Θεόφιλος (αυτοκράτορας)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θεόφιλος
Emperor Theophilos Chronicle of John Skylitzes.jpg
Ο Αυτοκράτωρ Θεόφιλος, μικρογραφία σε χειρόγραφο
Αυτοκράτωρ του Βυζαντίου
Περίοδος εξουσίας
2 Οκτωβρίου 829 – 20 Ιανουαρίου 842
Προκάτοχος Μιχαήλ Β΄
Διάδοχος Μιχαήλ Γ΄
Βασιλικός Οίκος Φρυγική Δυναστεία
Γέννηση 813
Θάνατος 20 Ιανουαρίου 842 (28 ετών)
Πατέρας Μιχαήλ Β΄
Μητέρα Θέκλα
Σύζυγος Θεοδώρα
Θρησκεία Χριστιανός Ορθόδοξος

Ο Θεόφιλος (813 - 20 Ιανουαρίου 842) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας (829-842). Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από την τελευταία εικονομαχική ακμή, από αγώνες κατά των Αράβων και από πολιτισμική άνθιση.

Καταγωγή - Τα πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄του Τραυλού και της Θέκλας. Δάσκαλός υπήρξε ο μετέπειτα πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός, θεωρούμενος ένας από τους σοφότερους άνδρες της εποχής. Πολύ νωρίς στέφθηκε συμβασιλέας από τον πατέρα του και διακρίθηκε κατά την αντιμετώπιση της ανταρσίας του Θωμά.

Η ανάρρηση - Η τιμωρία των βασιλοκτόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόφιλος διαδέχθηκε ομαλά τον πατέρα του το 829 και εγκαινίασε την βασιλεία του με μιαν ανεξήγητη μέχρι σήμερα πράξη. (Εκ προοιμίου να λεχθεί ότι όλες μας οι πληροφορίες προέρχονται από εικονόφιλους συγγραφείς, οι οποίοι διέκειντο εχθρικότατα προς τους εικονομάχους βασιλείς). Αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του συγκάλεσε σιλέντιον, έκτακτη δηλαδή συνεδρίαση της Συγκλήτου με συμμετοχή ιερωμένων, κι εκεί διακήρυξε πως ήθελε να ανταμείψει τους άρχοντες που ανέβασαν στον θρόνο τον πατέρα του, σκοτώνοντας τον Λέοντα Ε΄τον Αρμένιο. Οι προ δεκαετίας συνωμόσαντες έσπευσαν να το δηλώσουν και ο Θεόφιλος τους καταδίκασε όλους σε θάνατο.[1]

Η πράξη είναι ανεξήγητη γιατί στους συνωμότες όφειλε ο Θεόφιλος τον θρόνο του, όπως του επισήμαναν εκείνη τη στιγμή κάποιοι από τους καταδικασμένους,[2] και γιατί δεν μπορεί παρά να ήταν πασίγνωστοι άρχοντες και γενναιόδωρα ανταμειφθέντες από τον ίδιο τον Μιχαήλ. Εν πάση περιπτώσει το μυστήριο παραμένει –αν έγιναν έτσι τα πράγματα.[3]

Ο γάμος του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ήρθε ο Θεόφιλος σε ηλικία γάμου, η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του Ευφροσύνη κάλεσε τις τις ωραιότερες και ευγενέστερες κόρες της αυτοκρατορίας. Τις συγκέντρωσε σε μιαν αίθουσα του Παλατιού κι έδωσε στον Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο για να το δώσει σ’ αυτήν που θα προτιμούσε. Αυτός γοητεύτηκε από την ομορφιά της Κασσιανής αλλά πριν της δώσει το μήλο της είπε «από την γυναίκα προέρχονται τα δεινά» εννοώντας την Εύα. Η Κασσιάνη απάντησε «αλλά κι από την γυναίκα πηγάζουν τα καλύτερα» εννοώντας την Παναγία, κι ο Θεόφιλος θεωρώντας το αυθάδεια, προτίμησε την Θεοδώρα.[4]

Οι πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόφιλος άρχισε τους πολέμους του το 836. Αφορμή του έδωσαν οι Άραβες της Μελιτηνής, που χωρίς να έχει κηρυχτεί πόλεμος έκαναν επιδρομές στις παραμεθόριες περιοχές του βασιλείου. Ο Θεόφιλος τους διασκόρπισε, εισέβαλε μετά με εκατό χιλιάδες στρατό στη Συρία και κυρίευσε την πρωτεύουσα της Κομμαγηνής τα Σαμόσατα, πατρίδα του Λουκιανού.

Ύστερα πολιόρκησε τη Σωζόπετρα, πατρίδα του χαλίφη Μοτασέμ. Ο χαλίφης του έγραψε να σεβαστεί την πατρίδα του και πρότεινε ειρήνη αλλά ο Θεόφιλος κυρίευσε τη Σωζόπετρα και την κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Γύρισε μετά στην Κωνσταντινούπολη και τέλεσε λαμπρό θρίαμβο.[5]

Αλλά ο Μοτασέμ είχε ορκιστεί εκδίκηση. Συγκέντρωσε ένα τεράστιο στρατό για να καταστρέψει την πατρίδα του πατέρα του Θεόφιλου Μιχαήλ, το Αμόριο της Φρυγίας, και εισέβαλε στη Μικρά Ασία από τρία σημεία. Όλοι οι στρατιώτες του είχαν γραμμένη στην ασπίδα τους την λέξη Αμόριον.

Συγχρόνως ξέσπασε ανταρσία κατά του Θεόφιλου. Ένας από τους αρχηγούς του Χορασάν, από βασιλική γενιά της Περσίας, που είχε εμπλακεί στους εμφυλίους πολέμους των Μωαμεθανών, είχε αυτομολήσει στον αυτοκράτορα με δεκατέσσερις χιλιάδες Πέρσες, βαπτίστηκε και πήρε το όνομα Θεόφοβος. Τώρα οι Πέρσες του Θεόφοβου που είχαν φτάσει τις τριάντα χιλιάδες, ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλιά στη Σινώπη όπου ήταν στρατοπεδευ¬μένοι. Ο Θεόφοβος αρνήθηκε, προσπάθησε να τους μεταπείσει και ειδοποίησε τον Θεόφιλο, ζητώντας αμνηστία για τους στασιαστές προς αποφυγήν χειρότερων δεινών. Ο Θεόφιλος έδωσε την αμνηστία αλλά διέλυσε το σώμα των Περσών και κατέταξε τους άντρες του ανά δύο χιλιάδες στα στρατεύματα των θεμάτων.[6]

Κινήθηκε ύστερα εναντίον του τμήματος του στρατού του Μοτασέμ που είχε εισβάλει στην Αρμενία. Αλλά δεν είχε εκτιμήσει καλά την αντίπαλη δύναμη, κάποια τμήματα εγκατέλειψαν την μάχη σύσσωμα, και βρέθηκε περικυκλωμένος. Κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κλοιό, καθώς κι από νέα επιβουλή των Περσών, κι όταν ανασυγκρότησε τις δυνάμεις του έσπευσε να βοηθήσει το Αμόριο, επιτιθέμενος στα νώτα των Αράβων. Δεν μπόρεσε όμως να το σώσει, το Αμόριο έπεσε τελικά με προδοσία, καταστράφηκε και η ήττα ήταν δεινή.[7]

Ο Μοτασέμ δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από την νίκη του γιατί είχε να αντιμετωπίσει κι αυτός ανταρσίες στο κράτος του. Το 840 ένα στράτευμά του που εισέβαλε στην Μικρά Ασία, νικήθηκε από τους Βυζαντινούς και τελικά συνομολογήθηκε ειρήνη.

Εκκλησιαστική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα όπως ο πατέρας του και δεν ακολούθησε την επαμφοτερίζουσα και ασαφή πολιτική του. Ήταν πιστός χριστιανός και θερμός εικονομάχος.[8] Το 832 απαγόρευσε την λατρεία των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή τους, τους ασπασμούς και την προσαγωγή φώτων. Το 833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα.[9]

Σύνοδος που συγκροτήθηκε στην εκκλησία των Βλαχερνών αναθεμάτισε τους εικονόφιλους, επικύρωσε τα θεσπίσματα της εικονομαχικής συνόδου της Ιερείας (της κατά τους εικονομάχους Ζ΄ οικουμενικής) και αποκήρυξε την Ζ΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.

Οι χρονογράφοι αναφέρουν ορισμένα μαρτύρια των ανυπότακτων μοναχών επί Θεόφιλου, του βάρβαρου, του νέου Βαλτάσαρ, του παραβάτη, του βέβηλου –αλλά ήταν όλοι εικονόφιλοι και οι διηγήσεις τους χωλαίνουν,[10] χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κάποιοι που υπέφεραν. Άλλωστε ο Θεόφιλος είχε μαζί του στο παλάτι τον εικονόφιλο μοναχό Μεθόδιο -που έγινε μετά πατριάρχης και πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων- ο οποίος, κατά τους χρονογράφους, είχε υποβληθεί προηγουμένως σε φρικτά βασανιστήρια.[11]

Ο πολιτισμός επί Θεόφιλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την βασιλεία του Θεόφιλου κόσμησαν άντρες ονομαστοί για την σοφία τους, όπως οι εικονομάχοι Ιωάννης Γραμματικός και Λέων ο Μαθηματικός καθώς και ο προαναφερθείς εικονόφιλος Μεθόδιος. Περίφημη υπήρξε η πρεσβεία του Ιωάννη το 831 στην Βαγδάτη, όπου κατέπληξε τους Άραβες με τον πλούτο και την σοφία του.[12] Ακόμη πιο μεγάλη εντύπωση -εξ αποστάσεως μάλιστα- έκαναν οι γνώσεις του Λέοντα του Μαθηματικού στον χαλίφη Αλ Μαμούν, που τον κάλεσε στην Βαγδάτη αλλά ο Θεόφιλος δεν ενέκρινε.

Ο Θεόφιλος ύψωσε και καλλώπισε τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και το όνομα του γράφηκε πάνω τους περισσότερες φορές από οποιουδήποτε άλλου αυτοκράτορα.[13] Ήταν φιλότεχνος -οι ίδιοι οι εικονόφιλοι χρονογράφοι τον αποκαλούν «φιλόκοσμο»-[14] και στόλισε την Βασιλεύουσα με περίλαμπρα κτίρια. Μεταξύ αυτών τα ανάκτορα του Βρύου κατά μίμησιν των ανακτόρων της Βαγδάτης. Γιατί αν οι Άραβες εντυπωσιάζονταν από τους σοφούς του, αυτοί οι τελευταίοι του -και ιδιαίτερα ο Ιωάννης Γραμματικός- μετέδωσαν τον θαυμασμός τους για την ισλαμική αρχιτεκτονική που ήκμασε επί Χαρούν αλ Ρασίντ.[15]

Τα ανάκτορα του Βρύου είχαν κήπους παραδεισένιους και πέντε εκκλησίες, που η ομορφότερή του, η Τρίκογχος, είχε τρεις χρυσούς τρούλους, μάρμαρα πολύχρωμα κι ασημένιες πόρτες. Απέναντί της ήταν το Σίγμα, ένα περιστύλιο με υπέροχα διακοσμημένους με αγροτικές σκηνές τοίχους. Στο Σίγμα, που πήρε το όνομα από την ομοιότητά του με το γράμμα, εφαπτόταν το Μυστήριο, που ονομάστηκε έτσι γιατί και ο παραμικρός ψίθυρος στην μια του άκρη ακουγόταν στην άλλη. Κι άλλα λαμπρά οικοδομήματα μέσα και γύρω από την Πόλη.[16] Ανάμεσα στα έργα τέχνης της εποχής ένα χρυσό πλατάνι με λιθοπλούμιστα χρυσά πουλιά που κελαηδούσαν και χρυσά λιοντάρια γύρω του που βρύχονταν, καθώς και εκκλησιαστικά όργανα που κατασκεύασε ο Λέων ο Μαθηματικός και λειτουργούσαν με κρυφούς αεραγωγούς[17] κι έπαιζαν τις συνθέσεις των μελωδών μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Θεόφιλος.[18]

Η δικαιοσύνη του Θεόφιλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πάθος του Θεόφιλου για την δικαιοσύνη αναφέρεται από τους χρονογράφους, με τις σχετικές βέβαια επιφυλάξεις.[19] Μια φορά την εβδομάδα, όταν πήγαινε να εκκλησιαστεί στο ναό των Βλαχερνών, μπορούσε οποισδήποτε να του εκθέσει τα παράπονά του. Ήλεγχε την αγορά, ρωτούσε τις τιμές, φρόντιζε για την επάρκεια των αγαθών και ήταν αυστηρότατος με τους αξιωματούχους και υπαλλήλους.[20]

Όταν μια χήρα του κατήγγειλε ότι ο αδελφός της Θεοδώρας Πετρωνάς ύψωσε ένα τεράστιο μέγαρο δίπλα στο σπίτι της στερώντας του το φως, τον διέταξε να αποκαταστήσει την βλάβη. Κι όταν έμαθε ότι τίποτα δεν έγινε, μαστίγωσε τον Πετρωνά εν μέση οδώ.[21] Κι όταν κάποτε είδε στο λιμάνι ένα εμπορικό πλοίο εντυπωσιακού μεγέθους, ομορφιάς και φορτίου κι έμαθε ότι ανήκε στην βασίλισσα Θεοδώρα, διέταξε να το κάψουν μαζί με το φορτίο λέγοντας : «Εμένα, τον βασιλέα Ρωμαίων, η γυναίκα μου ναύκληρο με κατάντησε».[22]

Οικογενειακά προβλήματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θεόφιλος είχε αποκτήσει πέντε κόρες κι ένα γιο –αυτόν όμως τρία χρόνια πριν πεθάνει. Πιο πολύ απ’ όλες αγαπούσε την προτελευταία κόρη του Μαρία. Την πάντρεψε με τον Αρμένιο Αλέξιο Μωσηλέ, τον οποίο έκανε δούκα Σικελίας και τον έστειλε στις Συρακούσες. Ο Αλέξιος είχε επιτυχίες κατά των Σαρακηνών αλλά κατηγορήθηκε ότι επιβουλεύεται τον θρόνο και ανακλήθηκε. Είχε όμως μάθει για τις κατηγορίες και δίσταζε να επιστρέψει. Τότε ακριβώς πέθανε η Μαρία. Ο Θεόφιλος έστειλε στην Σικελία τον αρχιεπίσκοπο Θεόδωρο τον Κρίθινο για να πείσει τον Αλέξιο να γυρίσει, δίνοντας λόγον απαθείας, ότι δεν θα τον πειράξει δηλαδή. Ο Αλέξιος επέστρεψε αλλά ο Θεόφιλος τον κατηγόρησε για ανταρσία, τον μαστίγωσε, τον φυλάκισε και δήμευσε την περιουσία του. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεόδωρος τον κατηγόρησε επί παρουσία του στον ναό των Βλαχερνών με αποτέλεσμα να εκμανεί ο Θεόφιλος, να τον χτυπήσει και να τον εξορίσει. Τελικά ο πατριάρχης Ιωάννης ο Γραμματικός επέπληξε τον μαθητή του Θεόφιλο μέσα στην Αγία Σοφία και μόνο τότε ο Θεόφιλος συνήλθε και επανόρθωσε.[23]

Ήταν καλός σύζυγος και πατέρας, κι εκτός από μια περιπέτειά του με μία κυρία της αυλής -για την οποία περιπέτεια ζήτησε συγγνώμη- τίποτα άλλο δεν ακούστηκε.[24] Αλλά το μεγάλο του πρόβλημα ήταν τα θρησκευτικά φρονήματα των γυναικών της οικογενείας του.

Η μητέρα της Θεοδώρας λάτρευε τις εικόνες –όπως όλες οι γυναίκες της αυτοκρατορίας. Αναγκάστηκε να φύγει από το παλάτι αλλά στο μοναστήρι που πήγε κατηχούσε τις εγγονές της, τις κόρες του Θεόφιλου, στην εικονολατρεία. Δεδομένου ότι ο Θεόφιλος δεν είχε ακόμη αποκτήσει τον Μιχαήλ και είχε κάνει συμβασίλισσά του την μεγαλύτερη κόρη του Θέκλα, απαγόρευσε τις επισκέψεις στο μοναστήρι κ’ η πεθερά του άρχισε να τον κατηγορεί φανερά.[25]

Το χειρότερο για τον Θεόφιλο και την Εικονομαχία ήταν ότι και η Θεοδώρα λάτρευε τις εικόνες. Συνελήφθη επ’ αυτοφώρω από τον γελωτοποιό της αυλής να τις ασπάζεται αλλά όταν την κατηγόρησε ο Θεόφιλος, είπε πως κοιταζόταν στον καθρέφτη της.[26] Δεν αντιδρούσε φανερά, τελικά όμως ήταν αυτή που ανέτρεψε την εκκλησιαστική πολιτική του συζύγου της και αναστήλωσε τις εικόνες παρά τους όρκους της.

Το τέλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις αρχές του 842 ο Θεόφιλος αρρώστησε βαριά. Προβλέποντας το τέλος του, ζήτησε από την Θεοδώρα και τους μεγάλους αξιωματούχους να ορκιστούν ότι τίποτα δεν θ’ ανέτρεπαν απ’ όσα θέσπισε και ότι θα διατηρούσαν τον Ιωάννη τον Γραμματικό στον πατριαρχικό θρόνο.

Τον έφεραν ύστερα με φορείο στο ανάκτορο της Μαγναύρας κι εκεί μίλησε στους άρχοντες και στον λαό ζητώντας πίστη και αφοσίωση στην γυναίκα του και τον γιο του.[27] Γιατί ο γιος του ήταν τριών μόνο χρόνων και φοβόταν για την τύχη του. Και για να τον προστατέψει όσο μπορούσε, ζήτησε το κεφάλι του Θεόφοβου, του Πέρση στρατηγού που είχε αυτομολήσει, ο οποίος είχε παντρευτεί αδελφή της Θεοδώρας[28] και για τον οποίο είχε υπόνοιες. Όταν του το έφεραν έβαλε το χέρι πάνω του, είπε «Τώρα πια, ούτ’ εσύ Θεόφοβος ούτ’ εγώ Θεόφιλος» και ξεψύχησε.[29]

Αποτίμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένου ότι κανένα κείμενο εικονομάχου ιστορικού δεν έχει σωθεί, και ότι οι συγγραφείς στους οποίου βασιζόμαστε ήταν αφ’ ενός μεν όλοι εικονόφιλοι, αφ’ ετέρου δε οπαδοί της Μακεδονικής δυναστείας που επεδίωκαν να αμαυρώσουν την εικόνα της προηγουμένης, είμαστε υποχρεωμένοι να τους ακολουθήσουμε.

Είδαμε στα σχετικά κεφάλαια τις απόψεις για την ευσέβεια, το φιλοδίκαιον και το φιλότεχνον του Θεόφιλου. Στην τελική του κρίση ο Ιωσήφ Γενέσιος αναφέρει ότι «απ’ τη φύση του ήταν προικισμένος με κάποια προτερήματα» και ότι «προς έπαινόν του αξίζει να εξαρθεί και η αποστροφή του προς το κέρδος».[30] Ο Νικήτας στον Βίον Ιγνατίου : «Και ην τάλλα μεν (εκτός δηλ. από τα εκκλησιαστικά) ως φασιν, ου κακός». Οι Συνεχιστές του Θεοφάνους μιλούν για την γενναιότητά του (πάντοτε μετ’ επιφυλάξεως) : «μηδέποτε τρόπαιον στήσας...βασιλικόν και αξιέπαινον...καίτοι...προς παρατάξεις χωρήσας ουκ αγεννείς».[31] Χωρίς επιφυλάξεις η θετική γνώμη του Ζωναρά.[32] Δεδομένης της πολιτικής και θρησκευτικής τοποθέτησης των χρονογράφων αυτών, είναι προφανές ότι η γενική κρίση για τον Θεόφιλο είναι θετικότατη.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιωσήφ Γενέσιος σ. 114. Συνεχισταί Θεοφάνους σ. 85 επ. Συμεών Μάγιστρος σ.625. Γεώργιος Μοναχός σ. 791
  2. Γεώργιος Μοναχός σ. 791
  3. βλ. σχετικά Παπαρρηγόπουλο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, βιβλίο δέκατο, κεφ. έκτο, υποκεφ. 14
  4. «Ὡς ἂρα διά γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» - «Ἀλλά καὶ διά γυναικός πηγάζει τά κρείττονα». Συμεών Μάγιστρος 625. Γεώργιος Μοναχός 790
  5. Συμεών Μάγιστρος 634
  6. Ιωσήφ Γενέσιος 124
  7. Τα μέχρι την καταστροφή του Αμορίου πολεμικά γεγονότα εις Συνεχιστάς Θεοφάνους 124-131. Επίσης Ιωσήφ Γενέσιος 132-144
  8. Συνεχισταί Θεοφάνους 87 : «είχετο μεν της επί θεόν και την τούτου πάναγνον μητέρα, ως έλεγε, πίστεως, είχετο δε και της πατροπαραδότου μιαράς των εικονομάχων αιρέσεως»
  9. Συνεχισταί Θεοφάνους 121
  10. σχετ. Παπαρρηγόπουλος ο.π., κεφ. 19 και Νόργουιτς, Βυζάντιο-Το απόγειο, μετάφρ. Ευγενίου Πιερρή, εκδ. INTERED, Αθήνα,1997, σελ. 84-85. Ο εγγύτερος στην εποχή Ιωσήφ ο Γενέσιος είναι μάλλον χλιαρός (σ. 152 και 155). Για τους αποδιδόμενους στον Θεόφιλο διωγμούς βλ. Συνεχιστές Θεοφάνους 99 επ. Συμεών Μάγιστρος 641-645
  11. Ιωσήφ Γενέσιος 154. Συνεχισταί Θεοφάνους 116, 139.
  12. Συνεχισταί Θεοφάνους 95 επ.
  13. Ιωσήφ Γενέσιος 154. Συνεχισταί Θεοφάνους 94
  14. Συμεών Μάγιστρος 627. Γεώργιος Μοναχός 793
  15. Συνεχισταί Θεοφάνους 98
  16. Για τις οικοδομές του Θεόφιλου «αξιολογωτάτας ούσας και μνήμης τυχείν ικανάς» βλ. Συνεχιστάς Θεοφάνους 139 επ.
  17. Συμεών Μάγιστρος 627
  18. Συνεχισταί Θεοφάνους 106
  19. Συνεχισταί Θεοφάνους 85 : «ην φοβερός τε πάσι τοις πονηροίς και θαυμαστός αγαθοίς...πλην ουκ ην τούτον πάντων καθαρεύειν των πονηρών». Γεώργιος Μοναχός 793 : «Δικαιοσύνην κοσμικήν προσποιούμενος»
  20. Συνεχισταί Θεοφάνους 87
  21. Συμεών Μάγιστρος 627. Ιωάννης Ζωναράς 402-403
  22. Ιωσήφ Γενέσιος 154. Συνεχισταί Θεοφάνους 88. Συμεών Μάγιστρος 628
  23. Συμεών Μάγιστρος 630-632. Γεώργιος Μοναχός 794-795. Λέων Γραμματικός 1048
  24. Συνεχισταί Θεοφάνους 95
  25. Συνεχισταί Θεοφάνους 90. Συμεών Μάγιστρος 628
  26. Συνεχισταί Θεοφάνους 91. Συμεών Μάγιστρος 629
  27. Ιωσήφ Γενέσιος 150. Συνεχισταί Θεοφάνους 138
  28. Συμεών Μάγιστρος 626. Λέων Γραμματικός 1048.
  29. «Νυν γε ουδέ συ Θεόφοβος ουδ’ εγώ Θεόφιλος», Συνεχισταί Θεοφάνους, 136
  30. Ιωσήφ Γενέσιος 154
  31. Συνεχισταί Θεοφάνους 139
  32. Ζωναράς 402

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα





Προηγούμενος
Μιχαήλ Β'
Αυτοκράτορας του Βυζαντίου
Επόμενος
Μιχαήλ Γ΄