Συκοφάγος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Συκοφάγος
Αρσενικός συκοφάγος
Αρσενικός συκοφάγος
Κατάσταση διατήρησης
Status iucn3.1 LC el.svg
Ελαχίστης Ανησυχίας (IUCN 3.1) [1]
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Στρουθιόμορφα (Passeriformes)
Οικογένεια: Οριολίδες ή Χλωριονίδες (Oriolidae)
Γένος: Ορίολος ή Χλωρίων (Oriolus) (Brisson, 1760)
Είδος: O. oriolus (συκοφάγος)
Διώνυμο
Oriolus oriolus (Ορίολος ο κοινός)
Linnaeus, 1758
Υποείδη

Oriolus oriolus kundoo
Oriolus oriolus oriolus

Ο συκοφάγος είναι πτηνό της οικογενείας των Οριολιδών (Χλωριονιδών), που απαντάται στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Oriolus oriolus και περιλαμβάνει 2 υποείδη.[2]

Στην Ελλάδα απαντάται το υποείδος Oriolus oriolus oriolus (Linnaeus, 1758).[2]

Ονοματολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τη λατινική ονομασία του γένους oriolus, υπάρχουν δύο εκδοχές προέλευσης: σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, πιθανόν να προέρχεται από την επίσης λατινική λέξη auriolus (auriolus, auriola, auriolum), με αντικατάσταση του προθήματος au-από το o-. Η λέξη auriolus σημαίνει «χρυσός», «φτιαγμένος από χρυσό», ή «χρυσόχρωμος», -αλλά και «όμορφος», «μεγαλοπρεπής»- με αναφορά στο χαρακτηριστικό κίτρινο χρώμα του αρσενικού.[3]

Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, η λέξη έχει καθαρά «ηχητικές» ρίζες και, προέρχεται από το χαρακτηριστικό κάλεσμα του πτηνού που μοιάζει με τη λέξη or-i-ole. Πιθανολογείται ότι αυτό προτάθηκε από τον θεολόγο, φιλόσοφο και φυσιοδίφη Αλβέρτο τον Μεγάλο (Albertus Magnus), γύρω στο 1250.

Η ελληνική του ονομασία οφείλεται -λανθασμένα- στη συνήθειά του να τρέφεται με σύκα, κάτι που γίνεται μόνο σε περιοχές όπου υπάρχουν τα συγκεκριμένα δένδρα, ενώ δεν αποτελούν το κύριο μέρος της διατροφής του (βλ. Τροφή).

Συστηματική Ταξινομική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το είδος περιγράφηκε από το Λινναίο, το 1758, ως Coracias oriolus.[4] Η ταξινομική του παρουσιάζει το πρόβλημα, εάν το υποείδος Oriolus oriolus kundoo θα πρέπει να αναβαθμιστεί στο είδος Oriolus kundoo, λόγω μορφολογικών, φωνητικών και γεωγραφικών κριτηρίων.[5] Ωστόσο, το συγκεκριμένο taxon δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στις λίστες της IUCN και της ITIS, οπότε, στο παρόν λήμμα εξακολουθείται να αντιμετωπίζεται ως υποείδος.[2]

Γεωγραφική κατανομή του υποείδους O. ο. oriolus Κόκκινο: Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής Ροζ: Περιοχές διαχείμασης

Γεωγραφική κατανομή υποειδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συκοφάγος είναι ένα πλήρως μεταναστευτικό είδος του Παλαιού Κόσμου, ερχόμενο στην ευρωπαϊκή ήπειρο τα καλοκαίρια για να αναπαραχθεί και, μεταναστεύει στην Αφρική (ή στην Ινδία, ανάλογα με το υποείδος) για να διαχειμάσει.

Αρ. Υποείδος Καλοκαιρινές περιοχές αναπαραγωγής Περιοχές διαχείμασης
1 Oriolus oriolus kundoo Ασία (Πακιστάν, Ουζμπεκιστάν, Τουρκμενιστάν, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Αφγανιστάν, Νεπάλ, Β Ινδία Επιδημητικό σε μεγάλο ποσοστό της επικρατείας του με τοπικές μετακινήσεις και διαχείμαση, μέχρι Ν Ινδία. Πιθανότατα θα αναβαθμιστεί σε ξεχωριστό είδος
2 Oriolus oriolus oriolus Ευρώπη πλην Ιρλανδίας, Ισλανδίας, Β Σκανδιναβίας, Β Αφρική, Δ και ΔΚ Ασία προς Μογγολία και Δ Κίνα Κ, Α και Ν Αφρική

Πηγές:[6][7] (σημ. με έντονα γράμματα το υποείδος που απαντάται στον ελλαδικό χώρο

Μεταναστευτική συμπεριφορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θηλυκός συκοφάγος

Ο συκοφάγος είναι πλήρως μεταναστευτικό πτηνό, εκτός από την περίπτωση του ινδικού υποείδους που είναι σε μεγάλο ποσοστό επιδημητικό και, προτιμάει την τοπική μετακίνηση εντός των ορίων επικρατείας του. Στην κεντρική Ευρώπη, είναι ένα πουλί αναπαραγωγής των πεδινών περιοχών και συνήθως λείπει από τις χαμηλές οροσειρές, και σε μεγάλο βαθμό από τις Άλπεις. Σπάνια απαντάται πάνω από τα 600 μέτρα, με το υψηλότερο ρεκόρ αναπαραγωγής να βρίσκεται στην Ελβετία στα 1.160 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, όπου φωλιές βρέθηκαν στα 730 μέτρα.

Τυχαίοι, περιπλανώμενοι επισκέπτες έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων από την Ισλανδία, και την Ιρλανδία, το Μάλι, το Κονγκό[χρειάζεται αποσαφήνιση], τη Μαδαγασκάρη και τις Σεϋχέλλες.[1]

Στην Ελλάδα ο συκοφάγος -όπως σε όλη την Ευρώπη- έρχεται για να φωλιάσει το καλοκαίρι, κυρίως στη βόρεια χώρα, αλλά απαντώνται και διαβατικά άτομα κατά τις μεταναστεύσεις.[8][9]

Βιότοπος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συκοφάγοι απαντώνται σε ένα ευρύ φάσμα ενδιαιτημάτων. Στη δυτική Ευρώπη προτιμούν ανοιχτά δάση πλατύφυλλων και φυτείες, λόχμες, παραποτάμια ή βαλτώδη αλλουβιακά δάση, οπωρώνες, μεγάλους κήπους. Στην ανατολική Ευρώπη μπορεί να μένουν περισσότερο στα δάση, μικτά ή κωνοφόρων, ενώ αποφεύγουν συνήθως γυμνούς από δένδρα οικοτόπους, π.χ. χωράφια και λιβάδια,[10] αν και αναζητούν εκεί την τροφή τους. Στα μέρη διαχείμασης απαντώνται σε ημι-άνυδρες ή λίγο υγρές δασικές εκτάσεις, σε ψηλά και παραποτάμια δάση, στη σαβάνα, ή εκτάσεις με συνδυασμό δάσους και σαβάνας,[5] ελαιώνες, αμπελώνες και οάσεις.

Στην Ελλάδα, απαντώνται σε δάση φυλλοβόλων και κωνοφόρων, περιοχές με διάσπαρτα δένδρα, άλση και αλσύλλια.[8]

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συκοφάγος εμφανίζει έντονο φυλετικό διμορφισμό, με το αρσενικό να διαφέρει αρκετά από το θηλυκό στο χρωματισμό του πτερώματος, στοιχείο που το καθιστά εύκολα αναγνωρίσιμο στην παρατήρηση πεδίου, αν και είναι δύσκολο να εντοπιστεί ανάμεσα στα ψηλά φυλλώματα, ιδιαίτερα το θηλυκό και τα νεαρά άτομα.[11]

Το αρσενικό είναι, κατ’ ουσίαν, το μοναδικό πτηνό με τους συγκεκριμένους κοντράστ χρωματισμούς που μπορεί να συναντήσει κανείς στα συγκεκριμένα ενδιαιτήματα. Έχει έντονο κίτρινο χρώμα, τόσο στην άνω όσο και στην κάτω επιφάνεια του σώματός του, που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις μαύρες πτέρυγες και την ουρά. Συγκεκριμένα, τα πρωτεύοντα ερετικά πτερά είναι μαύρα, αλλά τα καλυπτήριά τους είναι μαύρα στη βάση τους και κίτρινα στην άκρη. Τα δευτερεύοντα και τριτεύοντα ερετικά, όσο και τα καλυπτήριά τους είναι μαύρα. Η ουρά έχει τα κεντρικά πηδαλιώδη μαύρα, ενώ τα πλαϊνά έχουν μαύρη βάση και κίτρινη άκρη. Το στήθος και η κοιλιακή χώρα είναι κατακίτρινα. Επίσης, διαθέτει μαύρη λωρίδα στους οφθαλμούς, από τη βάση του ράμφους μέχρι το πίσω μέρος τους.[12]

Στα θηλυκά φαίνεται ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει τους «κλασικούς» χρωματισμούς του θηλυκού και η δεύτερη ενδιάμεσους χρωματισμούς μεταξύ θηλυκού και αρσενικού. Η πλειοψηφία των θηλυκών διαθέτει -στις αντίστοιχες κίτρινες περιοχές της άνω επιφανείας των αρσενικών- ελαιοπράσινους χρωματισμούς (όχι κίτρινους), με τα πρωτεύοντα ερετικά των πτερύγων και των πηδαλιωδών της ουράς να είναι σταχτοπράσινα (όχι μαύρα) και αντίστοιχες υποκίτρινες (όχι κίτρινες) περιοχές. Στο στήθος, οι χρωματισμοί είναι υπόλευκοι-ελαιοπράσινοι (όχι κίτρινοι) με αχνές μαυριδερές ραβδώσεις που, όσο νεαρότερο είναι το άτομο, τόσο πιο έντονοι είναι. Η λωρίδα στην περιοχή των οφθαλμών είναι αχνή μαυριδερή (όχι μαύρη). Τα θηλυκά της δεύτερης κατηγορίας έχουν τους χρωματισμούς εκείνων της πρώτης, αλλά πιο σκούρους.[12]

Το ράμφος έχει κοκκινωπό-κεραμιδί χρώμα σε όλες τις περιπτώσεις.

  • Μήκος σώματος: (22-)24(-25)εκατοστά
  • Άνοιγμα πτερύγων: 44 έως 47 εκατοστά
  • Βάρος: 65 έως 67 γραμμάρια [13]

Τροφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο συκοφάγος τρέφεται τόσο με φυτική όσο κα με ζωική ύλη και, συγκεκριμένα, με έντομα (κυρίως κάμπιες και πεταλούδες) και ζαχαρούχα, γλυκά φρούτα, όπως κεράσια και διάφορα σωροκάρπια (berries). Βέβαια, όταν υπάρχουν στη διάθεσή του, καταναλώνει και σύκα αλλά στο μεγαλύτερο μέρος της επικρατείας του στην Ευρώπη, δεν υπάρχει ο συγκεκριμένος καρπός, οπότε η ονομασία του δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στις διατροφικές του συνήθειες. Την τροφή τους αναζητούν στα φυλλώματα των δένδρων και, πολύ σπάνια, στο έδαφος.[14]

Ηθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρσενικός συκοφάγος

Ο συκοφάγος έχει αρκετά κρυπτική (secretive) συμπεριφορά που, σε συνδυασμό με το πτέρωμά του και τη συνήθειά του να περιφέρεται στα ψηλά φυλλώματα των δένδρων, κοντά στο θόλο τους (canopy), τον κάνουν αρκετά δύσκολο να παρατηρηθεί. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, «προδίδεται» από το χαρακτηριστικό «φλαουτοειδές» του κάλεσμα, που είναι πολύ ιδιαίτερο και, με αρκετή φαντασία, ακούγεται σαν την αγγλική του ονομασία (o-ri-ole). Το θηλυκό και τα νεαρά άτομα, είναι εξαιρετκά δύσκολο να τα δει κανείς, εκτός εάν έχει εντοπιστεί η χαρακτηριστική φωλιά τους (βλ. Αναπαραγωγή). Πάντως είναι μοναχικό στη συμπεριφορά του και, συνήθως κινείται μόνο του μέσα στα φυλλώματα, ενώ το πέταγμά του είναι «κυματιστό» (undulating), όπως πολλών δασόβιων στρουθιόμορφων.[11]

Αναπαραγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι συκοφάγοι αναπαράγονται κυρίως από το Μάιο μέχρι τον Ιούνιο, με την περίοδο φωλιάσματος να διαφέρει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Η ωοτοκία, τις περισσότερες φορές πραγματοποιείται εφάπαξ, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να επαναληφθεί ακόμη μία φορά μέσα στην αναπαραγωγική περίοδο.[15]

Η φωλιά είναι μία χαρακτηριστική καλαθοειδής κατασκευή που, σχεδόν πάντοτε, στηρίζεται στους δύο κλάδους μιας διχάλας κάθετης στον κορμό ενός δένδρου, με τα χείλη της να προσαρμόζονται εξαιρετικά γερά στους οριζόντιους κλάδους και, ο πυθμένας της να βρίσκεται στον αέρα. Κατασκευάζεται από το θηλυκό και αποτελείται από λωρίδες φλοιού δένδρων, μικρά επιμήκη κλαδάκια, μαλλί, ή οποιοδήποτε παρόμοιο ινοειδές, μακρόστενο υλικό που να μπορεί να υφανθεί. Δηλαδή το θηλυκό περνάει δεξιοτεχνικά -κατ’ουσίαν υφαίνει- την πρώτη ύλη πάνω και κάτω από τους οριζόντιους στηρικτικούς κλάδους της διχάλας και, κατόπιν μέσα από το ίδιο το σώμα της φωλιάς, κατά τέτοιο τρόπο που η φωλιά είναι αδύνατον να αποκολληθεί και μοιάζει με ένα καλάθι ενσωματωμένο στο δένδρο. Το υλικό επίστρωσης αποτελείται από λεπτότερα στοιχεία, όπως μαλλί, χαρτί και κορυφές από γρασίδι.[15]

Η γέννα αποτελείται από 3-4, σπάνια 6 αυγά. Η επώαση πραγματοποιείται και από τα δύο φύλα, κυρίως όμως από το θηλυκό και, διαρκεί 14-15 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι φωλεόφιλοι, σιτίζονται και επιτηρούνται και από τους δύο γονείς για 14-15 ημέρες, οπότε εγκαταλείπουν τη φωλιά.[15]

Η χαρακτηριστική φωλιά του Συκοφάγου

Στην Ελλάδα, ο συκοφάγος έρχεται -όπως σε όλη την Ευρώπη- τα καλοκαίρια (συνήθως μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου) για να αναπαραχθεί, κυρίως στη βόρεια χώρα, μπορεί όμως να παρατηρηθεί σε όλη την επικράτεια.[8][9]

Oriolus oriolus

Κατάσταση πληθυσμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πληθυσμοί του είδους στην Ευρώπη είναι γενικά σταθεροί, με τάσεις ελάχιστα αυξητικές, από το 1982 (p <0,01), με βάση τα προσωρινά στοιχεία για 21 χώρες από την Πανευρωπαϊκή Προγράμματος Παρακολούθησης Κοινών Πουλιών (EBCC / RSPB / BirdLife / Στατιστική Ολλανδία.

Το είδος δεν φαίνεται να κινδυνεύει από κάποια συγκεκριμένη απειλή, γι’αυτό η IUCN έχει χαρακτηρίσει το είδος ως Ελαχίστης Ανησυχίας (LC) [1]

Άλλες ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον ελλαδικό χώρο o συκοφάγος απαντάται και με τις ονομασίες Συκοφαγάς, Συκάς, Συκαλάς, Κιτρινοπούλι, Κιτρινοπούλα (Κυκλάδες), Σοχλαίος (Ταΰγετος), Κλορκός (Κύπρος) [16], Συκολόγος.[17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 BirdLife International (2012). Oriolus oriolus στην Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN. Έκδοση 2013.2. Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης (IUCN). Ανακτήθηκε 29 Μαρτίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 Howard and Moore, p. 487
  3. http://www.archives.nd.edu/cgi-bin/wordz.pl?keyword=oriolus
  4. http://ibc.lynxeds.com/species/eurasian-golden-oriole-oriolus-oriolus
  5. 5,0 5,1 Walther
  6. Howard and Moore, p. 756-7
  7. BirdLife International and NatureServe (2012). «Melanocorypha calandra: Χάρτης γεωγραφικής κατανομής». IUCN. http://maps.iucnredlist.org/map.html?id=22706382. Ανακτήθηκε στις 29 Μαρτίου 2014. 
  8. 8,0 8,1 8,2 Όντρια, σ. 157
  9. 9,0 9,1 Κόκκινο Βιβλίο, σ. 161
  10. Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα)
  11. 11,0 11,1 Bruun, p. 212
  12. 12,0 12,1 http://www.ibercajalav.net/img/400_GoldenOrioleOoriolus.pdf
  13. Perrins, p. 184
  14. Heinzel et al, p. 328
  15. 15,0 15,1 15,2 Harrison, p. 314
  16. Απαλοδήμος, σ. 53
  17. Νέα Εγκυκλοπαιδεία, εκδ. Μαλλιάρης- Παιδεία, 2006, τ. 19, σελ. 48.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Howard and Moore, Checklist of the Birds of the World, 2003.
  • Collin Harrison, Nests, Eggs and Nestlings Of British and European Birds, Collins, 1988.
  • Christopher Perrins, Birds of Britain and Europe, Collins 1987.
  • Bertel Bruun, Birds of Britain and Europe, Hamlyn 1980.
  • Hermann Heinzel, RSR Fitter & John Parslow, Birds of Britain and Europe with North Africa and Middle East, Collins, 1995
  • Πάπυρος-Λαρούς Μπριτάνικα, τόμος 55, λήμμα «συκοφάγος»
  • Ιωάννη Όντρια, Πανίδα της Ελλάδας, τόμος Πτηνά.
  • Ιωάννη Όντρια, Συστηματική Ζωολογία, τεύχος 3.
  • Ντίνου Απαλοδήμου, Λεξικό των ονομάτων των πουλιών της Ελλάδας, 1988.
  • «Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλουμένων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας, Αθήνα 1992»
  • Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα 2002
  • IUCN Red List: http://www.iucnredlist.org/
  • Walther, B; Jones, P (2008). "Family Oriolidae (Orioles and Figbirds)]". In Josep, del Hoyo; Andrew, Elliott; David, Christie. Handbook of the Birds of the World. Volume 13, Penduline-tits to Shrikes. Barcelona: Lynx Edicions. pp. 692–723. ISBN 978-84-96553-45-3