Μουλάρι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μουλάρι ή ημίονος ονομάζεται το υβριδικό ζώο που προέρχεται από τη διασταύρωση αλόγου και γάϊδαρου. Το μουλάρι προέρχεται από γονιμοποίηση φοράδας από γάιδαρο. Ένα διαφορετικό είδος, το γαϊδουρομούλαρο ή γίννος, προκύπτει όταν γίνει γονιμοποίηση θηλυκού γαϊδουριού από άλογο.
Μορφολογικά το μουλάρι ομοιάζει στο σώμα και το δέρμα με γάιδαρο, ενώ στις περιοχές του λαιμού και του κεφαλιού περισσότερο με άλογο. Ενώ το άλογο έχει 64 χρωμοσώματα, και το γαϊδούρι 62, το μουλάρι έχει 63. Το μουλάρι δεν μπορεί να αναπαραχθεί λόγω του αριθμού των χρωμοσωμάτων που έχει και είναι στείρο. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις υπάρχουν γεννήσεις από μουλάρια, αλλά είναι ιδιαίτερα σπάνιες.
Τα μουλάρια συνδυάζουν χαρακτηριστικά των γαϊδουριών, όπως η υπομονή και επιμονή, και των αλόγων, όπως η αντοχή και η δυνατότητα μεταφοράς μεγάλων βαρών. Όταν ενοχληθεί, το μουλάρι μπορεί να κλωτσήσει πολύ δυνατά, προς κάθε κατεύθυνση. Χρησιμοποιούνται σε αγροτικές κοινωνίες για βοήθεια στις μεταφορές, παλιότερα όμως και μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ευρύτατη ήταν η χρήση τους από τους στρατούς του κόσμου ως μέσα μεταφοράς, κυρίως λόγω της μεγάλης αντοχής τους και της ανθεκτικότητάς τους στις ασθένειες.
Μεταφορικά, ο όρος μουλάρι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάποιον που είναι ιδιαίτερα επίμονος (μουλάρωσε). Εναλλακτικά, και υποτιμητικά, για κάποιον που έχει μεγαλώσει αρκετά ώστε να επωμίζεται ευθύνες χωρίς ωστόσο να το κάνει (είκοσι χρονών μουλάρι). Η λέξη μούλος αποτελεί βρισιά συνώνυμη του μπάσταρδος και αναφέρεται στη διασταύρωση μεταξύ ειδών με την οποία γεννιέται ένα μουλάρι.