Ζαγόρι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 39°52′10″N 20°46′33″E / 39.86944°N 20.77583°E / 39.86944; 20.77583

Greece Zagori labeled.gif

Το Ζαγόρι είναι περιοχή στην οροσειρά της Πίνδου, στην Ηπειρο, στη βορειοδυτική Ελλάδα. Στην περιοχή υπάρχουν 46 χωριά, τα αποκαλούμενα Ζαγοροχώρια, τα οποία είναι διάσπαρτα στους πρόποδες της Πίνδου. Έχει έκταση περίπου 1,000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και σχήμα ανεστραμμένου ισόπλευρου τριγώνου. Η νότια κορυφή του τριγώνου αγγίζει την πρωτεύουσα της περιφέρειας Ιωάννινα, η νοτιοδυτική πλευρά σχηματίζεται από το όρος Μιτσικέλι (1,810 μ), ο ποταμός Αώος και το όρος Τύμφη αποτελούν τη βόρεια πλευρά και η νοτιοανατολική πλευρά ακολουθεί τον ποταμό Βάρδα στο Μαυροβούνι (2,100 μ) κοντά στο Μέτσοβο. Ο πληθυσμός της περιοχής είναι περίπου 3700, που δίνει πυκνότητα πληθυσμού 4 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, σε σύγκριση με το μέσο 73,8 συνολικά για την Ελλάδα.

Η λέξη Ζαγόρι προέρχεται από τα Σλαβικά, από την πρόθεση Za που σημαίνει "πίσω" και το ουσιαστικό gora που σημαίνει "βουνό". Στην αρχαιότητα η περιοχή ονομάζονταν «Παροραία», και οι κάτοικοί της «Παροραίοι», δηλαδή αυτοί που ζουν πίσω από τα όρη.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ζαγόρι είναι περιοχή μεγάλης φυσικής ομορφιάς, με εντυπωσιακή γεωλογία και δύο εθνικόυς δρυμούς, που ο ένας περιλαμβάνει τον ποταμό Αώο και το Φαράγγι του Βίκου και άλλος την περιοχή γύρω από τη Βάλια Κάλντα, ανατολικά της επιβλητικής χιονοσκέπαστης Τύμφης. Τα περίπου 45 χωριά του Ζαγορίου διασυνδέονταν με ορεινούς δρόμους και παραδοσιακά τοξωτά πέτρινα γεφύρια, μέχρι τη διάνοιξη σύγχρονων δρόμων τη δεκαετία του 1950. Τα πέτρινα τοξωτά γεφύρια χτίστηκαν από δωρεές εκπατρισμένων εμπόρων το 18ο αιώνα και αντικατέστησαν παλιότερα ξύλινα.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φαράγγι του Βίκου από την θέση Οξυά
Η Δρακόλιμνη και στο βάθος η κορυφή της Γκαμήλας (2497μ.)

Το έδαφος της περιοχής είναι απόλυτα ορεινό και εξαιρετικά δύσβατο, με τις απότομες χαράδρες, τα πυκνά δάση και τα ατελείωτα βουνά, κάτι που αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα για πολλούς λαούς, φυλές και αυτοκρατορίες στο πέρασμα των αιώνων να εισέλθουν και να εγκατασταθούν στην περιοχή. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε μάλλον πλεονέκτημα γιατί, χαρι σε αυτό, η ιστορία του Ζαγορίου γενικά δεν περιλαμβάνει λεηλασίες, κατακτήσεις, πολεμικές συρράξεις, εκτοπίσεις πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα αυτού πιστεύεται πως μεγάλο τμήμα του πληθυσμού διατήρησε πανάρχαια έθιμα και παραδόσεις. Πιστεύεται πως οι Σαρακατσάνοι, πολλοί από του οποίους κατοικούν στην περιοχή και χρησιμοποιούν αρκετές Ελληνικές λέξεις μιας Βορειοελληνικής διαλέκτου που δεν συναντάται οπουδήποτε αλλού στην Ελλάδα, είναι απόγονοι των αρχαίων κατοίκων του Ζαγορίου.

Αρχαία ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη μαρτυρία ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή χρονολογείται πριν 17.000 ως 10.000 χρόνια. Σημαντικά επιπαλαιολιθικά τεχνουργήματα έχουν ανασκαφεί από το Σπήλαιο Κλειδί στις όχθες του Βοϊδομάτη. Στην αρχαιότητα η περιοχή του Ζαγορίου κατοικείτο από τους Τυμφαίους και αποτέλεσε τμήμα του αρχαίου ελληνικού βασιλείου των Μολοσσών, που στην ύστερη κλασική εποχή επικράτησε σε όλη την Ήπειρο. Φημίζονταν για την εκτροφή πολεμικών σκύλων, που χρησιμοποιούσαν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Μολοσσός, ο επώνυμος γενάρχης τους, λεγόταν ότι είχε γεννηθεί από την ένωση του Νεοπτόλεμου (γιού του Αχιλλέα) και της Ανδρομάχης (γυναίκας του Έκτορα της Τροίας). Ο Νεοπτόλεμος, ονομαζόμενος επίσης Πύρρος απο τα ξανθά μαλλιά του, ήταν ο πρώτος μιας σειράς Ηπειρωτών βασιλιάδων που κατέληξε στον Πύρρο των Ελληνιστικών χρόνων, που επιχείρησε αρκετές εκστρατείες κατά των Ρωμαίων στην Ιταλία. Η Ολυμπιάδα, η μητέρα του Μέγα Αλέξανδρου, καταγόταν από την πόλη «Μολοσσίδα», στην συμβολή των ποταμών Βοϊδομάτη, Αώου και Σαραντάπορου, στο βόρειο οριο του Ζαγορίου. Υπολείμματα κυκλώπειων τειχών στο Σκαμνέλι βεβαιώνουν ανθρώπινη κατοίκηση προ χιλιάδων ετών. Από τον 9ο ως τον 4ο αιώνα π.Χ. υπήρχε ένας μικρός οικισμός Μολοσσών μεταξύ Μονοδενδρίου και Βίτσας, με πέτρινα σπίτια και δύο νεκροταφεία, που έχουν αποφέρει σημαντικά ευρήματα. Πάντως, σχεδόν καθ' ολους τους ιστορικούς χρόνους ο πληθυσμός ήταν αραιός, ενώ η γη ήταν κατάλληλη κυρίως για κτηνοτροφία και καυσόξυλα για τις τοπικές ανάγκες.

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

The Δεσποτάτο της Ηπείρου (πράσινο) από το 1230 μέχρι το 1251.
Μοναστήρι Αγίας Παρασκευής (Βίκος).

Το πέρασμα των Σλάβων κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο πιστοποιείται από πολλά τοπωνύμια και την ίδια άλλωστε την ονομασία της περιοχής. Υπό τη Βυζαντινή αυτοκρατορία το Ζαγόρι προσείλκυε κατά καιρούς ομάδες στρατιωτών, που έχτιζαν χωριά και εγκαθίσταντο εκεί. Χρηματοδοτήθηκε η ίδρυση πολλών μοναστηριών, όπως η Μονή Βουτσάς κοντά στο χωριό Γρεβενίτι και η Μονή της Μεταμόρφωσης Κλειδωνιά, που ιδρύθηκαν τον 7ο αιώνα από το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ τον Πωγωνάτο, και η Μονή Αγίου Ιωάννη Ρογκοβού, κοντά στο χωριό Τσεπέλοβο, που ιδρύθηκε το 1208 από την αδελφή του Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ΄ Αργυρού.

Aπό το 1204 ως το 1337 η περιοχή αποτέλεσε τμήμα του τοπικού Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 14ο αιώνα, όταν διάφορες Αλβανικές φυλές έκαναν επιδρομές στην Ηπειρο, το Ζαγόρι αποτέλεσε προμαχώνα του Ελληνισμού και ήταν πηγή στρατιωτών που υπηρετούσαν στη φρουρά των Ιωαννίνων. Ως αποτέλεσμα των εκστρατειών του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου το 1337 το Δεσποτάτο της Ηπείρου, και επομένως το Ζαγόρι μαζί με τα Ιωάννινα και τη γύρω περιοχή, πέρασε πάλι για λίγο στον έλεγχο του Βυζαντίου.

Η περιοχή περιήλθε στην εξουσία των Σέρβων το 1348 και το Δεσποτάτο της Ηπείρου ανασυγκροτήθηκε και ήταν υπό τη Λατινική κυριαρχία υπό τον Κάρολο Β΄ Τόκκο, όταν τα Ιωάννινα και το Ζαγόρι υποτάχθηκαν στους Τούρκους το 1430, την εποχή του Σουλτάνου Μουράτ Β΄.

Οθωμανική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1431, μετά τη συνθήκη με το Σινάν Πασά, δημιουργήθηκε το Κοινόν των Ζαγορισίων . Στην πραγματικότητα, από το 1430 που οι Τούρκοι κατέκτησαν την Ήπειρο, με την συνθήκη του Βοϊνίκου, εγκαθιδρύθηκε ένα ειδικό καθεστώς μεταξύ του «Κοινού του Ζαγορίου» και των Οθωμανικών αρχών, και αποδίδονταν κάποιος φόρος ως αντάλλαγμα για την μερική αυτονομία της περιοχής. Η είσοδος τουρκικών στρατευμάτων γίνονταν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τα 14 χωριά του Ζαγορίου η ύπαρξη των οποίων χρονολογούνται από το 912 μ.Χ., (τα υπόλοιπα ιδρύθηκαν αργότερα), από τον 16ο αιώνα γνώρισαν σταδιακά εμπορική και οικονομική άνθιση, καθώς η γη και τα περιουσιακά τους στοιχεία δεν κατασχέθηκαν ποτέ από τις τουρκικές αρχές. Αυτή η κατάσταση ευνοούσε και τους Τούρκους, εφόσον το Ζαγόρι δεν ήταν εστία επαναστάσεων και αναταραχών. Οι Ζαγορίσιοι είχαν αναθέσει τις υποθέσεις τους σε ένα Συμβούλιο Γερόντων (Δημογεροντία), με επικεφαλής ένα πρόεδρο ή κυβερνήτη (Βεκύλης). Είχαν το δικαίωμα να διατηρούν μια ένοπλη δύναμη ασφαλείας (σπαχήδες). Τα χωριά του Ανατολικού Ζαγορίου, κατοικούμενα από Αρμάνους Βλάχους προσχώρησαν στη Συνθήκη το 1480. Κατά συνέπεια πολλά τοπωνύμια στο βόρειο και ανατολικό Ζαγόρι έχουν Βλάχικη ετυμολογία, ενώ μερικά τοπωνύμια με Σλαβική ετυμολογία απαντώνται στο δυτικό και νότιο Ζαγόρι. Παρόλαυτα το Ζαγόρι διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τον Ελληνικό χαρακτήρα του μέσω του συστήματος αυτοδιοίκησης και των δωρεών των εκπατρισμένων, που ευνοούσαν την Ελληνική εκπαίδευση. Το Κοινόν των Ζαγορισίων αναδιοργανώθηκε με συνθήκη του 1670, σύμφωνα με την οποία το Ζαγόρι απολάμβανε σημαντικά προνόμια, ονομαζόμενα Σουρούτια, που καταργήθηκαν πλήρως από το Σουλτάνο μόνο το 1868.

Η λύση αυτή εξυπηρετούσε τους κατακτητές και ήταν επίσης σωτήρια για το Ζαγόρι, καθώς πρόσθετε θεσμικούς κανόνες στους γεωγραφικούς παράγοντες, που το καθιστούσαν φυσικό καταφύγιο. Το Ζαγόρι ποτέ δεν διαμελίστηκε για να μοιρασθεί σε Τούρκους γαιοκτήμονες. Απέκτησε μεγάλο πληθυσμό εμπόρων με δεσμούς με τη Ρουμανία, τη Ρωσία και την Κωνσταντινούπολη, που κατέληξε να γίνει η κυρίαρχη τάξη στην περιοχή και συνέβαλε στη σχετική ευημερία που απολάμβανε το Ζαγόρι στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

To 17o αιώνα συμπεριελήφθησαν στο Κοινόν των Ζαγορισίων και τα χωριά του Δυτικού Ζαγορίου, έτσι ώστε από το 1678 ο συνολικός αριθμός χωριών στο Ζαγόρι είχε αυξηθεί σε 60. Κατά το 18ο αιώνα το βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού ανέβηκε κατακόρυφα, με την ίδρυση σχολείων και βιβλιοθηκών σε κάθε χωριό. Η ευημερία της περιοχής και η πνευματική άνθηση του τόπου συνεχίστηκε με την ίδρυση σχολείων τόσο αρρένων όσο και θηλέων, κατασκευάστηκαν μύλοι για να αλέθουν καλαμπόκι, περίτεχνα κατασκευασμένες βρύσες (κρήνες) και πετρόχτηστα γιοφύρια που είναι διάσπαρτα στην περιοχή. Η παραδοσιακή ιατρική άνθησε με τη μορφή των " γιατρών το Βίκου", που συγκέντρωναν βότανα για τα σκευάσματά τους από το Φαράγγι του Βίκου. Η αυξανόμενη ευημερία βοηθούμενη από προνόμια, που είχαν αποκτήσει Φαναριώτες καταγόμενοι από το Ζαγόρι, και δωρεές από ομογενείς, επέτρεψαν την ανέγερση αρκετών σχολείων, που μερικά επιβιώνουν ακόμη, όπως η Κοινή Σχολή Ελληνικών Μαθημάτων στο Μονοδένδρι από τους αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη (1835). Οι αδελφοί ίδρυσαν επίσης τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή στην Αθήνα (1844), ενόσω το ίδιο το ζαγόρι ήταν ακόμη υπό Οθωμανική κυριαρχία. Οι αδελφοί Ιωάννης και Δημήτριος Αναγνωστόπουλος από το Δίλοφο ίδρυσαν την Αναγνωστοπούλειο στη γενέτειρά τους και συνέβαλαν στις δαπάνες για τη Ζωσιμαία Σχολή στα Ιωάννινα. Ο Μιχαήλ Αναγνωστόπουλος από το Πάπιγκο έχτισε εκεί την Καλλίνειο Σχολή και στην Κόνιτσα την Αναγνωστοπούλειο Σχολή. Ως συνέπεια των πολλών αυτών σχολείων η Ελληνική γλώσσα διατηρήθηκε στην περιοχή.

Καθώς τα βουνά ήταν εκτός του άμεσου ελέγχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προσέφεραν καταφύγιο στους Έλληνες που διώκονταν από τις οθωμανικές αρχές. Αρκετοί εξέχοντες λόγιοι του Ελληνικού Διαφωτσιμού, όπως ο Νεόφυτος Δούκας και ο Αθανάσιος Ψαλίδας βρήκαν εδώ καταφύγιο, όταν ο στρατός του Σουλτάνου κατέστρεψε τα Ιωάννινα το 1820. Μερικοί από αυτούς έκαναν ακόμη και σχέδια ίδρυσης πανεπιστημίου στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Ρογκοβού, κοντά στο Τσεπέλοβο. Το 1820, μετά την εξέγερση του Αλή Πασά, μια Τουρκική δύναμη 1500 ανδρών υπό τον Ισμαηλ Πασά έφτασε στο Ζαγόρι, τμήμα του συνολικού στρατού 20.000, που είχε σταλεί κατά του Αλή Πασά. Ο Αλέξης Νούτσος από το Καπέσοβο, μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήταν επικεφαλής της δύναμης που αντιστάθηκε στον Αλή Πασά, αλλά οι δυνάμεις του Σουλτάνου επικράτησαν. Ο Ισμαηλ Πασάς αφαίρεσε όλα σχεδόν τα προνόμια εκτός από το δικαίωμα να διορίζουν τοπικό διοικητή, του οποίου όμως οι εξουσίες ήταν μόνο κατ' όνομα. Ο Ισμαηλ Πασάς επέβαλε πολύ βαρειά φορολογία, ανερχόμενη σε 250 ασημένια νομίσματα κατά κεφαλή και πρόσθετη φορολογία σε είδος. Αλβανοί και ντόπιοι ληστές άρχισαν πάλι ληστρικές επιδρομές. Το Ζαγόρι απελευθερώθηκε το 1913 κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.

Νεότερη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποψη του χωριού Αρίστη.

Μετά την ένωση με την Ελλάδα, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, η μετανάστευση προς τα Ελληυνικά αστικά κέντρα αποψίλωσε το Ζαγόρι. Το Ζαγόρι έφερε το κύριο βάρος της Ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα το 1940. Η περιοχή επηρεάσθηκε επίσης από τις συγκρούσεις μεταξύ των Γερμανών και των ανταρτών του Ναπολέοντα Ζέρβα κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την περίοδο εκείνη αρκετά χωριά του Ζαγορίου και η μονή Βουτσά, κάηκαν ως Γερμανικά αντίποινα. H περιοχή σχεδόν ερημώθηκε κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949. Από τη δεκαετία του 1980 κρατικές πρωτοβουλίες αποσκοπούσαν να διατηρήσουν τον παραδοσιακό χαρακτήρα των χωριών και το φυσικό τοπίο.

Λαϊκή παράδοση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μοναδικά έθιμα συνδέονται με αρχαιοελληνικές, παγανιστικές ή χριστιανικές εκδηλώσεις. Οι μεγαλύτερες εκκλησίες και μοναστήρια γιορτάζουν τη γιορτή του πολιούχου άγιού τους με εκδηλώσεις που μπορεί να διαρκούν αρκετές μέρες.

Πένθιμα τραγούδια (μοιρολόγια) συνοδεύουν τους θρήνους των νεκρών. Τα ταφικά έθιμα περιλαμβάνουν την εκταφή των οστών του νεκρού μετά από μια περίοδο 1-3 ετών. Τα οστά πλένονται, αρωματίζονται και τοποθετούνται σε ξύλινη λάρνακα και φυλλάσσονται σε οστεοφυλάκειο σε κάθε χωριό.

Παραδοσιακή αρχιτεκτονική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χωριό Σκαμνέλι, παράδειγμα Ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής.
Κεντρική πλατεία του χωριού Σκαμνέλι.

Τα χωριά είναι χτισμένα γύρω από μια κεντριή πλατεία, που λέγεται επίσης μεσοχώρι (κέντρο του χωριού), με μια μεγάλη εκκλησία, ένα πλάτανο και μια δημόσια κρήνη. Πλακόστρωτα δρομάκια και μονοπάτια διασυνδέουν το υπόλοιπο χωριό. Κάθε επιμέρους γειτονιά έχει μια μικρότερη εκκλησία.

Εκκλησίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι περισσότερες εκκλησίες στο Ζαγόρι χρονολογούνται από το 17ο-18ο αιώνα και μετά, αν και επιβιώνουν μερικά παλαιότερα θεμέλια. Στα περισσότερα χωριά η κεντρική εκκλησία αποτελείται από μία ευμεγέθη βασιλική, χτισμένη από πέτρα με ξύλινη στέγη, καλυμμένη από σχιστόπλακες. Είναι διακοσμημένες κυρίως από Ηπειρώτες αγιογράφους, σύμφωνα με τη Βυζαντινή παράδοση. Η είσοδος στην εκκλησία συνήθως προστατεύεται από μια περίστυλη στοά. Το καμπαναριό συνήθως είναι σε απόσταση από την εκκλησία.

Κατοικίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατοικίες μέχρι το 18ο αιώνα ήταν μικρά ορθογωνικά κτίρια, συνήθως με ένα μόνο ισόγειο πάτωμα και με βοηθητικούς χώρους στο υπόγειο, που χρησιμοποιούνταν ως στάβλοι. Πράγματι, αυτή φαίνεται να είναι η τεχνοτροπία της κατασκευής των κατοικιών στη θέση ανασκαφής των Μολοσσών κοντά στη Βίτσα. Τα σπίτια είναι χτισμένα από τοπική πέτρα και έχουν στέγη από σχιστόπλακες. Οι σχιστόπλακες συγκρατούνται μεταξύ τους χωρίς τσιμέντο, μόνο από το βάρος των υπερκειμένων πλακών. Συνεπώς η στέγη από πλάκες απαιτεί συνεχή συντήρηση, καθώς είναι εκτεθειμένη σε έντονες χιονοπτώσεις τους χειμερινούς μήνες.

Ο παλαιότερος τύπος (κατοικίας) εξελίχθηκε το 18ο και 19ο αιώνα σε σε πιο πολύπλοκες μορφές που κατέληξαν στα πολυώροφα αρχοντικά των πλουσιότερων οικογενειών στο τέλος του 18ου αιώνα. Πολλά σπίτια βρίσκονται πίσω από μια περιτοιχισμένη αυλή ή κήπο. Η πόρτα της αυλής είναι ένα οικοδόμημα από μόνη της, καλυμμένη με σχιστόπλακες και συνδέοντας την κατοικία με το υπόλοιπο χωριό. Εκτός από το σπίτι υπάρχουν βοηθητικά κτίσματα, όπως ένα "μαγειριό" (κουζίνα), μια εξωτερική τουαλέτα στο πιο μακρινό σημείο από την κουζίνα και στάβλοι. Το κυρίως σπίτι είναι χτισμένο με τοίχους πάχους μέχρι ένα μέτρο, που πολλές φορές έχουν ένα εσωτερικό χώρο με άμμο για μονωτικό για το κρύο. Η είσοδος του σπιτιού βγάζει στο χωλ, το λεγόμενο χαγιάτι, που οδηγεί στα γειτονικά δωμάτια, που ονομάζονται "οντάς" ή "μαντζάτο". Το χαγιάτι ήταν αρχικά, και μερικές φορές είναι ακόμα, ένας εν μέρει ανοικτός χώρος μπροστά από το σπίτι. Το όνομα αυτό προέρχεται πιθανόν από την Περσική λέξη "χαγιάτ", ένα είδος Περσικού κήπου με κιόσκια ή άλλα κτίσματα. Το μαντζάτο είναι το βασικό δωμάτιο για τους χειμερινούς μήνες με τζάκι, "τάβλα" (τραπέζι) και καθιστικούς χώρους, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κρεβάτια, που ονομάζονται "μπασιά". Απέναντι από το τζάκι είναι ένα εντοιχισμένο ντουλάπι, η "μεσάντρα". Για να εξυπηρετεί τη λειτουργία του, το μαντζάτο έχει συνήθως νότιο προσανατολισμό.

Μία συνήθως ξύλινη σκάλα οδηγεί από το χαγιάτι στην είσοδο του επάνω ορόφου που λέγεται "κρεβάτα", ανάμεσα στις κρεβατοκάμαρες. Σε σπάνιες περιπτώσεις η κρεβάτα βγάζει σε ένα μικρό μπαλκόνι με ξύλινη οροφή. Η "γκλαβανή" είναι μια μικρή είσοδος στη σοφίτα. Το υπόγειο του σπιτιού περιλαμβάνει κελάρια και άλλους χώρους αποθήκευσης, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσθετα καταλύματα για ζώα.

Λίγα από τα παλιά αρχοντικά διατηρούνται, ενώ τα περισσότερα έχουν ερειπωθεί. Σε εκείνα που διατηρούνταο το δωμάτιο του οντά είναι το πιο ευρύχωρο, έχει μεγάλο τζάκι και πολλές φορές τοιχογραφίες με λουλούδια. Xρησίμευε για την υποδοχή επισκεπτών.

Tο Φαράγγι του Βίκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Tο Φαράγγι του Βίκου από τη Μπελόη.
Δήμος Ζαγορίου.
Γεφύρι Καλογερικό, Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου.
Γεφύρι Κόνιτσας, Εθνικός Δρυμός Βίκου-Αώου.

Καρδιά του Εθνικού Δρυμού Βίκου-Αώου, το Φαράγγι του Βίκου είναι το μεγαλύτερο και πιο γραφικό από τα φαράγγια του Ζαγορίου. Tο Φαράγγι του Βίκου συλλέγει τα νερά πολλών μικρών ποταμών που καταλήγουν στον ποταμό Βοϊδομάτη, που ρέει μέσα στο φαράγγι. Tο Φαράγγι του Βίκου με 990 μέτρα βάθος είναι ένα από τα βαθύτερα στον κόσμο, στην πραγματικότητα το βαθύτερο σε αναλογία με το πλάτος του. Tο Φαράγγι του Βίκου είναι επίσης χώρος μεγάλου επιστημονικού ενδιαφέροντος, γιατί βρίσκεται σε σχεδόν παρθένα κατάσταση και είναι παράδεισος για απειλούμενα είδη και περιέχει πολλά και ποικίλα οικοσυστήματα.

Δήμοι και χωριά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δήμος Ζαγορίου δημιουργήθηκε με την αυτοδιοκητική μεταρρύθμιση του 2010 με τη συνένωση των ακόλουθων 5 πρώην δήμων, που έγιναν δημοτικές ενότητες (οι συστατικές κοινότητες σε παρένθεση) :

Επιφανείς Ζαγορίτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τέχνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εμπόροι και ευεργέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκπαίδευση και λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολιτικοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]



.

Δείτε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κωνσταντίνα Μπάδα, «Η Πολιτισμική ταυτότητα ως συνιστώσα της βιώσιμης ορεινής ανάπτυξης. Το παράδειγμα του Ζαγοριού», Γεωγραφίες, 5 (2003), σ. 57 - 71

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ