Μύθος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο μύθος σύμφωνα με την ανθρωπολογική ερμηνεία του όρου είναι ιερή ή θρησκευτική αφήγηση της οποίας το περιεχόμενο σχετίζεται με την προέλευση ή τη δημιουργία φυσικών, υπερφυσικών ή πολιτιστικών φαινομένων. Η ανθρωπολογική έννοια για τον μύθο διαφέρει από εκείνην που υπονοεί στο περιεχόμενο του μύθου κάποιο ψεύδος. Οι μύθοι διερευνούνται επίσης ως αποσπασματικές πηγές προφορικής ιστορικής αφήγησης ως ενδείξεις κοινωνικών αξιών που διαμορφώνουν τον κοινωνικό χάρτη μιας ομάδας ανθρώπων και (από τον Κλοντ Λεβί-Στρος) για τις καθολικές (συμπαντικές) δομές τους.

Η δυναμική του μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Αχιλλέας δένει τις πληγές του Πάτροκλου

Στην καθομιλούμενη γλώσσα ο μύθος είναι φαντασία, κάτι που δε θεωρείται αληθινό. Οι μελετητές της μυθολογίας, ωστόσο, δίνουν μια διαφορετική εξήγηση. Ο μύθος είναι ένα ιδιαίτερο είδος ιστορίας, που προσπαθεί να ερμηνεύσει κάποιες όψεις του κόσμου που μας περιβάλλει. Κάποιοι άλλοι όπως ο Φράι, προβάλλουν την άποψη πως οι μύθοι είναι ιστορίες για θεούς και άλλες υπερφυσικές υπάρξεις. Με τη σειρά του ο Μιρτσέα Ελιάντε θεωρεί πως ο μύθος είναι συχνά αφήγηση της ανθρώπινης προέλευσης ή της δημιουργίας του κόσμου και την ίδια στιγμή μια ιερή εξιστόρηση. Ο Λεβί Στρος από την άλλη ισχυρίζεται πως χρειάζεται γλωσσολογική ανάλυση του μύθου. Είναι εκείνη που μπορεί να αποδώσει ή να αποκαλύψει το κεντρικό του νόημα. Για τον Φρόιντ ο μύθος είναι όνειρα που πηγάζουν από τον ασυνείδητο νου. Στην πραγματικότητα είναι δυνατόν, όπως έδειξε ο Καρλ Γιουνγκ, να αποκαλύπτουν και αρχέτυπα του συλλογικού ασυνείδητου. Για τον Τζόζεφ Κάμπελ ο μύθος προσανατολίζει τον άνθρωπο προς τις μεταφυσικές διαστάσεις της ύπαρξης, ερμηνεύει την προέλευση του σύμπαντος, ζωντανεύει τις κοινωνικές αξίες και ταυτόχρονα απευθύνεται στα έσχατα βάθη της ψυχής. Ο Τζέιμς Φρέιζερ με τη σειρά του αντιμετωπίζει το μύθο ως προεπιστημονική προσπάθεια από μέρους του ανθρώπου να ερμηνεύσει το φυσικό του περιβάλλον. Ο Μαλινόβσκι μάλλον συμφωνεί με τούτη την άποψη και θεωρεί μάλιστα ότι είναι η επιστήμη των πρωτόγονων κοινωνιών. Για τον Ντιρκάιμ ο μύθος είναι το κλειδί για τη διάκριση ανάμεσα στο ιερό και το βέβηλο, ή ανίερο.

Η Αφροδίτη και ο Έρως αντιστέκονται στην ερωτική επιθετικότητα του Πανός. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Άσχετα, λοιπόν, αν ο μύθος εμφανίζεται με τη μορφή της ιερής εξιστόρησης, του παραμυθιού ή του θρύλου, πάντα ο κεντρικός πυρήνας του συνίσταται από τρεις βασικές αλήθειες. Καταρχήν είναι μια προσπάθεια ερμηνείας του μακρόκοσμου, των δυνάμεων που ελέγχουν τον κόσμο και της σχέσης που έχουν τα ανθρώπινα πλάσματα με αυτές τις δυνάμεις. Έπειτα, είναι ένας συμβολικός τρόπος διδασκαλίας αυτών των πλασμάτων, για το πώς μπορούν να τα βγάζουν πέρα με τις δυνάμεις της εξέλιξης, μέσα από καθορισμένα ανοδικά μονοπάτια που καλείται να βαδίσει η συνείδηση. Τέλος, ακόμη και αν δεν αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ιστορικούς, σε πολλές περιπτώσεις είναι πιθανώς καταγραφή -με τη μορφή του θρύλου- πρώιμων ιστορικών γεγονότων με συγκεκριμένες χωροχρονικές αναφορές. Συγκεριμένο παράδειγμα σε αυτή την περίπτωση είναι η μεγάλη έρευνα που διεξάγεται για την ιστορικότητα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας.

Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις εποχές, και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις οι μύθοι των ανθρώπων υπήρξαν η ζωντανή έμπνευση για όλες τις δραστηριότητες του νου, των συγκινήσεων και του σώματος. Πολύ περισσότερο κάτι τέτοιο είναι αληθινό για τους Έλληνες, έναν λαό με γόνιμη μυθοπλαστική φαντασία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο μύθος είναι ένα μυστικό άνοιγμα, μέσα από το οποίο ο άνθρωπος μπορεί να ρίξει μια φευγαλέα κοσμολογική ματιά στις ανεξάντλητες ενέργειες του σύμπαντος και στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ενέργειες μεταβάλλονται, μετουσιώνονται σε πολιτισμό.

Φιλολογικό είδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως φιλολογικό είδος είναι ιστορία με αφηγηματική αλληλουχία, συνήθως παραδοσιακή και ανώνυμη, μέσω της οποίας ένας δεδομένος πολιτισμός επικυρώνει τα κοινωνικά ήθη του ή αφηγήσεις για την προέλευση του ανθρώπου και τα φυσικά φαινόμενα, συνήθως με υπερφυσικούς ή φανταστικούς όρους. Ο όρος μύθος με την φιλολογική του έννοια απλώνεται σε ένα ευρύ φάσμα εννοιών, η προσέγγιση των οποίων μπορεί να γίνει είτε με ορθολογιστικό είτε με ρομαντικό τρόπο. Σύμφωνα με την ορθολογιστική εκδοχή ο μύθος είναι ψευδής και μη αξιόπιστη ιστορία ή πεποίθηση. Σύμφωνα με την ρομαντική εκδοχή (προσέγγιση της εποχής του Ρομαντισμού και όχι ρομαντική με την κοινή έννοια), ο μύθος είναι διαισθητικός τρόπος κοσμικής κατανόησης.

Στο φιλολογικό και λογοτεχνικό εννοιολογικό πλαίσιο το δεύτερο είδος χρήσης επικρατεί, και οι μύθοι θεωρούνται πλασματικές ιστορίες, που περιέχουν στον πυρήνα τους βαθύτερες αλήθειες και εκφράζουν τη συλλογική στάση των ανθρώπων απέναντι στα θεμελιώδη θέματα της ζωής, του θανάτου, της θεότητας και της ύπαρξης. Οι μύθοι συνήθως διακρίνονται από τους θρύλους ως αφηγήσεις με ελλιπή ιστορική βάση, αν και φαίνονται να διαθέτουν παρόμοια στερεότυπα προφορικής μετάδοσης, διάχυσης, φιλολογικής προσαρμογής και απόδοσης. Συχνά η έννοια μύθος συγχέεται με την καθολική έννοια μυθολογία αλλά οι δύο έννοιες είναι εντελώς διαφορετικές. Η μυθολογία ως έννοια συνδέεται με ένα σώμα (corpus) αλληλοσυσχετιζόμενων μύθων, τους οποίους μοιράζονται τα μέλη μιας θρησκείας ή ενίοτε ένα σύστημα μύθων, τους οποίους δημιουργεί ένας συγγραφέας. Σημαντικά παραδείγματα «προσωπικών» μυθολογιών θα μπορούσε να αντλήσει κάποιος από τις μυθολογίες που δημιούργησαν οι Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, Τζ. Τόλκιν κ.ά.

Θρησκειολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από θρησκειολογικής άποψης ο μύθος είναι αφήγηση περί των των θείων υπάρξεων, ενταγμένος γενικά σε ένα συνεκτικό σύστημα μύθων και θεωρείται αληθής και ιερός. Επικυρώνονται από το γενικότερο εθιμικό σύστημα μιας κοινωνίας και το συναφές θρησκευτικό ιερατείο, άμεσα συνδεδεμένος με τη θρησκεία. Σε οποιαδήποτε περίπτωση διασπάται η σύνδεση με την θεϊκότητα των υπάρξεων, και οι χαρακτήρες της ιστορίας δεν θεωρούνται ως Θεοί αλλά ως ανθρώπινοι ήρωες, γίγαντες ή ξωτικά, τότε ο μύθος μετατρέπεται σε λαϊκό παραμύθι. Όταν επίσης ο κεντρικός χαρακτήρας του μύθου είναι θεϊκός αλλά η ιστορία είναι τετριμμένη, το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι ένας θρησκευτικός θρύλος και όχι μύθος.

Μύθος - Χριστιανισμός - Πατερική Θεολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η προσφορά του Αρχαιοελληνικού μύθου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανεξάρτητα από τις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις επιμέρους φιλοσοφικές αρχές, στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό υπήρξε συνύφανση λόγου και μύθου που αποτελούσε κεντρική δημιουργική δύναμη στον ελληνικό στοχασμό. Ο στοχασμός αυτός, αν και βρισκόταν στην περιοχή του λόγου, μπορούσε με άνεση να επεξεργάζεται μυθικές εικόνες και παραστάσεις. Λόγος και μύθος πάντοτε είχαν έναν αδιόρατο οργανικό δεσμό στις λειτουργίες του στοχασμού.

Ο μύθος όχι μόνο δεν αντιτίθεται στο λόγο αλλά αποτελεί και πηγή εξέλιξης. Για παράδειγμα ο μύθος για τη γένεση του κόσμου και των θεών παρέχει την εικόνα μιας ανελέητης μάχης ανάμεσα στις θεότητες που πρωτοστατούν. Επειδή οι θεότητες αυτές σχεδόν ταυτίζονται με τα φυσικά στοιχεία, αυτός που ακούει και αποδέχεται το μύθο σχηματίζει αμέσως την παράσταση ενός κόσμου δυναμικού σε διαρκή ζύμωση και πάλη. Πιθανόν καμιά άλλη γλώσσα δεν θα μπορούσε να πει τόσο πειστικά και αποτελεσματικά ότι ο κόσμος βρίσκεται σε μια αδιάκοπη ροή μέσα από εκρήξεις και συγκρούσεις στοιχείων και καταστάσεων. Έτσι ο φιλόσοφος είχε ήδη το γόνιμο έδαφος, για να προχωρήσει στην αντίστοιχη σύλληψη με λογικές έννοιες, με τον μύθο όχι μόνο να αποτελεί προστάδιο μιας εξέλιξης, αλλά και βασική προϋπόθεση ώστε να κινηθεί ο λόγος κατά μια ορισμένη και σωστή κατεύθυνση.

Η Δυτική σκέψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ευρωπαϊκό πολιτισμό της Δύσης, αυτή η οργανική συνύφανση είτε εξαφανίζεται είτε επιβιώνει υποτονικά στο περιθώριο. Ο λόγος αυτονομείται και παραμερίζει ως εχθρικές τις μυθικές εικόνες και έτσι ο ελληνικός πολιτισμός μένει ουσιαστικά ανεπανάληπτος, δίνοντας μόνο επιμέρους στοιχεία στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, χωρίς να τον καθορίζει ολοκληρωτικά. Αν και είναι περισσότερο έκδηλη η χριστιανική επίδραση στη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού, εντούτοις ο πολιτισμός της Δύσης έφτασε σε μια νέα σύνθεση, όπου επικρατεί το αντιμυθικό στοιχείο με την επικράτηση της τεχνολογίας, η δομή της οποίας δεσπόζει κυριαρχικά στη σύνθεση του πολιτισμού όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε οικουμενική κλίμακα.

Χριστιανική απομύθευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πολιορκία της χριστιανικής σκέψης μέσα στο πλαίσιο του δυτικού πολιτισμού γίνεται με το ερώτημα αν θα έπρεπε με την είσοδό της ανθρωπότητας σε μία άλλη φάση πολιτισμού, να επιδιώκεται η απομύθευση. Εξαρχής όμως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα, αν είναι δυνατή η μετάδοση και η έκφραση με οποιαδήποτε γνωσιολογικά μέσα, μιας μεταφυσικής αλήθειας χωρίς τη μυθική εικόνα, χωρίς τον μύθο και τη συμβολική και ερμηνευτική γλώσσα του. Ο Χριστιανισμός, μολονότι κατευθύνεται εξαρχής από το περιεχόμενο της θείας αποκάλυψης, διατηρεί όλα τα πολιτιστικά στοιχεία. Έτσι, κάτω από ένα διαφορετικό πρίσμα, διατηρεί τη συνύφανση λόγου και μύθου, την οποία όμως ανανεώνει διαρκώς σε μια δυναμική πορεία. Το πρόβλημα της απομύθευσης που έχει κατά καιρούς τεθεί, χρειάζεται διευκρίνιση και κατανόηση, γιατί δεν μπορεί να νοηθούν διδασκαλία και έργο, που υπερβαίνουν τα φυσικά δεδομένα, χωρίς τη μυθική γλώσσα. Η αποκάλυψη στις δυναμικές της φάσεις μέσα στό σχέδιο της ιστορίας της θείας οικονομίας, δεν θα μπορούσε να εκφραστεί χωρίς τις προϋποθέσεις αυτές, σύμφωνα άλλωστε και με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Η μυθική αυτή γλώσσα όμως, χάνει τη γνησιότητα της και δεν μπορεί να εκφράσει τις αιώνιες αλήθειες, όταν είναι στατική με αποτέλεσμα να ειδωλοποιεί συγκεκριμένες περιοχές.

Ελληνικός και Χριστιανικός μύθος: Οι Διαφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικό κοσμοείδωλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι βέβαιο ότι η ελληνική σκέψη ξεχώρισε το πρόσωπο απέναντι στο κοσμικό γίγνεσθαι, αλλά ταυτόχρονα το ενέταξε με το μύθο σε μια ενιαία διάσταση όλης της πραγματικότητας. Η ελληνική φιλοσοφία, παράλληλα με την έξαρση του λόγου στάθηκε με πολλή προσοχή στα στοιχεία της μυθολογίας και επεξεργάστηκε λογικά τις μυθικές παραστάσεις.

Παρ' όλο όμως το δυναμισμό που περιέχουν οι παραστάσεις αυτές, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τον χωρικό και χρονικό κύκλο του κόσμου, της προσωπικής και κοινωνικής ζωής. Η πρόοδος, σαν μια ριζική αλλαγή και μεταμόρφωση της ιστορίας, δεν αποτελεί θέμα για τον Έλληνα φιλόσοφο και το μέλλον, ως διάσταση, δεν τον προβληματίζει. Μόνο το παρελθόν και το βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης εντοπίζεται και πέρα από τα κλειστά όρια του κόσμου δεν μπορεί να εντοπιστεί τίποτα. Το κάθετι που υπάρχει, κινείται και συλλαμβάνεται μέσα στα αυστηρά περιγράμματα μιας κυκλικής περιφοράς. Οι θεότητες ταυτίζονται με τα φυσικά στοιχεία ή περιορίζονται μέσα σ' αυτά. Ακόμη και στην περίπτωση όπου παρουσιάζεται η μία κεντρική θεότητα με εξουσία πάνω στις άλλες, δεν εξαιρείται από την ταύτιση αυτή.

Ο Πλάτωνας στον Τίμαιο (Πλάτ., Τίμ. 58abc), παρουσιάζει την εικόνα που είχαν οι αρχαίοι για το σύμπαν: μια σφαίρα, όπου τα στοιχεία σε διαφορετικά μεγέθη κινούνται και περιφέρονται κυκλικά. Ανάμεσα στα στοιχεία υφίσταται ανισότητα και ανομοιομορφία και έτσι επικρατεί αδιάκοπη κίνηση.

Ο Ηράκλειτος θεωρεί αδιανόητη την ηρεμία και την ευθεία κίνηση ενός στοιχείου ή μιας διάστασης. Από τη μια κατάσταση γίνεται το πέρασμα στην αντίθετη της και ξανά το αντίστροφο με ακατάπαυστες κυκλικές περιφορές.

Στον Φαίδωνα πάλι (Πλάτ., Φαίδ. 72ab), ο Πλάτωνας αναπτύσσει την άποψη για την αθανασία της ψυχής, λέγοντας πως αν η ζωή συνέχεια δίνει ζωή χωρίς αυτή να ξαναγυρίζει από το θάνατο σ' αυτήν, τότε κάποτε θα σταματήσει να υπάρχει. Κάτι παρόμοιο δηλ. με την άντληση νερού από μια πηγή όπου αν δεν επιστρέφει το νερό σ' αυτήν, σε ορισμένο χρόνο θα στερέψει.

Αυτή η συνεχής επανάληψη μέσα στο κλειστό και κυκλικό γίγνεσθαι κάνει το χώρο στατικό, παρ' όλη την υπάρχουσα δυναμικότητα και τα περιγράμματα περιορίζουν το κοσμοείδωλο παρόλο το βάθος, την εσωτερικότητα και τις δυναμικές διαστάσεις των πραγμάτων.

Επίσης, στην Πολιτεία ο Πλάτωνας κάνει λόγο για τα δεινά της λήθης, που είναι η απώλεια της μνήμης του αιώνιου κόσμου. Εκείνο δηλ. που μετράει, είναι η ανάμνηση του παρελθόντος. Η λειτουργία αυτή όμως, όσο κι αν δίνει βάθος και ώθηση στην ψυχή, της κόβει τελικά το δρόμο προς το μέλλον καθώς η ανάμνηση ακινητοποιεί τον άνθρωπο στο παρελθόν.

Χριστιανικό κοσμοείδωλο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χριστιανισμός, χρησιμοποιεί πολλά μυθικά αρχέτυπα. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί και διαφορετικά αλλιώς θα μιλούσαμε για ανθρώπους ενός άλλου κόσμου. Όμως ο Θεός ξεχωρίζει ριζικά από τον κόσμο. Είναι η αρχή του, αλλά αυτή, δεν περιορίζεται στα πλαίσια του κοσμικού γίγνεσθαι ούτε και μπορεί να ταυτιστεί με ένα φυσικό στοιχείο. Είναι πάνω από το μυθικό κοσμοείδωλο και το εξουσιάζει τη στιγμή που λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Έτσι φαίνεται και η πλήρης ανεξαρτησία του Θεού από το κοσμικό γίγνεσθαι. Όσο συχνές είναι οι εικόνες στην Αγία Γραφή που παρουσιάζουν το Θεό στον ουράνιο θρόνο, εξίσου πολλές είναι και οι παραστάσεις που τον απομακρύνουν και τον κάνουν απρόσιτο και άγνωστο στον άνθρωπο.

Η κύρια πραγματικότητα στον Χριστιανισμό δεν είναι ο κόσμος αλλά ο Θεός. Οι πονηρές δυνάμεις υπάρχουν αλλά δεν κυριαρχούν, όπως ακριβώς οι φυσικοί νόμοι δεν αποτελούν την έσχατη και κλειστή τάξη του σύμπαντος.

Κατά συνέπεια η ειδωλοποίηση που νοείται ως εγκλωβισμός σε μια ιερή ή θεϊκή ή μαγική ή βέβηλη περιοχή, στην Αγία Γραφή καταργείται. Η φανέρωση του Θεού, καθιστά ανίσχυρο το μυθικό κοσμοείδωλο και την δεσποτική του επιρροή.

Η έννοια της Δημιουργίας στη φιλοσοφική σκέψη, διαφέρει από τη Δημιουργία της Αγίας Γραφής. Ο θεός δεν αποτελεί μία μορφοποιητική αρχή περιορισμένη κι αυτή μέσα στα περιγράμματα του κοσμικού γίγνεσθαι αλλά παρουσία που συνεχώς ουσιώνει το κοσμικό και ανθρώπινο γίγνεσθαι, ενώ ο ίδιος είναι απρόσιτος και ανεξάρτητος από τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο θεός δεν ταυτίζεται με κανένα μέρος του κόσμου ούτε ο κόσμος και ο άνθρωπος μπορούν να τον φτάσουν και να εξισωθούν μαζί του.

Ο Θεός είναι απεριόριστος και ως ανεξάντλητος μπορεί διαρκώς να παράγει και να συντηρεί. Η κίνηση της δημιουργικής καί ζωοποιητικής του ενέργειας είναι άπειρη και ευθεία. Δεν είναι αναγκαίο να γυρίζει πάλι στον εαυτό του και να ξαναπάει στην κτίση. Η έννοια της αναπλήρωσης κάποιας απώλειας στη ζωοποιητική θεία ενέργεια δεν υφίσταται στην Αγία Γραφή και διαφέρει ριζικά από τον αρχαιελληνικό μύθο. Ανάλογο παράδειγμα αντλούμε από τις μυστηριακές θεότητες που πεθαίνουν και ανασταίνονται κατά το πρότυπο της κυκλικής αναδημιουργίας της φύσης (Χειμώνας-Άνοιξη). Σε αντίθεση, ο Χριστός πεθαίνει και ανασταίνεται μία μόνο φορά για πάντα και κάτω από ένα τελείως διαφορετικό ιδεολογικό υπόβαθρο.

Έτσι στον χριστιανισμό έχουμε μια άλλη παράσταση του απείρου, που δεν περιγράφεται μόνο ως αυτό που δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά κατά κύριο λόγο, ως μια πραγματικότητα που κινείται αιώνια και κατά ευθεία πορεία χωρίς κυκλική αναγκαιότητα.

Ο κύκλος αποκλείει κάθε έννοια δημιουργίας όπως την πρεσβεύει η Αγία Γραφή και η άπειρη ευθεία στη ζωοποιητική θεία ενέργεια επιβάλλει το γεγονός αυτής της δημιουργίας να βρίσκεται έξω από τα τα κλειστά περιγράμματα μιας νομοτέλειας. Οι φυσικοί νόμοι και η ιστορική πορεία υπάρχουν, γιατί ουσιώνονται και κατευθύνονται από τη θεία βούληση. Η θέωση αποτελεί μια εσχατολογική αναμονή και δεν μπορεί να θεωρηθεί στατικά τέλεια, καθώς τότε θα είχαμε σημεία ειδωλολατρίας.

Απομύθευση και Αποειδωλοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάλογα με την αλήθεια και την ένταση βίωσης της μεταμορφώνεται και ο μύθος. Ο ίδιος ο μύθος εκφράζοντας μια χριστιανική αλήθεια αποειδωλοποιεί τον κόσμο και ταυτόχρονα μεταπλάσσεται και αναπλάσσεται.

Στην περίπτωση του παραδείσου και της κόλασης ο Θεός, ως πανταχού παρών άλλωστε, βρίσκεται παντού. Η ειδωλοποίηση όμως των εικόνων αυτών στερεί την δυναμική του μύθου. Οι δύο περιοχές δεν μπορεί να θεωρηθούν ως κτιστές όπως και το πυρ δεν μπορεί να είναι κτιστή φωτιά. Εξάπαντος πρόκειται για καταστάσεις υπερφυσικές που δεν μπορούν να περιγραφούν χωρίς τη βοήθεια του μύθου. Όπως ερμηνεύει ο Ιωάννης Δαμασκηνός: "και τούτο δε ειδέναι δει, ότι ο Θεός ου κολάζει τινά εν τω μέλλοντι, αλλ' έκαστος εαυτόν δεκτικόν ποιεί της μετοχής του Θεού" (Κατά Μανιχαίων PG 94, 1545D-1548A4). Η δόξα του Θεού είναι και στην κόλαση, άλλα το ότι οι άνθρωποι δεν μετέχουν σε αυτή ωφείλεται όχι σε κάποια δικαιική και μοιρολατρική τάξη, αλλά στην ελεύθερη κίνηση της ύπαρξης. Το είδωλο όμως αυτό της κόλασης, η ψυχή του ανθρώπου το καθιερώνει στην κοινωνική ζωή ως ενεργό φόβο και το φόβο αυτό μεταφέρει στη θεία περιοχή. Έτσι ο άνθρωπος θεωρεί πως η κατάσταση αυτή επιβάλλεται από τον θεό, μια κατάσταση που, παραδείγματος χάριν, προβάλλεται έντονα στις περιγραφές της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο άνθρωπος υπό το καθεστώς του νόμου μεταθέτει στο θεό μια τιμωριτική συμπεριφορά που σχετίζεται με τις επιλογές του.

Ίσως το ζητούμενο στον Χριστιανισμό να μην είναι η απομύθευση αλλά η αποειδωλοποίηση καθώς τότε μόνο η μυθική γλώσσα χάνει την ακαμψία της. Μετά την αποειδωλοποίηση είναι πλέον δυνατή η σύζευξη του προσωπικού και χαρισματικού λόγου με το μύθο. Τα είδωλα με τις στατικές, αμετάπλαστες έννοιες και παραστάσεις, είναι εκείνα που απειλούν πάντοτε τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα του Χριστιανισμού και όχι ο μύθος.


Σύγχρονη πολιτική ψυχολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τη σύγχρονη αντίληψη μύθος είναι “μια ευρέως αποδεκτή πίστη η οποία δίνει νόημα σε γεγονότα με κοινωνική σημασία, είτε είναι επαληθεύσιμη είτε όχι[1] Όλοι οι άνθρωποι αποδέχονται μύθους γύρω από τον εαυτό τους και τον κόσμο, αλλά συνήθως δεν τους αποκαλούν μύθους ή ακόμη δεν τους αναγνωρίζουν καν ως μύθους. Οι μύθοι αυτοί βοηθούν στην κατανόηση του ατόμου και της θέσης του στον κόσμο. Πολλοί είναι πολιτικοί μύθοι, δηλαδή ιστορίες που βοηθούν τον άνθρωπο στην κατανόηση του πολιτικού παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος. Όταν οι πολιτικοί μύθοι είναι επιτυχημένοι στον ρόλο τους να πείθουν άτομα ή πληθυσμούς, δεν γίνονται ανιληπτοί ως μύθοι αλλά γίνονται πιστευτοί σαν αλήθειες.

Από τη οπτική της σύγχρονης ψυχολογίας η αλήθεια ή μη ενός σύγχρονου μύθου δεν έχει πρακτική σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η δυνατότητα για έναν συνηθισμένο και λογικό άνθρωπο να τους εκλαμβάνει ως αληθείς. [2] Εξ ορισμού, οι μύθοι δεν μπορούν να αποδειχθούν ψευδείς από κάποια γενικά αποδεκτή μέθοδο. Αν ένα πρόσωπο συμπεριφέρεται σαν ο μύθος να είναι αληθής, τότε από μία άποψη ο μύθος γίνεται αληθής. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει αρχαιολογική απόδειξη ότι υπήρξε ο Χριστός, αλλά εκατομμύρια άνθρωποι πιστεύουν ότι υπήρξε και αυτό είχε μια ισχυρή επίδραση στους ίδιους και την ιστορία.

Κατά τους Nimmo & Combs (1980) οι μύθοι εξυπηρετούν τις εξής γενικές λειτουργείες στη ζωή των ανθρώπων:[3]

  • Είναι εύκολα αντιληπτοί και έτσι διευκολύνουν την αποδοχή και την επαφή με τα γεγονότα της ζωής.
  • Δίνουν ρόλους στη ζωή παρέχοντας μια “αίσθηση του εαυτού, μια ακεραιότητα και σημαντικότητα την οποία δεν μπορεί να προσφέρει η ψυχρή, επιστημονική και τεχνολογική σκέψη” .
  • Επειδή οι μύθοι είναι κοινοί, σφυρηλατούν δεσμούς μεταξύ ανθρώπων και δημιουργούν κοινωνίες.
  • Μπορεί να γίνει διαχείριση των μύθων ώστε να επιτευχθούν κάποιοι σκοποί.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Edelman, 1977, p. 3, αναφέρεται στο Barner-Barry Carol & Cynthia Hody, Soviet Marxism-Leninism as Mythology, Political Pshychology, 15, No. 4, 1994, p. 609.
  2. Nimmo & Combs, 1980, αναφέρεται στο Barner-Barry & Hody, 1994, σ. 610.
  3. Αναφέρεται στο αναφέρεται στο Barner-Barry & Hody, 1994, σ. 613-615.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • "myth", The Concise Oxford Dictionary of Literary Terms. Christopher Baldick. Oxford University Press, 1996.
  • "myths", A Dictionary of English Folklore. Jacqueline Simpson and Steve Roud. Oxford University Press, 2000
  • Coupe Laurence, (1977), Myth, London: Routledge
  • Λόγος και Μύθος με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, Ν. Ματσούκα, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1997
  • Ελληνική Μυθολογία και Τελετουργία, Walter Burkert, ΜΙΕΤ, 1997
  • Ιστορία της Φιλοσοφίας, Ν. Ματσούκα, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1988
  • Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως, Ιωάννου Δαμασκηνού, εκδ. ΠΟΥΡΝΑΡΑ, 1992
  • Το μυθικό κοσμοείδωλο και η ελληνική φιλοσοφία, Παρνασσός 28 (1986), 131-140,Χαραλαμπόπουλος, Β.
  • Nimmo, D. & Combs, J. E. (1980). Subliminal politics: Myths and mythmakers in America. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall, Inc.
  • Edelman, M. (1977). Political language: Words that succeed and policies that fail. New York, NY: Academic Press.