Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Βιογραφίκα Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Λιθογραφία, Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier, Τυπ. P. Simonau, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1826.

Η καταγωγή του και η δράση του κατά την νεανική του ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς (Hurşid Ahmed Pasha, ή Χουρσίτ Αχμέτ Πασάς, Ahmad Khurshid Pasha (Arabic: أحمد خورشيد باشا‎) ο επιλεγόμενος Χουζιρέτ ήταν καυκάσιος γενίτσαρος που γεννήθηκε στην σημερινή Γεωργία. Υπήρξε υψηλόβαθμος αξιωματούχος, στρατηγός (σερασκέρης) και Μέγας Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χάριν ευνοίας του σουλτάνου Μαχμούτ Β'. Θεωρούνταν γιος ορθόδοξου ιερέα που είχε εξισλαμιστεί. Στην ελληνική ιστορία έγινε γνωστός από την ανάμιξή του στα πρώτα στάδια της Ελληνικής επανάστασης. Πέθανε στις 30 Νοεμβρίου 1822. Η ζωή του μοιάζει με παραμύθι. Καταγόταν από τη Γεωργία του Καυκάσου και είχε χριστιανούς γονείς. Ήταν φτωχό λαϊκό παιδί και σε πολύ νεαρή ηλικία πουλήθηκε ως δούλος στον Γαζή Χασάν πασά. Εξισλαμίστηκε σε νεαρή ηλικία και από νωρίς εντάχθηκε στο στρατό και κατατάχθηκε στο σώμα των Γενιτσάρων, όπου χάρη στις ικανότητες του γρήγορα διακρίθηκε. Με την υποστήριξη του Ζαζή Χασάν Πασά προόδευσε τόσο που αργότερα όχι μόνο έγινε ο ίδιος πασάς μα και μεγάλος βεζίρης. Με την εύνοια του φίλου του ναυάρχου Κουτσούκ Χουσείν Πασά τοποθετήθηκε πολύ νέος σε δημόσια υπηρεσία και διορίσθηκε τοποτηρητής του. Ο Τρικούπης στην ιστορία του αναφέρει πως ήταν άνθρωπος «μεγαλοπρεπής ως Σουλτάνος, σκληρόκαρδος, πολυδάπανος ως ουδείς άλλος των ηγεμόνων της Πελοποννήσου και τρόμον τοις υπ’ αυτόν εμπνέων... Ο άγριος χαρακτήρ του νέου τούτου ηγεμόνος, η αιμοβόρος διάθεσίς του και η δραστηριότης του διέσπειραν τόσον φόβον, ώστε η Πελοπόννησος ή δεν θα εκινείτο καθ όλην την διάρκειαν της ηγεμονίας του ή αν εκινείτο θ’ απετύγχανεν αφεύκτως παρόντος αυτού».[1][2][3]

Οι δράσεις του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτρέτο του Σουλτάνου Μαχμούτ Β' 1830

Αφού απέκτησε την εύνοια του Σουλτάνου Μαχμούτ Β' κατέλαβε ανώτατα αξιώματα. Έδρασε στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο. Έχοντας την εύνοια και του Μεχμέτ Χοσρέφ πασά, ο Χουρσίτ προήχθη σε πασά το 1803, επί Σουλτάνου Σελίμ Γ΄. Διορίσθηκε δε αντιβασιλέας και βεζύρης του Καΐρου και κατάφερε να δαμάσει Τούρκους, Μαμελούκους και Σκυπέταρους που με λυσσασμένους πολέμους προκαλούσαν δεινά στην Αίγυπτο. Μετά την δολοφονία του Πασά , στάλθηκε από τον Σελίμ Γ΄ στην Αίγυπτο για να καταστείλει την εκεί εξέγερση που βρισκόταν σε εξέλιξη μετά την αποχώρηση των Γάλλων. Για τον σκοπό αυτό το 1804 διορίσθηκε αντιβασιλέας και Βεζίρης του Καΐρου και στην θέση αυτή παρέμεινε έως την 21 Οκτωβρίου 1806. Έχοντας καταστείλει την εξέγερση των Μαμελούκων στην Αίγυπτο τον Οκτώβριο του 1806, διορίζεται από τον σουλτάνο Βαλής της Ρούμελης. Τον Ιούλιο του 1808 μετατίθεται από τον νέο σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ στην Σατραπεία του Χαλεπίου.

Η δράση του στην Αίγυπτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργότερα, τον Μάρτιο του 1809 στάλθηκε στην Σερβία για να καταπνίξει την εξέγερση του Καραγιώργη και συνέχισε τον αγώνα έως το 1813. Την ίδια χρονιά διορίστηκε βεζίρης της Βοσνίας. Το 1812 διορίστηκε Μέγας Βεζίρης μέχρι και το 1813, όταν ηγήθηκε εκστρατείας όπου και κατέστειλε βίαια τις υπό του Μίλος Ομπρένοβιτς σερβικές εξεγέρσεις. Μετά την καταστροφή που υπέστη ο Σερβικός στρατός από τους Οθωμανούς στην πόλη Νις, ο Χουρσίτ Αχμέτ Πασάς, για να εκφοβίσει τους άλλους Σέρβους επαναστάτες, έδωσε την εντολή να χτιστεί «Ο πύργος των κρανίων» με τα κεφάλια των ανταρτών που σκοτώθηκαν.Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στο γράμμα που έστειλε στις 29 του Γενάρη 1821 από το Κισινιόφ στον Κολοκοτρώνη στη Μάνη του έλεγε για τον Χουρσίτ: «Είναι ο ίδιος, όστις επολέμησε και ηχμαλώτισε την Σερβίαν (στην Επανάσταση 1804-12) αφ’ ου την εγέλασε με τας υποσχέσεις του. Τούτο είναι αρκετόν παράδειγμα προς εσάς, δια να μην απατηθήτε ομοίως»[4]. Μετά την επιτυχία της καταστολής της εξέγερσης στην Σερβία, ο Χουρσίτ μετετέθη εκ νέου στην Ρούμελη, ως Βαλής της Ρούμελης. Το 1815 κατέστειλε τη νέα εξέγερση των Σέρβων υπό τον Μίλος Οβρένοβιτς. Για την επιτυχία του αυτή διορίσθηκε Μέγας Βεζίρης (πρωθυπουργός), όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1816 για να μην θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του άφησε τη θέση του βεζίρη. Στη συνέχεια, το 1818, εστάλη στο Χαλέπι όπου και κατέπνιξε με επιτυχία διάφορες εξεγέρσεις που είχαν σημειωθεί, οι οποίες ήταν κυρίως θρησκευτικού χαρακτήρα.

Η δράση του στην Σερβία, την Ρούμελη και το Χαλέπι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πύργος των Κρανίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

το τοίχος των κρανίων στο Νίς

Ο Πύργος των Κρανίων[5] είναι ένα μοναδικό μνημείο που ανεγέρθηκε από τα κρανία των νεκρών ανταρτών στη μάχη του Čegar . Σε αυτή τη μάχη σκοτώθηκαν περίπου 3.000 σέρβοι αντάρτες. Βρίσκεται κοντά στο Νις . Τοίχος από κρανία των ανταρτών που έπεσαν στη μάχη του Čegar .

Η δράση του στην Πελοπόννησο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αργότερα, τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο και διορίστηκε πασάς της Πελοποννήσου (Βιλαέτι του Μορέα ή Μόρα Βαλεσή) με έδρα την Τριπολιτσά. Ως πασάς του Μορέα λέγεται ότι εφάρμοσε τρομοκρατικές μεθόδους κατά του πληθυσμού. Ήταν αιμοβόρος και θηριώδης, άκαμπτος και φοβερός σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό• κατέφτασε δε στην Πελοπόννησο με πομπώδη ασιατική μεγαλοπρέπεια, με συνοδεία πλήθος αυλικών, επιτελών, ακολούθων, γυναικών και υπηρετών και με πολυτελέστατες αποσκευές. Πρώτα μετέβη στην Τριπολιτσά για να εξακριβώσει αν ευσταθούσαν οι φήμες για σχεδιαζόμενη επανάσταση των Ρωμιών. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου φρόντισαν να τον καθησυχάσουν. Συγκεντρώθηκαν στο Ναύπλιο για να τον υποδεχθούν και τον συνόδευσαν στις 8 Νοεμβρίου 1820 στην Τριπολιτσά. Αφού πείστηκε για τις προθέσεις των ραγιάδων αναχώρησε στις 6 Ιανουαρίου 1821 για τα Γιάννινα, προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία του Αλή. Στη θέση του άφησε ως τοποτηρητή (καϊμακάμη) τον Μεχμέτ Σαλήχ, με δύναμη 1.000 Αλβανών, για την επιβολή της τάξης. Λίγες μέρες μετά τον Εθνικό Ξεσηκωμό, πληροφορείται το γεγονός και αμέσως αποστέλλει έφιππους αγγελιοφόρους στην Κωνσταντινούπολη για να αναγγείλουν στον σουλτάνο ότι οι ραγιάδες της Πελοποννήσου εξεγέρθηκαν. Χωρίς να περιμένει την απάντησή του, διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταπνίξουν πρώτα την επανάσταση στην Ανατολική Στερεά και στη συνέχεια να διεκπεραιωθούν στην Πελοπόννησο. Παράλληλα, στέλνει τον επιτελάρχη του Κεχαγιάμπεη Μουσταφά με 3.000 άνδρες για την ενίσχυση της Τριπολιτσάς, καθώς στην πόλη βρισκόταν το χαρέμι και οι θησαυροί του. Ο ίδιος παραμένει στα Γιάννινα και πολιορκεί τον Αλή Πασά. Παρά τα μαντάτα, πιστεύει ότι η εξέγερση στην Πελοπόννησο είναι μικρή σε έκταση και θα κατασταλεί εύκολα από τους στρατηγούς του. Η διπλή αυτή επιχείρηση του Χουρσίτ θα καταλήξει σε αποτυχία. Ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ δεν θα φθάσουν ποτέ στην Πελοπόννησο και ο Κεχαγιάμπεης δεν θα αποτρέψει την Άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) από τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. Μόνη παρηγοριά για τον Χουρσίτ, η διάσωση του χαρεμιού* και μεγάλου μέρους των θησαυρών του. Τον Ιανουάριο του 1822 κατορθώνει να συλλάβει τον Αλή Πασά και να στείλει το κεφάλι του πεσκέσι στον Σουλτάνο. Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες. Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πελοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμένης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προέβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η μεταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμένεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογράφος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος. Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια. Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του. Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα. Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.Προκειμένου να αποφύγει την ταπείνωση, στις 30 Νοεμβρίου 1822 ευρισκόμενος στη Λάρισα σε προετοιμασία εκστρατείας κατά της Πελοποννήσου, πληροφορηθείς τις προθέσεις του Σουλτάνου, αυτοκτόνησε με δηλητήριο, εντολή την οποία ούτως ή άλλως θα λάμβανε από τον Σουλτάνο.

Το χαρέμι του Χουρσίτ πασά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χαρέμι του Χουρσίτ[6] βρισκόταν μέσα στο Σεράγιεβο της Τριπόλιτσας, στο οποίο ζούσαν πολλοί ελληνες αρχηγοί. Αυτό αποτελούνταν από τις τέσσερις γυναίκες του Χουρσίτ , την Εσμέ, την Ασίτσα, την Θατμέ και την Αίσα. Ευνοούμενη του ήταν η Εσμέ γιατί είχε 20 δούλες ενώ οι υπόλοιπες είχαν από εφτά, έξι και πέντε αντίστοιχα. Έτσι λοιπόν η σωτηρία του χαρεμιού αρχίζει με την πρόταση του Ελμάζ μπέη να εγκαταλείψουν οι τούρκοι την Τριπολιτσά με κάποιους όρους. Ένας από αυτούς ήταν να πάρει μαζί του τα χαρέμια του Χουρσίτ δίνοντας στους έλληνες το γιο του Μαυρομιχάλη και τους υπόλοιπους αιχμαλώτους εν ζωή. ( Σύμφωνα με τον Raybaud, η κίνηση αυτή έγινε για να δικαιλογήσει στο Χουρσίτ την προδοσία του.) Βέβαια η συμφωνία δεν επιτεύχθηκε . Κατά την άλωση της Τριπολιτσάς (23 σεπτεμβρίου ή 5 οκτωβρίου) οι έλληνες σφάξαν όλους τους τούρκους εκτός από τους επιφανείς και εκτός των χαρεμιών του Χουρσίτ και του Μεχμέτ. Κανονίστηκε λοιπόν ανταλλαγή των αιχμαλώτων μεταξύ του Χουρσίτ και του Κεχαγιάμπεη στην Κόρινθο. Ο Χουρσίτ ζήτησε να μεσολαβήσει ο Άγγλος αρμοστής των Επτανήσων, ο Μαίτλαντ, και αυτός ανέθεσε τις διαπραγματεύσεις στον γιατρό Στεφάνου. Η ανταλλαγή είχε ως εξής: οι έλληνες παίρονουν 80.000 τάλληρα (400.000 γαλλικά φράγκα) και κάποιους κρατούμενους των τούρκων. Αναμεσά τους η οικογένεια του Μάρκου Μπότσαρη και άλλων ελλήνων προεστών. Κατά την ανταλλαγή των χαρεμιών του Χουρσίτ στην Κόρινθο , ο εθελοντής αξιωματούχος Brengeri γράφει ότι μια φρεγάτα αγγλική έφερε τα λύτρα(80.000 κολκνάτα). Η γυναίκα του πασά , αδελφή του σουλτάνου, είχε ερωτευθεί τον Πετρόμπεη και φοβόταν αλλά τελικά παραδώθηκε με τις υπόλοιπες γυναίκες. Στις 13 Μαίου του 1822 ο Άγγλος πρεσβευτής στην Πόλη, Stangford, έγραφε στον υπούργο εξωτερικών της Αγγλίας: «Ο Χουρσίτ πέτυχε την εξαγορά της γυναίκας του και των παιδιών του στις 22 Απριλίου που είχαν αιχμαλωτισθεί στην Τριπολιτσά. Ο σουλτάνος έπειτα πρόσταξε να σταλεί αμέσως η οικογένεια του Χουρσίτ στην Πόλη.» Βέβαια, άλλες πληροφορίες αναφέρουν πως ο Χουρσίτ έπνιξε όλες τις γυναίκες από το χαρέμι του κλείνοντάς τες σε σακκιά.

Ο Χουρσίτ και Ο Αλή Πασάς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλή Πασάς, στη λίμνη του Βουθρωτού, Απρίλιος 1819. Λεπτομέρεια από λιθογραφία του Λουί Ντουπρέ, (Louis Dupré) 1825 Ο Αλή Πασάς, στη λίμνη του Βουθρωτού, Απρίλιος 1819. Λεπτομέρεια από λιθογραφία του Λουί Ντουπρέ, (Louis Dupré) 1825 Ο Αλή Πασάς, στη λίμνη του Βουθρωτού, Απρίλιος 1819. Λεπτομέρεια από λιθογραφία του Λουί Ντουπρέ, (Louis Dupré) 1825

Ο Χουρσίτ Μεχμέτ διορίστηκε στην Τριπολιτσά Πασάς του Μορέα το Νοέμβριο του 1820 με εντολή του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Ιανουάριο του 1821. Κατόπιν διορίστηκε Βαλής (Διοικητής) Ηπείρου- Αλβανίας και Σερασκέρης (στρατηγός) των σουλτανικών στρατευμάτων με εντολή να εκστρατεύσει στα Ιωάννινα κατά του επαναστάτη Αλή Πασά, με αφορμή την απόπειρα κατά τη ζωή του Πασόμπεη την 1η Μαρτίου του 1820, γεγονός, που εξόργισε την Υψηλή Πύλη. Εκεί ο Χουρσίτ μαζί με άλλους πασάδες προσπάθησαν να βρουν τρόπο να σκοτώσουν τον Αλή Πασά και να βάλουν στο χέρι την περιουσία του. Ο Χουρσίτ έφτασε στα Ιωάννινα με τα στρατεύματα του στα τείχη των Ιωαννίνων, όπου και τον υποδέχθηκε ο Αλή Πασάς με τιμητικούς κανονιοβολισμούς, στέλνοντάς του ταυτόχρονα και επιστολή για συμφιλίωση, στην οποία αποποιούταν την ευθύνη του, ρίχνοντας τις κατηγορίες στους εχθρούς του. Ο Χουρσίτ, όμως δέχθηκε να προβούν σε διαπραγματεύσεις μόνο υπό τον όρο ότι ο Πασάς της Ηπείρου θα παραδινόταν άνευ όρων. Εκείνος, έπειτα τον κάλεσε στην πόλη του έδειξε που φυλούσε το θησαυρό του και του εξέφρασε την επιθυμία του να παρουσιαστεί ο ίδιος στο Σουλτάνο και αφού ζητήσει το έλεός του να του δώσει όλα τα πλούτη του. Θεωρείται ότι στις 8 Δεκεμβρίου 1821 του έστειλαν μαζί και με άλλους πασάδες, που στόχο τους είχαν όπως ο Χουρσίτ να οικειοποιηθούν το θησαυρό του, ένα χαρτί ότι αυτός δεν είχε τίποτα να φοβηθεί μέχρι να πάει αγγελιαφόρος στην Πόλη, να ανακοινώσει στο Σουλτάνο την επιθυμία του Πασά της Ηπείρου και να επιστρέψει με τν απόφαση αυτού. Ο Αλή Πασάς, έπειτα, κατέφυγε στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων στις 2 Ιανουαρίου 1822. Από τότε και έπειτα ο Χουρσίτ τον καλόπιανε στέλνοντας του διάφορα αγαθά, τάχα για να τον τιμήσει, και τον επισκέπτονταν πολλοί πασάδες. Όταν έφτασε το φιρμάνι από την Πύλη ο Χουρσίτ κάλεσε τους πασάδες και τελικά αποφάσισαν να στείλουν τον Αλή Χασάν, που θεωρούταν ο πιο πονηρός από αυτούς. Μία εκδοχή υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο Αλή Χασάν αποκεφάλισε τον Αλή Πασά, τον Ιανουάριο του 1822. Η δεύτερη εκδοχή υποστηρίζει ότι στο νησί ο Αλή Πασάς δέχτηκε τον Αλή Χασάν προκειμένου να του δείξει το φερμάνι με τη χάρη του Σουλτάνου, όμως αυτός υποστήριξε ότι είχε ζητηθεί από τον ίδιο το Σουλτάνο ως ένδειξη καλής θελήσεως πριν του δειχθεί το φιρμάνι να μπουν στο κάστρο του για να φάνει φανερά η υποταγή του. Έτσι οι τζιχανταραίοι του Χουρσίτ μετά από εντολή του μπήκαν στο κάστρο και το σεράι και το θησαυρό του. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στις 24 Ιανουαρίου 1822 και το απόγευμα της ίδιας μέρας αφού ο Αλή Πασάς ενημερώθηκε από τους ανθρώπους του ότι έρχονταν βάρκες στο νησί ήρθαν ο Κιοσέ Μεχμέτ και ο Αλή Χασάν και άρχισαν να διαβάζουν το φιρμάνι. Μόλις ο Αλή Πασάς κατάλαβε ότι ο Σουλτάνος είχε δώσει εντολή να τον σκοτώσουν τράβηξε το όπλο του, Ακολούθησε μια ανταλλαγή πυροβολισμών στην οποία εκείνος τραυματίστηκε από τον Κιοσέ Μεχμέτ. Στη συνέχεια ξάπλωσαν τον Πασά μέσα στο σπίτι. Τελικά οι Αληπασαλήδες, που είχαν εμπλακεί και αυτοίστη μαχη, πήραν τον Αλή Πασά και τον μετέφεραν στο κελί του τραυματισμένο. Τότε οι τζοχανταραίοι του Μεχμέτ τρύπωσαν στα ισόγεια κελιά και άρχισαν να πυροβολούν στο ταβάνι. Ένα από τα βόλια τους τραυμάτισε τον Αλή Πασά στην κοιλιά και οι δικοί του αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Κατόπιν ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασάς αποκεφάλισε τον Αλή Πασά. Το κεφάλι του έφτασε και στις δύο εκδοχές στον Χουρσίτ Μεχμέτ, ο οποίος αφού το έπλυνε, το φίλησε και το έστειλε στην Υψηλή Πύλη.[7][8][9][10][11] Μετά και την καταστολή της εξέγερσης στην Ήπειρο μένει απερίσπαστος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Στη διάθεσή του έχει ένα πανίσχυρο στρατό, που αγγίζει τις 80.000 άνδρες.Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πελοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμένης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελλάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προέβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η μεταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμένεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογράφος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφοδιασμό του εκστρατευτικού σώματος. Όμως, ένα αιφνίδιο γεγονός μετέβαλε εντελώς τα πράγματα. Οι εχθροί και οι αντίζηλοί του τον διέβαλαν στο Σουλτάνο ότι οικειοποιήθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας του Αλή Πασά. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική για όσους πασάδες θεωρούνταν επιτυχημένοι. Και ο Χουρσίτ θεωρήθηκε από τους αντιπάλους, αλλά και τον Σουλτάνο, ότι θα αποκτούσε ακαταγώνιστη δύναμη, εάν κατέστειλε και την Επανάσταση στην Πελοπόννησο. Ο Χουρσίτ είχε αποστείλει στην Κωνσταντινούπολη 40.000.000 γρόσια, με τη δήλωση ότι αυτά βρήκε στα θησαυροφυλάκια του Αλή. Η Πύλη εκτίμησε ότι η περιουσία του Αλή ξεπερνούσε τα 500.000.000 γρόσια και του ζήτησε λεπτομερή λογοδοσία. Ο υπερήφανος στρατάρχης φαίνεται ότι εθίγη από τη σουλτανική παραγγελία και δεν απάντησε. Τότε καταγγέλθηκε ως καταχραστής του δημόσιου θησαυρού και έπεσε σε δυσμένεια. Αμέσως του αφαιρέθηκε η αρχηγία της εκστρατείας στην Πελοπόννησο, η οποία ανατέθηκε στον Μαχμούτ Πασά, τον επονομαζόμενο Δράμαλη. Ο Χουρσίτ διατασσόταν να παραμείνει στη Λάρισα και να φροντίζει την τροφοδοσία του στρατού του Δράμαλη. Ουσιαστικά, επρόκειτο για υποβιβασμό. Όταν άρχισαν να φθάνουν στην Κωνσταντινούπολη οι δυσάρεστες ειδήσεις για την αποτυχία της εκστρατείας του Δράμαλη, ο Σουλτάνος έδωσε εντολή στον Χουρσίτ να εκστρατεύσει ο ίδιος για να σώσει την κατάσταση. Όμως, οι εις βάρος του ραδιουργίες συνεχίστηκαν και οι απεσταλμένοι του σουλτάνου πήραν το δρόμο για τη Λάρισα με τη διαταγή θανατώσεώς του. Πληροφορήθηκε όμως εγκαίρως την καταδίωξη που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί εις βάρος του και αυτοκτόνησε με δηλητήριο, γύρω στα τέλη του Νοεμβρίου στη Λάρισα. Κηδεύτηκε μεγαλοπρεπώς και η ταφή του πραγματοποιήθηκε κοντά στη γέφυρα του Πηνειού, σε τάφο που έφερε πομπώδη επιτύμβια επιγραφή. Ωστόσο μετά από τρεις ημέρες έφθασε ο δήμιος της Πύλης, ο οποίος έφερε το σουλτανικό φιρμάνι της θανατικής του καταδίκης. Έπειτα από ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο νωπό τάφο, έκοψε το κεφάλι του Χουρσίτ πασά και το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.Προκειμένου να αποφύγει την ταπείνωση, στις 30 Νοεμβρίου 1822 ευρισκόμενος στη Λάρισα σε προετοιμασία εκστρατείας κατά της Πελοποννήσου, πληροφορηθείς τις προθέσεις του Σουλτάνου, αυτοκτόνησε με δηλητήριο, εντολή την οποία ούτως ή άλλως θα λάμβανε από τον Σουλτάνο.[12][13]

Σουλιώτες και Τουρκαλβανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σουλιώτες υπό πίεση του Χριστόφορου Περραίνου, κατεύθυναν τον αγώνα τους όχι προς τα Ιωάννινα αλλά προς την Πρέβεζα και την Πάργα ώστε να αποκτήσουν επικοινωνία με την θάλασσα και τους υπόλοιπους αγωνιστές. Μαζί τους παρέσυρα και τους πιστούς του Αλή πασά Αλβανούς, με τους οποίους είχαν υπογράψει στις 15 Ιανουαρίου το 1821 σχετική συμφωνία συνεργασίας. Την 1η Σεπτεμβρίου ταυ ίδιου χρόνου έγινε επέκταση αυτής της συμφωνίας, για να προσχωρήσουν σε αυτή και μερικοί οπλαρχηγοί της Αιτωλοακαρνανίας. Με την συνθήκη αυτή οι Τουρκαλβανοί αποκτούσαν την συμπαράσταση των Ελλήνων για τις προσπάθειες απελευθέρωσης του Αλή και τη συνεργασία των Ελλήνων για τον περιορισμό των δυνάμεών του μετά την απελευθέρωση τους. Όμως οι στρατηγοί της Αιτωλοακαρνανίας στόχευαν να συνεργαστούν με τους αλβανούς για να εμποδίσουν τις επιδρομές των στρατευμάτων του Χουρσίτ εναντίων διαφόρων ελληνικών περιοχών[14][15]. Έτσι μετά την υπογραφή της συνθήκης και της νίκης των Σουλιωτών έναντι των Τούρκων στο Πέντε Πηγάδια, στο Τοσκέσι και άλλες περιοχές. Πλέον, στους Τούρκους είχαν μείνει μόνο τα Ιωάννινα όπου ήταν αναπτυγμένο το στρατόπεδο του Χουρσίτ. Εκείνος όμως προκειμένου να ολοκληρώσει επιτυχώς την εκστρατεία κατά του Αλή δεν έστειλε στρατό μακριά από τα Ιωάννινα. Ο Αλή πασάς εκμεταλλευόμενος την κατάσταση ζήτησε από τα μέλη της νέας συμφωνίας της 1ης Σεπτεμβρίου να εισβάλλουν στο στρατόπεδο του Χουρσίτ ώστε ο ίδιος να καταφέρει να φύγει από το φρούριο όπου πολιορκείται και να καταφύγει στη λίμνη. Παράλληλα, οι Σουλιώτες και οι οπλαρχηγοί της Αιτωλοακαρνανίας άρχισαν να πολιορκούν την Άρτα και είχαν επιτυχία αρχικά. Όταν όμως ο Χουρσίτ κατάλαβε ότι η συνεργασία των Ελλήνων μεταξύ τους τούς καθιστά υπολογίσιμη δύναμη, έστειλε ενισχύσεις στους αμυνόμενους της Άρτας, που είχαν επιτυχία. Επίσης χρησιμοποίησε, για να προσελκύσει τους Αλβανούς, τον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος είχε γυρίσει από την εκστρατεία του στην Αν. Στερεά, και χάρη στα λεγόμενά του οι Αλβανοί βλέποντας ότι η δράση των Ελλήνων ήταν ιδιοτελής, διέλυσαν την μεταξύ τους και με την Αλή πασά συμφωνία. Έπειτα από επιχείρηση του Χουρσίτ να αποτελείωσει όσους Σουλιώτες πολιορκούσαν ακόμη την Άρτα, οι τελευταίοι από αυτούς σύναψαν μαζί του τρίμηνη ανακωχή. Λίγο καιρό αργότερα, μετά τις 25 Ιανουαρίου του 1822, ημερομηνία γνωστή ως αυτή του θανάτου του Αλή πασά και της παράδοσης της κεφαλής αυτού στην Υψηλή Πύλη από τον Χουρσίτ, ο προαναφερθείς αντί να ασχοληθεί, όπως ήταν το αναμενόμενο, κατευθείαν με την εξόντωση των Σουλιωτών, επιδίδεται στην προετοιμασία της εκστρατείας κατά της Πελοποννήσου που θα ξεκινούσε από την Ανατολική Ελλάδα, και την οποία θα αναλάβει αργότερα ο Δράμαλης, αφού εκείνος θα κατηγορηθεί από πολιτικούς του αντιπάλους για εκμετάλλευση του θησαυρού του Αλή, καθώς τα χρήματα που πήγε στην Πόλη, εκτιμήθηκε ότι θα έπρεπε να είναι περισσότερα και έτσι θα χάσει την θέση του ηγέτη της επιχείρησης κατάπνιξης της Ελληνικής Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Η ενασχόλησή του με τους Σουλιώτες συνεχίστηκε, από το Μάιο του ίδιου χρόνου, όταν οι Αλβανοί μπέηδες ήθελαν να βεβαιωθούν ότι δεν θα μείνει χωρίς κάποια δέσμευση απέναντι στους Οθωμανούς, αυτός ο ισχυρός λαός, όσο εκείνοι θα συμμετέχουν στην εκστρατεία της Πελοποννήσου. Τότε, στις 5 Μαΐου του 1822 κλήθηκαν από τον Χουρσίτ οι Σουλιώτες να υπογράψουν συνθήκη υποταγής στον Οθωμανικό στρατό, όμως το εγχείρημά του απέτυχε, καθώς εκείνοι απάντησαν αρνητικά με την παράταξη και συμπαράσταση τους στην στάση υπόλοιπων αγωνιζόμενων Ελλήνων και μάλιστα ζήτησαν ενισχύσεις από την κυβέρνηση με προμήθειες και ασφάλεια του άμαχου πληθυσμού. Ο Χουρσίτ έπειτα από μία ακόμη προσπάθεια χωρίς το επιθυμητό για εκείνον αποτέλεσμα να υποτάξει έμμεσα τους Σουλιώτες, προχώρησε σε επίθεση εναντίον τους με στρατό 15000 ανδρών, μαζί και ιππικό και πυροβολικό. Εκείνος που οδήγησε τα στρατεύματα του ήταν ο Ομέρ Βρυώνης, αλλά και ο Χουρίτ ακολούθησε μαζί και με το επιτελείο του. Ο τουρκικός στρατός έκανε ταυτόχρονη επίθεση και στις τρεις θέσεις-οχυρά των Σουλιωτών, στο Ζαβρούχον, τον Άγιο Νικόλαο και το Μαμάκο. Ενώ όμως η μάχη συνεχιζόταν, ο Χουρσίτ αναγκάστηκε, λόγω ανωτέρας βίας, να φύγει για την εκστρατεία κατά της Πελοποννήσου, αφήνοντας στη θέση του τον Ομερ Βρυώνη[16].

Ο Χουρσίτ και οι Τουρκαλβανοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν ο Χουρσίτ έμαθε πως οι Έλληνες βρίσκονταν πολιορκημένοι μέσα στο φρούριο της Άρτας ήξερε πως δεν ήταν δυνατόν να μείνουν για πολύ ακόμα εκεί μέσα και να δέχονται επιθέσεις από τον Σουλεϊμάν πασά, επειδή λοιπόν το στρατόπεδο των Ιωαννίνων ήταν κοντά, ο Χουρσίτ δεν θα άφηνε για κανένα λόγο να του πάρουν την Άρτα εφόσον το φρούριο βρίσκεται ακόμα υπό πολιορκία. Πράγματι ο Χουρσίτ έστειλε αμέσως τον Αχμέτ πασά Βρυώνη ως αρχηγό τριών χιλιάδων Τουρκαλβανών με την εντολή να κινητοποίηση τους Τσάμηδες και έχοντας συνεννοηθεί με αυτούς να σπεύσει προς την Ρινιάσα να βοηθήσει στη πολιορκία της Άρτας.

Ο Μάρκος Μπότσαρης έτρεξε εκεί με χίλιους άνδρες ,ώστε να αναχαιτίσει τους Τούρκους, αλλά δεν το κατάφερε εξ αίτιας του πολυάριθμου των εχθρών. Ο Αχμέτ πασάς πέρασε από την Ρινιάσα και το πρωί της 30ής Νοεμβρίου έφτασε στο χωριό Λούρος , το οποίο πυρπόλησε. Ταυτόχρονα ο Χουρσίτ έστειλε ένα άλλο σώμα του τουρκικού στρατού για αντιπερισπασμό στους Αιτωλοκαρνανούς που βοηθούσαν στην Άρτα τους Έλληνες και ένα άλλο σώμα του τουρκικού στρατού στην Ευρυτανία. Ο Γιολδάσης ζήτησε βοήθεια και έσπευσαν να τον βοηθήσουν οι οπλαρχηγοί του Αποκούρου, Ναυπακτίας και του Βλόχου. Η κίνηση του τουρκικού στρατού σε συνδυασμό με την άλλη κίνηση του στον Λούρο με αρχηγό τον Αχμέτ Βρυώνη ήταν κυκλωτική για τους Έλληνες της Άρτας που βρίσκονταν υπό πολιορκία. Οι Έλληνες ανησύχησαν αρκετά όπως φαίνεται και από το ακόλουθο γράμμα (που έχει σωθεί), το οποίο έστειλαν στην γερουσία της Δυτικής Ελλάδας ο Βαρνακιώτης και ο Ίσκος.

Εὐγενεστάτη Γερουσία.

Βλέπετε ὃτι εἲμεθα περικυκλωμένοι ἀπό τούς ἐχθρούς καί εὐθύς νά στείλετε παντού, τή νύχτα μέρα νά τήν κάνετε, διά νά προφθασουμεν ἂν εἰναι τρόπος , τήν ἰδίαν στιγμήν μέ ἀνθρώπους, ζαχιρέν και τσεπχανέν. Ὃσοι εὐρεθούν ἂνδρες εἰς τούς τόπους μάς, ὂλοι νά ευρεθούν ἐδώ καί οι γυναίκες μόνον νά μείνουν, ἐπειδή κινδυνεύομεν όχι μόνον ἐμείς ἐδώ, ἀλλά καί τά σπίτια μάς καί ὂλο τό γένος νά χαθή. Ἐντόπιοι, ξένοι, ὂλοι νά ἒλθουν καί νά μένομεν.

Ἂρτα 1 Δεκεμβρίου 1821.

Οι ἀδελφοί σας

Γ. Νικολάου, Ἀνδρ. Καραϊσκου.


Αλλά ο Χουρσίτ προχώρησε σε μια άλλου είδους ενέργεια σοβαρότερη από την πολεμική. Επιχείρησε να αποσπάσει αρχικά τους Τουρκαλβανούς ως συμμάχους των Ελλήνων και έπειτα αν ήταν δυνατόν και τους Σουλιώτες από τους Αιτωλοκαρνανούς και να τους εξαναγκάσει να παραδώσουν τα όπλα και να εγκαταλείψουν τον αγώνα της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Το σχέδιο του Χουρσίτ λοιπόν δεν απέβλεπε στο να απαλλαγεί από σοβαρές ενοχλήσεις στην Ήπειρο, αλλά και στο να εξασθενήσει τον ελληνικό αγώνα στην Πελοπόννησο και στο νότιο τμήμα της Ανατολικής Ελλάδας. Η αισιοδοξία για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος δεν ήταν αβάσιμη. Αρχικά οι Τουρκαλβανοί ήταν πιθανότερο να πειστούν όταν θα καταλάβαιναν ότι οι Έλληνες είχαν επιδιώξει την συμμαχία όχι για τον Αλή πασά, αλλά για τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα. Στη συνέχεια μετά την απόσπαση των Τουρκαλβανών ο αγώνας για τους Σουλιώτες θα ήταν πολύ πιο δύσκολος και θα αναγκάζονταν να συνθηκολογίσουν και να παραμείνουν στο Σούλι, ή να συμπράξουν μαζί του, για να μην εκδιωχθούν οριστικά από την πατρίδα τους. Ο Χουρσίτ έβλεπε πως θα ήταν εύκολη υπόθεση η εισβολή στην Αιτωλοακαρνανία. Χωρίς την βοήθεια των Σουλιωτών οι Έλληνες θα αναγκάζονταν, στην συγκεκριμένη επαρχία, να καλέσουν τους οπλαρχηγούς τους και να δηλώσουν υποταγή η σύμπραξη μαζί τους.

Για την επίτευξη αυτού του σκοπού αξιοποίησε τον Ομέρ Βρυώνη που μόλις είχε επιστρέψει στα Ιωάννινα από την Βοιωτία. Ο Βρυώνης, Τουρκαλβανός και αυτός, μίλησε αρχικά με τους Τουρκαλβανούς και έκανε ότι μπόρεσε για να τους ανοίξει τα μάτια. Στη συνέχεια τους είπε ότι παντού η εξέγερση έγινε για την ελευθερία και την ανεξαρτησία των Ελλήνων και ότι το κίνημα στην Ελλάδα δεν είχε καμία σχέση με τον Αλή πασά ή την κάθοδο του Δημητρίου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο ως αρχηγό του αγώνα. Οι Τουρκαλβανοί άρχισαν να κλονίζονται, η φιλική συμπεριφορά των Σουλιωτών που εξακολουθούσαν να μην έχουν ελληνική σημαία, ώστε να φαίνεται ότι υπηρετούν ακόμα τον Αλή πασά. Οι υποσχέσεις και οι διαβεβαιώσεις των άλλοτε φίλων του Αλή από τους οπλαρχηγούς της Αιτωλοκαρνανίας δεν ήταν πλέον για αυτούς στοιχεία άξια για τυφλή εμπιστοσύνη. Τα επιχειρήματα του Ομέρ Βρυώνη ενίσχυσαν οι διασωθέντες από την Τρίπολη (Αλβανοί του Κεχαγιάμπεη), που ήταν ήδη σε σουλτανικό στρατόπεδο και ανέφεραν τη επίθεση ενάντια σε όλους τους Οθωμανούς στην Πελοπόννησο αλλά και την πυρπόληση των σπιτιών των επιφανέστερων Τούρκων και την βεβήλωση τεμενών στην Πάτρα, Κόρινθο και Άργος. Οι Τουρκαλβανοί ανέφεραν στους Σουλιώτες και στους Αιτωλοακαρνανούς όσα τους είπε ο Βρυώνης με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε τα θεώρησαν άξια προσοχής και εκείνοι ανησύχησαν. Οι κίνδυνοι που διέτρεχαν, αν τελικά οι Τουρκαλβανοί πείθονταν από τον Ομέρ Βρυώνη και έφευγαν από αυτούς, ήταν σοβαροί. Από την μια ήταν υπό την απειλή να περικυκλωθούν από τις γύρω τούρκικες δυνάμεις και από την άλλη οι έως τότε σύμμαχοι τους θα μετατρέπονταν σε επικίνδυνους εχθρούς.[17]

Μάχες της ελληνικής επανάστασης στις οποίες συμμετείχε ο Χουρσίτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. (σελ. 185-187, 192) Ο Άγγλος κατάσκοπος Philip James Green, έδινε πληροφορίες στους Οθωμανούς για τα σχέδια των ελλήνων και όταν αυτοί οι επαναστάτες (λόγω υπερβολικού δασμού υπέρ του Οθωμανικού στραστού) σχεδίαζαν να καταλάβουν το οχυρό της πάτρας από τους οθωμανούς αυτός πληροφόρησε τον Χουρσίτ , ο οποίος βρισκόταν ακόμη στα Γιάννενα . Επίσης, ο κατάσκοπος αυτός ενημέρωσε τον Χουρσίτ ότι ένας από τους συμπολεμιστές του στα Γιάννενα θα πάει στην Πάτρα για να βοηθήσει στην απόπνιξη της επανάστασης . Αυτός ήταν ο Γιουσούφ (γιος του Ισμαήλ μπεή).
  2. (σελ. 200- 204)23 Μαρτίου: ο Χουρσίτ δίνει διαταγές στις τουρκικές αρχές να συλλάβουν όλους τους προεστούς της Πρέβεζας , της Βόνιτσας και της Άρτας και να τους κλείσουν μέσα σε μια τουρκική κορβέτα (λόγω της επανάστασης στην Πρέβεζα) . Για να αποτινάξουν την επανάσταση της Πάτρας ο Χουρσίτ μαζί με τον τούρκο αντιναύαρχο αποφάσισαν να δώσουν όσα στρατεύματα μπορούσαν να φύγουν από την Ήπειρο χωρίς να τους δημιουργεί βέβαια πρόβλημα.
  3. (σελ. 506-508) Οι έλληνες προσπαθούσαν να αναγκάσουν τους τούρκους να παραδωθούν στην Αθήνα πριν φτάσουν τα στρατεύματα του Χουρσίτ από τη Θεσσαλία. Αντίθετα, οι τούρκοι σρατιώτες βλέποντας πως οι προμήθειες λιγοστεύουν του έστειλαν γράμματα για να τον πείσουν να επισπεύσει την καθοδό του.
  4. (σελ. 350)1822. Συντονισμένο σχέδιο των τουρκικών επιχειρήσεων από τον Ιμπραήμ. Δύο στρατεύματα υπό την ηγεσία του Χουρσίτ πασά θα πήγαιναν στο Μωριά. Η δυτική με Αλβανούς μουσουλμάνους στρατιώτες και τον Ομέρ Βρυώνη αρχηγό, θα πέρναγε από την Αιτωλία και την Πάτρα. Ενώ η ανατολική με αρχηγό τον Δράμαλη θα κατευθυνόταν προς την Αττική μέσω των Θερμοπυλών. Θα ελευθέρωνε τους τούρκους που είχαν αποκλειστεί στην Ακρόπολη και θα πέρναγε στην Πελοπόννησο για να σταματήσει την πολιορκία του Αναπλιού. Έπειτα και τα δύο στρατεύματα θα είχαν ως στόχο την Τριπολίτσα αυτό θα συνδυαζόταν με την ένωση οθωμανικού στόλου.Το σχέδιο αυτό του Ιμπραήμ ήταν ικανό να πνίξει την επανάσταση άμα ήταν συνγχρονισμένο αλλά δεν ήταν. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη έπνιξε την επανάσταση στο Αναπλιού αλλά καταστράφηκε στα στενά της Αργολιδοκορινθίας οπότε και το Ανάπλι επαναπολιορκήθηκε.[18].

Ο Χουρσίτ και η σχέση του με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης κατά τη διάρκεια του αγώνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Συνέλαβε τον Γεώργιο Δυοβουνιώτη το 1820 τον οποίο αντάλλαξε με Τούρκους αιχμαλώτους
  • Ο Θ. Δεληγιάννης, το 1821 προκειμένου να μπορέσει να διεξαχθεί η Ελληνική Επανάσταση, ήταν αυτός που έκανε δυσχερότερο το έργο του πολέμου κατά του Αλή, ώστε να αναγκαστεί ο Χουρσίτ να φύγει για τα Ιωάννινα, χωρίς να λάβει πρώτα μέτρα για τους Έλληνες του Μοριά, που θα άφηνε πίσω του.
  • Συμμετείχε στη μάχη στο Λεβίδιον με πέντε χιλιάδες άντρες εναντίον του ελληνικού στρατού, στις 14 Απριλίου του 1821. Στη μάχη αυτή οι φυγή των Τούρκων στο τέλος της σύγκρουσης είναι αξιοσημείωτη.
  • Έστειλε στρατεύματα που κατέπνιξαν τις ενέργειες του Κωλέττη και άλλων μελών της Φιλικής Εταιρίας.
  • Όταν πληροφορήθηκε την επανάσταση του Μεσολογγίου διέταξε τον Ισμαήλ Πλιάσσαν, ο οποίος βρισκόταν με στρατό στην Άρτα, να κατευθυνθεί νότια για να ενισχύσει τα τουρκικά στρατεύματα που πολεμούσαν ήδη στην περιοχή. Στη μάχη του Λαγκαδά, ο Χουρσίτ αναγκάστηκε να στείλει κι άλλες ενισχύσεις στον Ισμαήλ, της τάξεως των τετρακοσίων στρατιωτών για να τους βοηθήσει.
  • Συνέλαβε τον Γεώργιο Κίτσο [19][20]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξκόν Ηλίου" τομ.18ος, σελ.714.
  2. "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" τομ.ΚΓ΄, σελ.335.
  3. Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του 21, τ. Α, σ. 346-7, β έκδοση, Αθήνα, 1977
  4. Ιστορικόν Λεύκωμα της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Ιστορική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1970 μέρος 1ο
  5. Χάρης Πάτσης, Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4 , σελ. 187.
  6. Διονυσίου Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1960, τομ. 1-4.
  7. ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΚΚΙΟΥ – ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, Adam Friedel. Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2007· http://argolikivivliothiki.gr/2009/11/10/%CF%87%CE%BF%CF%85%CF%81%CF%83%CE%AF%CF%84-%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%AC%CF%82/
  8. Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η άλωση της Τριπολιτσάς », τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003.
  9. AHMET UZUN (Cumhuriyet Üniversitesi, Τμήμα Οικονομίας και Διοίκησης), «Ο Αλή Πασάς ο Τεπελένης και η περιουσία του», μετάφραση από τα τουρκικά: Γιώργος Σύρμας, 2001.
  10. Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  11. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α, σ.309-310
  12. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδ. Α, τ Α, σ. 66-7 Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδ. Α, τ Α, σ. 66-7
  13. David Brewer 2001, The Greek War of Independence. The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation, The Overlook Press, New York,(ISBN 1585673951)
  14. Murat Kasap (2009-06-24). "Hurşit Ahmet Paşa". Osmanlı Gürcüleri (in Turkish). Retrieved 20 February 2011.
  15. İsmail Hâmi Danişmend, Osmanlı Devlet Erkânı, Türkiye Yayınevi, İstanbul, 1971, p. 71. (Turkish)
  16. Ahmad Fadl Shabloul. "List of governors of Alexandria (1798-2000)" (in Arabic). Retrieved 2008-08-24.
  17. Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995). Αρχείο: Παναγιώτης-Μαρίνος Στεφάνου, αναφορές στα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκδ. Α, τ Α, σ. 66-7
  2. Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του 21, τ. Α, σ. 346-7, β έκδοση, Αθήνα, 1977
  3. Ιστορικόν Λεύκωμα της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Ιστορική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1970 μέρος 1ο , σελ. 118
  4. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α, σ.309-310
  5. https://en.wikipedia.org/wiki/Skull_Tower
  6. Χαρέμια Χουρσίτ Πασά ΑΡΧΕΙΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ-ΜΑΡΙΝΟΣ Θ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ (1791-1863) Οι φάκελοι Α’και Β’ περιλαμβάνουν έγγραφα (επιστολές, εκθέσεις, αναφορές κ. ά. ) καθώς επίσης και μεταφράσεις των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση της απελευθέρωσης και της ασφαλούς μεταφοράς των χαρεμιών του Χουρσίτ Πασά, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς το 1821, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των Ελλήνων αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Τούρκων. Μεσολαβητικό ρόλο στην υπόθεση αυτή μεταξύ ελληνικής κυβερνήσεως και Υψηλής Πύλης, είχε διαδραματίσει ο ιατρός Παναγιώτης-Μαρίνος Θ. Στεφάνου μετά από πρόταση του αγγλου Αρμοστή Th. Maithland. Αναλυτική καταγραφή και αρίθμηση των εγγράφων έχει γίνει από μέλη της οικογένειας Στεφάνου και βρίσκεται στους οικείους φακέλους. (Ελληνικό λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1995)
  7. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε. τόμος ΙΒ, σελ. 75, 186, 227, 249)
  8. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπ. Τρικούπη, τόμοι Α και Β, σελ. 49, 50, 179, 180, 182
  9. Ο Καραϊσκάκης του Δημήτρη Φωτιάδη, σελ. 213-221
  10. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους Κ. Παπαρηγόπουλου, τόμος 7, σελ. 41, 84-86
  11. Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4ος , σελ. 183-187
  12. Ιστορικόν Λεύκωμα της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Ιστορική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1970 μέρος 1ο σελ. 118
  13. Χάρης Πάτσης, Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4 , σελ. 187
  14. Διονυσίου Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1960, τομ. 1-4. Σελ. 162-163, 165, 167, για την μάχη στην Πάργα και την Πρέβεζα.
  15. Διονυσίου Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1960, τομ. 1-4. Ψηφιοποιημένος ο 1ος τόμος: https://www.scribd.com/doc/62856698/%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%9A%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%97-%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%95%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%82-%CE%A4%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-1
  16. Ιστορικόν Λεύκωμα της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Ιστορική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1970 μέρος 1ο και 2ο σελ. 119, 166, 362-364, 370-371
  17. Διονυσίου Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάσταση, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα 1960, τομ. 4ος, σελ. 80-83
  18. Κυριάκου Σιμόπουλου, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του '21, Αθήνα 1979 (1ος τόμος), 1982 (2ος-4ος τόμος)
  19. Ιστορικόν Λεύκωμα της ελληνικής Επαναστάσεως, εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Ιστορική Βιβλιοθήκη Αθήνα 1970 μέρος 1ο σελ. 130, 136,138, 162, 254, 345, 356.
  20. Χάρης Πάτσης, Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4 , σελ. 187