Ζούγκλα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ζούγκλα στη Μαλαισία.

Η ζούγκλα είναι χερσαία έκταση καλυμμένη με πυκνή βλάστηση στην οποία κυριαρχούν τα δέντρα. Μία από τις πιο κοινές σημασίες είναι αυτή της έκτασης η οποία καλύπτεται από πυκνή βλάστηση στο επίπεδο του εδάφους, ιδιαίτερα στους τροπικούς. Συνήθως είναι τόσο πυκνή ώστε να πρέπει να κοπεί για να περάσουν άνθρωποι.[1] Οι ζούγκλες στη δυτική γραμματεία μπορεί να αντιπροσωπεύουν χώρους λιγότερο πολιτισμένους ή άνομους, εκτός του ελέγχου του πολιτισμού. Αυτή η θεώρηση σχετίζεται με τη χρήση του όρου στην αποικιακή Βρετανική Ινδία.

Η λέξη ζούγκλα προέρχεται από την σανσκριτική λέξη τζάνγκαλα ( जङ्गल), η οποία σημαίνει ακαλλιέργητη γη. Αν και η σανσκριτική λέξη αναφέρεται σε ξερή έκταση, έχει προταθεί ότι η αγγλοϊνδική ερμηνεία οδήγησε στη συσχέτισή της με πυκνή μπλεγμένη λόγμη,[2] ενώ άλλες υποστηρίζουν ότι μια συγγενική λέξη στα ουρντού αναφέρεται σε δάση.[3] Ο όρος υπάρχει σε πολλές γλώσσες της ινδικής υποηπείρου και στο ιρανικό οροπέδιο, όπου συχνά χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στη βλάστηση στα δάση ή στην τροπική βλάστηση η οποία καταλαμβάνει εγκαταλελειμμένες περιοχές.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Tropical Forests
  2. Francis Zimmermann (1999). The jungle and the aroma of meats: an ecological theme in Hindu medicine. Volume 4. Motilal Banarsidass. ISBN 81-208-1618-8. 
  3. Dove, Michael R. (1992). «The Dialectical History of "Jungle" in Pakistan: An Examination of the Relationship between Nature and Culture». Journal of Anthropological Research 48 (3): 231–253. 
  4. Yule, Henry, Sir (1903). Hobson-Jobson: A glossary of colloquial Anglo-Indian words and phrases, and of kindred terms, etymological, historical, geographical and discursive. New ed. edited by William Crooke, B.A.. J. Murray, London. http://dsal.uchicago.edu/cgi-bin/philologic/getobject.pl?c.1:1:274.hobson.