Τρεβονιανός Γάλλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τρεβονιανός
Ritratto di trebonianno gallo III sec. dc. 01.JPG
Προτομή του Αυτοκράτορα Τρεβονιανού.
Περίοδος εξουσίας
251-253
Προκάτοχος Δέκιος
Ερέννιος
Διάδοχος Αιμιλιανός
Γέννηση 206
Θάνατος Αύγουστος 253 (47 ετών)
Σύζυγος Afinia Gemina Baebiana

Ο Τρεβονιανός Γάλλος (Γάιος Βίμπιος Αφίνιος Τρεβονιανός Γάλλος Αύγουστος[1][2]) ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας από το 251 μ.Χ. έως το 253 μ.Χ. Συν-αυτοκράτορας του ήταν ο Βολουσιανός.

Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τρεβονιανός γεννήθηκε στην Ιταλία, σε μια οικογένεια με καταγωγή από Ετρούσκους συγκλητικούς. Απέκτησε δύο παιδιά από τον γάμο του με την Afinia Gemina Baebiana, τον Γάιο Βίμπιο Βολουσιανό, αργότερα συν-αυτοκράτορας, και μια κόρη, την Bιμπία Γάλλα. Η πρώιμη σταδιοδρομία του ήταν ένα τυπικό cursus honorum (θέσεις κρατικών λειτουργών που προορίζονταν για συγκλητικούς), με πολλές τοποθετήσεις σε αξιώματα, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά. Υπήρξε αναπληρωματικός ύπατος και το 250 διορίστηκε διοικητής της ρωμαϊκής επαρχίας της Μοισίας, κάτι που δείχνει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα Δέκιου σ' αυτόν. Στη Μοισία ο Τρεβονιανός ήταν βασικός συντελεστής στην απόκρουση των συχνών εισβολών από τις γοτθικές φυλές του Δούναβη και έγινε δημοφιλής στον στρατό, πράγμα που καταδεικνύεται κατά τη σύντομη βασιλεία του από την επίσημη εικόνα του: στρατιωτικό κούρεμα, σωματική διάπλαση μονομάχου, εκφοβιστική στάση (εικόνα αριστερά).[3]

Η άνοδός του στην εξουσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούνιο του 251, ο αυτοκράτορας Δέκιος και ο γιος του συν-αυτοκράτορας Ερέννιος Ετρούσκος σκοτώθηκαν στη μάχη της Αβρίττου (λατ. Abritus) από τους Γότθους. Σύμφωνα με φήμες που υποστηρίζονται και από τον Δέξιππο (σύγχρονος Έλληνας ιστορικός) και τον δέκατο τρίτο Σιβυλλικό χρησμό, η αποτυχία του Δέκιου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον Τρεβονιανό ο οποίος είχε συνωμοτήσει με τους εισβολείς. Σε κάθε περίπτωση, όταν ο στρατός άκουσε την είδηση ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Τρεβονιανό, μαζί με τον Οστιλιανό, επιζώντα γιο του Δέκιου, που όδευε για τον αυτοκρατορικό θρόνο της Ρώμης. Η αντίδραση του στρατού, και το γεγονός ότι ο Τρεβονιανός φαίνεται να είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια του Δέκιου, κάνει τον ισχυρισμό του Δέξιππου να φαίνεται απίθανος.[4] Ο Τρεβονιανός δεν υποχώρησε από την πρόθεση του να γίνει αυτοκράτορας, αλλά αποδέχθηκε τον Οστιλιανό ως συν-αυτοκράτορα, ίσως για να αποφύγει τον κίνδυνο ενός άλλου εμφύλιου πολέμου.

Χάλκινο άγαλμα του Τρεβονιανού που χρονολογείται στα χρόνια της βασιλείας του, το μοναδικό ανέπαφο χάλκινο ρωμαϊκό άγαλμα του 3ου αιώνα(Μητροπολιτικό)[5]

Στην προσπάθειά του να διασφαλίσει τη θέση του στη Ρώμη και να σταθεροποιήσει την κατάσταση στα σύνορα του Δούναβη, ο Τρεβονιανός σύναψε ειρήνη με τους Γότθους. Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης, επετράπη στους Γότθους να εγκαταλείψουν τη ρωμαϊκή επικράτεια, διατηρώντας παράλληλα τους αιχμαλώτους και τα λάφυρά τους. Επιπλέον, συμφωνήθηκε να τους καταβάλλεται ετήσια επιχορήγηση.[6] Φτάνοντας στη Ρώμη, η διακήρυξη του Τρεβονιανού επικυρώθηκε επισήμως από τη Σύγκλητο, με το γιο του Βολουσιανό να ορίζεται Καίσαρας. Στις 24 Ιουνίου το 251 ο Δέκιος θεοποιήθηκε αλλά, από τις 15 Ιουλίου, ο Οστιλιανός εξαφανίζεται από την ιστορία. Είναι πιθανό ότι ο τελευταίος πέθανε κατά τη διάρκεια της επιδημίας πανώλης που έπληττε τη Ρώμη εκείνη την εποχή.[7] Πρόθυμος να εμφανίσει τον εαυτό του κατάλληλο για την θέση και να κερδίσει την δημοτικότητα των πολιτών, ο Τρεβονιανός γρήγορα αντιμετώπισε την επιδημία παρέχοντας ταφή για τα θύματα της, ακόμη και στους φτωχούς.[8]

Ο Τρεβονιανός ίσως επίσης διέταξε ασυντόνιστους τοπικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών,[9] η μόνη ένδειξη αυτού του ισχυρισμού είναι η φυλάκιση του Πάπα Κορνήλιου το 252.

Όπως και των προκάτοχων του, η βασιλεία του Τρεβονιανού δεν ήταν εύκολη. Στην Ανατολή, ένας ευγενής της Αντιόχειας, ο Μαριάδης, επαναστάτησε και άρχισε να λεηλατεί την Συρία και την Καππαδοκία, στην συνέχεια κατέφυγε στους Πέρσες. Ο Τρεβονιανός διέταξε τα στρατεύματά του να επιτεθούν στους Πέρσες, αλλά ο Πέρσης αυτοκράτορας Σαπούρ Α' εισέβαλε στην Αρμενία και την κατέστρεψε, νικώντας ένα μεγάλο ρωμαϊκό στρατό στην Βαρβαλισσό το 252. Στη συνέχεια εισέβαλε στις ανυπεράσπιστες επαρχίες της Συρίας, καταλαμβάνοντας το σύνολο των φρουρίων και λεηλατώντας τις πόλεις της, συμπεριλαμβανομένης της Αντιοχείας, χωρίς καμία απάντηση.[10] Οι Περσικές εισβολές επαναλήφθηκαν κατά το επόμενο έτος, αλλά ο Ουράνιος Αντωνίνος (ένας ιερέας που αρχικά ονομαζόταν Σαμψιγέραμος), απόγονος του ομώνυμου βασιλικού οίκου της Έμεσας, αντιμετώπισε τον Σαπώρη Α΄ της Περσίας και τον ανάγκασε να υποχωρήσει. Ωστόσο, ο ίδιος αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας[9] και έκοψε νομίσματα με την εικόνα του πάνω τους.[11][11] Στον Δούναβη, οι "σκυθικές" φυλές ήταν για άλλη μια φορά σε αναβρασμό, παρά τη συνθήκη ειρήνης που υπογράφηκε το 251. Εισέβαλαν στη Μικρά Ασία από τη θάλασσα, έκαψαν το μεγάλο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο και επέστρεψαν στις εστίες τους με τα λάφυρα. Επίσης εισέβαλαν στην Κάτω Μοισία, στις αρχές του 253,[12] όπου ο Αιμιλιανός, κυβερνήτης της Μοισίας και της Παννονίας, πήρε την πρωτοβουλία της μάχης και νίκησε τους εισβολείς.

Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένου ότι ο στρατός δεν ήταν πια ευχαριστημένος με τον Αυτοκράτορα, οι στρατιώτες ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Αιμιλιανό. Με έναν σφετεριστή να απειλεί τον θρόνο του, ο Τρεβονιανός προετοιμάστηκε για πόλεμο. Ανακάλεσε διάφορες λεγεώνες και διέταξε οι ενισχύσεις να επιστρέψουν στη Ρώμη από την Γαλατία, κάτω από τις εντολές του μελλοντικού αυτοκράτορα Βαλεριανού. Παρά τις διευθετήσεις αυτές, ο Αιμιλιανός εκστράτευσε δια μέσου της Ιταλίας και συνάντησε τον Τρεβονιανό στην Ιντέραμνα (σύγχρονο Τέρνι), πριν από την άφιξη του Βαλεριανού. Δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς συνέβη.[13] Μεταγενέστερες πηγές υποστηρίζουν ότι μετά την πρώτη ήττα, ο Τρεβονιανός και ο Βολουσιανός δολοφονήθηκαν από τα στρατεύματά τους[12] ή πως ο Τρεβονιανός δεν πρόλαβε νααντιμετωπίσει τον γιατί ο στρατός του προσχώρησε στον σφετεριστή.[14] Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος και ο Βολουσιανός σκοτώθηκαν τον Αύγουστο του 253.[15]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Southern, Pat, The Roman Empire From Severus To Constantine, Routledge, 2004, σ.75.
  2. Στα λατινικά το όνομα του είναι GAIVS VIBIVS AFINIVS TREBONIANVS GALLVS AVGVSTVS.
  3. Metropolitan Museum of Art: Λεπτομέρεια απο την υπερμεγέθη χάλκινη προτομή του Τρεβονιανού, acc. no. 05.30
  4. Potter (2004), σσ.247–248.
  5. Bronze portrait of Trebonianus Gallus, 05.30
  6. The Cambridge Ancient History, σσ.39–40.
  7. Potter (2004), σ.248.
  8. Brauer, The Age of the Soldier Emperors, 61.
  9. 9,0 9,1 The Cambridge Ancient History, σ.40.
  10. Potter (2004), σσ.248–249.
  11. 11,0 11,1 Potter (2004), σσ.249–250.
  12. 12,0 12,1 Potter (2004), σ.252.
  13. Βλ. Bray (1997), σ.38, και για τις εκδοχές της ιστορίας και για τις πηγές της.
  14. The Cambridge Ancient History, σ.41.
  15. Bray (1997), σ.38.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Bray, John. Gallienus: A Study in Reformist and Sexual Politics, Wakefield Press, 1997. ISBN 1-862-54337-2
  • Bowman Alan K., Garnsey Peter, Cameron Averil (ed.). The Cambridge Ancient History: The Crisis of Empire, A.D. 193–337, Cambridge University Press, 2005. ISBN 0521301998.
  • Potter, David S. The Roman Empire at Bay AD 180–395, Routledge, 2004. ISBN 0-415-10058-5.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Trebonianus Gallus της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).