Ιστορία της Ινδίας

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προϊστορική Εποχή (έως το 3300 π.Χ. περίπου)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίθινη Εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αρχαιολογικές ενδείξεις ανατομικώς σύγχρονων ανθρώπων (Homo sapiens) στην ινδική υποήπειρο, θεωρείται επιστημονικώς ότι ανάγονται σε 78.000-74.000 χρόνια πριν. Παλαιότεροι ανθρωπίδες περιλαμβάνουν τον Homo erectus περίπου 500.000 χρόνια πριν. Απολιθώματα του Homo Erectus στη Χαθνόρα στην κοιλάδα Ναρμάντα στην κεντρική Ινδία δείχνουν ότι η Ινδία ίσως είχε κατοικηθεί τουλάχιστον από τη Μέση Πλειστοκαινική Περίοδο, περίπου 500.000-200.000 χρόνια πριν. Εργαλεία που χρονολογούνται 2.000.000 χρόνια πριν έχουν ανακαλυφθεί στο βορειοδυτικό τμήμα της ινδικής υποηπείρου. Η αρχαία ιστορία της περιοχής περιλαμβάνει κάποιους από τους παλαιότερους οικισμούς της Νοτιοανατολικής Ασίας και κάποιους από τους μεγαλύτερους πολιτισμούς της.

Τα αρχαιότερα αρχαιολογικά μέρη στην υποήπειρο είναι στην κοιλάδα του ποταμού Σοάν, στην περιοχή Σιβαλί, που εκτείνεται στη σημερινή Ινδία, Πακιστάν, Νεπάλ. Η Μεσολιθική Περίοδος στην ινδική υποήπειρο ακολουθήθηκε από τη Νεολιθική Περίοδο, όταν πιο εκτεταμένοι οικισμοί προέκυψαν μετά το τέλος της τελευταίας Εποχής των Παγετώνων, ακριβώς 12.000 χρόνια πριν. Οι πρώτοι επιβεβαιωμένοι ημιμόνιμοι οικισμοί εμφανίστηκαν 9.000 έτη πριν στους βράχους της περιοχής Μπιμπέτκα στο σημερινό κρατίδιο Μαντία Πραντές. Τα σπήλαια Εντακκάλ αποτελούν ιερογλυφικές γραφές από το Νεολιθικό Άνθρωπο, που ανάγονται στα 6000 π.Χ. περίπου, σημαίνοντας την παρουσία ενός προϊστορικού πολιτισμού ή οικισμού στην Κέραλα. Τα χαρακτικά αυτά είναι σπάνια και είναι τα μόνα γνωστά δείγματα από τη νότια Ινδία.

Ίχνη που φαίνεται να είναι ενός νεολιθικού πολιτισμού έχουν βρεθεί στον κόλπο Χαμπάτ της Ινδίας, ραδιοχρονολογημένα στα 7500 π.Χ. Νεολιθικοί αγροτικοί πολιτισμοί εξαπλώθηκαν στην κοιλάδα του Ινδού περίπου στα 5000 π.Χ. και στην κάτω κοιλάδα του Γάγγη γύρω στα 3000 π.Χ., όπως μαρτυρούν τα ευρήματα στην περιοχή Μπιρράνα (7570–6200 π.Χ.) στη Χαρυάνα, τα ευρήματα στη περιοχή Λαχουραντέβα (7000 π.Χ.) στο Ούταρ Πραντές, και τα ευρήματα στην περιοχή Μεχργκάρ του Βαλουχιστάν στο σημερινό Πακιστάν, και αργότερα στη Νότια Ινδία, εξαπλωθέντα νοτιοανατολικά και επίσης βόρεια στην περιοχή Μάλβα γύρω στα 1800 π.Χ. Ο πρώτος αστικός πολιτισμός της περιοχής άρχισε με το λεγόμενο πολιτισμό της Κοιλάδας του Ινδού.

"Πρώτη αστικοποίηση" (3300 π.Χ. περίπου – 1500 π.Χ. περίπου )[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εποχή του Σιδήρου στην ινδική υποήπειρο άρχισε γύρω στα 3300 π.Χ. με την πρώιμο πολιτισμό της κοιλάδας του Ινδού. Είχε επίκεντρο τον ποταμό Ινδό και τους παραποτάμους του που εκτείνονταν στην κοιλάδα του ποταμού Γκαγκάρ-Χάκρα, το Γκουτζαράτ και το νοτιοανατολικό Αφγανιστάν. Ο πολιτισμός του Ινδού είναι ένας από τους τρεις στην Αρχαία Ανατολή που, μαζί με τον πολιτισμό της Μεσοποταμίας και της φαραωνικής Αιγύπτου, αποτέλεσε το λίκνο του πολιτισμού του Παλαιού Κόσμου. Αποτελεί επίσης τον πιο εκτεταμένο πολιτισμό από γεωγραφικής και πληθυσμιακής άποψης.

Ο πολιτισμός του Ινδού πρωταρχικώς εστιαζόταν στη σημερινή Ινδία (επαρχίες Γκουτζαράτ, Χαρυάνα, Παντζάμπ (ινδικό), Ρατζαστάν, Ούταρ Πραντές, Τζαμμού και Κασμίρ) και το Πακιστάν (επαρχίες Σινδ, Παντζάμπ (πακιστανικό), και Βαλουχιστάν). Ιστορικώς αποτελούσε τμήμα της Αρχαίας Ινδίας, όντας ένας από τους πρώτους αστικούς πολιτισμούς του κόσμου, μαζί με τον μεσοποτάμιο και τον αιγυπτιακό. Οι κάτοικοι της αρχαίας κοιλάδας του Ινδού ποταμού, οι Χαράππα, ανέπτυξαν νέες τεχνικές στη μεταλλουργία και τη χειροτεχνία (προϊόντα καρνελίνης, χάραξη σφραγιδών), και παρήγαν χαλκό, ορείχαλκο, κασσίτερο, και μόλυβδο.

Ο Ώριμος Πολιτισμός του Ινδού άνθησε περίπου από το 2600 μέχρι το 1900 π.Χ., σηματοδοτώντας την έναρξη του αστικού πολιτισμού στην ινδική υποήπειρο. Ο πολιτισμός αυτός περιελάμβανε αστικά κέντρα όπως τα Ντολαβίρα, Καλιμπανγκάν, Ροπάρ, Ραχιγκάρχι, και Λοθάλ στη σημερινή Ινδία, καθώς και Χαράππα, Γκανεριβάλα, και Μοχέντζο-ντάρο στο σημερινό Πακιστάν. Ο πολιτισμός αυτός είναι αξιοσημείωτος για τις πόλεις του φτιαγμένες από τούβλα, το αρδευτικό σύστημα στα πλαϊνά των οδών, και τα πολυώροφα κτήρια, και πιστεύεται ότι είχε κάποια μορφή δημοτικής οργάνωσης. Συνολικά 1.022 πόλεις και οικισμοί έχουν βρεθεί, κυρίως στη γενικότερη περιοχή του Ινδού ποταμού και του ποταμού Γκαγκάρ-Χάκρα, και των παραποτάμων τους. Από αυτές τις τοποθεσίες, 406 βρίσκονται στο Πακιστάν και 616 στην Ινδία, ενώ μόλις 96 από αυτές έχουν ανασκαφεί.

Κατά τη διάρκεια της ύστερης περιόδου αυτού του πολιτισμού, σημάδια μια σταδιακής παρακμής άρχισαν να εμφανίζονται, και γύρω στα 1700 π.Χ. οι περισσότερες πόλεις είχαν εγκαταλειφθεί. Παρόλα αυτά, ο Πολιτισμός της Κοιλάδας του Ινδού δεν εξφανίστηκε αιφνιδίως, και κάποια στοιχεία αυτού του πολιτισμού επιβίωσαν, ειδικά στα μικρότερα χωριά και απομονωμένα αγροκτήματα. Σύμφωνα με την Ινδή ιστορικό Ουπίντερ Σινγκ: η γενική εικόνα που παρουσιάζεται στην τελευταία φάση του πολιτισμού Χαράππα είναι αυτή της κατάρρευσης των αστικών δικτύων και της επέκτασης των αγροτικών. O Ινδικός Πολιτισμός του Αποθησαυρισμένου Χαλκού ανάγεται σε εκείνη την περίοδο, συσχετιζόμενος με την περιοχή Ντοάμπ και τη λεγόμενη Έγχρωμη Κεραμική της Ώχρας.

Δραβιδικές καταβολές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γλωσσολόγοι υπέθεσαν ότι οι ομιλώντες δραβιδικές γλώσσες απλώθηκαν σε όλη την ινδική υποήπειρο πριν σημειωθεί μια σειρά μεταναστεύσεων των Ινδοαρίων. Από αυτή την άποψη, ο πρώιμος πολιτισμός της κοιλάδας του Ινδού συχνά ταυτίζεται ως δραβιδικός. Πολιτιστικές και γλωσσολογικές ομοιότητες έχουν επισημανθεί από ερευνητές ως ισχυρές ενδείξεις για μια πρωτοδραβιδική καταγωγή του αρχαίου πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού.

Κάποιοι άλλοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι οι Ινδοάριοι μετακινήθηκαν σε μια ήδη δραβιδική από γλωσσολογικής άποψης περιοχή αφού ήδη τα παλαιότερα τμήματα της Ριγκβέντα (περίφημη ινδική συλλογή ύμνων στη Βεδική Σανσκριτική γλώσσα) είχαν συντεθεί. Ο πληθυσμός των Μπραχούι στο Βαλουχιστάν θεωρείται από κάποιους ερευνητές ως το γλωσσολογικό αντίστοιχο ενός απαράλλαχτου πληθυσμού, ίσως σηματοδοτώντας ότι οι δραβιδικές γλώσσες ήταν πριν πολύ πιο εξαπλωμένες και αντικαταστάθηκαν από τις εισερχόμενες ινδοάριες γλώσσες.

Βεδική Περίοδος (περίπου 1500 - 600 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Βεδική περίοδος ονομάστηκε από τον ινδοάριο πολιτισμό της βορειοδυτικής Ινδίας, παρόλο που άλλα τμήματα της Ινδίας είχαν μια ξεχωριστή ταυτότητα κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου. Ο βεδικός πολιτισμός περιγράφεται στα ιερά κείμενα Βέδες του Ινδουϊσμού, που συντέθηκαν προφορικώς στη Βεδική Σανσκριτική γλώσσα (την προκλασική μορφή της Σανσκριτικής γλώσσας). Οι Βέδες αποτελούν κάποια από τα παλαιότερα σωζόμενα κείμενα στην Ινδία. Η Βεδική Περίοδος, με διάρκεια από περίπου το 1500 π.Χ. έως περίπου το 600 π.Χ., συνεισέφερε στη θεμελίωση αρκετών πολιτισμικών χαρακτηριστικών της ινδικής υποηπείρου. Με πολιτισμικούς όρους, σε πολλές περιοχές της ινδικής υποηπείρου η μετάβαση από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου συνέβη εκείνη την περίοδο.

Η βεδική κοινωνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορικοί που έχουν αναλύσει τις Βέδες έχουν επιβεβαιώσει ένα βεδικό πολιτισμό στην περιοχή του Παντζάμπ και την άνω πεδιάδα του Γάγγη. Οι περισσότεροι ιστορικοί επίσης θεωρούν αυτή την περίοδο ως περίοδο ενσωμάτωσης αρκετών κυμάτων μεταναστεύσεων των Ινδοαρίων από τα βορειοδυτικά στην ινδική υποήπειρο. H Ιερή Συκή και η αγελάδα είχαν αποκτήσει ιερές ιδιότητες από τον καιρό της Αθαρβαβέντα. Πολλές έννοιες της ινδικής φιλοσοφίας που υιοθετήθηκαν αργότερα, όπως το Ντάρμα, έχουν τις ρίζες τους στις προηγούμενες Βέδες.

Η αρχική βεδική κοινωνία περιγράφεται στη Ριγκβέντα, το παλαιότερο βεδικό κείμενο, που πιστεύεται ότι συντέθηκε κατά τη διάρκεια της 2ης χιλιετίας π.Χ., στη βορειοδυτική περιοχή της ινδικής υποηπείρου. Εκείνη την εποχή, η κοινωνία των Αρίων αποτελείτο από μεγάλες φυλετικές και ποιμενικές ομάδες, ξεχωριστές από την αστικοποίηση της περιόδου Χαράππα που είχε πλέον εγκαταλειφθεί. Η πρώιμη ινδοάρια παρουσία πιθανόν ανταποκρίνεται, εν μέρει, στον Πολιτισμό της Έγχρωμης Κεραμικής της Ώχρας.

Στο τέλος της ριγκβεδικής περιόδου, η άρια κοινωνία άρχισε να επεκτείνεται από τη βορειοδυτική περιοχή της ινδικής υποηπείρου στο δυτικό τμήμα της πεδιάδας του Γάγγη. Έγινε δε με τον καιρό αυξανόμενα γεωργική, και ήταν κοινωνικώς οργανωμένη γύρω από την ιεραρχία των τεσσάρων βάρνας (κοινωνικών τάξεων). Η κοινωνική αυτή δομή χαρακτηριζόταν τόσο από συγκρητισμό με τους ιθαγενείς πολιτισμούς της βόρειας Ινδίας, αλλά επίσης τελικώς και με τον αποκλεισμό κάποιων ιθαγενών με το χαρακτηρισμό των επαγγελμάτων τους ως ακάθαρτων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, πολλές από τις προηγούμενες μικρές φυλετικές ομάδες και μικροτοπικές φατρίες άρχισαν να συνασπίζονται στα λεγόμενα Τζαναπάντας, που ήταν μοναρχικά, κρατικού επιπέδου πολιτικά μορφώματα.

Τον 14ο αιώνα π.Χ., η Μάχη των Δέκα Βασιλιάδων ανάμεσα στα βεδικά ινδοάρια φυλετικά βασίλεια της φυλής Μπαράτα της συνομοσπονδίας φυλών Πούρου, με τη συμμαχία-συνδρομή άλλων φυλών της βορειδυτικής Ινδίας, υπό την καθοδήγηση του βασιλικού σοφού Βισναμίτρα, και του βασιλιά Σούντας των Τρτσου-Μπαράτα, εναντίον άλλων βεδικών φυλών, οδήγησε μετά τη νίκη των πρώτων στην εμφάνιση του βεδικού ινδοάριου Βασιλείου Κούρου, την πρώτη κρατικού επιπέδου κοινωνία κατά τη διάρκεια της Βεδικής Περιόδου.

Εξανσκριτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από την εποχή των Βεδών, άνθρωποι από πολλές τάξεις της κοινωνίας σε όλη την υποήπειρο άρχισαν να προσαρμόζουν το θρησκευτικό και κοινωνικό βίο τους στις βραχμανικές νόρμες, μια διαδικασία που μερικές φορές ονομάζεται εξανσκριτισμός (εκ-σανσκριτισμός). Αντανακλάται δε η διαδικασία αυτή στην τάση να ταυτίζονται τοπικές θεότητες με τους θεούς των σανσκριτικών κειμένων.

Βασίλεια της Εποχής του Σιδήρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Εποχή του Σιδήρου στην ινδική υποήπειρο χαρακτηρίζεται από την άνοδο των Τζαναπάντας, κρατικά μορφώματα (βασίλεια και δημοκρατίες), με πλέον αξιοσημείωτα τα βασίλεια Κούρου, Παντσάλα, Κοσάλα και Βιντέχα.

Το Βασίλειο Κούρου ήταν η πρώτη κρατικού επιπέδου κοινωνία στη Βεδική Περίοδο, σχετισθείσα με την αρχή της Εποχής του Σιδήρου στη βορειοδυτική Ινδία, γύρω στα 1200-800 π.Χ., καθώς και με τη σύνθεση της Αθαρβαβέντα, του πρώτου ινδικού κειμένου στο οποίο αναφερόταν ο σίδηρος, με τη φράση μαύρο μέταλλο. Το κράτος Κούρου οργάνωσε τους βεδικούς ύμνους σε συλλογές, και ανέπτυξε τo ορθόδοξo βραχμανικό σράουτα τελετουργικό για να διατηρήσει την κοινωνική τάξη. Δύο πρόσωπα κλειδιά στο κράτος Κούρου ήταν ο βασιλιάς Παριξίτ και ο διάδοχός του Τζαναμετζάγια, που μεταμόρφωσαν το βασίλειο σε μια κυρίαρχη πολιτική και πολιτιστική δύναμη στη βόρεια Ινδία της Εποχής του Σιδήρου. Όταν το βασίλειο Κούρου παρήκμασε, το κέντρο του βεδικού πολιτισμού μεταφέρθηκε στους ανατολικούς γείτονές του, το βασίλειο Παντσάλα. Ο πολιτισμός της Ζωγραφισμένης Γκρι Κεραμικής που άνθησε στις περιοχές Χαρυάνα και δυτικό Ούταρ Πραντές της βόρειας Ινδίας από περίπου το 1100 έως το 600 π.Χ., πιστεύεται ότι ανταποκρίνεται στα βασίλεια Κούρου και Παντσάλα.

Κατά τη διάρκεια της Ύστερης Βεδικής Περιόδου, το βασίλειο της Βιντέχα εμφανίστηκε ως νέο κέντρο του βεδικού πολιτισμού, ευρισκόμενο ακόμα μακρύτερα στην Ανατολή, στο σημερινό Νεπάλ και σημερινό κρατίδιο Μπιχάρ της Ινδίας. Το βασίλειο έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του υπό την ηγεσία του βασιλιά Τζανάκα, του οποίου η Αυλή ασκούσε πατρωνία στους βραχμάνους σοφούς και φιλοσόφους, όπως ο Γιατζναβάλκυα, ο Αρούνι, και ο Γκάργκι Βατσακνάβι. Το τελευταίο τμήμα αυτής της περιόδου ανταποκρίνεται στην παγίωση μεγάλων κρατών και βασιλείων, με την ονομασία μαχατζαναπάντας, σε όλη τη βόρεια Ινδία.