Καλαρρύτες Ιωαννίνων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°35′0″N 21°7′0″E / 39.58333°N 21.11667°E / 39.58333; 21.11667

Καλαρρύτες Ιωαννίνων
Πόλη
Λιθόστρωτος δρόμος στους Καλαρρύτες
Καλαρρύτες Ιωαννίνων στον χάρτη: Ελλάδα
Καλαρρύτες Ιωαννίνων
Χώρα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Περιφέρεια Περιφέρεια Ηπείρου
Δήμος Δήμος Βορείων Τζουμέρκων
Υψόμετρο 1.120 μ
Πληθυσμός 122 (2001)

Οι Καλαρρύτες είναι ορεινός οικισμός που βρίσκεται στις δυτικές πλαγιές της γεωτεκτονικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου του Νομού Ιωαννίνων στην Ήπειρο. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού, 56 χλμ. ΝΑ των Ιωαννίνων. Ο οικισμός ήκμασε ιδιαίτερα τον 18ο αι. με το εμπόριο (υφαντά, μετάξι από τη Θεσσαλία, ακατέργαστα δέρματα ζώων κ. ά.) και την ανάπτυξη της χειροτεχίας (έργα σε ασήμι και χρυσό)· κατά την περίοδο αυτή αρκετοί κάτοικοι των Καλαρρυτών διατηρούσαν εμπορικούς οίκους σε πολλά ευρωπαϊκά κέντρα.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καλαρρύτες από το Συρράκο

Οι Καλαρρύτες εντάσσονται γεωγραφικά στην περιοχή των Τζουμέρκων. Το κύριο στοιχείο της περιοχής είναι οι ορεινοί όγκοι που περιβάλλουν την κοινότητα, δηλαδή τουΠεριστερίου (2285 μ.) και των Τζουμέρκων (2429 μ.).

Είναι κτισμένοι στο χείλος της απότομης χαράδρας που καταλήγει στον ποταμό Καλαρρύτικο, σε υψόμετρο 1200 μ. Απέναντι, στα νοτιοδυτικά του χωριού, βρίσκεται η πλαγιά που ονομάζεται Πουλιάνα. Αν το βλέμμα στραφεί προς τα νότια, θα δει τα βουνά των Τζουμέρκων μέχρι το χωριό Πράμαντα.

Η τοποθεσία βόρεια και πάνω από την κοινότητα ονομάζεται Μπάρος (2285 μ.). Είναι η περιοχή με τα οροπέδια και τα ορεινά βοσκοτόπια που ενώνει τη Θεσσαλία με την Ήπειρο. Στα βορειοδυτικά των Καλαρρυτών βρίσκεται το Συρράκο, που σε ευθεία γραμμή νομίζει κανείς ότι είναι πολύ κοντά, ενώ τους δύο οικισμούς χωρίζει η απόκρημνη χαράδρα του Καλαρρύτικου ποταμού.

Πρόσβαση – αποστάσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν τρεις επιλογές για την πρόσβαση στους Καλαρρύτες:

  • Από τα Ιωάννινα – 56 χλμ. Τον πρώτο δρόμο από τα Γιάννενα προς τους Καλαρρύτες διάνοιξε ο Αλή πασάς, ο οποίος παραθέριζε εκεί λόγω του καλού κλίματος και των προσωπικών σχέσεων που είχε με τους προύχοντες της κοινότητας.
  • Από την Άρτα – 82 χλμ.
  • Από την Καλαμπάκα της Θεσσαλίας – 96 χλμ.

Ο οδικός άξονας από Θεσσαλία είναι και ο λόγος εγκατάστασης των πρώτων κατοίκων της περιοχής, που κατέλαβαν τις οχυρές θέσεις και έκαναν οικισμούς. Οι χαράδρες των παραποτάμων του Αράχθου αποτελούν τις διόδους επικοινωνίας της Ηπείρου με τη Θεσσαλία.

Οι δρόμοι, ασφαλτοστρωμένοι από τα Ιωάννινα και την Άρτα, είναι ανοιχτοί όλο το χρόνο. Από τη Θεσσαλία ο δρόμος είναι ανοιχτός από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο. Τα 25 τελευταία χιλιόμετρα είναι χωματόδρομος, ο οποίος κλείνει το χειμώνα από τα χιόνια και τις βροχές και εξυπηρετεί κυρίως τους κτηνοτρόφους.

Αυτοκίνητα επισκεπτών δεν επιτρέπεται να μπουν στο χωριό και γι αυτό το λόγο υπάρχουν τέσσερις θέσεις στάθμευσης έξω από το χωριό, στις θέσεις Γκόντρο, Τσιόρα, Άργι, Πλάκα.

Κλίμα – Φύση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κλίμα της περιοχής χαρακτηρίζεται από τον ψυχρό ως δριμύ και παρατεταμένο χειμώνα, σύντομη άνοιξη και από θερμό, πλούσιο σε βροχές καλοκαίρι, με παρατεταμένο φθινόπωρο. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι το ξηρό, χωρίς καθόλου υγρασία, κλίμα τους.

Το ιδιαίτερο κλίμα της περιοχής ευνοεί την ανάπτυξη πλούσιας χλωρίδας και πανίδας. Η κοινότητα βορειοανατολικά περιβάλλεται από μεγάλες εκτάσεις με ποώδη και θαμνώδη βλάστηση, τα λεγόμενα «στεπόμορφα λιβάδια», τα γνωστά σε όλους βοσκοτόπια.

Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι απόκρημνες πλαγιές της χαράδρας του Καλαρρύτικου ποταμού και της Παυλιάνας είναι χαρακτηριστικές της ιδιαίτερης φύσης των Καλαρρυτών. Ο τόπος γύρω από την κοινότητα, κυρίως στα νότια και νοτιοανατολικά, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία από αυτοφυή δάση ελάτης και δάση από καρποφόρα δέντρα, αειθαλή η φυλλοβόλα: βαλανιδιές, κουμαριές, κερασιές ή αγριοκερασιές, φουντουκιές, μουριές, κουτσουπιές, φλαμουριές (φιλύρες), πλατάνια και ξηροπλατάνια, άγριες βαλανιδιές (άρμπορα), ρόμπολα ή μαλόκεντρα, πιτιτσέλια, καρυδιές, τσάπουρνες (από τον καρπό τους φτιάχνεται τσίπουρο), αλλά και αναρριχώμενα όπως: κισσός, αγιόκλημα, αγριοτριανταφυλλιές, ιντερούασα ή αράχνη και με θαμνοειδή φυτά όπως η βατομουριά, το πουρνάρι, η ντρόγκα, το στριγκουάνι (σαν τον καπνό, πικρό σαν δηλητήριο), η λιπτούκα (δηλητηριώδες φυτό) και η μαυραγκαδιά (από τους καρπούς της γίνεται κομπολόι).

Ποικιλία φυτών με μικρή ανάπτυξη, στον ίσκιο των μεγάλων δέντρων, παρατηρείται σε όλες τις πλαγιές, όπως τα κόκκινα μανιτάρια, ο σπίντζος και το σαλέπι, η άγρια μέντα, το τσάι του βουνού και το ψωμί του κούκου, το θρούμπι και η ρίγανη, τα μούσκλια και το σκορπίδι (χορτάρι που βγαίνει στον τοίχο και χρησιμοποιείται σε τσίμπημα σκορπιού). Μανουσάκια και άγρια ορχιδέα, αμάραντος και άσπρα ή κόκκινα κρινάκια, φτέρες, κουκουτσέλι και ζαμπάκια, όταν ανθίζουν γεμίζουν την περιοχή με ιδιαίτερη μυρωδιά και χρώμα και ολοκληρώνουν το οικοσύστημα της χλωρίδας των απόκρημνων πλαγιών των Καλαρρυτών.

Η διαχρονικότητα της χλωρίδας των Καλαρρυτών είναι χαρακτηριστική, καθώς περιγράφεται περίπου με τον ίδιο τρόπο από τους περιηγητές Γ. Λήκ (W. Leak) και Φ. Κ. Πουκεβίλ, που επισκέφθηκαν το χωριό 200 χρόνια πριν.

Χαρακτηριστικό επίσης γνώρισμα των Καλαρρυτών είναι τα νερά, που έχουν πηγές μέσα στο ίδιο το χωριό ή λίγο πιο πάνω από αυτό και πέφτουν με ορμή και δυνατό θόρυβο προς τη φυσική τους κατάληξη, τον ποταμό Καλαρρύτικο ή Χρούσια. Στις πηγές τους έχουν χτιστεί περίκαλλες παραδοσιακές βρύσες.

Στα κηπάρια των σπιτιών, με τη λίγη γη, καλλιεργούνται ανάλογα με την εποχή όλων των ειδών τα κηπευτικά και χορταρικά: ζόχια, πουρτσέλια, ουράκλια, ραδίκια, νάνες, αλεπρίλι, και άλλα που χρησιμοποιούνται στις νόστιμες χορτόπιτες, άγριο σπαράγγι (μπουρντένα) και πικρό σπαράγγι (οβριές). Τα καλοκαίρια οι κάτοικοι δροσίζονται στη σκιά της αναρριχώμενης Ζαμπέλας.

Παλιότερα στα βόρεια και ανατολικά της κοινότητας καλλιεργούσαν κριθάρι και σιτάρι, που το άλεθαν στους μύλους, που υπήρχαν και υπάρχουν στην κοινότητα αλλά και κοντά στις όχθες του ποταμού. Καστανιές, πλατάνια και καρυδιές είναι τα δέντρα που βρίσκονται μέσα αλλά και στις παρυφές των Καλαρρυτών. Μουριές και φλαμουριές συμπληρώνουν τη βλάστηση καθώς επίσης τσάι του βουνού και ρίγανη.

Πανίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ψάρια : η καλαρρυτινή, με κόκκινες βούλες, πέστροφα του Καλαρρύτικου ποταμού είναι ένα από τα δέκα είδη ιχθυοπανίδας που ζουν στην περιοχή, όπως και στους κοντινούς ποταμούς Ματσουκιώτικα και Μελισσουργιώτικο. Στα μέσα του 2005, το ποτάμι εμπλουτίστηκε με γόνους πέστροφας ίδιας ποικιλίας για τουριστική αλιεία. Η πέστροφα είναι μέρος της διατροφής των κατοίκων της περιοχής για πάνω από 200 χρόνια.[1]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαιολογικά κατάλοιπα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δίοδοι επικοινωνίας με τη Θεσσαλία ήταν και η αιτία που ο τόπος κατοικήθηκε από τους αρχαίους χρόνους ως σήμερα.

Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν ότι, από την εποχή του χαλκού, κάτοικοι βρέθηκαν σε αυτή την περιοχή. Στην αρχαιολογική θέση Άβατος, που βρίσκεται Β.Α. των Καλαρρυτών στην απόκρημνη πλαγιά από την πλευρά του ποταμού Καρλίμπου, παραπόταμου του Καλαρρύτικου, έχουν βρεθεί λείψανα τείχους αρχαίας μικρής πόλης. Πιθανολογείται ότι πρόκειται για την αρχαία πόλη της Αθαμανίας Άκανθα/ος. Διακρίνονται επίσης μια πύλη και πύργος.

Έξω από το τείχος διατηρείται θεμέλιο ορθογώνιου κτιρίου με διαστάσεις 13,5 x 11 μ. με μεσοτοιχία και συλημένο (από τις αρχές του 20ου αιώνα) νεκροταφείο με κιβωτιόσχημους τάφους, γεγονός που δείχνει μόνιμη εγκατάσταση ανθρώπων με οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές δραστηριότητες. Στο ψηλότερο σημείο του Άβατου σώζεται μικρή ωοειδής δεξαμενή. Το 1917 βρέθηκε χάλκινο άγαλμα βοδιού, στο δε αρχαιολογικό μουσείο Ιωαννίνων παραδόθηκε χέρι χάλκινου ειδωλίου. Η απόσταση από την κοινότητα είναι περίπου 1 ώρα με τα πόδια. Ο αρχαιολογικός χώρος δεν είναι οργανωμένος και η πρόσβαση είναι δύσκολη.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

10ος – 12ος αι. Ημινομαδική εγκατάσταση βλαχόφωνου ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή των Καλαρρυτών.
13ος – 14ος αι. Μόνιμες εγκαταστάσεις Βλάχων κατοίκων στην κοινότητα.
1430 Υποταγή της πόλης των Ιωαννίνων στους Οθωμανούς.
1478 Ειρηνική συνθηκολόγηση των Καλαρρυτών με τους Οθωμανούς – Υπαγωγή στη Βαλιντέ Σουλτάνα – Διοικητικά και οικονομικά προνόμια.
1480 Κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
1700 - 1750 Η τέχνη της αργυροχοΐας στην κοινότητα.
1760 Εγκατάσταση Καλαρρυτινών εμπόρων στα Ιωάννινα και σε πόλεις της Ιταλίας.
1788 Διορισμός του Αλή πασά ως διοικητή των Ιωαννίνων.
10 Ιουλίου 1821 Επανάσταση Συρράκου – Καλαρρυτών. Καταστροφή και ερήμωση του οικισμού.
1822, 1826 Οθωμανικές διαταγές (μπουγιουρντί) για επιστροφή των κατοίκων.
1828 Μερική επιστροφή των κατοίκων – λειτουργία σχολείου.
1854 Επανάσταση Ηπείρου και Θεσσαλίας.
1881 Απελευθέρωση νομού Άρτας – Καλαρρυτών. Προσάρτηση στην ελεύθερη Ελλάδα.
1882 - 1913 Δήμος Καλαρρυτών. Διοικητικό κέντρο (σχολείο, ειρηνοδικείο, τελωνείο, αστυνομικό τμήμα) – Οικοδόμηση νέων οικιών.
1906 Σύσταση Ηπειρωτικής Εταιρίας – Καλαρρύτες. Πρόεδρος 30ού τμήματος ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης.
1913 Απελευθέρωση των Ιωαννίνων από τους Τούρκους.
1925 Κοινότητα με τον οικισμό Κηπίνας. Προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων.
1914 - 1935 Μετανάστευση και αστυφιλία. Ερήμωση της κοινότητας.
1940 - 1950 Β' Παγκόσμιος πόλεμος. Αντίσταση – Εμφύλιος. Πύκνωση πληθυσμού. Καταστροφές και πυρπολήσεις στον οικισμό από τους Γερμανούς κατακτητές.
1950 - 1960 Αστυφιλία και μετανάστευση των κατοίκων χωρίς αναστροφή. Εγκατάσταση κατοίκων σε αστικά κέντρα (Ιωάννινα, Λάρισα, Άρτα, Αθήνα).
1975 Ανακήρυξη του οικισμού ως διατηρητέου.

Ιστορική αναδρομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δυτικές απόκρημνες πλαγιές της Πίνδου και οι χαράδρες των παραποτάμων, από τους αρχαιότατους χρόνους αποτελούν διόδους επικοινωνίας μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου. Πάνω από τη ζώνη των δασών, σε μεγάλο υψόμετρο, υπήρχαν και υπάρχουν εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι και κατάλληλες εκτάσεις για νομαδική κτηνοτροφία.

Οι δύο παραπάνω λόγοι ορίζουν και τη μοίρα των κατοίκων της περιοχής, κυρίως την ενασχόλησή τους με την νομαδική κτηνοτροφία. Οι εποχικές μετακινήσεις προσδιορίζουν την οικονομική και κοινωνική τους ζωή. Η νομαδική ζωή από τους αρχαιότατους χρόνους ωθεί τους κατοίκους να επιλέγουν καλές θέσεις μη-μόνιμης εγκατάστασης, αφού είναι υποχρεωμένοι να καλύπτουν εκατοντάδες χιλιόμετρα και να μετακινούνται από τους ορεινούς βοσκότοπους σε παράκτια κυρίως χειμαδιά και αντίστροφα.

Εγκατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνόφωνοι πληθυσμοί κατοικούν κατά ομάδες και ασχολούνται με τον ημινομαδικό ποιμενισμό, ώστε να μοιάζουν πολύ με τους μεταγενέστερους ελληνόφωνους βλάχους. Οι κάτοικοι επιλέγουν οχυρές θέσεις, μεταξύ των οποίων και τη θέση που σήμερα κατέχουν οι Καλαρρύτες, για τον έλεγχο των εισβολών από την Αθαμανία (Τζουμέρκα) και την Παρωραία (Βόρεια Πίνδο) ή προς το οροπέδιο των Ιωαννίνων. Όταν οι επιδρομές των Σλάβων τον 7ο αιώνα θα ερημώσουν τις πεδινές περιοχές στην κεντρική Ελλάδα, οι κάτοικοι θα αναγκαστούν να αναζητήσουν μόνιμη κατοικία στα ορεινά.

Δύο λοιπόν είναι οι λόγοι μόνιμης εγκατάστασης των ελληνόφωνων Βλάχων στα ορεινά της Πίνδου. Πρώτον, τα περάσματα, δηλαδή οι δίοδοι επικοινωνίας μεταξύ Θεσσαλίας και Ηπείρου (Άρτας, Ιωαννίνων) αλλά και Ακαρνανίας, κατά συνέπεια και οι οχυρές θέσεις του τόπου, ανάμεσα στις οποίες και οι Καλαρρύτες αλλά και άλλες βλαχόφωνες κοινότητες, που ελέγχουν τις χαράδρες των παραποτάμων του Άραχθου. Δεύτερον, τα εκτεταμένα βοσκοτόπια για την ενασχόλησή τους με την κτηνοτροφία.

Μετά την πρώτη ημιμόνιμη εγκατάσταση κατοίκων στους Καλαρρύτες, ο πληθυσμός αυξάνεται με βλαχόφωνους που καταφεύγουν εκεί για να διασωθούν από την τουρκική καταδίωξη από πολλές περιοχές της Ηπείρου και από τη Θεσσαλία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι Βλάχοι υπήρχαν εγκατεστημένοι σε σταθερούς οικισμούς, συνδεδεμένοι με την αγροτοκτηνοτροφική ζωή και ενταγμένοι στη Βυζαντινή οικονομική διάρθρωση από τον 12ο και 13ο αιώνα.[2]

Οθωμανικοί χρόνοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου (12041430) αλλά και αργότερα, παρά την υποταγή των Ιωαννίνων στους Τούρκους το 1430, οι Καλαρρύτες θα παραμείνουν ως ανεξάρτητος πυρήνας μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ως το 1478. Δύο ήταν οι λόγοι που προτίμησαν την ειρηνική συνθηκολόγηση: αφενός η ανάγκη μετακίνησης, λόγω της νομαδικής ζωής, σε νοτιότερα μέρη και αφετέρου η στρατηγική θέση των δύο οικισμών, Καλαρρυτών και Συρράκου, γεγονός που επέβαλλε ενιαία μεταχείριση εκ μέρους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Αφού τέθηκαν υπό την προστασία της Βαλιντέ Σουλτάνας (βασιλομήτορος) τους χορηγούνταν προνόμια, όπως αυτοδιοίκηση και ετήσια μερική φοροαπαλλαγή. Η προνομιακή αυτή μεταχείριση περιορίζει ως ένα βαθμό τις αυθαιρεσίες της Οθωμανικής διοίκησης, που ασκεί μόνο επίβλεψη μέσω του Τούρκου αξιωματούχου της περιοχής, του σούμπαση.

Όμως δεν αποφεύγουν το 1560 το παιδομάζωμα. Τότε παίρνουν από το χωριό μερικά παιδιά, τα οποία όταν μεγάλωσαν επιστρέφουν στο χωριό ως σπαχήδες, όπου δημιουργούν ποικίλα ζητήματα, απαιτώντας να παντρευτούν Καλαρρυτινές. Οι Καλαρρύτες προσφεύγουν στη Βαλιντέ Σουλτάνα και με διαταγή της οι σπαχήδες φεύγουν από το χωριό και εγκαθίστανται, μετά από περιπλανήσεις, στη Βέλτιστα Τρικάλων, κατ’ άλλους δε στα Τρίκαλα, Καρδίτσα και Καστανιά, όπου αποκαλούνται Βλαχότουρκοι.

18ος – 19ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα (1750 - 1821). Τα προνόμια εξασφαλίζουν στους κατοίκους ποιότητα ζωής και ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων και εμπορικών συναλλαγών, που συμβάλλουν στην πύκνωση του πληθυσμού, με την εγκατάσταση βιοτεχνών από άλλες περιοχές. Η ανάπτυξη του εμπορίου έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τον W. Leak, την εγκατάλειψη της καλλιέργειας της γης και την εισαγωγή ειδών διατροφής από την Άρτα, τα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα. Οι εισαγωγές διατροφικών ειδών αποτελούν ένδειξη αναβάθμισης της οικονομίας της κοινότητας.

Οι Καλαρρυτινοί επιδίδονται στην επεξεργασία των πρώτων υλών που προέρχονται από την κτηνοτροφία και ασχολούνται με την εριουργία, η οποία με τον καιρό αναπτύσσεται σε σημαντική βιοτεχνική παραγωγή μάλλινων ειδών. Μεταξύ αυτών είναι και το μάλλινο ύφασμα από το οποίο κατασκευάζονται οι γνωστές κάπες, ποιμενικές και ναυτικές, οι οποίες αποτελούν ένα εμπορικό είδος που γίνεται ευρύτατα εξαγώγιμο, όταν ανοίγει η αγορά για τους ναυτικούς, και χρησιμοποιούνται σε όλη τη Μεσόγειο (Ισπανία, Ιταλία, Μάλτα, Τουρκία, Γαλλία). Με τις μετακινήσεις των ποιμένων, εκτός από τον ποιμενισμό των ζώων, γίνεται πώληση και ανταλλαγή κτηνοτροφικών προϊόντων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο μέχρι την Αιτωλοακαρνανία.

Παράλληλα, η γνώση του ορεινού τόπου και των χερσαίων οδικών δικτύων θα στρέψει ορισμένους κατοίκους να οργανώσουν συστήματα μεταφορών με τους κυρατζήδες, τα γνωστά καραβάνια, τα οποία εξυπηρετούν και συμβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του εμπορίου.

Στους Καλαρρύτες, εκτός από τους κτηνοτρόφους, συναντούμε και πολλούς πραματευτάδες – εμπόρους, οι οποίοι επιδίδονται κατ’ αρχάς στο εμπόριο ακατέργαστων δερμάτων και ήδη από τον 18ο αιώνα βιοτεχνικά προϊόντα τους όπως μάλλινα υφάσματα, εξάγονται στις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.

Στο τέλος τους 18ου αιώνα, οργανώνεται ένα πολύ καλό εμπορικό δίκτυο για τα προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές, που διακινούν κυρίως Καλαρρυτινοί έμποροι. Στην Ιταλία ανοίγουν πολλοί εμπορικοί οίκοι: ο Γεώργιος Δουρούτης στην Ανκόνα και τη Νάπολη, ο αδελφός του, Χρήστος Δουρούτης, στην Τεργέστη, οι αδερφοί Σταματάκη, οι αδερφοί Μπαχώμη και ο Κ. Παράσχος στο Λιβόρνο, οι αδερφοί Τούρτουρο στη Βενετία, η οικογένεια Σγούρου στο Λιβόρνο και στην Ισπανία κι οι αδερφοί Λάμπρου στη Νάπολη.

Εκτός από το εξωτερικό, οι περισσότεροι έχουν και εμπορικά καταστήματα στα Ιωάννινα, όπου προοδεύουν τόσο, ώστε οι Γιαννιώτες έμποροι να διαμαρτύρονται, γιατί το εμπόριο πέρασε στα χέρια των Καλαρρυτινών. Οι φτωχότερες οικονομικά τάξεις ασχολούνται με τη ραπτική. Οι περίφημοι τερζήδες, εφάμιλλοι των Γιαννιωτών, κεντούν τις χρυσοποίκιλτες στολές της εποχής για Έλληνες και Τουρκαλβανούς και κατέχουν περιφανή θέση σε αυτό το επάγγελμα. Παράλληλα ασχολούνται με τη ραπτική της κάπας και μένουν γνωστοί ως καποραφτάδες.

Ένα τμήμα του πληθυσμού, που επίσης δεν έχει οικονομικά κεφάλαια για να ασχοληθεί με το εμπόριο, ασχολείται με την ασημουργία. Οι Καλαρρύτες γίνονται ένα από τα σπουδαία κέντρα κατασκευής προϊόντων αργυροχοΐας. Η ασημουργική τέχνη περνά από τα Ιωάννινα στον τόπο τους στις αρχές του 18ου αιώνα και την εξασκούν με ανυπέρβλητη δεξιοτεχνία, εφάμιλλη αυτής των Γιαννιωτών. Στα εργαστήρια των Καλαρρυτών κατασκευάζονται ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Πολλοί από αυτούς, που αποκαλούνται συνήθως χρυσικοί, γίνονται και πλανόδιοι τεχνίτες και έτσι εξαπλώνουν την τέχνη τους στη Βαλκανική, Μικρά Ασία, Αίγυπτο, Ιταλία και Αυστρία.

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η τέχνη του ασημιού απλώνεται σε όλη την Ελλάδα και κυρίως στα Επτάνησα και την Ιταλία, αφού πολλοί τεχνίτες εγκαθίστανται σ’ αυτά τα μέρη πριν και μετά το 1821. Οικογένειες αργυροχόων όπως του Τσιμούρη στα Ιωάννινα και στους Καλαρρύτες, Μπάφα στη Ζάκυνθο, Παπαγεωργίου και Παπαμόσχου στην Κέρκυρα, Νέσση (Nessi) και Βούλγαρη (Bulgari) στην Ιταλία είναι μερικές από τις πιο γνωστές ως σήμερα.

Η οικονομική ανάπτυξη είναι και η αιτία της διαμόρφωσης μιας κοινωνικής διαστρωμάτωσης με σαφή κοινωνικά και οικονομικά όρια, η οποία παράλληλα έχει εφαρμογή στα ήθη και έθιμα. Η οικονομική ευμάρεια του τόπου προάγει την πληθυσμιακή πύκνωση. Σύμφωνα με απογραφή του 1820, οι μόνιμοι κάτοικοι των Καλαρρυτών ανέρχονται στους 3.000, αριθμός σημαντικός αν σκεφτεί κανείς την ερήμωση που υφίστανται άλλες κοινότητες εκείνη την εποχή.

Η οικονομική, πολιτιστική και οικιστική ανάπτυξη της κοινότητας συμβαδίζει με την πνευματική. Ο απόηχος του ελληνικού διαφωτισμού φθάνει μέχρι εδώ. Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, στο πλαίσιο των περιοδειών του (1770-1779) επισκέπτεται δυο φορές τους Καλαρρύτες. Στους λόγους του, επιμένει για σύσταση σχολείων και την εδραίωση της ελληνικής γλώσσας ανάμεσα στους βλαχόφωνους Έλληνες της περιοχής. Οι λόγοι του έχουν μεγάλη απήχηση και οι κάτοικοι διαθέτουν χρήματα αλλά και προσωπικά χρυσαφικά για την ίδρυση σχολείων στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο.

Σχολείο λειτουργεί στους Καλαρρύτες και μνημονεύεται από το 1758. Το σχολείο κλείνει το 1821 και ανοίγει πάλι το 1828, με την επιστροφή των κατοίκων στην κοινότητα. Εκεί δίδαξαν ο Αναστάσιος Μπεκιάρης (1805-1812) και ο Καλαρρυτινός πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σγούρος (1790), ο οποίος διδάχθηκε τα εγκύκλια γράμματα από τον Κοσμά Μπαλάνο στα Ιωάννινα και έγινε σχολάρχης στη σχολή των Καλαρρυτών. Υπέστη μαρτυρικό θάνατο το 1821 κατά την επανάσταση των Καλαρρυτών, αφού παραδόθηκε αυθόρμητα ως όμηρος, στην τουρκική φρουρά.

Από τους Καλαρρύτες κατάγεται και ο Ιωάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος δίδαξε στην Πρέβεζα και Πάργα και πέθανε το 1827, καθώς και ο Χριστ. Γκιούρτης, λόγιος του τέλους του 18ου αιώνα, που δίδαξε σε πολλές σχολές και κυρίως στο Γαλαξίδι.

Οι στενές σχέσεις του Αλή πασά με την κοινότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό της ιστορίας της. Ο Αλή Πασάς διατηρεί στενότατους δεσμούς με τους προεστούς των Καλαρρυτών και ανοίγει τον πρώτο δρόμο από τα Ιωάννινα προς το χωριό, όπου και παραθέριζε. Στενός συνεργάτης του Αλή είναι ένας σημαντικός άνδρας, συνετός και φιλόπατρις, ο Καλαρρυτινός Γεώργιος Τουρτούρης, έμπορος στο επάγγελμα και μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Ο Τουρτούρης διακρίθηκε ως συνεργάτης του Αλή, αφού ο ίδιος τον έστειλε ως αντιπρόσωπό του στις βρετανικές αρχές στη Μάλτα, ζητώντας να συμπράξουν οι Βρεττανοί στην κατάληψη της Αυλώνας. Επίσης, στάλθηκε στις γαλλικές αρχές στην Κέρκυρα για να διαπραγματευθεί την παράδοση της Πάργα|Πάργας.

Οι περιηγητές W. Leak και F. Pouqueville, οι οποίοι επισκέφθηκαν την κοινότητα στις αρχές του 19ου αιώνα, αποτύπωσαν στα περιηγητικά τους κείμενα την ευνομία, τον πολιτισμό, τις ωραίες οικοδομές, την ακμή του εμπορίου, τους μορφωμένους ανθρώπους, που μιλούσαν ξένες γλώσσες και γνώριζαν τις τιμές των χρηματιστηρίων των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, καθώς και την ύπαρξη βιβλιοθηκών με αρχαία συγγράμματα και βιβλία στη γαλλική και ιταλική γλώσσα. Ο πρώτος αναφέρει μάλιστα ότι οι Καλαρρύτες διέθεταν για τις ανάγκες των κατοίκων μόνιμο ιατρό (Κερκυραίο). Ελάχιστες κοινότητες διέθεταν δικό τους γιατρό, ένδειξη του πολιτισμικού επιπέδου της κοινότητας την εποχή εκείνη.

Όλες οι παραπάνω δημιουργικές ενασχολήσεις των κατοίκων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Καλαρρύτες από τα μέσα του 18ου μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα παράγουν πολιτισμό, γεγονός που έχει κοινωνικό, οικονομικό και πολιτισμικό αντίκτυπο στην περιοχή αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτό συνέβη σε ελάχιστες κωμοπόλεις και πόλεις κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Η πολιτιστική και οικονομική ανέλιξη της κοινότητας είναι αποτέλεσμα και των προνομίων που δόθηκαν από τους Οθωμανούς, τα οποία διατηρούνται μέχρι το 1803, τότε που ο Αλή πασάς υποτάσσει το Σούλι και καταργεί τα προνόμια όλων των όμορων βλαχόφωνων κοινοτήτων.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1806) αναζωπυρώνει τα επαναστατικά κινήματα που έχουν σχέση και με την περιοχή των Καλαρρυτών, αφού οι Βλαχάβας, Δεληγιάννη και Στουρνάρης καταλαμβάνουν τα περάσματα του Μετσόβου και των Καλαρρυτών (1807) για να εμποδίσουν την επικοινωνία Ηπείρου – Θεσσαλίας. Εν τούτοις εξέγερση δεν γίνεται και ο Αλή πασάς ενισχύει τη θέση του. Η αρχή του τέλους της οικονομική και εμπορικής ευρωστίας της κοινότητας είναι η επανάσταση, μαζί με την γειτονική κοινότητα του Συρράκου, κατά των Τούρκων στις αρχές Ιουλίου του 1821.

Μετά την πρώτη πολιορκία του Αλή στα Γιάννενα (1821), είχαν καταφύγει στους Καλαρρύτες πολλοί ευκατάστατοι Γιαννιώτες (χριστιανοί, Εβραίοι αλλά και Οθωμανοί) με αξιόλογη κινητή περιουσία. Η παρουσία 500 Αλβανών υπό τον Ιμπραήμ Πρεμέτη, που είχε σκοπό να μείνει ανοικτή η επικοινωνία μεταξύ των σουλτανικών στρατοπέδων των Ιωαννίνων και της Θεσσαλίας, δεν εμποδίζει την κήρυξη της επανάστασης. Αρχηγός στο Συρράκο είναι ο Ιωάννης Κωλέττης, ο μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδος, ενώ στους Καλαρρύτες ο Γεώργιος Τουρτούρης και ο Ιωάννης Ράγκος.

Το Συρράκο καταλαμβάνεται μετά από ασθενή αντίσταση και καταστρέφεται. Στους Καλαρρύτες οι Αλβανοί συλλαμβάνουν προκρίτους ως ομήρους και οχυρώνονται σε σπίτια, αναμένοντας ενισχύσεις από τον Χουρσίτ πασά. Αυτός στέλνει δύναμη για την καταστολή, με επικεφαλής τον Χαμζά μπέη, που ενώνεται με τους άνδρες του Πρεμέτη. Οι κάτοικοι, όταν αντιλαμβάνονται ότι κάθε αντίσταση είναι μάταιη, παίρνουν μαζί τους ό,τι πολύτιμο μπορούν να μεταφέρουν και απομακρύνονται από το χωριό. Η εγκατάλειψη των περιουσιών συντείνει πολύ στη διάσωση των φυγάδων. Οι Οθωμανοί και οι Αλβανοί εκθεμελιώνουν το χωριό, λαφυραγωγούν και πυρπολούν τα πάντα, αλλά συγχρόνως δίνουν και ικανό χρόνο σ’ αυτούς που φεύγουν. Η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει:

    Και χάλασαν τους Έλληνες και αφανίστηκαν οι δυστυχείς Καλαρρυτιώτες, οπόταν οι πλέον πλούσιοι σ’ εκείνα τα μέρη κι έμειναν διακονιαραίοι. Αφανίστηκαν αυτείνοι και ο τόπος τους ερήμαξε.    

Οι προνομιούχοι κάτοικοι θα μετατραπούν σε πρόσφυγες και θα καταφύγουν σε παραπλήσια μέρη όπως στη Ζάκυνθος|Ζάκυνθο, όπου στα τέλη του 18ου αιώνα είχαν ήδη μεταναστεύσει αρκετοί από αυτούς. Άλλοι θα καταφύγουν στο Μεσολόγγι, όπου θα συμμετάσχουν στην έξοδο του Μεσολογγίου, στην Αιτωλοακαρνανία, μέχρι την Αθήνα και τη Χαλκίδα. Στην Παραμυθιά καταφεύγει η οικογένεια Βούλγαρη, στην Κέρκυρα οι οικογένειες Παπαγεωργίου, Παπαμόσχου και Λάμπρου. Μερικοί πρόσφυγες, ρακένδυτοι και πεινασμένοι, φθάνουν στην Ανκόνα, όπου η εκεί Ελληνική παροικία θα τους προσφέρει από το κοινό της ταμείο οικονομική βοήθεια και περίθαλψη.

Οι Καλαρρύτες γνωρίζουν πρωτοφανή ερήμωση, αφού στις παραμονές του 1821 αριθμούσαν περίπου 500 οικογένειες και στην απογραφή του 1831 παρουσιάζονται μόνο 26 από αυτές, οι περισσότερες από τις οποίες είναι φτωχές και χειροβίοτες. Οι δύο διαταγές (μπουγιουρντί) που εκδόθηκαν το 1822 και το 1826 (σώζονται στο αρχείο της κοινότητας) για αμνηστία και ασφαλή επιστροφή των κατοίκων δεν στάθηκαν ικανές να αποτινάξουν τον φόβο. Ο μικρός αριθμός των οικογενειών που επανακάμπτει κάνει μια νέα αρχή. Η ανασυγκρότηση γίνεται με δυσκολία και αργούς ρυθμούς. Ωστόσο το 1828 έχουμε την έναρξη λειτουργίας σχολείου.

Τόσο μεγάλη ήταν η καταστροφή του χωριού, ώστε οι κάτοικοι να είναι επιφυλακτικοί σε κάθε νέα συμμετοχή σε επαναστατικά κινήματα, φοβούμενοι τα τουρκικά αντίποινα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν λαμβάνουν μέρος στην επανάσταση Ηπείρου – Θεσσαλίας το 1854. Εξάλλου, συμμορίες Τουρκαλβανών, πριν και μετά την επανάσταση του 1854, λεηλατούν με κάθε μέσο τους χωρικούς όλης της Ηπείρου. Ο φόβος και η ανασφάλεια που επικρατούν κάνουν εξίσου δύσκολη την επιστροφή των εμπόρων και πολλοί είναι οι πρόσφυγες που δεν επιστρέφουν και εγκαθίστανται μόνιμα στα μέρη που τους υποδέχθηκαν.

Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα, η βιοτεχνική δραστηριότητα ακολουθεί πτωτική πορεία με μειωμένη παραγωγή σε ό,τι έχει σχέση με κατεργασία χρυσού και αργύρου, της κεντητικής και υφαντικής μάλλινων ειδών, αφενός μεν γιατί άλλα εμπορικά κέντρα στο βιλαέτι Ιωαννίνων και αφετέρου γιατί τα προϊόντα τους αποκλείονται από τις αγορές της νότιας Ελλάδας. Μια τρίτη παράμετρος είναι η χάραξη νέων οδικών αξόνων του διεθνούς εμπορίου, με αποτέλεσμα την ανατροπή των παραδοσιακών κέντρων πρωτοβιομηχανικής παραγωγής.

Τα βοσκοτόπια, η μόνιμη και διαχρονική αξία του τόπου, είναι η αιτία που οι κτηνοτρόφοι οδηγούνται και πάλι στην ορεινή κοινότητά τους. Συνεχίζουν το ταξίδι τους ανάμεσα στα θερινά και χειμερινά βοσκοτόπια της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και ζουν από την πώληση των γαλακτοκομικών προϊόντων, των δερμάτων, του μαλλιού και του κρέατος των ζώων. Πολλοί βρίσκουν εργασία στον τόπο της εποχικής μετανάστευσης και μένουν μόνιμα εκεί, αφού η περίοδος της οικονομικής και πολιτισμικής ανάπτυξης των Καλαρρυτών έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Κάποιοι διαμένουν, σπουδάζουν ή εργάζονται στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, όπου ορισμένοι ασκούν το επάγγελμα του αργυροχόου.

Στην κοινότητα επικρατεί η κτηνοτροφική οικονομία αντί της εμποροβιοτεχνικής του 18ου αιώνα. Η γεωργία αποτελεί συμπληρωματική απασχόληση για πολλούς κατοίκους. Από το 1870 και έπειτα διαπιστώνεται οικιστική ανάκαμψη, ως αποτέλεσμα της οικονομικής ανόδου αλλά και της εξοικονόμησης χρημάτων στους τόπους μετανάστευσης. Αρκετοί Καλαρρυτινοί επιστρέφουν και ανοικοδομούν τα παλιά τους σπίτια. Πολλά από τα σημερινά σπίτια, έχουν κτιστεί την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα. Μετά την προσάρτηση του νομού Άρτας στην ελεύθερη Ελλάδα, με τα σύνορα του Ελληνικού κράτους να φτάνουν ως τον Καλαρρύτικο ποταμό, ελευθερώνονται οι Καλαρρύτες το 1881. Στα πλαίσια της οργάνωσης του ελεύθερου κράτους, η κοινότητα μαζί με το Ματσούκι γίνεται ένας από τους τέσσερις δήμους της επαρχίας Τζουμέρκων, με πληθυσμό 1.843 άτομα σύμφωνα με την απογραφή του 1881.

Οι Καλαρρύτες γίνονται διοικητικό κέντρο με ειρηνοδικείο Α’ τάξης, αστυνομικό σταθμό, υποτελωνείο (1882/3) και ταχυδρομική επιστασία, με πρώτο επιστάτη τον Ιωσήφ Μοναστηριώτη. Οι πρώτοι γιατροί της κοινότητας είναι ο Γεώργιος Ζάγκλης και ο Σπυρίδων Βενούκας. Πρώτος δήμαρχος εκλέγεται ο Αθανάσιος Μπισδούνης στις εκλογές του 1883. Ιδρύεται επίσης Ελληνικό σχολείο με πρώτο σχολάρχη τον Ε. Παπαχατζή, καθώς και δημοτικό.

20ος αιώνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καλαρρύτες, καθώς βρίσκονται στην οροθετική γραμμή των συνόρων, γίνονται αποδέκτες των ιστορικών γεγονότων και συμμετέχουν στις εθνικές αναμετρήσεις. Συμμετέχουν ενεργά στην απελευθέρωση και της υπόλοιπης Ηπείρου. Το 1906, ιδρύεται η Ηπειρωτική Εταιρία, με σκοπό την προετοιμασία του εδάφους για την απρόσκοπτη διείσδυση του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση της Ηπείρου. Πρόεδρος του 30ου τμήματός της ορίζεται ο Γεώργιος Ζάγκλης ή Σταμάτης. Δύο από τους οδικούς άξονες ανεφοδιασμού του Ελληνικού στρατού για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ξεκινούν από τους Καλαρρύτες, μέσω του χωριού Κράψη και μέσω της Κηπίνας αντίστοιχα.

Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) επέρχεται η διοικητική προσάρτηση των Καλαρρυτών στο νομό Ιωαννίνων (1925) ως κοινότητα Καλαρρυτών, μαζί με τον οικισμό Κηπία (Αρμπορέσι ή Μιστράς).

Τον πόλεμο του 1940-41 και την γερμανική κατοχή πληρώνουν με πολλές ανθρώπινες απώλειες, με οικονομικές και οικιστικές καταστροφές, όπως άλλωστε όλα τα χωριά της περιοχής. Οι κατακτητές πυρπολούν και βομβαρδίζουν σπίτια. Τότε βομβαρδίστηκε και η εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Στην Αντίσταση και τον εμφύλιο που διεξάγονται στα χωριά των Τζουμέρκων, οι Καλαρρύτες συμμετέχουν ενεργά και γίνονται αποδέκτες των συνεπειών τους. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από την πρόσκαιρη αύξηση του πληθυσμού, αφού πολλοί είναι εκείνοι που από τα αστικά κέντρα καταφεύγουν εκεί, για να αποφύγουν τις συνέπειες του πολέμου και της κατοχής.

Ωστόσο η συγκυριακή αύξηση του πληθυσμού δεν θα έχει συνέχεια. Στη δύσκολη μεταβατική δεκαετία 1950-60, οι ελάχιστοι οικονομικοί πόροι δεν επιτρέπουν την επιβίωση των κατοίκων στην ορεινή περιοχή τους. Το δεύτερο κύμα αστυφιλίας και μετανάστευσης είναι αναπόφευκτο και αφήνει την κοινότητα με ελάχιστους κατοίκους που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Ο Καλαρρυτινοί σκορπίζουν και πάλι, κυρίως στα Ιωάννινα, την Πρέβεζα, σε πόλεις και χωριά της Θεσσαλίας, την Άρτα και τα πεδινά χωριά της, μέχρι τα χωριά του Ξηρόμερου στην Αιτωλοακαρνανία και την Αθήνα. Το σχολείο, μη έχοντας μαθητές κλείνει οριστικά το 1981.

Οι Καλαρρύτες, όπως και τα γειτονικά βλάχικα ή μη χωριά, εκτός από το Μέτσοβο, δεν μπόρεσαν να παραμείνουν ακμαίοι. Μόνιμο αίτημα, το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα των κατοίκων της κοινότητας, είναι η αποκατάσταση του οδικού δικτύου και οι κοινοτικές τεχνικές υποδομές, που είναι ο κύριος μοχλός οικονομικής και τουριστικής ανάπτυξης της κοινότητας.

Αρχιτεκτονική και Νεότερα μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δομή του οικισμού ακολουθεί το γενικό πρότυπο των ορεινών χωριών που κυριαρχεί στην Ήπειρο, με απλές γεωμετρικές γραμμές, προσαρμοσμένη στον ηπειρωτικό χώρο και κλίμα. Το έδαφος διαμορφώνει και αυτό τη μορφή του. Στους Καλαρρύτες η απότομη πλαγιά και η μεγάλη κλίση της έχει ως αποτέλεσμα τα πρώτα σπίτια στην κορυφή να απέχουν από τα τελευταία που βρίσκονται στο χείλος της χαράδρας, πάνω από 500 μέτρα. Ο οικισμός συγκροτείται γύρω από την κεντρική πλατεία, που συγκεντρώνει όλη τη δραστηριότητα του χωριού, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική. Η διαφοροποίηση των Καλαρρυτών, ως προς το τυπικό ηπειρωτικό ορεινό χωριό, είναι ότι εδώ η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται λίγο απομακρυσμένη από το κέντρο τους.

Σπίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δρόμος στους Καλαρρύτες
Ο Ναός της Αγίας Τριάδας

Το κτίσιμο, όπως αναφέρεται από τους περιηγητές του 19ου αιώνα, κόστιζε ακριβά λόγω της μεταφοράς της ασβεστολιθικής πέτρας από τα γειτονικά λατομεία και της ξυλείας από τα Πράμαντα και τους Μελισσουργούς. Το ίδιο παρατηρείται και σήμερα, όταν οι κάτοικοι θέλουν να συντηρήσουν, να επισκευάσουν ή να χτίσουν καινούρια σπίτια και όλες οι μεταφορές υλικών γίνονται με ζώα ή από εργάτες.

Η γκρίζα πέτρα είναι το κύριο υλικό δόμησης και τα κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στοιχείο των σπιτιών του χωριού. Χρησιμοποιείται άφθονη για την οικοδόμηση των σπιτιών, τις στέγες, τα δάπεδα στα κατώγια, τις αυλόπορτες και τις αυλές, το στρώσιμο στα καλντερίμια, την κατασκευή σκέπαστρων για τις βρύσες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα ορισμένων μεγάλων οικιών είναι οι πέτρινες καμάρες στο ισόγειο, που στηρίζουν το όλο οικοδόμημα. Την εξωτερική δωρική όψη της οικίας με την πελεκητή πέτρα και τα ξύλινα σαζάνια, αντισταθμίζουν τα τοξωτά ανοίγματα σε πόρτες και παράθυρα με τα χαρακτηριστικά «κιονόκρανα» εκατέρωθεν.

Τα παράθυρα με τα χαρακτηριστικά χρώματα, μπλε, πράσινο ή καφέ, εξαιτίας του ψυχρού χειμώνα, έχουν εσωτερικά παντζούρια και φέρουν ξύλινα ή σιδερένια κάγκελα στους ορόφους και ολόκληρη σιδεριά στα κατώγια. Η καλαρρυτινή κατοικία, όπως άλλωστε όλες στον ηπειρώτικο χώρο, όταν είναι διώροφη ή τριώροφη, τρίχωρη ή τετράχωρη, έχει στο ισόγειο (κατώγι) όλους τους βοηθητικούς χώρους: αποθήκες, μαγειρείο με γάστρα για το ψήσιμο ψωμιού και φαγητού και αρκετές φορές την επαγγελματική στέγη με το εργαστήριο υφαντικής ή ασημουργίας.

Στα κατώγια, που ενίοτε κυλούν νερά, όλα είναι φτιαγμένα από πέτρα. Στον όροφο (ανώγι) βρίσκονται τα δωμάτια, που είναι χώροι διαμονής και υποδοχής, το χειμερινό (οντάς) με το τζάκι και με πλατιά μπάσια καλυμμένα με μάλλινα υφαντά και το καλοκαιρινό (χωτζιαρές). Το παραδοσιακό τζάκι από πωρόλιθο φέρει μερικές φορές παράθυρο για φως στο βάθος του. Χαρακτηριστικός είναι ο νεροχύτης του ανωγιού, με βρύση ή χωρίς. Τα ταβάνια, όπως και το πάτωμα του ανωγιού είναι πάντα ξύλινα. Στα αρχοντικά υπάρχουν ροζέτες στο κέντρο του ταβανιού, συνήθως με αναπαράσταση φύλλων άκανθου. Και όπως το έδαφος είναι επικλινές, υπάρχουν συνήθως ξεχωριστές είσοδοι για κάθε όροφο.

Αξιόλογα κτίρια είναι οι οικίες Ραφτάνη και Μπαϊκούση (18ου αιώνα), Κασαρία Φασούλα, Κωσταδήμα, Μπαζάκη, Νέσση, Πατούνη (19ου αιώνα) και το παλιό δημοτικό σχολείο (20ου αιώνα).

Βρύσες, γεφύρια, αλώνια, νερόμυλοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η έντονη κλίση του εδάφους στον οικισμό, που καταλήγει απότομα στην χαράδρα του Καλαρρύτικου, υποχρεώνει τους κατοίκους να κατασκευάζουν καλλιεργήσιμη γη με ξερολιθιά, τα γνωστά κηπάρια, όπου καλλιεργούν τα κηπευτικά τους. Η ξερολιθιά, που συγκρατεί τη μικρή γεωργική γη, συνιστά την ίδια την ταυτότητα του ορεινού όγκου και παρουσιάζει ενδιαφέρον από την πλευρά της πολιτιστικής οικολογίας. Η κοινότητα είναι γεμάτη από τέτοιου είδους κηπάρια.

Η ύδρευση του οικισμού εξασφαλίζεται από τις πηγές που υπάρχουν πάνω και μέσα σε αυτόν. Καθεμιά από τις βρύσες χαρακτηρίζεται για το νερό που προσφέρει, χωνευτικό, βαρύ ή κατάλληλο για μαγείρεμα οσπρίων.

Τα νερά τρέχουν κάτω από τα τοξωτά γεφυράκια που ενώνονται με τα πέτρινα καλντερίμια, εξασφαλίζοντας έτσι τις μετακινήσεις των κατοίκων και τις μεταφορές.

Η βρύση του Παράσχη (1768) είναι θολωτή με παραδοσιακή αρχιτεκτονική, στεγασμένη με τρούλο. Βρίσκεται δίπλα στην Κασαρία Φασούλα, αρχοντικό κτίριο κει παρασκευαστήριο τυριών στη ΒΔ πλευρά του οικισμού. Η οικογένεια Παράσχη ήταν έμποροι στα Γιάννενα από το 1763, στη Βενετία και το Λιβόρνο (1799-1811).

Γνωστές επίσης είναι: της Γκούρας, του Νέσση δίπλα στην Πλατεία, του Μπαργιάννη, του Μπαζάκη στη θέση Πλάκα, της Τζόρας στην ένωση των δρόμων από Κηπία και Θεσσαλία, στη θέση Κέλλι από τη ΒΔ είσοδο του χωριού, Μπούφου, Φύτρου κοντά στα χαλάσματα του σπιτιού της οικογένειας Βούλγαρη, Πάτη, Τζάμινας στα ΒΔ του χωριού, Μπάλτας και Γκόντρου στην είσοδο από Κηπίνα.

Γνωστές γέφυρες μέσα στον οικισμό υπάρχουν στις θέσεις Μίντζα και Τουρτούρη. Έξω από τον οικισμό αξιόλογη είναι η κρεμαστή γέφυρα Γκόγκου στον Καλαρρύτικο, έργο του Γερμανού μηχανικού Baykman (1935), το γεφύρι της Κουϊάσας, του Τσάλι σε ύψος πάνω από 20 μέτρα στην Κηπίνα προς τον οικισμό Χριστοί Πραμάντων και του Καρλίμπου προς το μοναστήρι Βόλιζα Ματσουκίου.

Αλώνια στην ορεινή περιοχή υπάρχουν αρκετά, αφού η γεωργική καλλιέργεια, που γινόταν από τις γυναίκες, περιλάμβανε παραγωγή από σιτάρι και κριθάρι, η οποία κάποτε αρκούσε για τις ανάγκες των κατοίκων. Τα περισσότερα βρίσκονται στις θέσεις Τσόρα, Άργι (κοντά στη βρύση Παράσχη) και Κέλλι.

Από το 1750 και έπειτα κατασκευάστηκαν νερόμυλοι, που ήταν απαραίτητοι στην επεξεργασία των πρώτων υλών για τη διατροφή των κατοίκων, αλλά και των υφαντών και την καθαριότητα. Μέσα στον οικισμό για το χειμώνα υπήρχε ο νερόμυλος στη θέση Ραφτάνη, ενώ για το καλοκαίρι στον ποταμό Καλαρρύτικο υπάρχει νερόμυλος στη θέση Κουϊάσα με μαντάνι (για τα μαλακά ρούχα) και δριστέλλα (για τα σκληρά).

Εκκλησίες – Μοναστήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μονή Κηπίνας

Δύο μνημεία που μπορεί κανείς να επισκεφθεί είναι η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, μέσα στον οικισμό και το μοναστήρι της Κηπίνας, λίγα χιλιόμετρα πριν το χωριό, στο δρόμο που έρχεται από την Άρτα και τα Ιωάννινα.

Ο ενοριακός ναός του Αγίου Νικολάου, πολιούχου των Καλαρρυτών, χτίστηκε τον 15ο αιώνα, πιθανόν το 1480. Βρίσκεται μέσα στον οικισμό και είναι μεγάλη τρίκλιτη, τρισυπόστατη τρουλαία βασιλική, με επιμελημένο κρίσιμο και πολύ ψηλό τρούλο. Η εκκλησία πυρπολήθηκε το 1821 και τα σημερινά ξυλόγλυπτα (τέμπλο, άμβωνας και δεσποτικό) κατασκευάστηκαν το 1845 από μετσοβίτη τεχνίτη. Ο κεντρικός πολυέλαιος κατασκευάστηκε στην Τεργέστη και δωρήθηκε από την οικογένεια Νέσση τον 19ο αιώνα. Τα δύο πλαϊνά κλίτη είναι αφιερωμένα, το μεν δεξιό στον Άγιο Χαράλαμπο και το αριστερό στους Αγίους Πάντες.

Στην εκκλησία φυλάσσονται εκκλησιαστικά είδη, έργα ονομαστών Καλαρρυτινών ασημουργών, όπως το ευαγγέλιο από τον Αθανάσιο Τζιμούρη. Οι τοιχογραφίες του ναού είναι εξαιρετικής τέχνης, όμως δεν είναι συντηρημένες. Υπάρχουν δε τρία στρώματα με τοιχογραφίες διαφορετικών εποχών. Την εκκλησία μπορεί να επισκεφθεί κάποιος μετά από συνεννόηση με τον ιερέα ή κατά τη διάρκεια μιας λειτουργίας. Απαγορεύεται όμως η φωτογράφηση μέσα στο ναό.

Δεύτερος ενοριακός ναός είναι της Αγίας Τριάδος, χτισμένος το 1818 στα ΒΑ του χωριού, εκεί όπου βρίσκεται και το κοιμητήριο. Ο ναός αυτός καταστράφηκε κατά την επανάσταση του 1821 αλλά και το 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Για την επισκευή του μετά την πρώτη καταστροφή, ο Αν. Μπάφας έστειλε χρήματα από τη Ζάκυνθο το 1846. Οι Θεσσαλοί Καλαρρυτινοί προσέφεραν χρήματα για την δεύτερη επισκευή του ναού, που ολοκληρώθηκε το 1999. Γιορτάζει του Αγίου Πνεύματος.

Εκτός από τους ναούς μπορεί κανείς να επισκεφθεί και ξωκλήσια, όπως:

  • Του Αγίου Αθανασίου, ΒΔ της κοινότητας
  • Της Παναγίας, 1400 μέτρα πάνω από το χωριό
  • Των Αγίων Αναργύρων, ΒΑ στη θέση Λιβάδι, κοντά στο Άβατο
  • Του Άγιου Χριστόφορου, λίγο πριν την είσοδο του χωριού, στο δρόμο από τα Ιωάννινα και την Άρτα
  • Της Αγίας Παρασκευής, κάτω από το βουνό Καλόγηρος, σε απόκρημνη θέση μέσα σε μια σπηλιά, σε υψόμετρο 1750 μ.
  • Του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο 1690 μ.
  • Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ΒΑ της κοινότητας

Παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επαγγέλματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το επάγγελμα που πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί είναι αυτό του αργυροχρυσοχόου. Οι Γιαννιώτες έμποροι τους προμήθευαν τις πρώτες ύλες σε χρυσό και ασήμι, τις οποίες εισήγαγαν από τη Νάπολη και τη Βενετία. Επεξεργάστηκαν το ασήμι με πρωτοτυπία και δεξιοτεχνία. Στα εργαστήριά τους κατασκευάστηκαν τα πιο περίτεχνα ασημουργικά εκκλησιαστικά και κοσμικά καλλιτεχνήματα του 18ου αιώνα.

Ένα από τα σημειώματα του πρόκριτου Γεώργιου Τουρτούρη έχει τίτλο «Ιστορία όπου ήκουσα από τον σοφολογιότατον ιεροδιδάσκαλο Κοσμάν, υιόν του ποτέ Μπαλάνου Ιωαννίτου, όστις Κοσμάς τελεύτησε εις τους 1811 ογδοηκοντούτης ών».

Το σημείωμα του Γ. Τουρτούρη αναφέρει την κατάργηση του τιμαριωτικού χριστιανικού συστήματος και τον τρόπο με τον οποίο εισήχθη η τέχνη της αργυροχοΐας στους Καλαρρύτες, ιστορία την οποία διηγήθηκε ο Καλαρρυτινός χρυσικός Χριστόφορος Δελής. Αναφέρει λοιπόν οτι οι άρχοντες των Ιωαννίνων στα μέσα του 17ου αιώνα έβαλαν τα παιδιά τους να μάθουν τέχνες ή να επιδοθούν στα γράμματα και το εμπόριο, όταν έχασαν την κτηματική περιουσία τους, επειδή έπαψε να ισχύει το σύστημα των χριστιανών τιμαριούχων. Τα παιδιά δύο οικογενειών, από τις πλέον ευγενείς των Ιωαννίνων, του Συρβάνου και του Σουγδορή, έμαθαν τη χρυσοχοϊκή τέχνη και έγιναν επιτήδειοι τεχνίτες. Στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν Καλαρρυτινοί. Μέχρι το 1700 από τις οικογένειες αυτές προέρχονταν οι προεστοί των Ιωαννίνων και τόση ήταν η δύναμή τους ώστε έκαναν τους μαθητευόμενούς τους προεστούς στους Καλαρρύτες, όπως τον Αθανάσιο Δελή. Έτσι πέρασε η αργυροχρυσοχοΐα στους Καλαρρύτες, τέχνη την οποία ανέπτυξαν και καλλιέργησαν σε σημαντικό βαθμό. Από αυτούς η τέχνη εξαπλώθηκε στο Συρράκο και λιγότερο στο Μέτσοβο.

Τον 18ο αιώνα, στα πλαίσια της γενικότερης άνθισης της αργυροχοΐας, Οι Καλαρρύτες έγιναν ονομαστό κέντρο. Ανάλογα τοπικά εργαστήρια λειτούργησαν στα Ιωάννινα, στο Μέτσοβο, και λιγότερο στο Συρράκο, καθώς επίσης και σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, τα Επτάνησα, την Πελοπόννησο και τη Θράκη. Οι τεχνίτες αργυροχόοι συνήθως δεν υπέγραφαν τα έργα τους. Κατείχαν όλες τις τεχνοτροπίες της κατεργασίας των πολύτιμων μετάλλων, τις οποίες εφάρμοσαν με θαυμαστή επιτυχία. Μεγάλη διάδοση είχε η τεχνοτροπία του χτυπητού (που είναι ο σχηματισμός ανάγλυφων παραστάσεων με χτύπημα μικρού σφυριού), το σαβάτι και τα συρματερά. Πιο απλή ήταν η εγχάρακτη, δηλαδή η χάραξη του μετάλλου με κατάλληλο εργαλείο. Συχνά συναντούμε συνδυασμούς τεχνοτροπιών, όπως χτυπητού και εγχάρακτου.

Στους Καλαρρύτες η αργυροχοΐα διακρίνεται σε δύο κατηγορίες: την εκκλησιαστική, που αφορά αντικείμενα και σκεύη λατρευτικής χρήσης, εκκλησιαστικά αναθήματα, επενδύσεις ευαγγελίων και εικόνων, σταυρούς, δισκοπότηρα, θυμιατήρια ή λειψανοθήκες, και την κοσμική, που αφορά αντικείμενα όπως φλιτζάνια, κουτάλια, κύπελλα, δίσκους και κυρίως κοσμήματα. Τα κοσμήματα ήταν τα εξαρτήματα των ελληνικών παραδοσιακών ενδυμάτων, όπως ζώνες, πόρπες και περιλαίμια, σκουλαρίκια, καρφίτσες, δακτυλίδια και τεπελίκια, που προσαρμόζονταν στον γυναικείο κεφαλόδεσμο και ήταν κυρίως συρματερά ή χτυπητά.

Στην ίδια κατηγορία κατατάσσονται και αντικείμενα όπως ταμπακιέρες, καπνοθήκες, παλάσκες αλλά και ο αντρικός οπλισμός: κουμπούρες, γιαταγάνια, καριοφίλια, πιστόλες, λαβές μαχαιριών και γιαταγανιών. Τον 18ο και μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η τεράστια εμπορική κίνηση που δημιουργήθηκε συνετέλεσε, μαζί με τις μετακινήσεις λόγω των ιστορικών γεγονότων, στην ανάπλαση και πολυμορφία της κατεργασίας του ασημιού, με επιρροές κυρίως από τα Επτάνησα. Πολλοί χρυσοχόοι γίνονταν πλανόδιοι τεχνίτες, γνωστοί ως χρυσικοί, και τα προϊόντα τους κυριάρχησαν σε ονομαστές αγορές της Δύσης, όπως τη Μασσαλία και τη Βιέννη, μέχρις ότου η βιομηχανική πλέον παραγωγή και οι νέοι άξονες του διεθνούς εμπορίου ανέτρεψαν τα παραδοσιακά κέντρα πρωτοβιομηχανικής παραγωγής.

Αργυροχόοι - Χρυσικοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σπουδαιότερος και πιο ονομαστός χρυσοχόος ήταν ο Αθανάσιος Τσιμούρης ή Τζημούρης. Γεννήθηκε στους Καλαρρύτες και το 1821 εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο, όπου πέθανε το 1823. Ο πατέρας τους ήταν σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Ο Τσιμούρης ήταν αρχι-χρυσοχόος και δάσκαλος αργυροχοΐας στην αυλή του Αλή πασά. Σώθηκαν μόνο εκκλησιαστικά έργα του, 2 ευαγγέλια (το ένα βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο Καλαρρυτών και το άλλο, του 1772, μαζί με ένα σταυρό του 1797, στη Μητρόπολη Ιωαννίνων) και ένας ασημένιος πολυέλαιος. Έργα του επίσης έχουν επισημανθεί σε σταχώσεις ευαγγελίων στο Καπέσοβο, Άνω Σουδενά, Αγία Θεοδώρα Άρτας, Μητρόπολη Λέσβου, Κέρκυρα και Ζάκυνθο

Ο Γεώργιος Διαμαντής Μπάφας γεννήθηκε στους Καλαρρύτες το 1784 και πέθανε στη Ζάκυνθο το 1853. Εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο πριν από την καταστροφή των Καλαρρυτών το 1821. Είναι από τους σπουδαιότερους επώνυμους εκπροσώπους της εκκλησιαστικής τέχνης. Ο πατέρας του, Διαμαντής, ήταν επίσης σπουδαίος χρυσικός και υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Συχνά στα έργα του ο Γεώργιος χρησιμοποιεί και τα δύο ονόματα Γεώργιος – Διαμαντής. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του και χρειάστηκε 13 χρόνια, από το 1816 μέχρι το 1829, για να κατασκευάσει την αργυρόγλυπτη λάρνακα του Αγίου Διονυσίου, το ευαγγέλιο του 1820 και τη δεσποτική εικόνα. Επηρρεάστηκε από την ιταλική τέχνη και συμπεριέλαβε στοιχεία μπαρόκ στις δημιουργίες του. Έργα του βρίσκονται σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όπως στη Χρυσοπηγή (Ευαγγέλιο του 1811), Λαγγαδά, Καταστάρι, Μαχαιράδο Ζακύνθου.

Σπουδαίος επίσης αργυροχόος ήταν ο Ποντίκης. Έργο του που σώζεται είναι η λειψανοθήκη στον Άγιο Νικόλαο Κοπάνων Ιωαννίνων. Ευαγγέλιο του αργυροχόου Τόλη Δασκάλου, ίσως του 1650, σώζεται στο χωριό Γραμμένο Ιωαννίνων.

Στη σφυρηλάτηση των μετάλλων ήταν ξεχωριστοί οι Δημήτριος και Νικόλαος Παπαγεωργίου, γιοι του Απόστολου Παπαγεωργίου, οι οποίοι κατασκεύαζαν μεγάλα αργυρά σκεύη, δίσκους και σινιά (ταψιά). Οι γιοι του Νικόλαου Παπαγεωργίου, Απόστολος και Γεώργιος, που κατέφυγαν με την οικογένεια Παπαμόσχου στην Κέρκυρα μετά το 1821, μετέφεραν την τέχνη της αργυροχοΐας, η οποία μέχρι τότε ήταν άγνωστη εκεί. Ο Βασίλειος Παπαμόσχος, που διδάχθηκε την τέχνη από τον Αθανάσιο Τσιμούρη, διακρίθηκε στην τορνευτική του χρυσού, την οποία δίδαξε και στους γιούς του Σπυρίδωνα και Νικόλαο. Ο Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1820 στους Καλαρρύτες και πέθανε στην Κέρκυρα το 1882. Γνωστά έργα του είναι η εικόνα της «Ίασης του τυφλού» στον Άγιο Σπυρίδωνα και ο αργυρός πολυέλαιος του Αγίου Ανδρέα στην Πάτρα. Επίσης είναι γνωστό το χρυσό αγγείο που δωρίστηκε στη σύζυγο του τελευταίου Άγγλου αρμοστή των Ιονίων Νήσων.

Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή της οικογένειας Βούλγαρη, γνωστή σε όλους σήμερα ως Bulgari, η οποία μαζί με πολλές άλλες οικογένειες έφυγε από το χωριό το 1821. Η πρώτη τους εγκατάσταση έγινε στην Παραμυθιά, όπου έμειναν για πολλά χρόνια. Το 1874 ο Σωτήριος Βούλγαρης έφυγε για τη Ρώμη, όπου άνοιξε αργυροχρυσοχοείο με τον γιαννιώτη Π. Κρέμο. Λίγα χρόνια μετά οι δύο συνέταιροι διέλυσαν τη συνεργασία και άνοιξαν δύο πανομοιότυπα μαγαζιά. Η επιχείρηση του Bulgari προόδευσε και στα εργαστήριά τους μαθήτευσαν πολλοί αργυροχόοι.

Αντίστοιχη επιχείρηση στη Ρώμη έχουν από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα και οι αδελφοί Νέσση. Ακολούθησαν τους ίδιους δρόμους και την ίδια πορεία με αυτή της οικογένειας Βούλγαρη. Στην αρχή ο Κωνσταντίνος Νέσσης εργάστηκε στο κατάστημα του συμπατριώτη του Σωτήρη Βούλγαρη και αργότερα με τα αδέρφια του άνοιξαν δική τους επιχείρηση, στην οποία μαθήτευσαν και άλλοι Καλαρρυτινοί ασημουργοί.

Η τέχνη της αργυροχοΐας αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κλάδους της ελληνικής λαϊκής τέχνης που συνεχίζει την παραγωγή έργων. Σήμερα βέβαια δεν υπάρχουν πια εργαστήρια και τεχνίτες στο χωριό. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έχουν συγκεντρωθεί στα αστικά κέντρα, όπως τα Ιωάννινα, την Άρτα, πόλεις της Θεσσαλίας και την Αθήνα, όπου και συνεχίσουν την παράδοση.

Κτηνοτροφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κύριο επάγγελμα του πληθυσμού στους ορεινούς όγκους των Τζουμέρκων ήταν και είναι αυτό του κτηνοτρόφου. Οι Καλαρρύτες, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, είναι ιδεώδης περιοχή για νομαδική κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι μετακινούνται κάθε χρόνο από τους απέραντους ορεινούς θερινούς βοσκότοπους, στα χειμαδιά. Η συνεχής μετακίνηση επιβάλλει ειδικούς όρους διαβίωσης. Με τη νομαδική κτηνοτροφία αξιοποιούνται οι εκτεταμένοι ορεινοί βοσκότοποι της περιοχής των Καλαρρυτών. Στα χειμαδιά και τις παράκτιες περιοχές, τα φυλλώματα των θάμνων χρησιμεύουν ως τροφή των κοπαδιών, ενώ παρέχουν βοσκή ακόμη και οι ελώδεις εκτάσεις των πεδιάδων, κατά το όψιμο φθινόπωρο και την αρχή της άνοιξης.

Στα ορεινά βοσκοτόπια ανεβαίνουν τα κοπάδια από τα μέσα Μαΐου και κατεβαίνουν στα μέσα Οκτωβρίου. Μαζί με τα ποίμνια μετακινούνται οι ποιμένες και οι οικογένειές τους. Απαραίτητη παλιότερα ήταν η χρήση αλόγων και ημίονων για τη μεταφορά της οικοσκευής, ξυλείας και σανού.

Το επάγγελμα του κτηνοτρόφου συνδέεται και με την εμπορία των κτηνοτροφικών προϊόντων. Έτσι αναπτύχθηκε εμπορική δραστηριότητα μεταξύ Καλαρρυτών, Θεσσαλίας και Αμβρακικού κόλπου. Οι ποιμένες κέρδιζαν τα προς το ζην από τις πωλήσεις των προϊόντων τους: τυρί μυζήθρα, ανθότυρο, βούτυρο, με εξαγωγές και στο εξωτερικό.

Βιοτεχνία - Υφαντική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στους Καλαρρύτες, το μαλλί χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη για την κατασκευή ειδών ρουχισμού. Οι γυναίκες ύφαιναν στον αργαλειό όλα τα υφάσματα για τα καθημερινά ρούχα και τα κλινοσκεπάσματα με ποικιλία χρωμάτων (κόκκινο, ώχρα, μπλε), που έβαφαν μόνες τους βουτώντας τα νήματα σε φυτικές βαφές, δημιοργημένες από ποικιλίες ντόπιων φυτών. Το αποτέλεσμα ήταν να μετατραπεί από οικιακή κυρίως τέχνη σε βιοτεχνία και να γίνει η κοινότητα κέντρο παραγωγής μάλλινων ειδών ρουχισμού, υφασμάτων και ταπήτων (φλοκάτες).

Κύρια όμως επαγγελματική απασχόληση έγινε η ύφανση του καλαρρυτινού μάλλινου υφάσματος για κάπες άσπρες και μαύρες: μακριές για τους βοσκούς και αγρότες στην Αλβανία και Ελλάδα, κοντές για τους ναυτικούς και ψαράδες στην Αδριατική θάλασσα. Οι ράφτες κάπας, που αποκαλούνταν καποτάδες ή καπάδες, συναγωνίστηκαν με μεγάλη επιτυχία τη συντεχνία των καποτάδων στα Ιωάννινα. Η παραγωγή και η διακίνηση του χοντρού μάλλινου υφάσματος έγινα ένας από τους σημαντικότερους λόγους επικοινωνίας μεταξύ Ηπείρου και Ιταλίας. Το εμπόριο του μάλλινου υφάσματος και της κάπας γρήγορα έγινε εξαγωγικό και απλώθηκε σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, την Ισπανία, Αυστρία, Ανκόνα, Βενετία και Τεργέστη αλλά και Ανατολικά: Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Μόσχα και Οδησσό.

Χρυσοκεντητάδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι χρυσοκεντητάδες των Καλαρρυτών, γνωστοί με το όνομα τερζήδες, άκμασαν χάρη στην ύπαρξη του εμπορίου παραδοσιακής φορεσιάς, στην εισαγωγή πρώτων υλών, στην ύπαρξη εξειδικευμένων τεχνιτών και αξιόλογων εργαστηρίων και βιοτεχνίας με παράδοση ολόκληρων αιώνων.

Οι τερζήδες κεντούσαν τις ενδυμασίες Ελλήνων και Τουρκαλβανών με δεξιοτεχνία και υπομονή, χρησιμοποιώντας χρυσοκλωστές (τιρτίρια). Οι οικονομικές συνθήκες στην κοινότητα επέτρεψαν να αναπτυχθεί μια ανθούσα βιοτεχνία για δύο περίπου αιώνες.

Έμποροι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τομέας όπου πραγματικά διέπρεψαν οι Καλαρρυτινοί ήταν το εμπόριο στο εσωτερικό της Ελλάδος αλλά και στο εξωτερικό. Οι πραματευτάδες ανέπτυξαν από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι την καταστροφή του χωριού στις αρχές του 19ου αιώνα, πολύ προσοδοφόρες επιχειρήσεις στις τοπικές και Ευρωπαϊκές αγορές.

Όταν εγκαταστάθηκαν στια Γιάννενα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις που τους δόθηκαν τους διευκόλυναν να έχουν δυναμική παρουσία στην αγορά και να παραγκωνίσουν τους Γιαννιώτες εμπόρους. Με τα κεφάλαια που συγκέντρωναν άρχισαν να αναπτύσσουν εμπορικές δραστηριότητες και συναλλαγές με άλλες πόλεις του εσωτερικού και εξωτερικού.

Πρώτο εμπορικό προϊόν ήταν το μάλλινο ύφασμα για κάπες, προϊόν γνώριμο για διακίνηση, αφού η βιοτεχνική παραγωγή γινόταν στη γενέτειρά τους και το εμπορευόταν αποκλειστική Καλαρρυτινοί έμποροι. Οι πρώτοι από αυτούς ήταν ο Γ. Δουρούτης στην Ανκόνα και ο Γ. Τουρτούρης στη Βενετία.

Στα Ιωάννινα γνωστά ήταν τα καταστήματα των αδελφών Γεωργίου και Νικολάου Λάμπρου, Ιωάννη και Αποστόλου Παράσχη, Γεωργίου Τουρτούρη, ενώ αργότερα, μετά το 1815, των Δνμητρίου Δαμίρη, Νικολάου Σγούρου.

Στο εξωτερικό άνοιξαν εμπορικούς οίκους σε πολλές πόλεις της Ιταλίας, Αυστρίας ακόμη και της Ρωσίας, και από αυτούς οι μεν πλούσιοι μετανάστευσαν τελικά στους τόπους εμπορίου, οι δε μικρομεσαίοι επέστρεφαν στην πατρίδα ως καταστηματάρχες. Σε κάθε ταξίδι επιστροφής, οριστικής ή προσωρινής, έφερναν χρήματα και βιομηχανικά αγαθά στον τόπο τους, ανοικοδομούσαν τα σπίτια και ανέβαζαν το βιοτικό επίπεδο των οικογενειών τους.

Τα εμπορικά προϊόντα ήταν ποικίλα : ακατέργαστο δέρμα, σκουτί (χοντρό ύφασμα για ρούχα), βαμβάκι από τη Μακεδονία και Θεσσαλία, λαγοτόμαρα, κερί, πρινοκόκκι, βελανίδι, μετάξι από την Αγιά κυρίως στη Νάπολη. Τα εισαγόμενα προϊόντα τους ήταν φέσια, κρεμέζια (κόκκινη φυσική χρωστική ουσία), βελούδινα υφάσματα, τιρτίρια (νήματα από χρυσό ή επιχρυσωμένο άργυρο για διακόσμηση στολών) καθώς και αποικιακά προϊόντα.

Αγωγιάτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τη διεξαγωγή του διαμετακομιστικού εμπορίου αλλά και τη διακίνηση των ανθρώπων, αναπτύχθηκε από τον 18ο μέχρι και τον 20ό αιώνα, η τάξη των αγωγιατών, κατοίκων που διέθεταν ζώα για μεταφορές και δεν είχαν οικονομικά κεφάλαια. Στην αρχή συγχωνεύονταν σε ομάδες, τα γνωστά καραβάνια. Αργότερα αναλάμβαναν μόνοι τους τη μεταφορά. Ο αρχηγός έκανε την οικονομική συμφωνία και ήταν υπεύθυνος για την καλή διατήρηση και παράδοση του εμπορεύματος.

Ως καλοί γνώστες των χερσαίων ηπειρωτικών οδικών αξόνων, μετέφεραν τα εμπορεύματα από τη Θεσσαλία ως τον Αμβρακικό κόλπο και από την Ήπειρο ως τα Βαλκάνια. Γνώριζαν τους εμπορικούς οίκους στο εξωτερικό, τα εμπορικά πανηγύρια και τα κέντρα των εμπορικών συναλλαγών. Όταν το εμπόριο ατόνησε και αναπτύχθηκαν νέοι οδικοί άξονες, οι αγωγιάτες εργάστηκαν στις τοπικές μεταφορές των κτηνοτρόφων στα βοσκοτόπια, στο τοπικό εμπόριο, τη μεταφορά ανθρώπων, οικοδομικών υλικών και τοπικών προϊόντων.

Αγιογράφοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 18ο αιώνα, οι Καλαρρύτες έγιναν ένα μικρό καλλιτεχνικό κέντρο ζωγραφικής εκκλησιών με ιδιαίτερα λαϊκά στοιχεία. Πολλοί ονομαστοί αγιογράφοι άφησαν τα ονόματά τους σε αγιογραφήσεις τους σε μοναστήρια και εκκλησίες της Ηπείρου και της Θεσσαλίας.

Για παράδειγμα, ο Δημήτριος Ζούκης, αγιογράφος και μουσικός, το 1783 τοιχογράφησε το ναό του Αγίου Αθανασίου στην Καστανιά Καλαμπάκας και το 1974 το νάρθηκα της Μονής Υπαπαντής στα Μετέωρα. Φορητές εικόνες του υπάρχουν στη Μονή Αγίας Τριάδος, ενώ σώζεται και η εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο ναό Αγίου Αθανασίου Μονοδενδρίου στο Ζαγόρι.

Γνωστός είναι και ο αγιογράφος Γεώργιος, ο οποίος με τον αδελφό του Στέργιο ιστόρησε το 1737 το παρεκκλήσι του Προδρόμου της Μονής Βύλιζας, κοντά στους Καλαρρύτες. Ο Γεώργιος φιλοτέχνησε το 1734 την εικόνα του Προδρόμου στους Λογάδες και το 1748 την εικόνα του Αγίου Νικολάου στη Ρεντίνα. Το 1761 ένας άλλος Στέργιος με τον αδελφό του Ιωάννη, ιστόρησαν το παρεκκλήσι των Αγίων Πάντων στην Καλαμπάκα.

Ενδυμασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γυναικείες και ανδρικές καθημερινές φορεσιές χαρακτηρίζονται από τη λιτότητα των υφασμάτων και την απλότητα του διάκοσμου. Τα μόνα διακοσμητικά στοιχεία είναι τα κεντήματα της ποδιάς, του κεφαλόδεσμου και του σιγκουνιού.

Η καθημερινή γυναικεία φορεσιά αποτελείται από μάλλινη φούστα ή αμάνικο φόρεμα με κέντημα στον ποδόγυρο, μάλλινη ποδιά υφασμένη στον αργαλειό, κοντή ζακέτα (μπολκάκι), μάλλινες κάλτσες και τσαρούχια. Η ηλικία καθόριζε το χρώμα της φούστας : κρεμεζί στον ποδόγυρο για τις νέες, ανοιχτό μπλε για τις μέσης ηλικίας και σκούρο μπλε με τελείωμα βελούδο για τις ηλικιωμένες.

Η επίσημη ενδυμασία που φορούσαν οι γυναίκες σε γάμους και γιορτές αποτελείται από μακρύ σκουρόχρωμο φόρεμα μπροκάρ σε διάφορα χρώματα με μαύρο κέντημα, συγκούνι (σάρικα), το οποίο ανάλογα με την οικονομική κατάσταση είχε πλούσιο ή φτωχό κέντημα, μαύρη ποδιά κεντημένη με πολλά λουλούδια, ασημένια συρματερή ζώνη, λεπτές κεντημένες μάλλινες κάλτσες και λουστρίνι παπούτσι. Το κεφαλομάντηλο ήταν μαύρο, κεντημένο με κουκάκια (φουντίτσες από μεταξωτό νήμα) δεμένο με καρφοβέλονο ασημένιο ή χρυσό. Η ποδιά της νύφης την πρώτη μέρα του γάμου είναι από κρεπ σατέν και καταλήγει σε πλισέ, ενώ πάνω από αυτό ράβονται σε σειρές τρέσες από μεταξωτές δαντέλες.

Πολιτιστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουσική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μουσική παράδοση υπόκειται στους κανόνες της Ηπειρώτικης μουσικής. Τα τέσσερα βασικά μουσικά όργανα είναι το κλαρίνο, το βιολί, το λαούτο και το ντέφι. Η μουσική, το τραγούδι και ο χορός προσαρμόστηκαν και είναι άρρηκτα δεμένα με τον ορεινό χώρο και την επαγγελματική ιδιότητα.

Οι χαρακτηριστικότεροι χοροί των Καλαρρυτινών είναι του Γιανκώστα ή ΓιάννηΚώστα, αργός χορός, και ο Μπαλατσός, αργός στα τρία, ο οποίος χορεύεται κυρίως από άντρες που τραγουδούν όλοι στα βλάχικα ή στα ελληνικά. Κύριο χαρακτηριστικό των τραγουδιών και των χορών είναι οι αργοί και μακρόσυρτοι ήχοι, καθώς και οι αργοί και ποικίλοι βηματισμοί. Στα τραγούδια αρχίζουν οι γυναίκες και απαντούν οι άντρες.

Πανηγύρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το τριήμερο των Απόκρεω, ετοιμάζεται γεύμα και χορός στην πλατεία και για τη Σαρακοστή φασολάδα. Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας καίγεται ο Τέγος, ο καρνάβαλος του χωριού.

Το καλοκαίρι, γίνονται ξεχωριστά πανηγύρια με αφορμή τις θρησκευτικές γιορτές:

  • Της Ζωοδόχου Πηγής στην Κηπίνα. Το μοναστήρι γιορτάζει και μετά τη λειτουργία ακολουθεί πανηγύρι με παραδοσιακή μουσική. Συγκεντρώνονται πολλοί κάτοικοι από τα χωριά των Τζουμέρκων.
  • Της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου). Ο ναΐσκος βρίσκεται 6 χιλιόμετρα έξω από το χωριό, σε μια σπηλιά σε υψόμετρο 1750 μέτρων. Μετά τη λειτουργία ακολουθεί γλέντι στην περιοχή Λιβάδι. Το βράδυ της ίδιας μέρας το πανηγύρι μεταφέρεται στην πλατεία του χωριού, όπου συνεχίζεται και την επόμενη μέρα με τη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα.
  • Του Αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου). Στη γιορτή του Αγίου Νικολάου γίνεται λειτουργία στο ναό (εσπερινός, αρτοκλασία, λειτουργία).

Συνάντηση βλαχόφωνων κοινοτήτων της περιοχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάθε χρόνο, τον Ιούλιο, ανταμώνουν οι κάτοικοι πέντε βλαχόφωνων χωριών της περιοχής (Καλαρρύτες, Συρράκο, Παλαιοχώρι, Βαθύπεδο και Ματσούκι).

Το γλέντι γίνεται κάθε χρόνο εκ περιτροπής σε ένα από τα παραπάνω χωριά και διαρκεί 2 ημέρες. Συμμετέχουν οι κοινότητες και οι πολιτιστικοί σύλλογοί τους, με χορευτικά συγκροτήματα, παραδοσιακά δρώμενα και αναφορές στην ιστορία, τα ήθη και έθιμα των χωριών.

Αξιοθέατα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ολόκληρος ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί διατηρητέος, καθώς υπάρχουν πολλές παλιές παραδοσιακές κατοικίες, δείγματα της ηπειρωτικής αρχιτεκτονικής.

Στην πλατεία υπάρχει μια μαρμάρινη στήλη με ονόματα, όλων των επώνυμων κατοίκων του χωριού που διέπρεψαν στα γράμματα και στο εμπόριο (18ος και 19ος αιώνας). Ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρίας και πρωτεργάτες στην επανάσταση των Καλαρρυτών τον Ιούλιο του 1821.

Το παλιό δημοτικό σχολείο βρίσκεται πίσω από την πλατεία. Το διδακτήριο είναι των αρχών του 20ου αιώνα και αφού έπαψε να λειτουργεί ως σχολείο το 1981, ανακηρύχθηκε διατηρητέο οικοδόμημα και θα μετατραπεί σε μουσείο ιστορίας και λαογραφίας των Καλαρρυτών.

Κοινοτάρχες Καλαρρυτών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το 1883 ως το 1912 λειτουργούσε ο Δήμος Καλαρρυτών, που είχε υπαχθεί στο νομό Άρτας. Το 1925 ιδρύεται η Κοινότητα, η οποία αποσπάστηκε από το νομό Άρτας και υπήχθη στο νομό Ιωαννίνων. Το 2010 η Κοινότητα καταργήθηκε.

  • ...
  • 1987-1990 Σωτήριος Μπακαγιάννης
  • 1991- 1998 Νικόλαος Γκατζόγιας (επανεξελέγη το 1994 με ποσοστό 60,7%)
  • 1999-31 Δεκ. 2010 Χρήστος Κοταρέλας

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο περιηγητής W. Leak αναφέρει, το 1805, ότι οι κάτοικοι ψάρευαν την πέστροφα πετώντας άσβηστο ασβέστη που μεθούσε το ψάρι, οπότε αυτό ανέβαινε στην επιφάνεια, τακτική που σήμερα φυσικά είναι απαγορευμένη.
  2. Δείγμα μόνιμης εγκατάστασης κατοίκων στο χώρο είναι και η ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου, το 1480.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]