεντρικής εκπαιδευτικής αρχής —με τη μορφή ενός διευθυντή εκπαίδευσης ο οποίος διορίστηκε το 1961— αλλά και τη δημιουργία ενός οργανωμένου, σύγχρονου σχολικού συστήματος το οποίο θα περιλάμβανε μια δωρεάν και καθολική βασική εκπαίδευση για κάθε πολίτη.

Τα εκπαιδευτικά προγράμματα στη χώρα ενισχύθηκαν το 1990, όταν η Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης χορήγησε στο Μπουτάν δάνειο ύψους 7.13 εκατομμυρίων δολαρίων με στόχο την εκπαίδευση του προσωπικού και την ανάπτυξη των εκπαιδευτικών υποδομών, τη βελτίωση και την ανάπτυξη της παροχής εξειδικευμένης μάθησης, την αγορά σύγχρονου εξοπλισμού και επίπλων για τα σχολεία, την καταβολή μισθών και την εξυπηρέτηση άλλων περιοδικών εξόδων, αλλά και την αποκατάσταση των υπαρχόντων και την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων στο Βασιλικό Πολυτεχνείο του Μπουτάν.

Από τότε που εισήχθη ένα σύγχρονο σύστημα εκπαίδευσης στο Μπουτάν, έχουν σταλεί στο Μπουτάν δάσκαλοι από διάφορες περιοχές της Ινδίας, ιδιαίτερα από την Κεράλα, οι οποίοι υπηρέτησαν σε μερικά από τα πιο απομακρυσμένα χωριά του Μπουτάν. Έτσι, οι 43 συνταξιούχοι δάσκαλοι από την Ινδία που είχαν τις μακροβιότερες θητείες ήταν παρόντες στο Θίμφου του Μπουτάν κατά τη διάρκεια των εορτασμών της Ημέρας των Δασκάλων το 2018, όπου τιμήθηκαν και έλαβαν ατομικά ευχαριστίες από τον βασιλιά της χώρας. Στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 50 χρόνια από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Μπουτάν και Ινδίας, ο υπουργός Παιδείας του Μπουτάν, Τζάι Μπιρ Ράι, τίμησε 80 συνταξιούχους δασκάλους οι οποίοι υπηρέτησαν στο Μπουτάν σε μια ειδική τελετή στην Καλκούτα της Ινδίας στις 6 Ιανουαρίου 2019. [98] Επί του παρόντος, 121 δάσκαλοι από την Ινδία υπηρετούν αυτή τη στιγμή στο Μπουτάν.

Διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βασιλιάς Γίγκμε Κεσάρ Ναμγκιάλ Βανγκτσούκ ενθρονίστηκε επίσημα στις 6 Νοεμβρίου 2008 αλλά εκτελούσε καθήκοντα ήδη από το 2006.
Το συγκρότημα Τασιτσοενντζόνγκ στην πρωτεύουσα όπου στεγάζεται η κυβέρνηση.

Αρχηγός Κράτους είναι ο Βασιλιάς Γίγκμε Κεσάρ Ναμγκιάλ Βανγκτσούκ, πέμπτος κατά σειρά της δυναστείας Βανγκτσούκ. Το 2008 ολοκληρώθηκε η μετάβαση του πολιτεύματος από απόλυτη μοναρχία σε συνταγματική μοναρχία. Η Κυβέρνηση στη τοπική γλώσσα λέγεται Ντζόνγκντα και απαρτίζεται από 18 Υπουργεία.

Ο βασιλιάς Τζίγκμε Χεσάρ Ναμγκιάλ Ουανγκτσούκ και η βασίλισσα Τζετσούν Πέμα του Μπουτάν με τον τότε αυτοκράτορα της Ιαπωνίας Ακιχίτο. Το 2019 ο Ακιχίτο παραιτήθηκε υπέρ του γιου του Ναρουχίτο.

Το Μπουτάν είναι συνταγματική μοναρχία κοινοβουλευτικού τύπου. Ο βασιλεύς μονάρχης είναι ο Γίγκμε Κεσάρ Ναμγκιάλ Βανγκτσούκ. Ο σημερινός πρωθυπουργός του Μπουτάν είναι οΛοτάι Τσέρινγκ, ηγέτης του Κόμματος Ντρουκ Νιαμρούπ Τσόνγκπα. Ο εκδημοκρατισμός του Μπουτάν το 2008 θεωρείται ως εξέλιξη του κοινωνικού συμβολαίου του λαού του με τη μοναρχία το 1907.[99] Το 2019, το Μπουτάν, σύμφωνα με τον Δείκτη Δημοκρατίας, ήταν υβριδικό καθεστώς, μαζί με γειτονικές χώρες όπως για παράδειγμα το Νεπάλ και το Μπαγκλαντές. Οι μειονότητες εκπροσωπούνται ολοένα και περισσότερο στην κυβέρνηση του Μπουτάν από το 2008, μεταξύ άλλων στο υπουργικό συμβούλιο, το κοινοβούλιο και την τοπική κυβέρνηση.[99]

Ο Ντρουκ Γκιάλπο (Δράκος Βασιλιάς) είναι ο μπουτανέζος αρχηγός κράτους.[100] Το πολιτικό σύστημα παρέχει στους ενήλικες το δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας. Το Μπουτάν έχει και κοινοβούλιο: το Εθνικό Συμβούλιο αποτελείται από μια Άνω Βουλή με 25 εκλεγμένα μέλη και την Εθνοσυνέλευση με 47 εκλεγμένους βουλευτές που εκλέγονται ως υποψήφιοι κομμάτων.

Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από το Υπουργικό Συμβούλιο, του οποίου επικεφαλής είναι ο Πρωθυπουργός. Η νομοθετική εξουσία ανήκει στην κυβέρνηση και στην Εθνοσυνέλευση. Η δικαστική εξουσία ανήκει στα δικαστήρια. Το νομικό σύστημα προέρχεται από τον ημιθεοκρατικό κώδικα Τσαγίγκ, ο οποίος Τσαγίγκ δέχτηκε επιρροές από το αγγλικό κοινό δίκαιο κατά τον 20ο αιώνα. Ο ανώτατος δικαστής είναι ο διοικητικός επικεφαλής του δικαστικού σώματος.

Πολιτικός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτες γενικές εκλογές για την Εθνοσυνέλευση του Μπουτάν διεξήχθησαν στις 24 Μαρτίου 2008. Τα κύρια κόμματα ήταν το Κόμμα Ειρήνης και Ευημερίας του Μπουτάν με επικεφαλής τον Τζίγκμε Τίνλεϊ και το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα με επικεφαλής τον Σανγκάι Νγκεντούπ. Το Κόμμα Ειρήνης και Ευημερίας κέρδισε τις εκλογές, λαμβάνοντας 45 από τις 47 έδρες.[101] Ο Τίνλεϊ υπηρέτησε ως πρωθυπουργός από το 2008 έως το 2013.

Το Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα ήρθε στην εξουσία στις εκλογές του 2013. Κέρδισε 32 έδρες και 54.88% των ψήφων. Ο ηγέτης του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος Τσέριγνκ Τομπγκάι υπηρέτησε ως πρωθυπουργός από το 2013 έως το 2018.

Το Ντρουκ Νιαμρούγκ Τσόγκπα κέρδισε τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών στις εκλογές για την Εθνοσυνέλευση του 2018, φέρνοντας τον Λοτάι Τσέρινγκ στην πρωθυπουργία και το Ντρουκ Νιαμρούγκ Τσόγκπα στην κυβέρνηση για πρώτη φορά.[102]

Εκλογές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ασιατική χώρα διεξήγαγε τις πρώτες δημοκρατικές εκλογές για την Εθνοσυνέλευση, που απαρτίζεται από 47 έδρες, στις 24 Μαρτίου του 2008, στις οποίες έλαβαν μέρος δύο πολιτικά κόμματα: το Κόμμα για την Ειρήνη και την Ευημερία στο Μπουτάν (Ντρουκ Φουένγκσουμ Τσόνγκπα), το οποίο προήλθε από τη συγχώνευση του Ενωμένου Λαϊκού Κόμματος του Μπουτάν και το Κόμμα Όλου του Λαού, υπό την ηγεσία του πρώην Πρωθυπουργού Γίγκμε Τίνλεϊ και το Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (PDP). Η συμμετοχή στις εκλογές ήταν 80%. Το Σύνταγμα επικυρώθηκε στις 18 Ιουλίου του 2008. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Εκλογές Εθνικού Συμβουλίου 2018[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι τελευταίες εκλογές για το 20μελές Εθνικό Συμβούλιο διεξήχθησαν στις 20 Απριλίου 2018.Όλοι οι υποψήφιοι κατήλθαν ως ανεξάρτητοι, καθώς τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου απαγορεύεται να ανήκουν σε κάποιο πολιτικό κόμμα.[103]

Τα 20 μέλη του Εθνικού Συμβουλίου εξελέγησαν σε μονοεδρικές περιφέρειες, σε αντιστοιχία με τις 20 διοικητικές περιφέρειες του Μπουτάν (Ντζογκχάγκ). Άλλα 5 μέλη διορίστηκαν από το Δράκοντα Βασιλέα (Ντρουκ Γκιάλπο).[103]

Εκλογές για Εθνοσυνέλευση 2013[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 31 Μαΐου και στις 13 Ιουλίου 2013 αναδείχθηκαν τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης του Μπουτάν.[104] Το αποτέλεσμα ήταν η νίκη της Αντιπολίτευσης, με το Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού (PDP), να κερδίζει 32 επί συνόλου 47 εδρών. Στις εκλογές έλαβαν μέρος 4 κόμματα, από τα οποία τα 2 για πρώτη φορά.

Διεθνείς σχέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 20ου αιώνα, το Μπουτάν έγινε ντε φάκτο προτεκτοράτο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας βάσει της Συνθήκης της Πουνάχας το 1910. Η βρετανική προστασία διατηρούσε ανεξάρτητο το Μπουτάν, και έτσι αποτελούσε ξεχωριστό κράτος από το ανεξάρτητο Θιβέτ και την Κίνα. Στον απόηχο της Κινεζικής Κομμουνιστικής Επανάστασης, το Μπουτάν υπέγραψε μια συνθήκη φιλίας με το Ντομίνιον της Ινδίας το 1949. Οι ανησυχίες του Μπουτάν για το μέλλον του εντάθηκαν μετά την ενσωμάτωση του Θιβέτ στην Κίνα.[105] Είναι μέλος του ΟΗΕ από το 1971.

Οι σχέσεις με το Νεπάλ παρέμειναν τεταμένες, καθώς παρέμενε άλυτο το ζήτημα των Νεπαλέζων προσφύγων από το Μπουτάν. Ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Μπαγκλαντές το 1971. Είναι ιδρυτικό μέλος της Ένωσης της Νοτίου Ασίας για την Περιφερειακή Συνεργασία, στην οποία εντάχθηκε μαζί με τις άλλες ιδρύτριες χώρες το 1985.[5] Η χώρα είναι μέλος 150 διεθνών οργανισμών,[106] συμπεριλαμβανομένων της Πρωτοβουλίας στον Κόλπο της Βεγγάλης, της πρωτοβουλίας Μπανγκλαντές, Ινδία, Μπουτάν, Νεπάλ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ομάδας των 77.

Η μόνιμη αποστολή του Μπουτάν στα Ηνωμένα Έθνη στη Νέα Υόρκη

Το Μπουτάν διατηρεί ισχυρές οικονομικές, στρατηγικές και στρατιωτικές σχέσεις με την Ινδία.[107][108] Τον Φεβρουάριο του 2007, η Συνθήκη ινδομπουτανέζικης φιλίας υπέστη αναθεωρήσεις ουσιαστικής σημασίας, διευκρινίζοντας τον πλήρη έλεγχο του Μπουτάν στην εξωτερική του πολιτική, καθώς και την ανεξαρτησία και κυριαρχία του. Το άρθρο 2 της συνθήκης ινδομπουτανέζικης φιλίας του 1949 έγραφε τα εξής: «Η κυβέρνηση της Ινδίας δεσμεύεται να μην παρεμβαίνει στην εσωτερική διοίκηση του Μπουτάν. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση του Μπουτάν συμφωνεί να καθοδηγείται από τη συμβουλή της κυβέρνησης της Ινδίας σε θέματα εξωτερικών σχέσεων». Όμως το νέο κείμενο της αναθεωρημένης συνθήκης έγραφε μεταξύ άλλων τα παρακάτω: «Σύμφωνα με τους διαρκείς δεσμούς στενής φιλίας και συνεργασίας μεταξύ του Μπουτάν και της Ινδίας, η κυβέρνηση του Βασιλείου του Μπουτάν και η κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ινδίας συνεργάζονται στενά θέματα που σχετίζονται με τα εθνικά τους συμφέροντα. Καμία κυβέρνηση δεν επιτρέπει τη χρήση της επικράτειάς της για δραστηριότητες που βλάπτουν την εθνική ασφάλεια και τα συμφέροντα της άλλης κυβέρνησης». Το προοίμιο της αναθεωρημένης συνθήκης του 2007, μεταξύ άλλων, περιλάμβανε τα εξής: «Επαναβεβαιώνεται ο σεβασμός για την ανεξαρτησία, την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της άλλης». Αυτό το κείμενο δεν υπήρχε στο προοίμιο ή γενικότερα την προηγούμενη συμφωνία του 1949. Οι πολίτες του Μπουτάν και της Ινδίας μπορούν να ταξιδεύουν στην άλλη χώρα χωρίς διαβατήριο ή βίζα, αλλά θα πρέπει να φέρουν μαζί τους την αστυνομική τους ταυτότητα. Οι πολίτες του Μπουτάν μπορούν να εργάζονται στην Ινδία χωρίς νομικούς περιορισμούς, δηλαδή με ένα καθεστώς ουσιαστικά ανάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Μπουτάν δεν διατηρεί επίσημους διπλωματικούς δεσμούς με την Κίνα. Οι δύο χώρες έχουν ανταλλάξει κατά καιρούς όμως μερικές διπλωματικές επισκέψεις και συναντήσεις. Η πρώτη διμερής συμφωνία μεταξύ Κίνας και Μπουτάν υπογράφηκε το 1998. Το Μπουτάν διατηρεί δύο επίτιμα προξενεία στις Ειδικές Διοικητικές Περιφέρειες του Χονγκ Κονγκ και του Μακάο.[110]

Τα σύνορα του Μπουτάν με την Κίνα δεν έχουν οριοθετηθεί πλήρως, επειδή η Κίνα διεκδικεί ορισμένες περιοχές που ανήκουν στο Μπουτάν. Το 2021, μετά από πάνω από 35 χρόνια διαπραγματεύσεων, η Κίνα υπέγραψε μνημόνιο κατανόησης με το Μπουτάν για να επισπεύσει τις συνομιλίες περί οριστικής διευθέτησης του καθεστώτος των σινομπουτανικών συνόρων.[111] Περίπου 269 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους στα σύνορα των δύο χωρών παραμένουν αμφισβητούμενα μεταξύ Μπουτάν και Κίνας.[112] Στις 13 Νοεμβρίου 2005, Κινέζοι στρατιώτες πέρασαν τα αμφισβητούμενα εδάφη και άρχισαν να κατασκευάζουν δρόμους και γέφυρες.[113] Ο υπουργός Εξωτερικών του Μπουτάν, Χαντού Γουάνγκτσουκ, συζήτησε το θέμα της διαπέρασης των συνόρων από Κινέζους στρατιώτες με τις κινεζικές αρχές, αφού πρώτα συζητήθηκε στο μπουτανέζικο κοινοβούλιο. Ως απάντηση, ο εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας Τσιν Γκανγκ δήλωσε ότι τα σύνορα των δύο χωρών παραμένουν υπό αμφισβήτηση και ότι οι δύο πλευρές συνεχίζουν να εργάζονται για μια ειρηνική και εγκάρδια επίλυση της διαφοράς, αρνούμενος ότι η παρουσία στρατιωτών στην περιοχή ήταν μέρος μιας κινεζικής απόπειρας για τη βίαιη κατάληψη των αμφισβητούμενων εδαφών.[114] Ένας Ινδός αξιωματικός της υπηρεσίας πληροφοριών της χώρας δήλωσε ότι μια κινεζική αντιπροσωπεία στο Μπουτάν είπε στους Μπουτανέζους ότι «αντιδρούν υπερβολικά». Η εφημερίδα Kuensel του Μπουτάν έγραψε ότι η Κίνα μπορεί να χρησιμοποιήσει τους δρόμους σαν όπλο για την προώθηση των κινεζικών αξιώσεων στις αμφισβητούμενες περιοχές.[113]

Το Μπουτάν έχει πολύ καλές σχέσεις με την Ιαπωνία. Ως η τρίτη οικονομία στον κόσμο, η Ιαπωνία αποτελεί σημαντικό πάροχο αναπτυξιακής βοήθειας στο Μπουτάν και άλλες χώρες. Η βασιλική οικογένεια του Μπουτάν φιλοξενήθηκε από την ιαπωνική αυτοκρατορική οικογένεια κατά τη διάρκεια μιας κρατικής επίσκεψης το 2011. Η Ιαπωνία έχει βοηθήσει και βοηθά το Μπουτάν στην αντιμετώπιση των πλημμυρών που προκαλούνται από το λιώσιμο των παγετώνων αναπτύσσοντας ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Το Μπουτάν έχει ισχυρές πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις με το γειτονικό Μπανγκλαντές. Ο βασιλιάς του Μπουτάν ήταν επίτιμος προσκεκλημένος κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τη σαρακοστή επέτειο της ανεξαρτησίας του Μπαγκλαντές το 2011.[115] Το 2014 μια κοινή δήλωση των πρωθυπουργών των δύο χωρών ανακοίνωσε ότι οι δύο χώρες είχαν πρόθεση να συνεργαστούν στους τομείς της υδροηλεκτρικής ενέργειας, της διαχείρισης της ροής των ποταμών αλλά και στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. [116] Το Μπαγκλαντές και το Μπουτάν υπέγραψαν μια εμπορική συμφωνία το 2020, η οποία μεταξύ άλλων περιείχε διατάξεις για την προώθηση του ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των δύο χωρών.[117]

Το Μπουτάν διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και 53 χώρες. Διατηρεί αποστολές στην Ινδία, το Μπαγκλαντές, την Ταϊλάνδη, το Κουβέιτ και το Βέλγιο. Έχει δύο αποστολές στα Ηνωμένα Έθνη, στη Νέα Υόρκη και στη Γενεύη. Οι τρεις χώρες που έχουν πρεσβεία στο Μπουτάν είναι η Ινδία, το Μπαγκλαντές και το Κουβέιτ. Άλλες χώρες διατηρούν ανεπίσημους δεσμούς και επαφές με το Μπουτάν μέσω των πρεσβειών τους στο Νέο Δελχί και την Ντάκα. Το Μπουτάν διατηρεί σχέσεις με πολλά έθνη της Ασίας και της Ευρώπης, τον Καναδά και τη Βραζιλία. Άλλες χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν έχουν επίσημες σχέσεις με το Μπουτάν αλλά διατηρούν ανεπίσημους δεσμούς μέσω της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Νέο Δελχί αλλά και μέσω της μόνιμης αντιπροσωπείας του Μπουτάν στα Ηνωμένα Έθνη. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει επίτιμο προξενείο στο Θίμφου. Ως προς την Ελλάδα και την Κύπρο, το Μπουτάν δεν έχει επίσημες σχέσεις με τις δύο αυτές ελληνόφωνες χώρες. Η ελληνική πρεσβεία στην Ινδία δεν έχει διαπίστευση στο Μπουτάν. Η πιο πρόσφατη χώρα με την οποία το Μπουτάν σύνηψε επίσημες διπλωματικές σχέσεις είναι το Ισραήλ στις 12 Δεκεμβρίου 2020.[118][119][120] Το Μπουτάν αντιτάχθηκε στη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία ψηφίζοντας αρνητικά στο ψήφισμα 68/262 της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η βασιλική φρουρά του Μπουτάν το 1905.
Ο Αρχηγός του Επιτελείου του Βασιλικού Στρατού του Μπουτάν (αριστερά) και ο Αρχηγός του Επιτελείου του Ινδικού Στρατού (δεξιά) το 2006.

Ο Βασιλικός Στρατός του Μπουτάν είναι το στρατιωτικό σώμα Μπουτάν και είναι μια από τις πιο αδύναμες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο, σύμφωνα με την έρευνα για τη δύναμη των στρατών του κόσμου. Ο μπουτανέζικος στρατός περιλαμβάνει τη Βασιλική Σωματοφυλακή του Μπουτάν και τη Βασιλική Αστυνομία του Μπουτάν. Η στρατιωτική θητεία είναι εθελοντική και το όριο ηλικίας για τη στράτευση είναι τα 18 έτη. Ο μόνιμος στρατός αριθμεί περίπου 16.000 άτομα και εκπαιδεύεται από τον Ινδικό Στρατό.[121] Το Μπουτάν δαπανά 13.75 εκατομμύρια δολάρια για τον στρατό του κάθε χρόνο. Ως μεσόγεια χώρα, το Μπουτάν δεν έχει ναυτικό. Το Μπουτάν δεν έχει πολεμική αεροπορία ή μάχιμη στρατιωτική δύναμη. Ο Στρατός του Μπουτάν εξαρτάται από την Ανατολική Αεροπορική Διοίκηση της Ινδικής Αεροπορίας σε περίπτωση που ζητήσει αεροπορική βοήθεια.

Ο στρατός του Μπουτάν συγκροτείται από δύναμη 4.000 ανδρών. Οι ένοπλες δυνάμεις του Μπουτάν αποτελούνται από τον Βασιλικό Στρατό του Μπουτάν, τους Βασιλικούς Σωματοφύλακες, την Εσωτερική Φρουρά και τη Βασιλική Αστυνομία του Μπουτάν. Δεδομένου ότι το Μπουτάν είναι μεσόγειο κράτος και δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα, δεν έχει ναυτικό. Το Μπουτάν δεν έχει ούτε πολεμική αεροπορία, αν και ο Βασιλικός Στρατός του Μπουτάν διαθέτει μερικά αεροσκάφη που χρησιμοποιούνται για μεταφορά προσωπικού. Η εκπαίδευση των στρατευμάτων και η αεράμυνα του Μπουτάν αποτελούν αρμοδιότητα της Ινδίας λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων του Μπουτάν.

Ο Βασιλικός Στρατός του Μπουτάν είναι μέρος των Ενόπλων Δυνάμεων του Μπουτάν. Είναι υπεύθυνος (σύμφωνα με το άρθρο 27 του Συντάγματος του Μπουτάν ) για τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και την προστασία της κρατικής κυριαρχίας σε περίπτωση εξωτερικών απειλών. Ο Ανώτατος Διοικητής του Στρατού είναι ο Βασιλιάς του Μπουτάν. Στο Μπουτάν είναι συνηθισμένο, αλλά όχι και υποχρεωτικό, φαινόμενο, ένας γιος από κάθε οικογένεια της χώρας να υπηρετεί στο στρατό. Εάν χρειαστεί, μπορεί να συγκεντρωθεί η λαϊκή πολιτοφυλακή.

Η Βασιλική Αστυνομία του Μπουτάν είναι ανεξάρτητος κλάδος του Βασιλικού Στρατού του Μπουτάν. Η βασιλική αστυνομία είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος. Αρχηγός της αστυνομίας είναι ο συνταγματάρχης Κιπτσού Ναμγκιέλ.[122].

Η Βασιλική Σωματοφυλακή του Μπουτάν είναι ανεξάρτητος κλάδος του Βασιλικού Στρατού του Μπουτάν. Η βασιλική σωματοφυλακή του Μπουτάν είναι υπεύθυνη για την προστασία του βασιλιά και των μελών της οικογένειάς του. Είναι η πιο εκπαιδευμένη και η πιο καλύτερα εξοπλισμένη μονάδα του μπουτανέζικου στρατού. Έχει πάνω από χίλια μέλη.

Η βασιλική σωματοφυλακή, αλλά και ο στρατός του Μπουτάν γενικότερα, απέδειξαν το υψηλό επίπεδο ετοιμότητάς τους το 2003 κατά τη διάρκεια της απώθησης των αυτονομιστών του Ασάμ από το έδαφος του Μπουτάν, οι οποίοι είχαν καταφύγει εκεί. Η σωματοφυλακή ήταν στην πρώτη γραμμή των επιτιθέμενων, αλλά δεν υπέστησαν απώλειες. Ο βασιλιάς Τζίγκμε Σίνγκιε Ουανγκτσούκ, ο οποίος συμμετείχε προσωπικά στις μάχες, επίσης δεν τραυματίστηκε. Ο στρατός του Μπουτάν έχει 16.000 μέλη.[123]

Ανθρώπινα δικαιώματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γυναίκες στο Μπουτάν.

Το Μπουτάν θεωρείται μια χώρα με μέτριες ελευθερίες σύμφωνα με την αμερικανική οργάνωση Freedom House.[124] Το κοινοβούλιο του Μπουτάν αποποινικοποίησε την ομοφυλοφιλία το 2020.[125]

Οι γυναίκες στο Μπουτάν είναι λιγότερο ενεργές στα πολιτικά πράγματα σε σχέση με τους άνδρες, λόγω των εθίμων για τις γυναίκες στο Μπουτάν αλλά και τις πολιτιστικές νοοτροπίες που υπαγορεύουν την παραμονή των γυναικών στο σπίτι.[126] Αυτό οδηγεί στον περιορισμό της αντιπροσώπευσής τους στην κυβέρνηση. Το Μπουτάν έχει κάνει βήματα προς την ισότητα των φύλων εγγράφοντας περισσότερα κορίτσια στις σχολικές μονάδες και δημιουργώντας την «Εθνική Επιτροπή για τις γυναίκες και τα παιδιά» το 2004.[127] Αυτό το πρόγραμμα δημιουργήθηκε για την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών και των παιδιών. Το Μπουτάν εξέλεξε επίσης την πρώτη γυναίκα τζόνγκντα (στο Μπουτάν η θέση του τζόνγκντα ισοδυναμεί με τον εισαγγελέα) το 2012 και την πρώτη γυναίκα υπουργό το 2013.[127] Ο υπουργός Ντόρτζι Τσοντέν, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τις Γυναίκες και τα Παιδιά, πιστεύει ότι το προαναφερθέν πρόγραμμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να "προωθήσει τις γυναίκες σε περισσότερους ηγετικούς ρόλους", πρόγραμμα το οποίο στη συνέχεια μπορεί να ενθαρρύνει τις γυναίκες να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο στη χώρα τους.[126] Συνολικά, στην πενταετία 2011-16 η εκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις εξουσίας αυξήθηκε σημαντικά. Από το 2011 έως το 2016 αυξήθηκε η εκπροσώπηση των γυναικών σε θέσεις εξουσίας κατά 68%.[127]

Κρίση των Λοτσχάμπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, ένα μέρος των μειονοτικών πληθυσμών στο Μπουτάν, συγκεκριμένα οι νεπαλόφωνοι (συγκεκριμένα οι Λοτσχάμπα), οι οποίοι ζουν Νότιο Μπουτάν, έπεσαν θύμα πολιτικών διώξεων από την κυβέρνηση του Μπουτάν ως μέρος της πολιτικής, η οποία κατά τους νεπαλέζους του Μπουτάν ήταν γνωστή ως νεπαλοποίηση του πληθυσμού.[128][129] Το 1977 και στη συνέχεια το 1985, η κυβέρνηση του Μπουτάν θέσπισε νόμους οι οποίοι επηρέασαν αρνητικά τη ζωή των Λοτσχάμπα στο νότο. Ακολούθησε η αναθεώρηση των κριτηρίων για την απόκτηση της μπουτανέζικης ιθαγένειας, αλλά και η προσθήκη διατάξεων για την αφαίρεση της υπηκοότητας από αυτούς που η κυβέρνηση θεωρούσε ότι ήταν παράνομοι μετανάστες.[130][131] Η κυβέρνηση επέβαλε την εφαρμογή μιας ομοιομορφίας στο ντύσιμο, τον πολιτισμό, την παράδοση, τη γλώσσα και τη λογοτεχνία με στόχο να δημιουργήσει μια εθνική ταυτότητα η οποία να ευθυγραμμίζεται με τον κυρίαρχο πολιτισμό της γενεαλογίας Ντρούκπα στη χώρα.[128][132][133][134] Οι Λοτσχάμπα άρχισαν τις διαδηλώσεις σαν ένδειξη διαμαρτυρίας για τους νόμους της κυβέρνησης οι οποίες εισήγαγαν διακρίσεις, εκφράζοντας την πίεση για αλλαγή στο υπάρχον πολιτικό σύστημα. Οι Λοτσχάμπα διαδήλωσαν υπέρ της πολυκομματικής δημοκρατίας με στόχο μεταξύ άλλων να αποκτήσουν τον έλεγχο των υποθέσεων που αφορούσαν την εθνότητα τους. Πιθανότατα η εξέγερση των Λοτσχάμπα υποκινήθηκαν και από την παρόμοια πολιτική εξέγερση ενάντια στη μοναρχία στο Νεπάλ.[135] Αυτές οι διαδηλώσεις μετατράπηκαν σε βία όταν ορισμένοι εθνικοί εκπρόσωποι του Νεπάλ δέχθηκαν επίθεση από κυβερνητικούς αξιωματούχους (ένοπλες δυνάμεις) όταν σχολεία στις νότιες συνοικίες κάηκαν από τους διαδηλωτές. [136] Κατά συνέπεια, με στόχο να απαντήσουν στις βίαιες διαμαρτυρίες, οι ένοπλες δυνάμεις του Μπουτάν κινητοποιήθηκαν αμέσως. Τα μέλη της αστυνομίας και των δυνάμεων του στρατού του Μπουτάν φέρεται να φυλάκισαν μέλη της εθνικής μειονότητας των Νεπαλέζων, καθώς οι αρχές βρίσκονταν με την υποψία ότι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να καταστείλει την εξέγερση των Λοτσχάμπα ήταν υπό την ηγεσία του βασιλιά Τζίγκμε Σίνγκιε Βανγκτσού και του υπουργού Εσωτερικών Ντάγκο Τσέρινγκ, ενώ η επιχείρηση είχε στόχο να διατηρήσει την ειρήνη και να ανοίξουν μια γραμμή επικοινωνίας.[137] Οι Ένοπλες Δυνάμεις του Μπουτάν φέρεται να είχαν βάλει στο στόχαστρο τους Νεπαλέζους που ζούσαν στο Μπουτάν, καίγοντας σπίτια και ζώα που ανήκαν στους Νεπαλέζους. Επίσης ανάγκασαν χιλιάδες Νεπαλέζους να φύγουν από τη χώρα, κατασχέτοντας τις περιουσίες τους. Σύμφωνα με αναφορές, κανένας δεν πήρε αποζημίωση για τις κατασχέσεις, ωστόσο αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει τεκμηριωθεί.[138]

Η κατάσταση με τους Νεπαλέζους στο Μπουτάν κλιμακώθηκε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει η βίαιη απέλαση Νεπαλέζων πολιτών του Μπουτάν το νότιο τμήμα του Μπουτάν. Ο κύριος σκοπός των απελάσεων των Νεπαλέζων ήταν ο φόβος ότι η εξέγερση των Λοτσχάμπα αποτελούσε τη μπουτανέζικη εκδοχή του κινήματος της Γκορχαλάνδης, όπου οι Νεπαλέζοι της Δυτικής Βεγγάλης στην Ινδία είχαν ξεσηκωθεί ζητώντας τη δημιουργία ενός ινδικού κρατιδίου για τους Νεπαλέζους της Ινδίας. Το βασίλειο επίσης φοβούνταν ότι θα έχει παρόμοια μοίρα με το Βασίλειο του Σικίμ, όπου οι Νεπαλέζοι μετανάστες οι οποίοι κατέκλυσαν το βασίλειο επικράτησαν των γηγενών κατοίκων του, ζήτησαν την προσάρτηση του στην Ινδία και οδήγησαν το κράτος του Σικκίμ σε ένταξη στην Ινδία.[139] Οι δυνάμεις ασφαλείας του Μπουτάν έχουν κατηγορηθεί για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. βασανιστήρια, βιασμοί διαδηλωτών), και ορισμένοι Λοτσχάμπα έχουν καταδικαστεί ή κατηγορηθεί για βίαιη εξέγερση κατά του κράτους.[131] Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το 2008 ζούσαν περίπου 107.000 πρόσφυγες από το Μπουτάν σε επτά καταυλισμούς στο ανατολικό Νεπάλ.[140] Μετά από πολλά χρόνια παραμονής καταυλισμούς προσφύγων, πολλοί κάτοικοι μετακόμισαν στο Καναδά, τη Νορβηγία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία και οι ΗΠΑ σαν πρόσφυγες. Οι ΗΠΑ δέχτηκαν 60.773 πρόσφυγες από το 2008 έως το 2012.[141]

Εδώ εικονίζονται Νεπαλέζοι Λοτσχάμπα στο καταυλισμό του Μπελντάνγκι οι οποίοι εκδιώχθηκαν βίαια από το Μπουτάν και έφτασαν στο Νεπάλ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η κυβέρνηση του Νεπάλ αρνήθηκε να εντάξει τους πρόσφυγες Λοτσχάμπα στο κράτος του, παρά το γεγονός ότι είναι Νεπαλέζοι. Το κράτος του Νεπάλ δεν έδωσε στους Λοτσχάμπα τη νόμιμη οδό για την παραμονή τους στο Νεπάλ, δηλαδή δεν τους παραχώρησε τη νεπαλέζικη ιθαγένεια. Έτσι οι Λοτσχάμπα έμειναν χωρίς ιθαγένεια.[142] Το Νεπάλ έχει προβεί σε εκτενείς ελέγχους για την επανεξέταση του καθεστώτος των συγγενών του κάθε Νεπαλέζου πρόσφυγα από το Μπουτάν στη χώρα, ενώ τα δικαιώματα ψήφου και ιθαγένειας τους στη χώρα είναι περιορισμένα.[142] Το Μπουτάν δεν αναγνωρίζει ως νόμιμα τα πολιτικά κόμματα που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των Λοτσχάμπα και τα θεωρεί απειλή για την ενότητα και την ευημερία του κράτους του.[142] Οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεωρούν ότι η κυβέρνηση του Μπουτάν παρενέβη στα ατομικά δικαιώματα των Νεπαλέζων αλλά και των άλλων εθνοτήτων του Μπουτάν. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Μπουτάν απαίτησε από όλους τους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των μελών εθνοτικών μειονοτήτων, να φορούν την παραδοσιακή ενδυμασία των Ντρούκπα (της εθνότητας-άρχουσας τάξης) σε δημόσιους χώρους ήταν βασική αιτία για τις διαδηλώσεις. Η κυβέρνηση του Μπουτάν έκτοτε επέβαλε το νόμο της εθνικής ενδυμασίας, δηλαδή υποχρέωσε τους κατοίκους να φορούν την παραδοσιακή ενδυμασία της χώρας την οποία πρέπει να φορά κάθε πολίτης του Μπουτάν όταν επισκέπτεται βουδιστικά θρησκευτικά κτίρια, κυβερνητικά γραφεία, σχολεία, επίσημες λειτουργίες και δημόσιες τελετές. Οι νόμοι για την επιβολή της εθνικής ενδυμασίας των Ντρούκπα στο Μπουτάν έχουν στόχο τη διατήρηση και την προώθηση της εθνικής ταυτότητας του Μπουτάν.[142]

Το βασίλειο του Μπουτάν έχει κατηγορηθεί ότι έχει απαγορεύσει τον θρησκευτικό προσηλυτισμό[143]. Αυτή η απόφαση απαγόρευσης του θρησκευτικού προσηλυτισμού στο Μπουτάν έχει θεωρηθεί σαν απόφαση η οποία περιορίζει την θρησκευτική ελευθερία των πολιτών[144], ουσιαστικά, δηλαδή, θεωρείται σαν μια πολιτική εθνοκάθαρσης.[145] Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1980, το Μπουτάν υιοθέτησε την πολιτική «Ένα έθνος ένας λαός» με στόχο να δημιουργήσει μια ενιαία εθνική ταυτότητα για το έθνος. Οι νεπαλόφωνοι το ερμήνευσαν σαν μια προσπάθεια επιβολής των πολιτιστικών στοιχείων (στη γλώσσα, το ντύσιμο και τη θρησκεία) αλλά και σαν μια προσπάθεια πολιτικής κυριαρχίας από τους Ντρούκπα, δηλαδή τους Νγκαλόπ.[146] Εμπνευσμένοι από το κίνημα της Γκορχαλάνδης και τροφοδοτούμενοι από ένα αίσθημα περί αδικίας έναντι των πληθυσμών νεπαλέζικης καταγωγής, κάποιοι Λοτσχάμπα άρχισαν να οργανώνουν διαδηλώσεις ενάντια στο κράτος του Μπουτάν. Επιπλέον, η αφαίρεση της νεπαλικής γλώσσας από το σχολικό πρόγραμμα και η υιοθέτηση της διδασκαλίας των μαθημάτων αποκλειστικά στα τζόνγκα συνοδεύτηκε με την άρνηση της ιθαγένειας σε όσους δεν ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι κατείχαν έναν επίσημο τίτλο παραχώρησης ιδιοκτησίας σε ένα κομμάτι γης πριν το 1950.[147] Οι Νεπαλέζοι αλλά και ο υπόλοιπος κόσμος θεώρησαν ότι τα μέτρα στόχευαν τους Λοτσχάμπα, οι οποίοι αποτελούσαν το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας το 1990.[148] Τα μέτρα της μπουτανέζικης κυβέρνησης είχαν ως αποτέλεσμα εκτεταμένες αναταραχές και πολιτικές διαδηλώσεις.[130][149] Ως απάντηση σε αυτή την απειλή, το 1988, οι αρχές του Μπουτάν πραγματοποίησαν ειδική απογραφή[150] στο νότιο Μπουτάν. Η νομιμότητα της παραμονής των Λοτσχάμπα στο Μπουτάν έπρεπε να επαληθευτεί με νομικά μέσα. Η ειδική απογραφή του 1988 οδήγησαν στην απέλαση πάρα πολλών Λοτσχάμπα, οι οποίοι εκτιμάται ότι αποτελούσαν το ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού εκείνη την εποχή.[151][152][153] Όσοι άνθρωποι είχαν λάβει την μπουτανέζικη ιθαγένεια σύμφωνα με τον νόμο περί ιθαγένειας του Μπουτάν του 1958 έχασαν την ιθαγένειά τους. Το κράτος παρενέβη αφού έγινε γνωστό ότι κάποιοι Νεπαλέζοι προέβησαν σε πιο ριζοσπαστικά μέτρα, π.χ. καίγοντας σχολεία και κάνοντας επιθέσεις κατά κυβερνητικών αξιωματούχων.[154] Αστυνομικοί και στρατιωτικοί των αρχών του Μπουτάν κατηγορήθηκαν ότι έκαψαν σπίτια των Λοτσχάμπα, κατέσχεσαν τη γη τους και προέβησαν σε άλλες εκτεταμένες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ. σύλληψη, άσκηση βασανιστηρίων και βιασμός) εναντίον Λοτσχάμπα οι οποίοι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις υπέρ των δικαιωμάτων τους.[155][156] Μετά τη βίαιη απέλαση τους από την πατρίδα τους, οι Λοτσχάμπα πέρασαν σχεδόν δύο δεκαετίες σε προσφυγικούς καταυλισμούς στο Νεπάλ και επανεγκαταστάθηκαν σε διάφορες δυτικές χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ των ετών 2007 και 2012.[157]

Διοικητικές διαιρέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν χωρίζεται σε είκοσι τζονγκχάγκ (περιφέρειες), ενώ το περιφερειακό συμβούλιο που διοικεί τις περιφέρειες ονομάζεται τζονγκχάγκ τσογκντού. Τα τρόμντε (αστικοί δήμοι) είναι η δεύτερη βαθμίδα της αυτοδιοίκησης. Στη συντριπτική πλειονότητα των εκλογικών περιφερειών, τα αγροτικά γκεόγκ (χωριά) διοικούνται από δημοτικά συμβούλια, τα γκεόγκ τσογκντέ.[158]

Οι θρόμντε (δήμοι) εκλέγουν τους θρομπόν οι οποίοι αποτελούν κάτι ανάλογο με τους δημάρχους. Οι θρομπόν εκπροσωπούν τα θρόμντε τους στο τζονγκχάγκ τσογκντού. Ομοίως, τα γκεόγκ εκλέγουν αρχηγούς, τους γκουπ, αλλά και αντιπροέδρους, τους μάνγκμι, οι οποίοι επίσης συμμετέχουν στο τζονγκχάγκ τσογκντού, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του γκεόγκ τσογκντέ, δηλαδή του τοπικού δημοτικού συμβουλίου. Η βάση των εκλογικών περιφερειών στο Μπουτάν είναι το τσιουόγκ, μια υποδιαίρεση των γκεόγκ η οποία οριοθετείται από την Εκλογική Επιτροπή. [159]

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αεροπορικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα Airbus A319 της Druk Airκινείται στο αεροδρόμιο του Πάρο.

Το αεροδρόμιο του Πάρο είναι το μόνο διεθνές αεροδρόμιο στο Μπουτάν. Το αεροδρόμιο Γιονγκφούλα στο Τρασιγκάνγκ είναι ένα μικρό αεροδρόμιο το οποίο εξυπηρετεί πτήσεις εσωτερικού και επρόκειτο να μείνει κλειστό έως το 2010.[160] Το αεροδρόμιο Γιονγκφούλα είχε προγραμματιστεί να ανοίξει με τις ανακαινισμένες εγκαταστάσεις του τον Ιανουάριο του 2010 αλλά, τουλάχιστον έως το 2015, το αεροδρόμιο παραμένει κλειστό λόγω της συνεχιζόμενης επισκευής του αεροδιαδρόμου του.[161] Ο εθνικός αερομεταφορέας Druk Air εκτελεί πτήσεις μεταξύ του αεροδρομίου του Πάρο και των αεροδρομίων στο Τζακάρ και στο Γκελεφού σε εβδομαδιαία βάση.[162]

Οδικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο λεγόμενος Πλευρικός δρόμος αποτελεί την κύρια οδική σύνδεση ανατολής-δύσης του Μπουτάν, που συνδέει τις πόλεις Φουεντσχολίνγκ στα νοτιοδυτικά με το Τρασιγκάνγκ στα ανατολικά. Ο δρόμος αυτός περνάει από πολλές περιοχές, όπως το Ουάνγκντουε Φοντράνγκ και το Τρόνγκσα. Ο Πλευρικός δρόμος συνδέει την πρωτεύουσα Θίμφου με άλλες πόλεις όπως το Πάρο και η Πουνάχα. Όπως και με άλλους δρόμους στο Μπουτάν, ο Πλευρικός δρόμος είναι επικίνδυνος δρόμος λόγω των συνθηκών του οδοστρώματος, των απότομων υψομετρικών αλλαγών, των στροφών, του καιρού και των κατολισθήσεων.[163][164][165]

Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά. Από το 2014, η διαπλάτυνση του δρόμου αποτελεί εθνική προτεραιότητα της κυβέρνησης του Μπουτάν, ιδίως για τον αυτοκινητόδρομο που συνδέει το Τρασιγκάνγκ και τη Ντοτσούλα και επομένως ολόκληρη τη χώρα. Το έργο διαπλάτυνσης των δρόμων αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2017 και θα καταστήσει ταχύτερες και αποτελεσματικότερες τις οδικές μετακινήσεις στο Μπουτάν. Επιπλέον, προβλέπεται ότι οι βελτιωμένες οδικές συνθήκες θα ενθαρρύνουν περισσότερο τον τουρισμό στο Ανατολικό Μπουτάν, όπου το τοπίο είναι δύσκολο.[166][167][168] Επί του παρόντος, η κακή κατάσταση του οδικού δικτύου στο Μπουτάν είναι ένας από τους λόγους που αποθαρρύνουν τους τουρίστες από το να επισκεφθούν τη χώρα, λόγω των αυξημένων περιπτώσεων αποκλεισμού των οδηγών, κατολισθήσεων αλλά και λόγω της σκόνης που πετάγεται από το χώμα και τα άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται στα έργα διαπλάτυνσης του οδικού δικτύου.[169]

Σιδηροδρομικές μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και το Μπουτάν δεν έχει κανέναν σιδηρόδρομο, έχει συνάψει συμφωνία με την Ινδία για τη σύνδεση του νότιου Μπουτάν με το τεράστιο δίκτυο της Ινδίας κατασκευάζοντας μια σιδηροδρομική γραμμή 18 χιλιομέτρων, η οποία θα συνδέει τη Χασιμάρα στη Δυτική Βεγγάλη και το Τοριμπάρι στο Μπουτάν. Η νέα σιδηροδρομική γραμμή θα διασχίζει τις περιοχές Σατάλι, Μπάρνα Μπαρί και Νταλσινγκπαρά. Οι κρατικοί Ινδικοί Σιδηρόδρομοι θα αναλάβουν την κατασκευή της γραμμής και η κατασκευή του θα χρηματοδοτηθεί από την Ινδία. [170] Ο πλησιέστερος προς το Μπουτάν σιδηροδρομικός σταθμός της Ινδίας είναι αυτός στη Χασιμάρα.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονες και παραδοσιακές γέφυρες πάνω από έναν ποταμό στο Πανμπάνγκ.
Διάγραμμα το οποίο παρουσιάζει τις εξαγωγές του Μπουτάν ανά κατηγορία το 2019.
Τα κεντρικά γραφεία της Εταιρείας Ηλεκτρισμού του Μπουτάν στο Θίμφου. Το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν του Μπουτάν είναι η υδροηλεκτρική ενέργεια.

Το νόμισμα του Μπουτάν είναι το νγκούλτρουμ, του οποίου η αξία είναι συνδεδεμένη με την ινδική ρουπία. Η ινδική ρουπία είναι δεκτή σαν νόμιμο χρήμα στη χώρα και ο τουρίστας ή ο Ινδός μπορεί να χρησιμοποιήσει τη ρουπία σε συναλλαγές. Αν και η οικονομία του Μπουτάν είναι μια από τις μικρότερες στον κόσμο,[171] έχει αναπτυχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια, τρέχοντας με ρυθμό 8% το 2005 και 14% το 2006. Το 2007, το Μπουτάν είχε τη δεύτερη ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στον κόσμο, με ετήσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης 22.4%. Η ασυνήθιστα γρήγορη ανάπτυξη στο Μπουτάν, που έφτασε το 45% σε μια τριετία, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην εγκαινίαση και τη λειτουργία του τεράστιου υδροηλεκτρικού σταθμού Τάλα. Το 2012 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Μπουτάν ανερχόταν στα 2.420 δολάρια ΗΠΑ.[172]

Η οικονομία του Μπουτάν βασίζεται στη γεωργία, τη δασοκομία, τον τουρισμό και την εξαγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας στην Ινδία. Η γεωργία παρέχει τους πόρους για την επιβίωση σε περίπου 400.000 κατοίκους της χώρας.[173] Οι κύριες αγροτικές ασχολίες στο Μπουτάν είναι η γεωργία επιβίωσης και η κτηνοτροφία. Η χειροτεχνία, ιδιαίτερα η υφαντική και η κατασκευή τεχνημάτων με θρησκευτικά σύμβολα για οικιακούς βωμούς, είναι μια μορφή μικρής οικοτεχνίας και έχει ένα μικρό κύκλο εργασιών. Η ποικιλία των τοπίων, η οποία χαρακτηρίζεται και από την απότομη μεταβολή του εδάφους από λοφώδες σε κακοτράχαλο ορεινό, κάνει την κατασκευή δρόμων και άλλων υποδομών δύσκολη και δαπανηρή.

Διάγραμμα με την ανάπτυξη του μπουτανέζικου ΑΕΠ από το 1990 και εφεξής.

Οι γεωγραφικές συνθήκες με τα πολλά βουνά και η έλλειψη πρόσβασης στη θάλασσα περιορίζουν τις εξαγωγικές δυνατότητες του Μπουτάν. Το Μπουτάν δεν έχει κανένα σιδηρόδρομο. Ωστόσο, οι Ινδικοί Σιδηρόδρομοι σχεδιάζουν να δημιουργήσουν σιδηροδρομικούς σταθμούς και γραμμές στο νότιο Μπουτάν, οι οποίοι θα συνδέουν το Μπουτάν με το τεράστιο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ινδίας, σύμφωνα με μια συμφωνία που υπέγραψαν οι δύο χώρες το 2005.[174] Το Μπουτάν και η Ινδία υπέγραψαν μια συμφωνία «ελεύθερου εμπορίου» το 2008, η οποία επέτρεπε στις εισαγωγές και τις εξαγωγές του Μπουτάν από και προς τρίτες αγορές να περνούν τα σύνορα του Μπουτάν με την Ινδία και το αντίστροφο χωρίς δασμούς.[175] Το Μπουτάν είχε εμπορικές σχέσεις με την Αυτόνομη Περιφέρεια του Θιβέτ της Κίνας μέχρι το 1960. Το 1960 το Μπουτάν έκλεισε τα σύνορά του με την Κίνα, για να αποτρέψει τη συνέχιση του μεγάλου κύματος προσφύγων που είχε κατακλύσει τη χώρα.[176]

Η μπουτανέζικη βιομηχανία βρίσκεται σε εμβρυικό στάδιο. Αν και το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής παραγωγής του Μπουτάν προέρχεται από την οικοτεχνία, το κράτος ενθαρρύνει την ίδρυση βιομηχανικών μονάδων μεγαλύτερου μεγέθους και έχουν ιδρυθεί βιομηχανίες οι οποίες παράγουν τσιμέντο, χάλυβα και σιδηροκράματα. Τα περισσότερα αναπτυξιακά έργα, όπως η κατασκευή δρόμων, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στο έργο των μεταναστών εργατών από τη γειτονική Ινδία οι οποίοι παραμένουν στο Μπουτάν μέχρι να ολοκληρωθεί η κατασκευή του έργου. Το Μπουτάν παράγει ρύζι, τσίλι, γαλακτοκομικά προϊόντα (κυρίως από γιακ και αγελάδες), φαγόπυρο, κριθάρι, ριζικές καλλιέργειες, μήλα και εσπεριδοειδή και καλαμπόκι σε χαμηλότερα υψόμετρα. Τα βιομηχανικά προϊόντα του Μπουτάν περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: τσιμέντο, προϊόντα ξύλου, επεξεργασμένα φρούτα, αλκοολούχα ποτά και καρβίδιο του ασβεστίου.

Το Μπουτάν έχει διαγράψει μια αρχική ανάπτυξη στον τομέα της πληροφορικής, σε τομείς όπως η πράσινη τεχνολογία και το ηλεκτρονικό εμπόριο.[177] Τον Μάιο του 2012, ιδρύθηκε τεχνολογικό πάρκο στη πρωτεύουσα Θίμφου. Αυτό το πάρκο στηρίζει νεοφυείς επιχειρήσεις μέσω του «Κέντρου Καινοτομίας και Τεχνολογίας του Μπουτάν».[178]

Εισοδήματα άνω των 100.000 νγκούλτρουμ ετησίως υπόκεινται σε φορολόγηση. Το Μπουτάν όμως είναι μια φτωχή χώρα και επί του παρόντος είναι μια από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες στον κόσμο. Ένα πολύ μικρό ποσοστό των εργαζομένων φορολογούνται, γιατί το εισόδημα τους δεν ξεπερνά τα 100.000 νγκούλτρουμ. Το ποσοστό του πληθωρισμού του Μπουτάν υπολογίστηκε σε 3% το 2003. Το Μπουτάν έχει ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ύψους 5.855 δισεκατομμυρίων δολαρίων (προσαρμοσμένο σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης), καθιστώντας το Μπουτάν ως την 158η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο. Το κατά κεφαλήν εισόδημα σε μονάδες αγοραστικής δύναμης έφτανε τα 7.641 δολάρια[179]. Τα κρατικά έσοδα ανέρχονται σε 407.1 εκατομμύρια δολάρια, αν και οι δαπάνες του κράτους φτάνουν τα 614 εκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, το 25% του προϋπολογισμού καλύπτει με δικά του έξοδα το Υπουργείο Εξωτερικών της Ινδίας.[180]

Το Μπουτάν εξάγει κατά κύριο λόγο τα εξής προϊόντα: ηλεκτρική ενέργεια, κάρδαμο, γύψος, ξυλεία, χειροτεχνήματα, τσιμέντο, φρούτα, πολύτιμες πέτρες και μπαχαρικά. Σύμφωνα με εκτίμηση του 2000 η αξία αυτών των προϊόντων είναι 128 εκατομμύρια ευρώ. Οι εισαγωγές όμως έφταναν τα 164 εκατομμύρια ευρώ, οδηγώντας σε εμπορικό έλλειμμα. Το Μπουτάν εισάγει κυρίως καύσιμα και λιπαντικά, σιτηρά, μηχανήματα, οχήματα, υφάσματα και ρύζι. Ο κύριος εξαγωγικός εταίρος του Μπουτάν είναι η Ινδία, στην οποία εξάγει το 58.6% των προϊόντων του. Άλλοι εξαγωγικοί εταίροι της χώρας είναι το Χονγκ Κόνγκ, στο οποίο εξάγει το 30.1% των προϊόντων του, αλλά και το γειτονικό Μπαγκλαντές, στο οποίο εξάγει το 7.3% των προϊόντων του.[181] Τα σύνορα του Μπουτάν με το Θιβέτ είναι κλειστά και το εμπόριο μεταξύ Μπουτάν και Κίνας είναι αμελητέο. Οι εισαγωγικοί εταίροι του Μπουτάν περιλαμβάνουν την Ινδία (από την οποία εισάγει το 74.5% των εισαγωγών), την Ιαπωνία (από την οποία εισάγει το 7.4% των εισαγωγών) και τη Σουηδία (από την οποία εισάγει το 3.2% των εισαγωγών).

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καλλιέργειες ρυζιού σε μια από τις εύφορες κοιλάδες του Μπουτάν.
Το γραφείο του Ταμείου Ανάπτυξης της Ένωσης της Νότιας Ασίας για Περιφερειακή Συνεργασία στο Θίμφου.

Το μερίδιο του αγροτικού τομέα στο ΑΕΠ μειώθηκε από περίπου 55% το 1985 σε 33% το 2003. Το 2013 η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη φιλοδοξία της να κάνει το Μπουτάν την πρώτη χώρα στο κόσμο όπου όλα τα προϊόντα θα είναι βιολογικά.[182][183] Το κόκκινο ρύζι του Μπουτάν είναι το γνωστότερο μπουτανέζικο προϊόν, επειδή εξάγεται σε πολλές χώρες στη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη. Το Μπαγκλαντές είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας μήλων και πορτοκαλιών από το Μπουτάν. [184]

Το ψάρεμα στο Μπουτάν επικεντρώνεται κυρίως στην πέστροφα και τον κυπρίνο.

Βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο βιομηχανικός τομέας αντιπροσωπεύει το 22% της οικονομίας. Τα κύρια βιομηχανικά προϊόντα του Μπουτάν είναι τα εξής: Σιδηροκράματα, τσιμέντο, μεταλλικοί πόλοι, προϊόντα σιδήρου και μη κραματοποιημένου χάλυβα, μεταποιημένος γραφίτης, χάλκινοι αγωγοί, αλκοολούχα και ανθρακούχα ποτά, επεξεργασμένα φρούτα, χαλιά, προϊόντα ξύλου και έπιπλα.[185] Η παραγωγή σιδηροπυρίτιδας στο Μπουτάν αποτελεί καρπό των προσπαθειών του Νταμτσάε Ντεμ, Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ομίλου Πέλντεν. [186]

Εξορυκτική βιομηχανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν έχει στο υπέδαφος του κοιτάσματα πολλών ορυκτών. Στο Μπουτάν παράγεται άνθρακας, δολομίτης, γύψος και ασβεστόλιθος. Η χώρα έχει κοιτάσματα βηρυλίου, χαλκού, γραφίτη, μολύβδου, μαρμαρυγιών, πυρίτη, κασσίτερου, βολφραμίου και ψευδαργύρου. Ωστόσο, τα κοιτάσματα ορυκτών της χώρας παραμένουν αναξιοποίητα, καθώς το Μπουτάν προτιμά να προστατεύσει το περιβάλλον του παρά να το καταστρέψει για να κερδίσει κάποια χρήματα.[187]

Ενέργεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάγραμμα το οποίο παρουσιάζει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από το Μπουτάν ανά έτος.

Το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν του Μπουτάν είναι η υδροηλεκτρική ενέργεια. Το 2015, η χώρα παρήγαγε περίπου 2.000 μεγαβάτ υδροηλεκτρικής ενέργειας από τις κοιλάδες των ποταμών των Ιμαλαΐων.[188] Η χώρα έχει τη δυνατότητα να παράγει 30.000 μεγαβάτ υδροηλεκτρικής ενέργειας το χρόνο, εάν αξιοποιήσει πλήρως τη δυναμικότητά της.[188] Το Μπουτάν εξάγει ρεύμα σε διάφορες πολιτείες της Ινδίας. Το Μπουτάν σχεδιάζει μελλοντικά εγχειρήματα με το Μπαγκλαντές.[188] Η υδροηλεκτρική ενέργεια αποτελεί σημείο έμφασης των πενταετών σχεδίων της χώρας. Το 2015, ο Υδροηλεκτρικός Σταθμός Τάλα, ο μεγαλύτερος σταθμός ηλεκτροπαραγωγής του Μπουτάν, είχε εγκατεστημένη ισχύ που έφτανε τα 1.020 μεγαβάτ. Το Μπουτάν έχει λάβει οικονομική στήριξη από την Ινδία, την Αυστρία και την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης, με σκοπό να προχωρήσει τα προγράμματα του για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας.

Εκτός από την υδροηλεκτρική ενέργεια, το Μπουτάν έχει τη δυναμικότητα να παράξει μεγάλες ποσότητες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (π.χ. ηλιακή, αιολική ενέργεια και βιοενέργεια). Η τεχνικά βιώσιμη δυναμικότητα παραγωγής ηλιακής ενέργειας είναι περίπου 12.000 μεγαβάτ το χρόνο. Ως προς την αιολική ενέργεια, η βιώσιμη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είναι 760 μεγαβάτ τον χρόνο. Πάνω από τα επτά έβδομα της έκτασης της χώρας καλύπτεται από δάση. Έτσι το Μπουτάν έχει μια μεγάλη πηγή βιομάζας στο έδαφος του.[189]

Χρηματοοικονομικός τομέας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πέντε εμπορικές τράπεζες στη χώρα. Οι δύο μεγαλύτερες τράπεζες είναι η Τράπεζα του Μπουτάν και η Εθνική Τράπεζα του Μπουτάν. Οι τράπεζες του Μπουτάν εδρεύουν στο Θίμφου. Οι υπόλοιπες τράπεζες του Μπουτάν, πέρα από τις δύο μεγάλες, είναι οι Bhutan Development Bank, η T-Bank και Druk Punjab National Bank. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας της χώρας υποστηρίζεται και από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που δεν ασχολούνται με τον τραπεζικό τομέα (λόγου χάρη η Βασιλική Ασφαλιστική Εταιρεία του Μπουτάν, το Εθνικό Ταμείο Συντάξεων και Παροχών και η εταιρεία Bhutan Insurance Limited). Η κεντρική τράπεζα της χώρας είναι η Βασιλική Νομισματική Αρχή του Μπουτάν. Το Βασιλικό Χρηματιστήριο Αξιών του Μπουτάν είναι το χρηματιστήριο του Μπουτάν και ένα από τα μικρότερα στο κόσμο.

Το γραφείο του Ταμείου Ανάπτυξης της Ένωσης της Νότιας Ασίας για Περιφερειακή Συνεργασία έχει την έδρα του στο Θίμφου.[190]

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ξενοδοχείο της διεθνούς αλυσίδας Le Méridien στο Θίμφου είναι μέρος της αναπτυσσόμενης τουριστικής βιομηχανίας του Μπουτάν.

Το 2014, το Μπουτάν υποδέχθηκε 133.480 ξένους τουρίστες.[191] Επιδιώκοντας να γίνει προορισμός υψηλής αξίας, το Μπουτάν χρεώνει τους τουρίστες με το ποσό των 180 με 290 δολαρίων ΗΠΑ την ημέρα (μπορεί, πάντως, το ποσό να ξεπεράσει και τα 290 δολάρια) το οποίο καλύπτει περιηγήσεις και τη διαμονή σε ξενοδοχείο.[192][193] Ο κλάδος του τουρισμού απασχολεί 21.000 άτομα και αντιπροσωπεύει το 1.8% του εθνικού ΑΕΠ.[194]

Το Μπουτάν δεν έχει Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της Ουνέσκο. Έχει όμως οκτώ χώρους που είναι στον προσωρινό κατάλογο για ένταξη στην Ουνέσκο από το 2012. Αυτές οι τοποθεσίες περιλαμβάνουν: το αρχαίο ερείπιο του Ντζονγκ του Ντρουκιέλ,[195] το καταφύγιο άγριας ζωής Μπουμντελίνγκ, [196] τα ντζονγκ: τα ντζονγκ είναι μεταξύ άλλων τα θρησκευτικά κέντρα της περιοχής (αξιοσημείωτα ντζονγκ τα οποία έχουν προταθεί για καθεστώς μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς είναι τα εξής: ντζονγκ της Πουνάχας, ντζονγκ Ουανγκντουε Φοντράνγκ, ντζονγκ του Πάρο, ντζονγκ της Τρόνγκσας και ντζονγκ της Νταγκάνας),[197], το Εθνικό Πάρκο Τζίγκμε Ντόρτζι,[198] το Βασιλικό Εθνικό Πάρκο Μάνας[199]. Επίσης στον παραπάνω κατάλογο ανήκουν διάφορες ιερές τοποθεσίες που σχετίζονται με τον Φάτζο Ντρουγκόμ Ζίγκπο και τους απογόνους του, [200] το Καταφύγιο άγριας ζωής Σακτένγκ[201] και το Μοναστήρι Ταμζίνγκ.[202] Το Μπουτάν έχει επίσης πολλές τουριστικές τοποθεσίες που δεν περιλαμβάνονται στον προσωρινό κατάλογο της Ουνέσκο. Το Μπουτάν έχει ένα στοιχείο, τον χορό της μάσκας των τυμπάνων από το Ντραμέτσε, ο οποίος έχει καταχωρηθεί στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο.[203]

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν έχει μια πλούσια και μοναδική πολιτιστική κληρονομιά. Η κληρονομιά του Μπουτάν παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη λόγω της απομόνωσής του από τον υπόλοιπο κόσμο μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Ένα από τα κύρια αξιοθέατα του Μπουτάν είναι ο πολιτισμός και οι παραδόσεις των Μπουτανέζων. Η παράδοση του Μπουτάν έχει σαν θεμέλιο τη βουδιστική του θρησκεία.[204][205] Ο Ινδουισμός είναι η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία στο Μπουτάν, ενώ η παρουσία του είναι ισχυρότερη στα νότια της χώρας.[206] Η κυβέρνηση καταβάλλει περισσότερες προσπάθειες με στόχο τη διατήρηση του πολιτισμού και των παραδόσεων του Μπουτάν. Λόγω της σε μεγάλο βαθμό άθικτης περιβαλλοντικής εικόνας αλλά και λόγω της άθικτης σε μεγάλο βαθμό πολιτιστικής του κληρονομιάς, το Μπουτάν είναι γνωστό και ως το τελευταίο Σανγκρί-λα.

[207]

Ενώ οι πολίτες του Μπουτάν έχουν κάθε δικαίωμα να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και το ταξίδι στο εξωτερικό είναι ελεύθερο, το Μπουτάν θεωρείται απρόσιτο για πολλούς αλλοδαπούς. Ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο το Μπουτάν είναι μη δημοφιλής ταξιδιωτικός προορισμός είναι το κόστος, το οποίο είναι υψηλό για τους τουρίστες οι οποίοι έρχονται στη χώρα με λιγότερα χρήματα διαθέσιμα. Η είσοδος στο Μπουτάν είναι δωρεάν για τους πολίτες της Ινδίας, του Μπαγκλαντές και των Μαλδίβων. Όλοι οι τουρίστες που δεν είναι πολίτες των τριών προαναφερθέντων χωρών πρέπει αρχικά να εγγράψουν το ταξίδι τους σε κάποιο ταξιδιωτικό πράκτορα ο οποίος εδρεύει στο Μπουτάν και να πληρώσουν ένα τέλος που φτάνει περίπου τα 245 ευρώ την ημέρα (ή, 250 δολάρια ΗΠΑ) την ημέρα για να μείνουν στη χώρα, αν και αυτό το τέλος καλύπτει τα περισσότερα ταξιδιωτικά, διατροφικά και στεγαστικά έξοδα.[208] Το Μπουτάν υποδέχθηκε 37.482 επισκέπτες το 2011, εκ των οποίων το 25% αφορούσε άτομα τα οποία επρόκειτο να συμμετάσχουν σε κάποια (συνήθως) επίσημη συνάντηση, παροχή κινήτρων για επενδύσεις, συμμετοχή σε συνέδρια ή επίσκεψη σε κάποια εμπορική έκθεση.[209]

Το Μπουτάν ήταν το πρώτο έθνος στον κόσμο το οποίο απαγόρευσε την πώληση καπνού. Σύμφωνα με τον νόμο περί ελέγχου του καπνού του Μπουτάν του 2010 έγινε παράνομη τόσο η πώληση καπνού αλλά και το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους. Οι παραβάτες τιμωρούνταν σύμφωνα με αυτό το νόμο με ένα πρόστιμο αξίας 232 δολαρίων, ποσό που ισοδυναμεί με τον μισθό ενός μήνα στο Μπουτάν. Το 2021, η απόφαση αυτή αντιστράφηκε με τον νέο νόμο περί ελέγχου του καπνού του 2021 για να επιτραπεί η εισαγωγή και η πώληση προϊόντων καπνού με νόμιμο τρόπο στη χώρα καθώς είχε αυξηθεί το λαθρεμπόριο καπνού κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού το 2020.[210]

Ενδυμασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εθνική ενδυμασία των Μπουτανέζων ανδρών είναι το γκο, μια ρόμπα η οποία έχει μέγεθος γονάτου. Δένεται στη μέση με μια υφασμάτινη ζώνη η οποία λέγεται κέρα. Οι γυναίκες φορούν ένα φόρεμα το οποίο έχει μέγεθος αστράγαλου, το κίρα, το οποίο είναι κουμπωμένο στους ώμους από δύο όμοιες καρφίτσες, τις κούρες. Πάνω από την κίρα φοριέται ένα μακρυμάνικο ρούχο που μοιάζει με σακάκι, το τέγκο.[211]

Κοσμήματα φορούν συνήθως οι γυναίκες, ειδικά κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών (τσετσού) και δημόσιων συγκεντρώσεων. Για να ενισχυθεί η ταυτότητα του Μπουτάν ως ανεξάρτητης χώρας, ο νόμος του Μπουτάν απαιτεί από όλους τους κυβερνητικούς υπαλλήλους του Μπουτάν να φορούν την εθνική ενδυμασία στη δουλειά, ενώ υποχρεώνει τους πολίτες να φορούν την εθνική ενδυμασία όταν πηγαίνουν στο σχολείο και άλλες δημόσιες υπηρεσίες, αν και πολλοί πολίτες, ιδιαίτερα ενήλικες, επιλέγουν να φορούν την παραδοσιακή ενδυμασία και σε επίσημες περιστάσεις.

Τα πολύχρωμα κασκόλ (γνωστά ως ράτσου στις γυναίκες και κάμπνεϊ για τους άνδρες) είναι σημαντικοί δείκτες της κοινωνικής θέσης ενός πολίτη στη χώρα, καθώς το Μπουτάν ήταν παραδοσιακά φεουδαρχική κοινωνία. Συγκεκριμένα, το κόκκινο είναι το συνηθέστερο χρώμα το οποίο φορούν οι γυναίκες σε εορτές. Το "Μπούρα μάαπ" (Κόκκινο Μαντίλι) είναι μια από τις υψηλότερες τιμές που μπορεί να λάβει ένας πολίτης στο Μπουτάν. Το μπούρα μάαπ, όπως και ο τίτλος του ντάσο, προέρχεται από τον θρόνο ως αναγνώριση της εξαιρετικής υπηρεσίας ενός ατόμου στο έθνος.[212] Σε προηγούμενες περιπτώσεις, ο ίδιος ο βασιλιάς απένειμε μπούρα μάαπ σε άτομα όπως ο Γενικός Διευθυντής του Τμήματος Υδροηλεκτρικής Ενέργειας και Συστήματος Ηλεκτρικής Ενέργειας, Γιεσί Ουάνγκντι, ο Αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου, Ντάσο δρ. Σονάμ Κίνγκα, αλλά και τον πρώην Πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, Ντάσο Ούγκιεν Ντόρτζι.[213]

Αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Μπουτάν κατά τη διάρκεια της χιονόπτωσης

Η αρχιτεκτονική του Μπουτάν διατηρεί πάρα πολλά παραδοσιακά στοιχεία.[214][215][216] Χαρακτηριστικό του Μπουτάν είναι το ντζονγκ, μια μορφή οχυρωματικών κατασκευών. Από την αρχαιότητα και εφεξής, τα ντζονγκ χρησίμευαν ως θρησκευτικά και κοσμικά διοικητικά κέντρα για τις περιοχές στην οποία βρίσκονταν.[217] Το Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ελ Πάσο στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει υιοθετήσει την μπουτανέζικη αρχιτεκτονική για τα κτίριά του στην πανεπιστημιούπολη. Το κοντινό ξενοδοχείο Hilton Garden Inn και άλλα κτίρια στην πόλη του Ελ Πάσο έχουν υιοθετήσει μπουτανέζικα χαρακτηριστικά στην κατασκευή τους.[218]

Δημόσιες αργίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Μπουτάν έχει πολλές επίσημες αργίες. Οι περισσότερες εθνικές (ή επίσημες) αργίες του Μπουτάν περιλαμβάνει παραδοσιακές, εποχικές, κοσμικές ή θρησκευτικές αργίες. Οι επίσημες αργίες στο Μπουτάν περιλαμβάνουν το χειμερινό ηλιοστάσιο (λαμβάνει χώρα γύρω στις 1η Ιανουαρίου, ανάλογα με το σεληνιακό ημερολόγιο),[219] το Σεληνιακό Νέο Έτος (κάποια μέρα στον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο)[220] η ημέρα γενεθλίων του Βασιλιά και η επέτειος της στέψης του, το επίσημο τέλος της εποχής των μουσώνων (στις 22 Σεπτεμβρίου),[221] η Εθνική Ημέρα του Μπουτάν (στις 17 Δεκεμβρίου),[222] και διάφοροι βουδιστικοί και ινδουιστικοί εορτασμοί.

Μουσική και χορός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα χορευτικά δράματα και οι χοροί με τη χρήση μάσκας από τους χορευτές, όπως ο χορός Τσαμ, είναι κοινά παραδοσιακά στοιχεία που μπορεί να συναντήσει ο επισκέπτης στα μπουτανέζικα φεστιβάλ, τα οποία συνήθως συνοδεύονται από παραδοσιακή μουσική. Σε αυτές τις εκδηλώσεις, οι χορευτές απεικονίζουν ήρωες, δαίμονες, κεφάλια που δείχνουν τη μορφή του θανάτου, ζώα, θεούς και καρικατούρες απλών ανθρώπων. Φορούν πολύχρωμες ξύλινες ή συνθετικές μάσκες προσώπου και στυλιζαρισμένες στολές. Οι χορευτές απολαμβάνουν βασιλική προστασία και διατηρούν τα αρχαία λαϊκά και θρησκευτικά έθιμα και διαιωνίζουν την αρχαία παράδοση και την τέχνη της κατασκευής μασκών.

Η μουσική του Μπουτάν μπορεί γενικά να χωριστεί σε παραδοσιακές και σύγχρονες ποικιλίες. Η παραδοσιακή μουσική περιλαμβάνει θρησκευτικά και λαϊκά είδη. Στην παραδοσιακή μουσική ανήκουν επίσης τα είδη ζούνγκντρα και μπούντρα.[223] Το σύγχρονο ριγκσάρ παίζεται με ένα μείγμα παραδοσιακών οργάνων και ηλεκτρονικών πλήκτρων. Η δημιουργία του ριγκσάρ ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το ριγκσάρ κάνει φανερή την επιρροή της ινδικής λαϊκής μουσικής στο Μπουτάν, μια υβριδική μορφή παραδοσιακών και δυτικών λαϊκών επιρροών.[224][225]

Γάμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις οικογένειες του Μπουτάν, η κληρονομιά της οικογενειακής ιδιοκτησίας περνά στην κόρη και όχι στους άνδρες (μητριαρχική κοινωνία). Οι κόρες θα κληρονομήσουν το σπίτι των γονιών τους. Ένας άντρας αναμένεται να ανεξαρτητοποιηθεί από την οικογένεια του και συχνά μετακομίζει στο σπίτι της γυναίκας του. Οι γάμοι αγάπης, δηλαδή οι γάμοι που συνάπτονται λόγω της αμοιβαίας αγάπης του ανδρόγυνου, είναι η κύρια μορφή γάμων στις πόλεις. Στις περισσότερες αγροτικές περιοχές επικρατεί η παράδοση των γάμων από συνοικέσια όπου γνωστές μεταξύ τους οικογένειες κανονίζουν τον γάμο δύο μελών τους εκ των προτέρων. Αν και είναι ασυνήθιστη μεταξύ των κατοίκων, η πολυγαμία είναι αποδεκτή, καθώς είναι συχνά μια συσκευή για τη διατήρηση της ιδιοκτησίας ενός σπιτιού ή μιας γεωργικής έκτασης στα χέρια της οικογένειας.[226] Ο προηγούμενος βασιλιάς, Τζίγκμε Σίνγκιγε Ουανγκτσούκ, ο οποίος παραιτήθηκε το 2006, είχε τέσσερις συζύγους, που ήταν όλες αδερφές του. Ο σημερινός βασιλιάς, Τζίγκμε Κεσάρ Ναμγκιάλ Ουανγκτσούκ παντρεύτηκε την Τζετσούν Πέμα, τότε 21 ετών, μια κοινή θνητή και κόρη ενός πιλότου, στις 13 Οκτωβρίου 2011.

Κουζίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδοσιακό πιάτο του Μπουτάν με κοτόπουλο γλασέ (με λεμόνι), σοταρισμένο σπανάκι και κόκκινο ρύζι ριγμένο στον ατμό.

Το ρύζι (κόκκινο ρύζι), το φαγόπυρο και (σιγά-σιγά γίνεται και αυτό) το καλαμπόκι, είναι τα βασικά συστατικά των πιάτων της κουζίνας του Μπουτάν. Η τοπική κουζίνα περιλαμβάνει πιάτα με χοιρινό και βοδινό κρέας, αλλά και κρέας γιακ, κοτόπουλο και αρνί. Υπάρχουν σούπες και μαγειρευτά με κρέας και αποξηραμένα λαχανικά καρυκευμένα με τσίλι και τυρί. Το έμα ντατσί, ένα πολύ πικάντικο πιάτο με τσίλι και τυρί, μπορεί να θεωρηθεί και σαν εθνικό πιάτο του Μπουτάν, επειδή οι Μπουτανέζοι έχουν μια υπερηφάνεια για αυτό και παράλληλα είναι ένα φαγητό που είναι παρόν σε όλες τις περιστάσεις. Τα γαλακτοκομικά τρόφιμα, ιδιαίτερα το βούτυρο και το τυρί από γιακ και αγελάδες, είναι επίσης δημοφιλή προϊόντα, και πράγματι σχεδόν όλο το γάλα του Μπουτάν μετατρέπεται σε βούτυρο και τυρί. Τα δημοφιλή ποτά περιλαμβάνουν το τσάι με βούτυρο, το μαύρο τσάι, το παραδοσιακό ποτό άρα ( κρασί από ρύζι) και τη μπύρα.[214]

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το στάδιο Τσανγκλιμιθάνγκ κατά τη διάρκεια μιας παρέλασης.
Αγώνας ταεκβοντό μεταξύ αθλητών από το Μπουτάν και το Βιετνάμ.
Εικόνα από διαγωνισμό τοξοβολίας στο Μπουτάν.

Το εθνικό και πιο δημοφιλέστερο άθλημα στο Μπουτάν είναι η τοξοβολία.[227] Στα περισσότερα χωριά γίνονται τακτικά αγώνες. Η μπουτανέζικη τοξοβολία διαφέρει από την τοξοβολία σύμφωνα με τα Ολυμπιακά πρότυπα σε τεχνικές λεπτομέρειες όπως η τοποθέτηση των στόχων και η ατμόσφαιρα. Δύο στόχοι τοποθετούνται πάνω από 100 μέτρα από τη θέση που βρίσκεται ο τοξοβόλος, και οι ομάδες ρίχνουν το τόξο από τη μια άκρη του γηπέδου στην άλλη. Κάθε μέλος της ομάδας εκτοξεύει δύο βέλη ανά γύρο. Η παραδοσιακή τοξοβολία των Μπουτανέζων είναι μια κοινωνική εκδήλωση και διοργανώνονται αγώνες μεταξύ χωριών, πόλεων και ερασιτεχνικών ομάδων. Υπάρχει συνήθως άφθονο φαγητό και ποτό με τραγούδι και χορό. Οι προσπάθειες αποσπάσεως της προσοχής ενός αντιπάλου περιλαμβάνουν το να στέκεσαι γύρω από τον στόχο και να κοροϊδεύεις την ικανότητα του παίκτη στο αγώνισμα. Τα βελάκια (χουρού) είναι ένα επίσης πολύ δημοφιλές υπαίθριο ομαδικό άθλημα, στο οποίο οι αγωνιζόμενοι ρίχνουν βαριά ξύλινα βελάκια μεγέθους 10 εκατοστών όπου ο στόχος που πρέπει να πέσει πάνω το βελάκι βρίσκεται 10 με 20 μέτρα μακριά.

Ένα άλλο παραδοσιακό άθλημα είναι το ντιγκόρ, το οποίο έχει ομοιότητες με τη σφαιροβολία και το πέταλο.

Ένα άλλο δημοφιλές άθλημα στο Μπουτάν είναι η καλαθοσφαίριση.[228] Το 2002, η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου του Μπουτάν συμμετείχε σε αγώνα εναντίον της εθνικής του Μονσεράτ, σε έναν αγώνα που έγινε γνωστός σαν Ο άλλος τελικός. Ο αγώνας έλαβε χώρα την ίδια ημέρα που η Βραζιλία έπαιζε με τη Γερμανία για τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002, αλλά εκείνη την εποχή το Μπουτάν και η Μονσεράτ ήταν οι δύο ουραγοί της κατάταξης της ΦΙΦΑ, δηλαδή οι δύο τελευταίες χώρες. Ο αγώνας διεξήχθη στο Εθνικό Στάδιο Τσανγκλιμιθάνγκ του Θίμφου και το Μπουτάν κέρδισε με σκορ 4–0. Ο ολλανδός κινηματογραφιστής Γιόχαν Κράμερ γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τον αγώνα. Το 2015, το Μπουτάν είχε τις πρώτες δύο νίκες του σε αγώνες προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018, νικώντας τη Σρι Λάνκα με σκορ 1–0 εκτός έδρας στη Σρι Λάνκα και με σκορ 2–1 εντός έδρας στο Μπουτάν.[229] Το κρίκετ έχει επίσης κερδίσει δημοτικότητα στο Μπουτάν, ιδιαίτερα σήμερα σε μια εποχή όπου τα ινδικά τηλεοπτικά κανάλια είναι διαθέσιμα και στο Μπουτάν. Η εθνική ομάδα κρίκετ του Μπουτάν είναι μια από τις πιο επιτυχημένες ομάδες στη Νότια Ασία.

Θέση της γυναίκας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον εργασιακό τομέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γυναίκες έχουν αρχίσει να συμμετέχουν ολοένα και περισσότερο σε διάφορα επαγγέλματα, και η εκπροσώπηση των γυναικών στο εργατικό δυναμικό είναι μια από τις υψηλότερες στη Νότια Ασία.[230] Ωστόσο, τα ποσοστά ανεργίας μεταξύ των γυναικών εξακολουθούν να είναι υψηλότερα από αυτά των ανδρών και οι γυναίκες τείνουν να εργάζονται σε πιο ανασφαλείς τομείς εργασίας, όπως η γεωργία.[231] Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς που κάνουν οι γυναίκες έξω από το σπίτι αφορά την εργασία πάνω σε αγροτικές εκτάσεις που αποτελούν ιδιοκτησία της οικογένειας στην οποία ανήκει η γυναίκα. Η εργασία στον γεωργικό τομέα είναι ανασφαλής και ακριβώς η εργασία στη γεωργία αποτελούν έναν από τους λόγους που οι γυναίκες συγκεντρώνουν λιγότερο εισόδημα από τους άνδρες.[230] Οι γυναίκες επίσης, γενικά, εργάζονται σε θέσεις χαμηλότερης ποιότητας από τους άνδρες και κερδίζουν μόνο το 75% των αποδοχών των ανδρών.[232]

Στο νοικοκυριό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιδέα της ανιδιοτέλειας είναι βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό του Μπουτάν. Έτσι οι γυναίκες αναλαμβάνουν τη μερίδα του λέοντος στις εργασίες του νοικοκυριού.[233] Ο πολιτισμός του Μπουτάν έχει δείξει ανοχή στην ενδοοικογενειακή βία, καθώς σχεδόν το 1/4 των γυναικών στο Μπουτάν αναφέρουν ότι έχουν βιώσει κάποια μορφή βίας από τον σύζυγο ή τον σύντροφό τους.[234] Ορισμένες κοινότητες του Μπουτάν έχουν μια μητριαρχική δομή, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα της γης μιας οικογένειας περνά στη μεγαλύτερη κόρη.[235] Αυτό οφείλεται στην πεποίθηση ότι η κόρη θα μείνει στην πατρογονική εστία και θα φροντίσει τους γονείς της, ενώ ο γιος θα μετακομίσει και θα εργαστεί για να αποκτήσει τη δική του γη και για τη δική του οικογένεια.[235] Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ιδιοκτησία της γης δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με οικονομικά οφέλη αλλά και μεγαλύτερο ρόλο στο νοικοκυριό για τη γυναίκα-ιδιοκτήτρια. Αν και η μεγαλύτερη κόρη έχει τον έλεγχο του σπιτιού, ο σύζυγος έχει την υπευθυνότητα για τη λήψη των αποφάσεων στη διαχείριση των ζητημάτων του νοικοκυριού.[235] Ωστόσο, η νεότερη γενιά έχει απομακρυνθεί από την ιδέα της παράδοσης του μεγαλύτερου μέρους της ιδιόκτητης οικογενειακής γης στη μεγαλύτερη κόρη, μοιράζοντας τη γη, π.χ. στα 3 εάν μια οικογένεια έχει τρία παιδιά.[235]

Υγεία των γυναικών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρη η επικράτεια του Μπουτάν έχει καταγράψει βελτίωση στην παροχή αλλά και την ποιότητα υπηρεσιών αναπαραγωγικής υγείας. Το ποσοστό μητρικής θνησιμότητας κατά τη γέννα έχει μειωθεί από 1.000 άτομα στα 100.000 το 1990 σε μόλις 180 άτομα στα 100.000 το 2010.[236] Στο Μπουτάν έχει σημειωθεί μια αύξηση στη χρήση αντισυλληπτικών αγωγών από τις γυναίκες. Το 2003 χρησιμοποιούσε αντισυλληπτική αγωγή λιγότερο από το ένα τρίτο των γυναικών, ποσοστό το οποίο είχε αυξηθεί σε δύο τρίτα το 2010..[236]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 «Επίσημη εκτίμηση» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 28 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2019. 
  2. «Στατιστική Υπηρεσία Μπουτάν». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Απριλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 28 Απριλίου 2009. 
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 «Μπουτάν». ΔΝΤ. Απρίλιος 2017. Ανακτήθηκε στις 9 Μαΐου 2017. 
  4. «Human Development Report 2020» (PDF). United Nations Development Programme. 2019. Ανακτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2020. 
  5. 5,0 5,1 «Bhutan's Hydropower Sector: 12 Things to Know». Asian Development Bank. 30 Ιανουαρίου 2014. 
  6. 6,0 6,1 "History of Bhutan: How Europe heard about Bhutan".
  7. Grange, Kevin (2011). Beneath Blossom Rain: Discovering Bhutan on the Toughest Trek in the World. Outdoor Lives. University of Nebraska Press. ISBN 978-0-8032-3433-8. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  8. Clements, William M. (2006). The Greenwood Encyclopedia of World Folklore and Folklife. The Greenwood Encyclopedia of World Folklore and Folklife: Southeast Asia and India, Central and East Asia, Middle East. 2. Greenwood Press. σελ. 105. ISBN 978-0-313-32849-7. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  9. Chakravarti, Balaram (1979). A Cultural History of Bhutan. 1. Hilltop. σελ. 7. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  10. Taylor, Isaac (1898). Names and Their Histories: A Handbook of Historical Geography and Topographical Nomenclature. Gale Research Co. σελ. 69. 
  11. Savada, Andrea Matles, επιμ. (1993). «Origins and Early Settlement, A.D. 600–1600». Nepal and Bhutan: Country Studies (3rd έκδοση). Washington, D.C.: Federal Research Division, Library of Congress. ISBN 0-8444-0777-1. 
  12. Savada, Andrea Matles, επιμ. (1993). «Origins and Early Settlement, A.D. 600–1600». Nepal and Bhutan: Country Studies (3rd έκδοση). Washington, D.C.: Federal Research Division, Library of Congress. ISBN 0-8444-0777-1. 
  13. «Bhutan - Government and society». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  14. «Bhutan». World Institute for Asian Studies. 21 Αυγούστου 2006. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Αυγούστου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  15. Πρότυπο:Country study
  16. 16,0 16,1 16,2 Padel, Ruth (2006). Tigers in Red Weather: a Quest for the Last Wild Tigers. Bloomsbury Publishing USA. σελίδες 139–40. ISBN 978-0-8027-1544-9. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  17. 17,0 17,1 Sailen Debnath, Essays on Cultural History of North Bengal, (ISBN 978-81-86860-42-7); & Sailen Debnath, The Dooars in Historical Transition, (ISBN 978-81-86860-44-1)
  18. 18,0 18,1 Πρότυπο:Country study
  19. Hattaway, Paul (2004). Peoples of the Buddhist World: a Christian Prayer Diary. William Carey Library. σελ. 30. ISBN 978-0-87808-361-9. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  20. Rennie, Frank· Mason, Robin (2008). Bhutan: Ways of Knowing. IAP. σελίδες 18, 58. ISBN 978-1-59311-734-4. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  21. Dorji, C. T. (1994). History of Bhutan Based on Buddhism. Sangay Xam, Prominent Publishers. ISBN 978-81-86239-01-8. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  22. Harding, Sarah (2003). The Life and Revelations of Pema Lingpa. Snow Lion Publications. ISBN 978-1-55939-194-8. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  23. Πρότυπο:Country study
  24. Πρότυπο:Country study
  25. «Bengala e o Reino do Dragão – 37». O clarim. 20 Ιουλίου 2018. 
  26. Cacella, Estêvão.
  27. "History of Bhutan: How Europe heard about Bhutan".
  28. Karma Phuntsho (2013). The History of Bhutan. Random House India. σελίδες 224–227. ISBN 9788184003116. 
  29. Brown, Lindsay· Armington, Stan (2007). Bhutan. Country Guides (3 έκδοση). Lonely Planet. σελίδες 26, 36. ISBN 978-1-74059-529-2. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  30. Pomplun, Trent (2009). Jesuit on the Roof of the World: Ippolito Desideri's Mission to Eighteenth-Century Tibet. Oxford University Press. σελ. 49. ISBN 978-0-19-537786-6. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  31. Πρότυπο:Country study
  32. Πρότυπο:Country study
  33. Hannavy, John (2013). Encyclopedia of Nineteenth-Century Photography. Routledge. σελ. 1496. ISBN 978-1-135-87327-1. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  34. «Bhutan». World Institute for Asian Studies. 21 Αυγούστου 2006. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Αυγούστου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  35. 35,0 35,1 Hutt, Michael (December 1996). «Ethnic Nationalism, Refugees and Bhutan». Journal of Refugee Studies 9 (4): 397–420. doi:10.1093/jrs/9.4.397. https://academic.oup.com/jrs/article-abstract/9/4/397/1546497?redirectedFrom=fulltext. Ανακτήθηκε στις 20 October 2020. 
  36. φαν Ντριμ, Τζορτζ. «Language policy in Bhutan» (PDF). researchgate.net. Ανακτήθηκε στις 2 Ιουλίου 2022. 
  37. Hutt, Michael (1996). «Ethnic Nationalism, Refugees and Bhutan». Journal of Refugee Studies 9 (4): 397–420. doi:10.1093/jrs/9.4.397. https://scihubtw.tw/10.1093/jrs/9.4.397. Ανακτήθηκε στις 2021-04-19. 
  38. 38,0 38,1 (Διδακτορική διατριβή).  Missing or empty |title= (βοήθεια)
  39. Hutt, Michael (December 1996). «Ethnic Nationalism, Refugees and Bhutan». Journal of Refugee Studies 9 (4): 397–420. doi:10.1093/jrs/9.4.397. https://academic.oup.com/jrs/article-abstract/9/4/397/1546497?redirectedFrom=fulltext. Ανακτήθηκε στις 20 October 2020. 
  40. Hutt, Michael (January 2005). «THE BHUTANESE REFUGEES: BETWEEN VERIFICATION, REPATRIATION AND ROYAL REALPOLITIK». Peace and Democracy in South Asia 1 (1): 44–55. https://www.repository.cam.ac.uk/bitstream/handle/1810/229195/pdsa_01_01_05.pdf?sequence=2. Ανακτήθηκε στις 20 October 2020. 
  41. Pulla, Venkat (Ιανουαρίου 2016). «Who Are the Lhotsampa? What Caused Their Flight from Bhutan?». Στο: Pulla, Venkat. The Lhotsampa People of Bhutan (In: Pulla V. (eds) The Lhotsampa People of Bhutan. Palgrave Macmillan, New York. έκδοση). New York: Palgrave Macmillan, New York. σελ. 1. ISBN 978-1-137-55142-9. Ανακτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2020. 
  42. United States Department of State. «BHUTAN 2019 HUMAN RIGHTS REPORT» (PDF). state.gov/. Country Reports on Human Rights Practices for 2019 United States Department of State • Bureau of Democracy, Human Rights and Labor. Ανακτήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 2020. 
  43. Hoffman, Klus (1 Απριλίου 2006). «Democratization from Above: The Case of Bhutan» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 10 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2010. 
  44. Larmer, Brook (March 2008). «Bhutan's Enlightened Experiment». National Geographic. ISSN 0027-9358. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 May 2011. https://web.archive.org/web/20110511073652/http://ngm.nationalgeographic.com/2008/03/bhutan/larmer-text/2. Ανακτήθηκε στις 19 June 2010. 
  45. Scott-Clark, Cathy· Levy, Adrian (14 Ιουνίου 2003). «Fast Forward into Trouble». The Guardian. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. 
  46. Kaul, Nitasha (10 November 2008). «Bhutan Crowns a Jewel». UPI Asia. United Press International. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 June 2011. https://web.archive.org/web/20110615005027/http://www.upiasia.com/Politics/2008/11/10/bhutan_crowns_a_jewel/1962. Ανακτήθηκε στις 19 June 2011. 
  47. 47,0 47,1 «Bhutan – The World Factbook». Central Intelligence Agency. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2008. 
  48. «Bhutan». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  49. West Bengal Tourism Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty.
  50. «List of Parties». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Ιανουαρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 2012. 
  51. «Biodiversity Action Plan 2009» (PDF). Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 7 Μαΐου 2013. Ανακτήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 2012. 
  52. Choudhury, A.U. (1990). «Primates in Bhutan». Oryx 24 (3): 125. doi:10.1017/S0030605300033834. https://archive.org/details/sim_oryx_1990-07_24_3/page/125. 
  53. Choudhury, A.U. (1992). «Golden langur – Distribution Confusion». Oryx 26 (3): 172–173. doi:10.1017/S0030605300023619. https://archive.org/details/sim_oryx_1992-07_26_3/page/172. 
  54. Choudhury, A.U. (2008). «Primates of Bhutan and Observations of Hybrid Langurs». Primate Conservation 23: 65–73. doi:10.1896/052.023.0107. 
  55. Choudhury, A.U. (2010). The Vanishing Herds: Wild Water Buffalo. Guwahati, India: Gibbon Books & The Rhino Foundation for Nature in North East India. ISBN 978-9380652009. 
  56. Choudhury, A.U. (2007). «White-winged duck Cairina (=Asarcornis) scutulata and Blue-tailed Bee-eater Merops philippinus: two new country records for Bhutan». Forktail 23: 153–155. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 July 2014. https://web.archive.org/web/20140715000724/http://orientalbirdclub.org/wp-content/uploads/2012/09/Choudhury-Bhutan.pdf. Ανακτήθηκε στις 13 June 2014. 
  57. Bisht, Ramesh Chandra (2008). International Encyclopaedia Of Himalayas (5 Vols. Set). Mittal Publications. σελ. 54. ISBN 9788183242653. Ανακτήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου 2015. 
  58. «New IUCN State Members». Switzerland: IUCN Newsletter. Ιαν. 2012. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουλίου 2014. Ανακτήθηκε στις 7 Ιουλίου 2014. 
  59. «Parks of Bhutan». Bhutan Trust Fund for Environmental Conservation online. Bhutan Trust Fund. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιουλίου 2011. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2011. 
  60. «The Organisation». Bhutan Trust Fund for Environmental Conservation online. Bhutan Trust Fund. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 Μαρτίου 2010. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2011. 
  61. 61,0 61,1 61,2 «Transcript of "This country isn't just carbon neutral – it's carbon negative"». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Απριλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 13 Απριλίου 2016. 
  62. Kingdom of Bhutan.
  63. «Bhutan-Biodiversity Action Plan 2009» (PDF). Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 22 Δεκεμβρίου 2015. 
  64. Kingdom of Bhutan.
  65. 65,0 65,1 Pashley, Alex (5 Αυγούστου 2015). «Bhutan: climate lessons from a Himalayan kingdom». Climate Home – climate change news. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Δεκεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2015. 
  66. Grantham, H. S.; Duncan, A.; Evans, T. D.; Jones, K. R.; Beyer, H. L.; Schuster, R.; Walston, J.; Ray, J. C. και άλλοι. (2020). «Anthropogenic modification of forests means only 40% of remaining forests have high ecosystem integrity - Supplementary Material». Nature Communications 11 (1): 5978. doi:10.1038/s41467-020-19493-3. ISSN 2041-1723. PMID 33293507. 
  67. «Bhutan must consider long term measure on climate change: UNFCCC's head – BBS». BBS (στα Αγγλικά). 2 Μαΐου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Δεκεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2015. 
  68. Wangchuk, Jigme (8 Ιουλίου 2011). «Addressing Human-Wildlife Conflict». Bhutan Observer online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουλίου 2011. 
  69. Cannon, P.F.; Hywel-Jones, N.L.; Maczey, N.; Norbu, L.; Tshitila; Samdup, T.; Lhendup, P. (2009). «Steps towards sustainable harvest of Ophiocordyceps sinensis in Bhutan». Biodivers. Conserv. 18 (9): 2263–2281. doi:10.1007/s10531-009-9587-5. 
  70. «Plastic Ban Is Back». Business Bhutan. 12 February 2019. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 29 July 2020. https://web.archive.org/web/20200729095555/https://www.businessbhutan.bt/2019/02/12/plastic-ban-is-back/. Ανακτήθηκε στις 29 July 2020. 
  71. Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, Προσδόκιμο ζωής και υγιές προσδόκιμο ζωής, Δεδομένα ανά χώρα
  72. «Правительство Бутана». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 23 Απριλίου 2012. 
  73. «127935 Tibetans living outside Tibet: Tibetan survey». // Hindustan Times. 12 Απριλίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Σεπτεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 17 Δεκεμβρίου 2010. 
  74. «Bhutan – The World Factbook». Central Intelligence Agency. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2008. 
  75. «Report: Data Profile». World Bank. 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Απριλίου 2008. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  76. GROWup - Geographical Research On War, Unified Platform. «Ethnicity in Bhutan». ETH Zurich. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Οκτωβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2018. 
  77. «People & Population». Bhutan News Service. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Νοεμβρίου 2011. Ανακτήθηκε στις 10 Ιουνίου 2013. 
  78. Mishra, Vidhyapati (June 28, 2013). «Bhutan Is No Shangri-La». The New York times. https://www.nytimes.com/2013/06/29/opinion/bhutan-is-no-shangri-la.html. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  79. Schultz, Erika (October 15, 2016). «Bhutanese refugee crisis: a brief history». The Seattle Times staff photographer (The Seattle Times). https://www.seattletimes.com/seattle-news/bhutanese-refugee-crisis-a-brief-history/. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  80. «The Bhutan insurgencies». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  81. Schultz, Erika (October 15, 2016). «Bhutanese refugee crisis: a brief history». Seattle Times staff photographer. The Seattle Times. https://www.seattletimes.com/seattle-news/bhutanese-refugee-crisis-a-brief-history/. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  82. «MAR». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  83. Mishra, Vidhyapati (June 28, 2013). «Bhutan Is No Shangri-La». The New York Times. https://www.nytimes.com/2013/06/29/opinion/bhutan-is-no-shangri-la.html. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  84. Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  85. Hoffman, Klus (1 Απριλίου 2006). «Democratization from Above: The Case of Bhutan» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 10 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2010. 
  86. Frelick, Bill (Φεβρουαρίου 2008). «Director, Refugee and Migrant Rights Division». Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2020. 
  87. Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  88. Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights (UNHCHR). «Treatment by authorities of ethnic Nepali's in Bhutan» (PDF). Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  89. Group, Minority Rights. «Lhotshampas». Minority Rights. Minority Rights group. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2020. 
  90. 90,0 90,1 «International Religious Freedom Report 2007–Bhutan». U.S. Department of State. 14 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 2008. 
  91. «Pastor Sentenced to Three Years in Prison». Bhutan News Service online. Bhutan News Service. 12 Δεκεμβρίου 2010. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Δεκεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2011. 
  92. «Assessment for Lhotshampas in Bhutan». Database. Center for International Development and Conflict Management, University of Maryland. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 9 Αυγούστου 2011. 
  93. «Assessment for Lhotshampas in Bhutan». Database. Center for International Development and Conflict Management, University of Maryland. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 9 Αυγούστου 2011. 
  94. «Life expectancy at birth, total (years)». Worldbank (στα Αγγλικά). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Αυγούστου 2018. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2018. 
  95. «World Population Prospects – Population Division – United Nations». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Σεπτεμβρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 15 Ιουλίου 2017. 
  96. «The Constitution of the Kingdom of Bhutan» (PDF). Government of Bhutan. 18 Ιουλίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 4 Σεπτεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2011. 
  97. 97,0 97,1 Wangdi, Sonam; LeGrand, Cathleen; Norbu, Phuntsho; Rinzin, Sonam (2020-01-01). «What's past is prologue: history, current status and future prospects of library development in Bhutan». Global Knowledge, Memory and Communication ahead-of-print (ahead-of-print): 339–354. doi:10.1108/GKMC-12-2019-0153. ISSN 2514-9342. http://eprints.whiterose.ac.uk/167092/1/What%27s%20Past%20is%20Prologue%20AAM.PDF. 
  98. «Indian teachers who served in Bhutan honoured». 8 Ιανουαρίου 2019. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Ιανουαρίου 2019. Ανακτήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 2019. 
  99. 99,0 99,1 Xavier, Constantino (8 Ιουλίου 2020). «Bhutan's democratic transition and ties to India». Brookings. Ανακτήθηκε στις 23 Αυγούστου 2021. 
  100. «Bhutan 2008». Constitute. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Απριλίου 2015. Ανακτήθηκε στις 30 Μαρτίου 2015. 
  101. Sharma, Aradhana (25 Μαρτίου 2008). «Royalist Party Wins Election in Bhutan». NDTV.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 Ιουλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. 
  102. «Bhutan chooses new party to form government». Times of India. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Νοεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2018. 
  103. 103,0 103,1 Country Profile IFES
  104. «Notification on Second Parliamentary Elections 2013: National Assembly». Election Commission of Bhutan. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Σεπτεμβρίου 2013. 
  105. Galay, Karma. «International Politics of Bhutan». Journal of Bhutan Studies 10: 90–107. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 February 2015. https://web.archive.org/web/20150210121931/http://www.bhutanstudies.org.bt/publicationFiles/JBS/JBS_Vol10/v10-8.pdf. Ανακτήθηκε στις 10 February 2015. 
  106. Galay, Karma. «International Politics of Bhutan». Journal of Bhutan Studies 10: 90–107. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 February 2015. https://web.archive.org/web/20150210121931/http://www.bhutanstudies.org.bt/publicationFiles/JBS/JBS_Vol10/v10-8.pdf. Ανακτήθηκε στις 10 February 2015. 
  107. Bhutan PM: India is closest ally Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty., NDTV, 16 July 2008.
  108. Tshewang, Yeshey (12 July 2012) PM stresses on importance of foreign relations, The Bhutanese.
  109. Bhutan profile – Timeline – BBC News Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  110. Bhutan: Cautiously Cultivated Positive Perception, Caroline Brassard in A Resurgent China: South Asian Perspectives, S. D. Muni, Tan Tai Yong, page 74
  111. «Ministry of Foreign Affairs, Royal Government of Bhutan;». 14 Οκτωβρίου 2021. Ανακτήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2022. 
  112. Wangchuk, Samten (13 Δεκεμβρίου 2006). «Indo-Bhutan Border Finalised». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  113. 113,0 113,1 Giri, Pramod (28 Οκτωβρίου 2005). «Alarm over Chinese Incursion». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Αυγούστου 2006. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  114. 中国不丹同意平等友好协商早日解决边界问题 [China and Bhutan Agree to Equal and Amicable Talks in Order to Resolve the Border Issue Quickly] (στα Κινεζικά). News.china.com. 1 Δεκεμβρίου 2005. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Σεπτεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  115. Bhutan king arrives in Dhaka Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty.. bdnews24.com (14 February 2013).
  116. Bangladesh–Bhutan joint statement Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty.. thedailystar.net (8 December 2014)
  117. «Bangladesh signs preferential trade agreement with Bhutan». Dhaka Tribune. 6 Δεκεμβρίου 2020. 
  118. Dorji, Gyalsten K (15 Φεβρουαρίου 2011). «Bhutan establishes ties with Spain». Kuensel. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2011. 
  119. «Overseas Embassies and Consulates of Bhutan». Go Abroad.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Μαρτίου 2009. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2011. 
  120. «Bhutan Country Specific Information». United States Department of State. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Μαρτίου 2008. Ανακτήθηκε στις 24 Μαρτίου 2008. 
  121. Bhattacharjee, Arun (19 Δεκεμβρίου 2003). «Bhutan Army Sees Action at Last». Asia Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. CS1 maint: Unfit url (link)
  122. «Начальник полиции». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Ιουνίου 2011. . Kuensel. 23 апреля 2008.
  123. Bhattacharjee, Arun (19 Δεκεμβρίου 2003). «Bhutan Army Sees Action at Last». Asia Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. CS1 maint: Unfit url (link)
  124. «Bhutan». Freedom House (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2021. 
  125. Reuters, Story by. «Bhutan parliament decriminalizes homosexuality, to delight of activists». CNN. Ανακτήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 2021. 
  126. 126,0 126,1 Dudman, Jane. «Bhutan's First Female Minister: Engineer, Equality Warrior, Former Civil Servant». Guardian News and Media. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 December 2018. https://web.archive.org/web/20181216031719/https://www.theguardian.com/public-leaders-network/2015/apr/12/bhutan-first-female-minister-dorji-choden. Ανακτήθηκε στις 27 January 2019. 
  127. 127,0 127,1 127,2 Lhaden, Tenzin. «Moving towards Gender Equality in Bhutan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2018. 
  128. 128,0 128,1 Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  129. Sinha, Awadhesh Coomar (2001). Himalayan kingdom Bhutan: tradition, transition, and transformation. Indus Publishing. σελίδες 25, 183, 215, 220–221. ISBN 81-7387-119-1. 
  130. 130,0 130,1 Schultz, Erika (October 15, 2016). «Bhutanese refugee crisis: a brief history». Seattle Times staff photographer. The Seattle Times. https://www.seattletimes.com/seattle-news/bhutanese-refugee-crisis-a-brief-history/. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  131. 131,0 131,1 Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  132. «Family Portrait of Bhutan Nepalis in USA». The Week Republica. 15 Απριλίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2011. 
  133. «Assessment for Lhotshampas in Bhutan». Database. Center for International Development and Conflict Management, University of Maryland. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουνίου 2012. Ανακτήθηκε στις 9 Αυγούστου 2011. 
  134. «Refugees from Bhutan Poised for New Start». UNHCR. 1 Φεβρουαρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2011. 
  135. «Bhutan: forcible exile». Amnesty International. 31 Ιουλίου 1994. 
  136. «Bhutan: Human rights violations against the Nepali-speaking population in the south». Amnesty International (στα Αγγλικά). 1992. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2021. 
  137. Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. HUman Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  138. Frelick, Bill (3 March 2011) For Bhutan's Refugees, There's no Place Like Home Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  139. Hutt, Michael (1996). «Ethnic Nationalism, Refugees and Bhutan». Journal of Refugee Studies 9 (4): 397–420. doi:10.1093/jrs/9.4.397. https://doi.org/10.1093/jrs/9.4.397. 
  140. «Refugees from Bhutan Poised for New Start». UNHCR. 1 Φεβρουαρίου 2008. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2011. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2011. 
  141. Refugee Arrival Data Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  142. 142,0 142,1 142,2 142,3 2009 Human Rights Report: Bhutan, U.S. Department of State, 25 February 2009
  143. «Bhutan». 14 Σεπτεμβρίου 2007. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  144. «Bhutan – a 'happy' place, but not for all». 14 Απριλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  145. Frelick, Bill (February 1, 2008). «Bhutan's ethnic cleansing». Human Rights Watch. New Statesman. https://www.hrw.org/news/2008/02/01/bhutans-ethnic-cleansing#. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  146. Mishra, Vidhyapati (June 28, 2013). «Bhutan Is No Shangri-La». The New York times. https://www.nytimes.com/2013/06/29/opinion/bhutan-is-no-shangri-la.html. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  147. Schultz, Erika (October 15, 2016). «Bhutanese refugee crisis: a brief history». The Seattle Times staff photographer (The Seattle Times). https://www.seattletimes.com/seattle-news/bhutanese-refugee-crisis-a-brief-history/. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  148. «The Bhutan insurgencies». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  149. «MAR». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  150. Mishra, Vidhyapati (June 28, 2013). «Bhutan Is No Shangri-La». The New York Times. https://www.nytimes.com/2013/06/29/opinion/bhutan-is-no-shangri-la.html. Ανακτήθηκε στις 16 October 2020. 
  151. Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  152. Hoffman, Klus (1 Απριλίου 2006). «Democratization from Above: The Case of Bhutan» (PDF). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 10 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 24 Απριλίου 2010. 
  153. Frelick, Bill (Φεβρουαρίου 2008). «Director, Refugee and Migrant Rights Division». Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2020. 
  154. «Bhutan: Human rights violations against the Nepali-speaking population in the south». Amnesty International. 1994. 
  155. Human Rights Watch. «History of the Bhutanese Refugee Situation in Nepal». hrw.org. Human Rights Watch. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  156. Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights (UNHCHR). «Treatment by authorities of ethnic Nepali's in Bhutan» (PDF). Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  157. Group, Minority Rights. «Lhotshampas». Minority Rights. Minority Rights group. Ανακτήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2020. 
  158. «Local Government Act of Bhutan 2009» (PDF). Government of Bhutan. 11 Σεπτεμβρίου 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 6 Ιουλίου 2011. 
  159. «Local Government Act of Bhutan 2009» (PDF). Government of Bhutan. 11 Σεπτεμβρίου 2009. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 6 Ιουλίου 2011. 
  160. Palden, Tshering (1 Σεπτεμβρίου 2009). «Domestic Air Service to Take Wing Soon». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2011. 
  161. Palden, Tshering (30 Αυγούστου 2010). «DYT Approves Quarry Without Community Clearance». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2011. 
  162. Dorji, Gyalsten K (2 Δεκεμβρίου 2015). «Drukair to launch scheduled operations to Gelephu». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Φεβρουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2016. 
  163. Zeppa, Jamie (2000). Beyond the Sky and the Earth: A Journey into Bhutan. Penguin. ISBN 978-1-57322-815-2. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  164. «Icy Roads Claim Lives». Kuensel online. 4 Δεκεμβρίου 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2011. 
  165. Yeshi, Samten (24 Αυγούστου 2010). «Landslide at Dzong Viewpoint». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 25 Ιουλίου 2011. 
  166. «North-East-West highway widening progressing under pre-financing». KuenselOnline. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017. 
  167. «Welcome to Embassy of India Thimphu, Bhutan». indianembassythimphu.bt. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017. 
  168. «East-West highway widening on track». KuenselOnline. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2017. 
  169. «International tourists bemoan bad road conditions in Bhutan». Asia News Network. 31 May 2016. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 8 July 2016. https://web.archive.org/web/20160708150611/http://www.asianews.network/content/international-tourists-bemoan-bad-road-conditions-bhutan-18438. Ανακτήθηκε στις 30 June 2017. 
  170. Page, Jeremy (30 December 2009). «Isolated Buddhist kingdom of Bhutan to get its first railway link». The Times. http://www.timesonline.co.uk/tol/news/world/asia/article6970997.ece. Ανακτήθηκε στις 10 June 2011. 
  171. «World development indicators». The World Bank Group. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Δεκεμβρίου 2013. Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2013. 
  172. «World development indicators: size of economy». The World Bank Group. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 16 Ιανουαρίου 2014. Ανακτήθηκε στις 28 Δεκεμβρίου 2013. 
  173. «GNH Survey 2010» (PDF). The Centre for Bhutan Studies. Αρχειοθετήθηκε (PDF) από το πρωτότυπο στις 18 Μαρτίου 2013. Ανακτήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2013. 
  174. Sharma, Rajeev (25 Ιανουαρίου 2011). «MoUs with Bhutan on Rail Links, Power Projects». The Tribune. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  175. «MEMBER INFORMATION: India and the WTO». World Trade Organization (WTO). Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Απριλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2009. 
  176. Balaji, Mohan (12 January 2008). «In Bhutan, China and India Collide». Asia Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 May 2011. https://web.archive.org/web/20110513085403/http://www.atimes.com/atimes/China/JA12Ad02.html. Ανακτήθηκε στις 3 October 2010. 
  177. Chester, Ken (2 September 2013). «A Bhutan tech primer: early signs of startups and e-commerce». Tech in Asia. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 October 2013. https://web.archive.org/web/20131009102324/http://www.techinasia.com/bhutan-tech-startups-ecommerce-primer/. Ανακτήθηκε στις 29 September 2013. 
  178. «BITC – Business Incubator». Thimphu TechPark. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Μαρτίου 2013. 
  179. «Bhutan – The World Factbook». Central Intelligence Agency. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2008. 
  180. «BUDGET». The Tribune (India) online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 22 Ιουλίου 2005. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. 
  181. «Bhutan – The World Factbook». Central Intelligence Agency. Ανακτήθηκε στις 1 Φεβρουαρίου 2008. 
  182. «Bhutan set to plough lone furrow as world's first wholly organic country». The Guardian. 11 Φεβρουαρίου 2013. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 9 Αυγούστου 2013. Ανακτήθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2013. 
  183. Paull, John (2017) "Four New Strategies to Grow the Organic Agriculture Sector" Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty., Agrofor International Journal, 2(3):61–70.
  184. «Bangladesh wants to expand trade with Bhutan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 18 Ιανουαρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2017. 
  185. Chaudhury, Dipanjan Roy (1 December 2016). «Demonetisation impacts India's border trade with Bhutan». The Economic Times. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 July 2018. https://web.archive.org/web/20180704124903/https://economictimes.indiatimes.com/news/politics-and-nation/demonetisation-impacts-indias-border-trade-with-bhutan/articleshow/55717058.cms. Ανακτήθηκε στις 23 September 2018. 
  186. «Women rocking international trade - Damchae Dem». www.gtpalliance.com. Ανακτήθηκε στις 17 Μαρτίου 2022. 
  187. Ads, Ambo Digital. «Gross National Happiness - an introduction». Ambo Travels (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 2019. 
  188. 188,0 188,1 188,2 Bhutan offers Bangladesh cheaper hydel Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  189. Siebert, Stephen· Belsky, Jill (6 Φεβρουαρίου 2014). «Managed fuelwood harvesting for energy, income and conservation: An opportunity for Bhutan» (PDF). ScienceDirect. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2022. 
  190. Governing Council | SAARC Development Fund Secretariat Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  191. BHUTAN TOURISM MONITOR.
  192. «How to get Bhutan tourist visa cost and requirement». Bhutantraveloperator.com. Ανακτήθηκε στις 26 Μαΐου 2020. 
  193. Ledesma, Lester V. (30 November 2017). «5 reasons Bhutan is worth the US$250 daily fee». CNN. https://www.cnn.com/travel/article/visiting-bhutan/index.html. 
  194. «Bhutan: A model for sustainable tourism development». International Trade Forum. 1 Ιουλίου 2011. 
  195. Ancient Ruin of Drukgyel Dzong – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  196. Bumdeling Wildlife Sanctuary – UNESCO World Heritage Centre.
  197. Dzongs: the center of temporal and religious authorities (Punakha Dzong, Wangdue Phodrang Dzong, Paro Dzong, Trongsa Dzong and Dagana Dzong) – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  198. Jigme Dorji National Park (JDNP) – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  199. Royal Manas National Park (RMNP) – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  200. Sacred Sites associated with Phajo Drugom Zhigpo and his descendants – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  201. Sakteng Wildlife Sanctuary (SWS) – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  202. Tamzhing Monastery – UNESCO World Heritage Centre Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  203. Mask dance of the drums from Drametse – intangible heritage – Culture Sector Σφάλμα στο πρότυπο webarchive: Ελέγξτε την τιμή |url=. Empty..
  204. Kharat, Rajesh (200). «Bhutan's Security Scenario». Contemporary South Asia 13 (2): 171–185. doi:10.1080/0958493042000242954. 
  205. Martin Regg, Cohn.
  206. Zurick, David (4 November 2019). «Gross National Happiness and Environmental Status in Bhutan». Geographical Review 96 (4): 657–681. doi:10.1111/j.1931-0846.2006.tb00521.x. 
  207. «Bhutan – the Last Shangri La». PBS online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. 
  208. «Travel Requirements». Tourism Council of Bhutan. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 20 Νοεμβρίου 2010. Ανακτήθηκε στις 1 Ιουνίου 2011. 
  209. «New MICE hardware on the cards for Bhutan». TTGmice. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Ιουνίου 2013. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2013. 
  210. «Selling and buying of tobacco products are no longer illegal in Bhutan». DailyBhutan. Ανακτήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2021. 
  211. Rizal, Dhurba (2015). The Royal Semi-Authoritarian Democracy of Bhutan. Lexington Books. σελ. 11. ISBN 9781498507486. 
  212. «Four individuals conferred Bura Maap - BBS». Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2020. 
  213. «His Majesty awards red scarf and medals - BBS». Ανακτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 2020. 
  214. 214,0 214,1 Brown, Lindsay· Armington, Stan (2007). Bhutan. Country Guides (3 έκδοση). Lonely Planet. σελίδες 26, 36. ISBN 978-1-74059-529-2. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  215. Rael, Ronald (2008). Earth Architecture. Princeton Architectural Press. σελ. 92. ISBN 978-1-56898-767-5. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  216. «Country profile – Bhutan: a land frozen in time». BBC News. 9 February 1998. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 November 2010. https://web.archive.org/web/20101111083203/http://news.bbc.co.uk/2/hi/country_profile/54627.stm. Ανακτήθηκε στις 1 October 2010. 
  217. Amundsen, Ingun B (2001). «On Bhutanese and Tibetan Dzongs». Journal of Bhutan Studies 5: 8–41. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 October 2011. https://web.archive.org/web/20111005194330/http://www.thlib.org/static/reprints/jbs/JBS_05_02.pdf. Ανακτήθηκε στις 19 October 2011. 
  218. «1.1 University History». UTEP Handbook of Operations. University of Texas, El Paso. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Φεβρουαρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2011. 
  219. «Bhutan Winter Solstice Reminders for Winter Solstice. Get reminders for Winter Solstice – MarkTheDay.com». marktheday.com. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2016. 
  220. «Losar Festival Nepal: Tamu, Sherpa, Tibetan, Gyalpo Lhosar». ImNepal.com. 13 January 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 31 December 2016. https://web.archive.org/web/20161231064243/http://www.imnepal.com/losar-festival-nepal-tamu-sherpa-gyalpo/. Ανακτήθηκε στις 16 December 2016. 
  221. «Public Holidays for the year 2011». Royal Civil Service Commission, Government of Bhutan. 26 Απριλίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 28 Μαρτίου 2012. Ανακτήθηκε στις 26 Ιουλίου 2011. 
  222. «Bhutan National Day». U.S. Department of State. https://2009-2017.state.gov/secretary/remarks/2015/12/250752.htm. Ανακτήθηκε στις 16 December 2016. 
  223. Clements, William M. (2006). The Greenwood Encyclopedia of World Folklore and Folklife: Southeast Asia and India, Central and East Asia, Middle East. 2. Greenwood Press. σελίδες 106–110. ISBN 978-0-313-32849-7. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  224. Penjor, Ugyen (19 Ιανουαρίου 2003). «From Ngesem Ngesem to Khu Khu Khu ... Rigsar music woos local music fans». Kuensel online. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 19 Αυγούστου 2011. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2011. 
  225. «Rigsar Dranyen». RAOnline. 17 Ιουνίου 2011. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 17 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2011. 
  226. Coelho, V.H. (1970). Sikkim and Bhutan. Vikas Publications, Indian Council for Cultural Relations. σελ. 82. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2015. 
  227. «Bhutan at Play». Impress BHUTAN Travel. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2015. 
  228. «Bhutan at Play». Impress BHUTAN Travel. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Νοεμβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2015. 
  229. "Bhutan Wins Again!
  230. 230,0 230,1 Lhaden, Tenzin. «Moving towards Gender Equality in Bhutan». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2018. 
  231. «Bhutan Gains Ground on Gender Equality But Challenges Remain in Key Areas». The Asian Development Bank. 25 Αυγούστου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2018. 
  232. «Bhutan Gender Policy Note | Gender Pay Gap | Gender Role». Scribd. 
  233. Dayaram, Kandy; Pick, David (22 June 2012). «Entangled between tradition and modernity: the experiences of Bhutanese working women». Society and Business Review 7 (2): 134–148. doi:10.1108/17465681211237600. 
  234. «Bhutan Gains Ground on Gender Equality But Challenges Remain in Key Areas». The Asian Development Bank. 25 Αυγούστου 2014. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Δεκεμβρίου 2018. 
  235. 235,0 235,1 235,2 235,3 «Bhutan Gender Policy Note | Gender Pay Gap | Gender Role». Scribd. 
  236. 236,0 236,1 «Bhutan Gender Policy Note | Gender Pay Gap | Gender Role». Scribd. 

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικές πληροφορίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

History[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Geography[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Fraser, Neil· Bhattacharya, Anima· Bhattacharya, Bimalendu (2001). Geography of a Himalayan Kingdom: Bhutan. Concept Publishing. ISBN 8170228875. 
  • Gansser, Augusto (1983). Geology of the Bhutan Himalaya. Birkhäuser Verlag. ISBN 3764313714. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]