Φαύνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Στη ρωμαϊκή μυθολογία με το όνομα Φαύνος είναι γνωστός ο θεός των κοπαδιών και των βοσκών, που λατρευόταν στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης. Ο Φαύνος ήταν καλοκάγαθος θεός και αντιστοιχεί στον Πάνα της ελληνικής μυθολογίας. Με τη λατρεία του Φαύνου σχετίζονταν οι ρωμαϊκές θρησκευτικές εορτές Λουπερκάλια και Φαουνάλια.

Συνοδοί και οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μια θεά με παρόμοιες «αρμοδιότητες», η Φαύνα ή Φάτουα, εμπλεκόταν στη λατρεία του Φαύνου και τη θεωρούσαν σύζυγο ή αδελφή του (κάποτε και κόρη του, απλούστερα ήταν ουσιαστικά η «θηλυκή του πλευρά»). Και όπως ο Πάνας συνοδευόταν από «Πανίσκους», έτσι και οι Ρωμαίοι φαντάζονταν πολλούς «Φαύνους», τοπικά πνεύματα των ακαλλιέργητων ακόμα δασικών εκτάσεων. Στον μύθο ο Φαύνος εμφανίζεται ως γέρος βασιλιάς του Λατίου, γιος του Πίκου και εγγονός του Σατούρνου. Γιος του Φαύνου ήταν ο Λατίνος από τη Νύμφη Μαρίκα (η Μαρίκα κάποτε αναφέρεται και ως μητέρα του Φαύνου). Μετά τον θάνατό του, ο Φαύνος έγινε θεότητα της γης για τις πολλές του υπηρεσίες προς την αγροτιά και την εκτροφή βοοειδών.

Οι μορφωμένοι Ρωμαίοι συνέδεαν τους Φαύνους με τους Σατύρους της ελληνικής μυθολογίας, τους οργιαστικούς και μεθυσμένους ακολούθους του θεού Διονύσου. Στα «Διονυσιακά» του Νόννου ο Φαύνος εμφανίζεται ως συνοδός του Διονύσου στην εκστρατεία του θεού στις Ινδίες.

Εορτές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστιανός συγγραφέας Ιουστίνος ταυτίζει τον Φαύνο με τον Λούπερκους (το όνομα σημαίνει «αυτός που διώχνει τους λύκους»), ακολουθώντας τον Λίβιο. Τα Φαουνάλια εορτάζονταν προς τιμή του Φαύνου δύο φορές το χρόνο, στις 13 Φεβρουαρίου επί της νήσου στον Τίβερη και στις 5 Δεκεμβρίου.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαύνος ως θεότητα δημιουργήθηκε στην Ιταλία: ήταν μία από τις di indigetes, τις αυτόχθονες θεότητές της. Σύμφωνα με τον Βιργίλιο στην Αινειάδα ο Φαύνος ήταν αρχικώς άνθρωπος, ένας βασιλιάς του Λατίου που θεοποιήθηκε μετά τον θάνατό του ως χρησμοδότης θεός με τον οποίο μπορούσε κάποιος να επικοινωνήσει στα άλση του Τιμπούρ.

Ταύτιση με τον Πάνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους, οι κατακτητές προσπάθησαν να εξισώσουν την καθεμιά θεότητά τους με κάποια αντίστοιχη ελληνική. Ταύτισαν λοιπόν τον Φαύνο με τον Πάνα. Από τότε μάλιστα άρχισαν να αναπαριστούν και τον πρώτο με κέρατα. Ωστόσο, οι δύο οντότητες εξακολούθησαν να θεωρούνται χωριστές από πολλούς, π.χ. από τον Βιργίλιο στην Αινειάδα.

Μεταγενέστερη λατρεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Φαύνος λατρευόταν σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επί πολλούς αιώνες. Το 1979 ανακαλύφθηκαν στην Αγγλία 32 κουτάλια του 4ου αιώνα μ.Χ. με το όνομά του χαραγμένο επάνω τους συνοδευόμενο από διαφορετικό για κάθε κουτάλι επίθετο για τον θεό. Το ενδιαφέρον είναι ότι τα κουτάλια αυτά έφεραν και χριστιανικά σύμβολα. Υπάρχει η άποψη ότι ανήκαν αρχικώς σε Χριστιανούς, αλλά αργότερα τα πήραν ειδωλολάτρες και τα αφιέρωσαν στον Φαύνο. Ο 4ος αιώνας σημαδεύτηκε από εκχριστιανισμό μεγάλης κλίμακας και το συγκεκριμένο εύρημα παρέχει ενδείξεις ότι ακόμα και κατά την παρακμή της αρχαίας θρησκείας ο θεός Φαύνος λατρευόταν ακόμα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Emmy Patsi-Garin: Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας, εκδ. οίκος «Χάρη Πάτση», Αθήνα 1969
  • Το αντίστοιχο άρθρο της αγγλόγλωσσης Wikipedia