Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Κωνσταντίνος Ι' Δούκας σε χρυσό ιστάμενον του 11ου αι.

Ο Κωνσταντίνος Ι΄ Δούκας ήταν Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1059 έως το θάνατό του το 1067.

Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν γιος του Ανδρόνικου Δούκα, ενός Παφλαγόνα ευγενή, ο οποίος υπηρέτησε κατά πάσα πιθανότητα ως κυβερνήτης του θέματος της Μοισίας.

Ο Κωνσταντίνος απέκτησε δύναμη όταν παντρεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα, ανιψιά του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου. Το 1057 υποστήριξε το σφετερισμό του θρόνου από τον Ισαάκιο Α΄ Κομνηνό αλλά σταδιακά τάχθηκε με την αυλική γραφειοκρατία ενάντια στις μεταρρυθμίσεις του νέου Αυτοκράτορα. Παρά τη σιωπηρή αντίδρασή του, το Νοέμβριο του 1059 επελέγη από τον ασθενή Ισαάκ ως διάδοχός του, υπό την επίδραση του Μιχαήλ Ψελλού. Έπειτα από λίγο ο Ισαάκιος εγκατέλειψε το θρόνο, καταφεύγοντας σε μοναστήρι και στις 24 Νοεμβρίου 1059 ο Κωνσταντίνο Ι’ Δούκας στέφθηκε Αυτοκράτορας.

Η άνοδός του στο θρόνο ήταν ένας θρίαμβος της αριστοκρατίας αλλά ο θρίαμβος αυτός αποδείχθηκε αλγηρός για την Αυτοκρατορία δεδομένου ότι φάνηκε ανίκανος στη διοίκησή της.

Ο νέος ηγεμόνας έδωσε εξουσία σε δύο νεαρούς γιους του, διόρισε τον αδελφό του, Ιωάννη Δούκα, Καίσαρα και αποδύθηκε σε μια ευνοϊκή πολιτική έναντι της αυλικής αριστοκρατίας και του κλήρου. Περικόπτοντας ικανά την εκπαίδευση και την οικονομική ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων, μοιραία αποδυνάμωσε τη βυζαντινή άμυνα σε ένα κρίσιμο χρονικό σημείο, που συμπίπτει με τη δυτική πρόοδο των Σελτζούκων - Τούρκων και των Τουρκομάνων συμμάχων τους.

Ο Κωνσταντίνος έγινε σύντομα αντιδημοτικός για τους υποστηρικτές του Ισαάκιου μέσα στη στρατιωτική αριστοκρατία, που αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν το 1061. Επιπλέον, έχασε κάθε δημοφιλία στις λαϊκές τάξεις, έπειτα από την αύξηση που επέβαλε στους φόρους, προσπαθώντας να πληρώσει μετά από πολύ καιρό τα μέλη του στρατεύματος.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής Ιταλίας από τους Νορμανδούς εκτός από την περιοχή γύρω από το Μπάρι, αν και υπήρξε μία αναβίωση του ενδιαφέροντός του για τη διατήρηση της Απουλίας διορίζοντας τουλάχιστον τέσσερις στρατηγούς στην Ιταλία.

Υπέστη, επίσης, επιδρομές από τον Αλπ Αρσλάν στη Μικρά Ασία το 1064 και τους Ούζους στη Βαλκανική το 1065. Γέρος, ήδη, και με κλονισμένη υγεία όταν ανέβηκε στο θρόνο, πέθανε στις 22 Μαΐου 1067. Τον διαδέχθηκαν οι νεαροί γιοί του υπό την κηδεμονία της μητέρας τους, Ευδοκίας Μακρεμβολίτισσας.

Προηγούμενος
Ισαάκιος Α΄
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Επόμενος
Ρωμανός Δ΄ Διογένης