Μουριά (φυτό)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μουριά
Λευκή μουριά
Λευκή μουριά
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Φυτά (Plantae)
Συνομοταξία: Αγγειόσπερμα (Magnoliophyta)
Ομοταξία: Δικοτυλήδονα (Magnoliopsida)
Τάξη: Κνιδώδη (Urticales)
Οικογένεια: Μορεοειδή (Moraceae)
Γένος: Μορέα (Morus)
L.
Είδη

Δείτε κείμενο

Η μουριά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο φυτό το οποίο κατά το σύστημα Κρόνκουιστ ανήκει στην τάξη των Κνιδωδών (Urticales) και στην οικογένεια των Μορεοειδών (Moraceae) με 10 είδη φυλλοβόλων δέντρων αλλά και θάμνων.

Καταγωγή & μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιθαγενές φυτό της Βόρειας Αμερικής και της Ασίας. Ο κορμός του δέντρου περιέχει ένα γαλακτώδες υγρό σε άφθονη ποσότητα, πράγμα που γίνεται εμφανές όταν το δέντρο τραυματιστεί. Τα φύλλα της είναι οδοντωτά μεγάλα σε σχήμα καρδιάς. Τα άνθη της είναι μονογενή με απλό περιάνθιο και μονόχωρη ωοθήκη που αποτελείται από δύο συνήθως καρπόφυλλα, διατάσσονται δε σε αρσενικές και θηλυκές ταξιανθίες. Ο καρπός της μουριάς είναι το μούρο.

Τα σημαντικότερα είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Έχει λευκούς και μερικές φορές κόκκινους καρπούς. Καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις στην Κίνα κυρίως για τα φύλλα της που δίνονται τροφή στους μεταξοσκώληκες και για την καλή ποιότητας ξυλεία που παράγει. Αξιοσημείωτο είναι ότι σπάνια βρίσκεις αυλή εκεί, χωρίς μια μουριά. Φτάνει στο ύψος τα 15 μέτρα, τα κλαδιά της απλώνονται και ο φλοιός της είναι χρώματος γκρίζου. Εγκλιματίστηκε στην Ευρώπη, όπου έφτασε το 12ο αιώνα μ.Χ., και υπάρχει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Είναι καλλωπιστικό δέντρο και δίνει πολύ πλούσια σκιά.

Το ύψος της φτάνει τα 10 μέτρα και η καταγωγή της είναι από το Ιράν. Είναι το πιο κοινό είδος μουριάς και εξαπλώθηκε παγκοσμίως πολύ γρήγορα. Από το 15ο αιώνα μ.Χ. την καλλιεργούσαν στην Ιταλία και τα φύλλα της δίνονταν τροφή στους μεταξοσκώληκες. Όμως επειδή τα φύλλα της λευκής μουριάς θεωρούνται σαν καλλίτερη τροφή, γρήγορα αντικαταστάθηκε από αυτή. Σήμερα καλλιεργείται κυρίως για τον καρπό της που είναι ο πιο νόστιμος από όλα τα είδη. Η ξυλεία της είναι καλής ποιότητας και εύκολα επεξεργάσιμη. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή αγροτικών εργαλείων, πασσάλων, στην επιπλοποιία και στην κατασκευή βαρελιών.

Ψηλό δέντρο, μπορεί να ξεπερνά και τα 20 μέτρα σε ύψος. Καλλιεργείται για τους καρπούς της και την ξυλεία της.

  • ρωσική μουριά (Μορέα η λευκή ποικ. η ταταρική - Morus alba var. tatarica).

Ανήκει στο ίδιο είδος με τη λευκή, όμως είναι ιδιαίτερα ανθεκτική στις χαμηλές θερμοκρασίες. Βρίσκεται σε πολλές περιοχές της βόρειας Ευρώπης.

Το ψηλότερο από όλα τα είδη· φτάνει τα 30 μέτρα ύψος, βρίσκεται δε στις περιοχές της κεντρικής Αφρικής. Δίνει πλούσια σκιά και καλής ποιότητας ξυλεία γνωστή με την ονομασία ντιφού. Βαρύ, σκληρό και πολύ ανθεκτικό ξύλο, χρησιμοποιείται στην κατασκευή πατωμάτων ποιότητας, στις οικοδομές και στην κατασκευή ισχυρών δοκαριών στήριξης. Κατεργάζεται εύκολα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή ξύλινων παιχνιδιών και ξυλόγλυπτων.

Υπάρχουν ακόμη ποικιλίες που δεν παράγουν καθόλου καρπούς (στείρες) και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για καλλωπιστικούς σκοπούς σε δρόμους, πάρκα κ.λ.π. Αυτά τα είδη που ξεχωρίζουν από τα υπερμεγέθη φύλλα τους είναι πολύ διαδεδομένα και στην Ελλάδα. Πολλαπλασιάζονται αποκλειστικά με εμβολιασμό.

Ονομασίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μουρνιά στο Μιλλιαράδω Ηρακλείου

Στην Κρήτη η μουριά λέγεται μουρνιά, στην Άρτα σκαμνιά ενώ στην Κύπρο και στην Ικαρία συκαμινιά

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • μούρο: ο καρπός της μουριάς.