Γυπαετός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γυπαετός
Ενήλικος γυπαετός
Ενήλικος γυπαετός
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Αετόμορφα (Accipitriformes)
Οικογένεια: Αετίδες (Accipitridae)
Υποοικογένεια: Αετίνες (Accipitrinae) [2] [i]
Γένος: Γυπαετός (Gypaetus) (Storr, 1784) Μ
Είδος: G. barbatus
Διώνυμο
Gypaetus barbatus (Γυπαετός ο γενειοφόρος) [1]
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Gypaetus barbatus aureus
Gypaetus barbatus barbatus
Gypaetus barbatus meridionalis

Ο Γυπαετός είναι είδος γύπα, που απαντάται και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική του ονομασία είναι Gypaetus barbatus και περιλαμβάνει 3 υποείδη.[3] Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος G. b. aureus (Hablizl, 1783).[ii][3]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατινική λέξη barbatus σημαίνει, «γενειοφόρος» και, σχετίζεται με το χαρακτηριστικό πτίλωμα στο ράμφος του πτηνού που μοιάζει με γενειάδα.[4]

Η αγγλική ονομασία του είδους Lammergeier, προέρχεται από την αντίστοιχη γερμανική λέξη Lämmergeier, που σημαίνει «γεράκι των προβάτων» και, έχει τη ρίζα της στη λαϊκή πεποίθηση ότι ο γυπαετός επιτίθεται σε πρόβατα.[5]

Η ελληνική ονομασία γυπαετός, αντιστοιχεί στο γενικό παρουσιαστικό του πτηνού, δηλαδή κάτι μεταξύ αετού και γύπα. Επίσης, στο γεγονός ότι συνδυάζει τις συνήθειες του γύπα (πτωματοφάγος) με τη μεγαλοπρέπεια του αετού.[6]

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γυπαετός ανήκει στους γύπες του λεγόμενου Παλαιού Κόσμου για να υπάρχει διαχωρισμός από τους αντίστοιχους του Νέου Κόσμου, που ανήκουν στην οικογένεια Καθαρτίδες (Cathartidae). Όμως, τα γένη αυτών των δύο ομάδων είναι φυλογενετικά απομακρυσμένα μεταξύ τους και, αυτός ο διαχωρισμός είναι περισσότερο συμβατικός παρά ουσιαστικός. Τα μέλη των δύο κατηγοριών υπήρξαν διαδεδομένα τόσο στον Παλαιό Κόσμο όσο και στη Βόρεια Αμερική, κατά τη διάρκεια του Νεογενούς.

Οι γύπες του Παλαιού Κόσμου είναι πιθανώς μια πολυφυλετική ομάδα μέσα στην οικογένεια Accipitridae, με τα είδη Neophron percnopterus (Ασπροπάρης), Gypaetus barbatus (Γυπαετός) και Gypohierax angolensis να αποτελούν ξεχωριστά taxa.[7]

Γεωγραφική κατανομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περιοχές εξάπλωσης του είδους Gypaetus barbatus (με κόκκινο X σημειώνονται οι περιοχές που έχει επανεισαχθεί)

.

Ο γυπαετός έχει έντονα κατακερματισμένη, μη συνεχή γεωγραφική κατανομή σε όλο το εύρος των οικοτόπων του. Η ζώνη εξάπλωσής του έχει τα ανατολικά της όρια στην Ισπανία και τη Ν.Γαλλία (Πυρηναία) και τα δυτικά της στην Κ. Κίνα. Ενδιαμέσως, απαντάται σε αποκλειστικά ορεινές περιοχές, όπως στις Άλπεις, στην περιοχή του Καυκάσου, στην Κρήτη, στην Αραβική Χερσόνησο, στά όρη Ζάγκρος, στα Αλτάι και στα Ιμαλάια. Στην Αφρική, βρίσκεται στην οροσειρά του Άτλαντα, τα υψίπεδα της Αιθιοπίας και κάτω από το Σουδάν, μέχρι την κεντρική και τη βόρεια Κένυα και Τανζανία. Ένας απομονωμένος πληθυσμός κατοικεί στο Drakensberg της Νότιας Αφρικής.[8]

Ο γυπαετός, σε όλες τις περιοχές όπου βρίσκεται, είναι μόνιμος κάτοικος (επιδημητικός), με κάποιες μικρές εσωτερικές μετακινήσεις στην επικράτειά του, ανάλογα με την εποχή.

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γυπαετός είναι αρπακτικό, ταυτισμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου με τα βουνά, τα διάσπαρτα βράχια, τους γκρεμούς, τα βάραθρα, τα φαράγγια και τις χαράδρες. Συχνά, αυτές βρίσκονται κοντά σε αλπικού τύπου λιβάδια και ορεινά βοσκοτόπια, βραχώδεις ξεροπόταμους (όπως τα wadis στην Μέση Ανατολή), μεγάλου υψομέτρου στέπες και, περιστασιακά, γύρω από δάση. Φαίνεται να προτιμά έρημες, ή ελαφρά κατοικημένες περιοχές, όπου άλλα αρπακτικά, όπως λύκοι και χρυσαετοί, έχουν υγιείς πληθυσμούς, για να εισπράττει οστά ως «λάφυρα» από το κυνήγι τους. Επίσης, χρειάζεται τρεχούμενα νερά κοντά στην επικράτειά του.[9] Στην Αιθιοπία, συχνάζει πλέον σε σκουπιδότοπους στα περίχωρα των μικρών χωριών και πόλεων.

Παρά το γεγονός ότι, κατά καιρούς, κατεβαίνουν στα 300-600 μέτρα (λ.χ. στην Αιθιοπία), οι Γυπαετοί είναι σπάνιοι κάτω από το υψόμετρο των 1.000 μέτρων και, συνήθως κατοικούν πάνω από τα 2000 μέτρα σε ορισμένα τμήματα της περιοχής τους. Τις περισσότερες φορές βρίσκονται γύρω ή πάνω από τη γραμμή των δέντρων (αλπική ζώνη), κοντά στις κορυφές των βουνών, μέχρι και τα 2000 μέτρα στην Ευρώπη, τα 4500 μέτρα στην Αφρική και τα 5000 μέτρα στην κεντρική Ασία. Μπορούν και ζουν σε υψόμετρο 7300 μέτρων στο όρος Έβερεστ, ενώ έχουν παρατηρηθεί στην ίδια περιοχή να πετάνε περιστασιακά σε ύψος 7500-7800 μέτρων (!), που σημαίνει ότι είναι από τους πλέον χαρισματικούς ιπτάμενους ζωντανούς οργανισμούς του πλανήτη.[8][10][11].

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γυπαετός είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος γύπας και το μεγαλύτερο πτηνό της Ευρώπης [12] και, από τα μεγαλύτερα αρπακτικά πτηνά στον κόσμο. Μόνο ο Μαυρόγυπας είναι βαρύτερος από αυτόν. Τα φύλα, εκτός από μία μικρή διαφορά μεγέθους υπέρ των θηλυκών, είναι όμοια.[8][13] Από τα άτομα της Ευρασίας, τα ευρισκόμενα στην περιοχή των Ιμαλαΐων, τείνουν να είναι ελαφρά μεγαλύτερα από εκείνα άλλων περιοχών.[8]

  • Μήκος σώματος : (94-)110 έως 125(-150) εκατοστά.
  • Άνοιγμα πτερύγων: (210-)249 έως 277(-283) εκατοστά.
  • Βάρος: (4,5-) 5-7(-7,8 κιλά) [14][15]

Οι αναλογίες του -θεωρείται από τους ειδικούς-, ότι είναι εκείνες ενός γερακιού σε πολλαπλάσια κλίμακα.[8]

Ενήλικος γυπαετός

Οι εντυπωσιακές του διαστάσεις, το σχήμα της ουράς του κατά την πτήση και, -από κοντινότερη απόσταση- η χαρακτηριστική του γενειάδα, το καθιστούν ένα από τα ευκολότερα πτηνά στην αναγνώριση πεδίου.

Σε αντίθεση με τον Μαυρόγυπα και το Όρνιο, ο γυπαετός δεν έχει φαλακρό κεφάλι, που είναι σχετικά μικρό για τον όγκο του σώματός του, αν και ο λαιμός του είναι ισχυρός και παχύς. Έχει ένα γενικά επίμηκες, λεπτό σώμα, που μερικές φορές εμφανίζεται πιο «στρουμπουλό», λόγω της καμπουρωτής του στάσης.

Τα ενήλικα άτομα έχουν ως επί το πλείστον σκουρογκρίζο χρώμα, με τη ράχη να πλησιάζει στο γκρίζο-μπλε ή γκριζόμαυρο χρώμα. Η κάτω επιφάνεια έχει μεν υπόλευκο χρώμα, αλλά σπάνια θα το δει κανείς αυτό, διότι συνήθως αποκτά ένα πορτοκαλοκίτρινο χρώμα σκουριάς. Αυτό το χρώμα μπορεί να προέρχεται από τρίψιμο σε σκόνη ή, κολύμβηση και κύλισμα σε λασπώδες έδαφος, ή από την κατανάλωση πλούσιου σε μεταλλικά στοιχεία νερού.

Αυτό το καφετί-κρεμώδες χρώμα έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το πιο υπόλευκο μέτωπο, τη μαύρη λωρίδα στα μάτια και, κυρίως, τις χαρακτηριστικές σκληρές τρίχες (σμήριγγες) στο πηγούνι, κάτω από το ράμφος που, αποτελεί το βασικό διαγνωστικό του στοιχείο. Τα πρωτεύοντα ερετικά και τα πηδαλιώδη φτερά της ουράς είναι γκρίζα. Η ουρά κατά την πτήση, εμφανίζεται μακριά και έντονα σφηνοειδής, ενώ σε εμπρόσθια όψη, οι φτερούγες διατηρούνται σχεδόν ευθείες, με ελαφρά ανασηκωμένα τα άκρα τους.

Οι οφθαλμοί περιβάλλονται από χαρακτηριστικό κόκκινο σκληρωτικό δακτύλιο που, εν πολλοίς, αντανακλά τη διάθεση του πτηνού: όσο πιο εκνευρισμένο ή αγχωμένο είναι, τόσο πιό λαμπερός γίνεται ο δακτύλιος. Η ίριδα είναι κίτρινη.

Πτήση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η χαρακτηριστική φιγούρα ενός ενήλικου γυπαετού σε πτήση

Οι γυπαετοί είναι άριστοι αεροπόροι. Πετάνε με αρχοντικό, «ανέξοδο» τρόπο, εκμεταλλευόμενοι τα ανοδικά θερμικά ρεύματα, ενώ όταν χρειαστεί να φτεροκοπήσουν, οι κινήσεις τους είναι αργές και «βαθιές». Πολύ συχνά, μπορεί κάποιος να τους παρατηρήσει να γυροπετούν (soaring) στον οικότοπό τους, τα απότομα ψηλά βουνά και τις χαράδρες, ιδιαίτερα τις ζεστές μέρες, και να κερδίζουν ύψος μέσω των θερμικών στηλών αέρα που δημιουργούνται στο στενό αυτό περιβάλλον, χωρίς να κινούν τις φτερούγες τους.

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και οι άλλοι γύπες, ο γυπαετός τρέφεται με θνησιμαία (scavenger). Εκείνο, όμως, που τον χαρακτηρίζει είναι ότι, συνήθως περιφρονεί την πραγματική σάρκα, και στρέφεται κατά 85-90% στα οστά και τον μυελό τους! Στην πραγματικότητα, είναι το μόνο είδος πτηνών που ειδικεύεται στη συγκεκριμένη τροφή.[8] Είναι σε θέση να καταπιεί ολόκληρο οστό μέχρι το μέγεθος του μηρού ενός αρνιού,[16], ενώ το ισχυρό πεπτικό σύστημα του διαλύει γρήγορα ακόμα και μεγάλα κομμάτια (βλ. Φυσιολογία). Ε

Επιπλέον, μπορεί εύκολα να απογειωθεί μετά από ένα μεγάλο γεύμα, σε αντίθεση με τo Όρνιo που πρέπει πρώτα να χωνέψει την τροφή του. Πολλές φορές, όταν καταπίνει ένα μακρύ κόκκαλο, ενώ η μία άκρη του βρίσκεται έξω από το στόμα του, έχει αρχίσει η πέψη της άλλης άκρης που βρίσκεται στο στομάχι του.[17] Είναι παροιμιώδης η τεχνική του να πετάει από ψηλά μεγάλα οστά ή και ζωντανούς οργανισμούς (βλ. Ηθολογία).

Πορτρέτο ενήλικου γυπαετού

Ζωντανά θηράματα, σπάνια δέχονται επίθεση από τον γυπαετό, αλλά ίσως με μεγαλύτερη συχνότητα από τους άλλους γύπες.[8] Εκτός από χελώνες φαίνεται να έχει κάποια προτίμηση σε λαγούς,σκιουράκια, πέρδικες και περιστέρια, ενώ από τα μεγάλα θηλαστικά έχουν καταγραφεί επιθέσεις σε αιγοειδή (αίγαγροι, κατσίκια) ανάλογα με την αφθονία τους. Τις περισσότερες φορές, όμως, αυτά τα ζώα έχουν σκοτωθεί από τον αιφνιδιασμό τους και την πτώση τους από τις ορθοπλαγιές όπου κατοικούν, παρά από την ίδια την επίθεση του γυπαετού. Επίσης, πολλά μεγάλα ζώα σκοτώνονται όταν είναι νεαρά και ασταθή ακόμη στην ισορροπία, ή είναι ασθενικά και ετοιμοθάνατα.[8] Στα υψίπεδα της Αιθιοπίας μόνο, οι γυπαετοί έχουν προσαρμοστεί να ζουν σε μεγάλο βαθμό από τα ανθρώπινα σκουπίδια.

Φυσιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συνήθεια του γυπαετού να τρέφεται με οστά, προϋποθέτει και ανάλογη φυσιολογία στομάχου. Έχει αποδειχθεί, κατόπιν μετρήσεων, ότι το περιβάλλον του στομάχου ενός Γυπαετού είναι ισχυρότατα όξινο, με PH=1 (!) (του ανθρώπου σε φυσιολογικές συνθήκες έχει ΡΗ= 3-7), που σημαίνει πρακτικά ότι, ένα μεγάλο οστό μπορεί να διαλυθεί και να χωνευτεί μέσα σε ένα 24ωρο. Η υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος του μυελού των οστών, καθιστά την καθαρή ενεργειακή αξία του οστού σχεδόν τόσο υψηλή όσο αυτή του μυός, ακόμη και αν είναι το οστό δεν έχει πλήρως χωνευθεί. Ένας σκελετός αφημένος σε συνθήκες βουνού, αφυδατώνεται και προστατεύεται από βακτηριακή αποδόμηση και, έτσι, ο γυπαετός μπορεί να καταναλώσει το υπόλοιπο του σφαγίου, ακόμη και μήνες μετά την κατανάλωση των μαλακών μερών από άλλα αρπακτικά ζώα, προνύμφες ή βακτήρια.[18]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γυπαετός τρέφεται σε μια τεράστια περιοχή που βρίσκεται υπό την κυριαρχία του. Το ίδιο ισχύει και κατά την περίοδο αναπαραγωγής, και τα ζευγάρια μπορεί να ελέγχουν από 100 έως 400 τετραγωνικά χιλιόμετρα έκτασης (!) Η περίοδος αναπαραγωγής είναι μεταβλητή, ανάλογα με το υποείδος και τη γωγραφική περιοχή και μπορεί να κυμαίνεται από τον Δεκέμβριο μέχρι τον επόμενο Σεπτέμβριο στην Ευρασία (στην Ελλάδα Ιανουάριο με Φεβρουάριο), από Νοέμβριο-Ιούνιο στην ινδική υποήπειρο, από Οκτώβριο - Μάιο στην Αιθιοπία, ή και όλο το χρόνο στην Ανατολική Αφρική και Μάιο – Ιανουάριο στη Νότια Αφρική.[8] Παρόλο που ο γυπαετός είναι ένα μοναχικό πτηνό, ο δεσμός μεταξύ ενός ζεύγους αναπαραγωγής είναι συχνά σημαντικά στενός, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις, η πολυανδρία έχει καταγραφεί στο είδος. Οι «προγαμιαίες» τεχνικές προσέλκυσης του θηλυκού είναι εντυπωσιακές και, περιλαμβάνουν επίδειξη και εμπλοκή των γαμψωνύχων, σπειροειδείς και κάθετες εφορμήσεις κ.α.[8]

Η φωλιά είναι ένας μεγάλος σωρός από ξύλα που, όταν είναι καινούργια φτάνει το 1 μέτρο μήκος και 70 εκατοστά βάθος, ενώ με την επαναχρησιμοποίησή της καθε έτος, αποκτά τεράστιες διαστάσεις: έχουν μετρηθεί φωλιές με πλάτος 3 μέτρα και ύψος 2 μέτρα [19] λόγω των υπολειμμάτων τροφής και των σκουπιδιών που μαζεύονται εκεί μέσα σταδιακά. Συνήθως, οι φωλιές βρίσκονται σε σπηλιές και σε προεξοχές βράχων ή σε απότομες ορθοπλαγιές, έτσι είναι πολύ δύσκολο για τυχόν θηρευτές να έχουν πρόσβαση.[20] Συχνά, φτιάχνουν δύο και τρεις μεγάλες φωλιές ενώ γεννούν σε μία από αυτές.[17]

Η γέννα αποτελείται συνήθως από 1 έως 2 αυγά , με διαφορά μίας εβδομάδας το ένα από το άλλο, -αν και έχουν καταγραφεί μέχρι 3 αυγά σε σπάνιες περιπτώσεις-, τα οποία επωάζονται από το θηλυκό για 53 έως 60 ημέρες. Δυστυχώς, η διαφορά αυτή της μίας εβδομάδας, είναι αρκετή ώστε να επιβιώνει μόνο ο πρώτος νεοσσός. Μετά την εκκόλαψη, και οι δύο γονείς φέρνουν τροφή για 3 εβδομάδες περίπου, ενώ οι νεοσσοί -αν έχουν επιζήσει και οι δύο- μένουν για 100-130 ημέρες στη φωλιά, πριν αποκτήσουν φτέρωμα.[21] Εξαρτώνται από τους γονείς για τα επόμενα 2 χρόνια, ενώ αποκτούν το κανονικό φτέρωμα των ενηλίκων στα 5 με 7 χρόνια.

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Είναι παροιμιώδης η τεχνική του γυπαετού να σπάζει εκείνα τα οστά που, είναι πολύ μεγάλα για να καταποθούν ολόκληρα: κρατώντας τα με το ράμφος του, ανεβαίνει σε ύψος 50-150 μέτρων και τα αφήνει να πέσουν πάνω στα βράχια, οπότε αυτά σπάνε σε μικρότερα κομμάτια, ενώ ταυτόχρονα εκτίθεται το μεδούλι τους. Οι διαστάσεις των οστών μπορεί να φθάνουν τα 10 εκατοστά σε διάμετρο και τα 4 κιλά βάρος, ενώ έχουν παρατηρηθεί να μεταφέρουν οστά ίσου βάρους με το δικό τους σώμα.[8] Μετά την ρίψη των οστών, ο γυπαετός κατεβαίνει για να ελέγξει το αποτέλεσμα και, μπορεί να επαναλάβει την πράξη εάν αυτά δεν είναι επαρκώς ραγισμένα. Αυτή η τεχνική είναι, βέβαια, επίκτητη και απαιτεί εκτεταμένη πρακτική, με τα ανώριμα πουλιά να χρειάζονται έως και επτά χρόνια για να την κάνουν κτήμα τους.[22] Πιο σπάνια, έχουν παρατηρηθεί στο έδαφος να προσπαθούν να σπάσουν τα οστά (συνήθως μεσαίου μεγέθους), χτυπώντας τα απ'ευθείας στα βράχια.

Κεφάλι νεαρού γυπαετού

Την ίδια τεχνική χρησιμοποιούν και για να σπάσουν το κέλυφος από τις χελώνες, που δεν αποτελούν όμως προτεραιότητα για τον γυπαετό, όσο υπάρχει διαθέσιμη η κανονική τους τροφή. Αντίθετα, οι Χρυσαετοί χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο τέχνασμα πιο συχνά.[8]

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο γυπαετός, ακόμη και σε ικανοποιητικά επίπεδα πληθυσμού, τοπικά απειλείται. Απαντάται σε αποικίες που μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να φθάσουν σε ικανοποιητικά επίπεδα, με πιο συχνή την παρουσία του στην Αιθιοπία και ορισμένες περιοχές των Ιμαλαΐων. Είχε σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί από την Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά άρχισε εκ νέου, σε τοπικό επίπεδο και σε προστατευόμενες περιοχές, η αποκατάστασή του (Πυρηναία, Άλπεις, Ν.Γαλλία, Κορσική). Έχει επίσης μειωθεί σε τμήματα της Ασίας και της Αφρικής, αν και λιγότερο από ό, τι στην Ευρώπη.

Σήμερα οι κίνδυνοι προέρχονται κυρίως από τα δηλητήρια για κάποια άλλα σαρκοφάγα, την υποβάθμιση των οικοτόπων, την ενόχληση στις φωλιές, μειωμένη τροφοδοσία λόγω καλυτέρευσης των συνθηκών υγιεινής και τις συγκρούσεις με τις γραμμές μεταφοράς ενέργειας. Σε μερικές παραδοσιακού τύπου κοινωνίες, διώκονται αδικαιολόγητα, επειδή οι άνθρωποι φοβούνται ότι επιτίθενται σε παιδιά και κατοικίδια ζώα, ενώ είχε επίσης κυνηγηθεί ως τρόπαιο.[23]

Στην Ελλάδα, ο γυπαετός υπήρξε αρκετά κοινός μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, σε όλα τα απόκρημνα βουνά τόσο στην ενδοχώρα, όσο και στα νησιά ( Ταΰγετος, Χελμός, Κλεισούρα Μεσολογγίου, Λευκάδα, Ρόδος, κ.α.). Σήμερα έχει εξαφανιστεί από όλες αυτές τις περιοχές.Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα δηλητηριασμένα δολώματα, μια πραγματική μάστιγα, τα οποία έχουν αφανίσει ολόκληρους πληθυσμούς γυπών. Τα δολώματα τα οποία εξακολουθούν να τοποθετούνται, όπως χωρίς κανένα ενδοιασμό ομολογούν οι άνθρωποι της υπαίθρου, είναι η κυριότερη αιτία εξαφάνισης του γυπαετού από το προπύργιό του, τη Στερεά Ελλάδα. Έτσι, σήμερα αντικρίζουμε βουνά όπως ο Παρνασσός, η Γκιώνα και τα Βαρδούσια, εξαιρετικούς βιοτόπους του είδους να είναι εντελώς άδεια από γύπες.[17]

Ο κύριος όγκος του πληθυσμού βρίσκεται σήμερα στην Κρήτη, ενώ έχει γνωρίσει μια πρωτοφανή μείωση του πληθυσμού του, στην ενδοχώρα, με αποτέλεσμα από κοινό είδος των ελληνικών βουνών, τη δεκαετία του '80 να υπάρχουν μόνο 5-11 ζευγάρια, με μία επικράτεια στο Όρος Τζένα και ενδεχομένως άλλη μία στη νότια Πίνδο. Με λίγα λόγια, το είδος δεν έχει ελπίδες να συνεχίσει να πετάει στο μέλλον στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας.[17]

Ο συνολικός μικρός αριθμός τους, έχει κατατάξει τον γυπαετό, ειδικά στην Ελλάδα, στην κατηγορία Κινδυνεύοντα (Endangered E1) [24]

Μέτρα προστασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι γυπαετοί, , χρειάζονται ειδικά μέτρα διαχείρισης, όπως λεπτομερή πληθυσμιακή απογραφή, προστασία των χώρων φωλιάσματος, εγκατάσταση ταϊστρών κ.ο.κ. Το πρόγραμμα Life είναι σε εξέλιξη, αλλά είναι λίγα αυτά που μπορούν να γίνουν για τον γυπαετό στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ίσως η μόνη λύση να είναι , μετά από πολύ σοβαρή μελέτη και οργάνωση -και αφού γίνει κατορθωτό να εκλείψουν οι αιτίες της εξαφάνισης-, η επανεισαγωγή του. Τουλάχιστον, κάτι μπορεί να γίνει για το είδος στην Κρήτη.[17] Το είδος προστατεύεται νομικά (Παρ. 1 απόφασης 414985/1985 ΥΠΓΕ).[24]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο, ο γυπαετός απαντάται και με τις ονομασίες Οξυά (Ακαρνανία), Κλάρα (Παρνασσός, Ήπειρος), Μεγάλο Όρνιο, Κοκκαλάς (Κρήτη), Χαλιναράς (Ρόδος).[17][25]

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

i. ^  Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι το γένος Gypaetus, ανήκει στην ξεχωριστή υποοικογένεια Γυπαετίνες (Gypaetinae]] που, μαζί με την υποοικογένεια Γυπίνες (Aegypiinae), περιλαμβάνει τους γύπες του Παλαιού Κόσμου. Όμως, δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στοιχεία για την τεκμηρίωση αυτής της ταξινόμησης, γι’αυτό ακολουθείται η κατά Howard & Moore και ITIS άποψη, που αποτελούν τις εγκυρότερες επιστημονικές πηγές.

ii. ^  Στο συγκεκριμένο υποείδος συμπεριλαμβάνεται και το taxon haemachalanus . Η φυλή της Κ. Ασίας altaicus, μπορεί να αποδειχθεί μελλοντικά, ξεχωριστό taxon.[26]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΠΛ 5, 328
  2. Thiollay, 1994
  3. 3,0 3,1 Howard and Moore, p. 101
  4. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=barbatus
  5. Everett, Mike (2008)
  6. Κιόρτσης, σ. 312
  7. Lerner & Mindell, 2005
  8. 8,00 8,01 8,02 8,03 8,04 8,05 8,06 8,07 8,08 8,09 8,10 8,11 Ferguson-Lees, James; Christie, David A. (2001)
  9. Όντρια, σ. 75-6
  10. Gavashelishvili 1,2,3
  11. Bruce, Charles Granville (1923)
  12. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 72
  13. Beaman, Mark; Madge, Steve (1999)
  14. Bruun, p. 70
  15. Χανδρινός & Δημητρόπουλος, σ. 177
  16. "The Living Edens — Bhutan — Lammergeier Vulture". PBS. http://www.pbs.org/edens/bhutan/a_lv.htm. Retrieved 2011-05-30
  17. 17,0 17,1 17,2 17,3 17,4 17,5 http://www.ornithologiki.gr/page_cn.php?tID=2371&aID=35
  18. Houston, D.C. & Copsey, J.A. (1994)
  19. http://de.wikipedia.org/wiki/Bartgeier
  20. "The Living Edens — Bhutan — Lammergeier Vulture". PBS. http://www.pbs.org/edens/bhutan/a_lv.htm
  21. Harrison, p. 105
  22. "Lammergeier (video, facts and news)". Wildlife Finder. BBC. http://www.bbc.co.uk/nature/species/Bearded_Vulture. Retrieved 2011-05-29
  23. "Lammergeier". howstuffworks.com. Discovery Communications. 2008-04-22. Archived from the original on 12 July 2011. http://animals.howstuffworks.com/birds/lammergeier-info.htm. Retrieved 2011-05-29.
  24. 24,0 24,1 «Κόκκινο Βιβλίο», σ. 180
  25. Απαλοδήμος, σ. 32
  26. Howard and Moore, p. 101, note 3

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2001.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάνικα, τόμος 4, λήμμα «Γεράκι»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Γ. Χανδρινού-Α. Δημητρόπουλου, Αρπακτικά Πουλιά της Ελλάδας, εκδόσεις Ευσταθιάδη, Αθήνα, 1982.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • BirdLife International (2012). "Gypaetus barbatus". IUCN Red List of Threatened Species. Version 2012.1. International Union for Conservation of Nature. http://www.iucnredlist.org/apps/redlist/details/106003370. Retrieved 16 July 2012.
  • Ferguson-Lees, James; Christie, David A. (2001). Raptors of the World. Illustrated by Kim Franklin, David Mead, and Philip Burton. Houghton Mifflin. ISBN 978-0-618-12762-7. http://books.google.com/books?id=hlIztc05HTQC&lpg=PP1&pg=PP1. Retrieved 2011-05-29417.
  • Gavashelishvili, A.; McGrady, M. J. (2006). "Breeding site selection by bearded vulture (Gypaetus barbatus) and Eurasian griffon (Gyps fulvus) in the Caucasus". Animal Conservation 9 (2): 159–170. doi:10.1111/j.1469-1795.2005.00017.x. (Gavashelishvili 1)
  • Gavashelishvili, A.; McGrady, M. J. (2006). "Geographic information system-based modelling of vulture response to carcass appearance in the Caucasus". Journal of Zoology 269 (3): 365–372. doi:10.1111/j.1469-7998.2006.00062.x. (Gavashelishvili 2)
  • Gavashelishvili, A.; McGrady, M. J. (2007). "Radio-satellite telemetry of a territorial Bearded Vulture Gypaetus barbatus in the Caucasus". Vulture News 56: 4–13. (Gavashelishvili 3)
  • Bruce, Charles Granville (1923). The assault on Mount Everest 1922. London: Longmans, Green and Co. http://www.archive.org/details/assaultonmountev00bruc.
  • Beaman, Mark; Madge, Steve (1999). The Handbook of Bird Identification for Europe and the Western Palearctic. Princeton University Press. ISBN 978-0-691-02726-5.
  • "The Living Edens — Bhutan — Lammergeier Vulture". PBS. http://www.pbs.org/edens/bhutan/a_lv.htm. Retrieved 2011-05-30.
  • Houston, D.C. & Copsey, J.A. (1994). "Bone Digestion and Intestinal Morphology of the Bearded Vulture" (PDF). J. Raptor Res. (Raptor Research Foundation) 28 (2): 73–78. Archived from the original on 14 June 2011. http://elibrary.unm.edu/sora/jrr/v028n02/p00073-p00078.pdf. Retrieved 2011-07-24.
  • Everett, Mike (2008). "Lammergeiers and lambs". British Birds 101 (4): 215.
  • Lerner, Heather R. L.; Mindell, David P. (2005). "Phylogeny of eagles, Old World vultures, and other Accipitridae based on nuclear and mitochondrial DNA". Molecular Phylogenetics and Evolution 37 (2): 327–346. doi:10.1016/j.ympev.2005.04.010. ISSN 1055-7903. PMID 15925523. http://www-personal.umich.edu/~hlerner/LM2005.pdf. Retrieved 31 May 2011.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons Τα Κοινά έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα Gypaetus barbatus.
Commons Gypaetus barbatus, σχετικές πληροφορίες στα Βικιείδη.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Bearded Vulture της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).