Λομβαρδοί

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μετανάστευση των Λομβαρδών από την Σκανδιναβία στην Ιταλία μεταξύ 1ου και 4ου αιώνα μ.Χ.
Λομβαρδικές κτήσεις στην Ιταλία: το Βασίλειο των Λομβαρδών (Nεύστρια, Αούστρια και Tούσκια) και τα Λομβαρδικά Δουκάτα του Σπολέτο και του Μπενεβέντο

Η Λομβαρδοί [1] ή Λογγοβάρδοι (Λατινικά: Langobardi) ήταν ένας Γερμανικός λαός [2], που κυβέρνησε το μεγαλύτερο μέρος της Ιταλικής Χερσονήσου το 568-774, με καταγωγή από στον Έλβα στη Βόρεια Γερμανία και τη Σκάνια στη νότια Σουηδία πριν από την Περίοδο των Μεταναστεύσεων.

Ο μεσαιωνικός ιστορικός των Λομβαρδών Παύλος ο Διάκονος έγραψε στην Ιστορία των Λομβαρδών (γράφτηκε μεταξύ 787 και 796) ότι αυτοί κατάγονταν από μια μικρή φυλή που ονομαζόταν Βινοβίλοθ, [3]που κατοικούσε στη νότια Σκανδιναβία [4] (Scadanan) πριν μεταναστεύσουν σε αναζήτηση νέων εδαφών. Κατά τη Ρωμαϊκής εποχή ιστορικοί έγραψαν για τους Λομβαρδούς του 1ου αιώνα μ.Χ. ως ένα από τους Σουηβικούς λαούς, στη σημερινή βόρεια Γερμανία, κοντά στον ποταμό Έλβα, που συνέχισαν να μεταναστεύσουν νότια. Σο τέλος του πέμπτου αιώνα οι Λομβαρδοί είχαν μετακινηθεί στην περιοχή περίπου που συμπίπτει με τη σύγχρονη Αυστρία και τη Σλοβακία βόρεια του Δούναβη, όπου υπέταξαν τους Έρουλους και αργότερα έκαναν συχνούς πολέμους με τους Γέπιδες. Ο Λομβαρδός βασιλιάς Αυδοΐνος νίκησε τον ηγέτη των Γεπίδων Θουρισίνδο το 551 ή το 552 και ο διάδοχός του Αλβοΐνος τελικά συνέτριψε τους Γέπιδες το 567. Οι Λομβαρδοί εγκαταστάθηκαν στην Παννονία, στη σύγχρονη Ουγγαρία. Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν στην περιοχή Σόλαρντ ταφικά μνημεία Λομβαρδών ανδρών και γυναικών θαμμένων μαζί οικογενειακά, μια πρακτική που ήταν ασυνήθιστη για τους γερμανικούς λαούς εκείνη την εποχή. Ίχνη έχουν επίσης ανακαλυφθεί Ελλήνων της Μεσογείου και μιας γυναίκας της οποίας το κρανίο υποδηλώνει γαλλική καταγωγή, που πιθανώς δείχνει ότι μεταναστεύσεις από την Ελλάδα και τη Γαλλία σημειώνονταν στα εδάφη των Λομβαρδών.

Μετά τη νίκη του επί των Γεπίδων o Αλβοΐνος οδήγησε το λαό του στη βορειοανατολική Ιταλία, poy είχε ερημωθεί μετά το μακρoχρόνιο Γοτθικό Πόλεμο (535–554) μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Οστρογοτθικού Βασιλείου. Στους Λομβαρδούς προστέθηκαν πολυάριθμοι Σάξονες, Έρουλοι, Γέπιδες, (Πρωτό)Βούλγαροι, Θουρίγγιοι και Οστρογότθοι και η εισβολή τους στην Ιταλία δεν συνάντησε σχεδόν καμία αντίσταση. Στα τέλη του 569 είχαν κατακτήσει όλη τη βόρεια Ιταλία και τις κυριότερες πόλεις βόρεια του ποταμού Πάδου, εκτός από την Παβία, που έπεσε το 572. Ταυτόχρονα κατέλαβαν περιοχές στην κεντρική και τη νότια Ιταλία. Ίδρυσαν ένα Λομβαρδικό Βασίλειο στη βόρεια και κεντρική Ιταλία, που αργότερα ονομάστηκε Regnum Italicum («Βασίλειο της Ιταλίας») και έφτασε στο απόγειό του υπό τον ηγεμόνα του όγδοου αιώνα Λιουτπράνδο. Το 774 το βασίλειο καταλήφθηκε από το βασιλιά των Φράγκων Καρλομάγνο και ενσωματώθηκε στη Φραγκική Αυτοκρατορία. Ωστόσο οι Λομβαρδοί ευγενείς συνέχισαν να κυβερνούν τα νότια μέρη της Ιταλικής Χερσονήσου μέχρι τον 11ο αιώνα, όταν κατακτήθηκαν από τους Νορμανδούς και προσαρτήθηκαν στην Κομητεία της Σικελίας. Σε αυτή την περίοδο το νότιο τμήμα της Ιταλίας που ήταν ακόμα υπό την κυριαρχία των Λομβαρδών ήταν γνωστό στους ξένους με το όνομα Langbarðaland (Γη των Λομβαρδών), όπως αναγράφεται στις σκανδιναβικές ρουνικές λίθους.[5] Η κληρονομιά τους είναι επίσης εμφανής στο όνομα της περιοχής της Λομβαρδίας στη βόρεια Ιταλία.

Ονομα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τις δικές τους παραδόσεις οι Λομβαρδοί αρχικά αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Winnili. Μετά από μια σημαντική νίκη επί των Βανδάλων τον πρώτο αιώνα, άλλαξαν το όνομά τους σε Λομβαρδοί.[6]Το όνομα Winnili μεταφράζεται γενικά ως «λύκοι», που σχετίζεται με την πρωτογερμανική ρίζα *wulfaz «λύκος».[7] Το όνομα Λομβαρδός φέρεται να προήλθε από τα χαρακτηριστικά μακριά γένια των Λομβαρδών.[8] Είναι πιθανώς μια ένωση των πρωτογερμανικών στοιχείων *langaz (μακρύ) και *bardaz (γένια).


Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαία ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μυθική καταγωγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βόνταν (Γκόνταν) και η Φρίγκα (Φρέα) κοιτάζουν έξω από ένα παράθυρο στους ουρανούς...
....και βλέπουν τις Λομβαρδές γυναίκες με τα μακριά μαλλιά τους δεμένα να φαίνονται σαν γένια
Ο Παύλος ο Διάκονος, ιστορικός των Λομβαρδών, περίπου 720-799

Σύμφωνα με τους δικούς τους θρύλους οι Λομβαρδοί κατάγονταν από τη νότια Σκανδιναβία,[9] περιλαμβανομένης της σhmerin;hw Δανίας. Η βορειοευρωπαϊκή προέλευση των Λομβαρδών υποστηρίζεται από γενετικά ανθρωπολογικά, αρχαιολογικά και παλαιότερα λογοτεχνικά στοιχεία.[9]

Μια θρυλική αφήγηση της προέλευσης, της ιστορίας και των πρακτικών των Λομβαρδών είναι η Historia Langobardorum (Ιστορία των Λομβαρδών) του Παύλου του Διακόνου, που γράφτηκε τον όγδοο αιώνα. Ωστόσο η κύρια πηγή του Παύλου για την καταγωγή των Λομβαρδών είναι το Origo Gentis Langobardorum (Καταγωγή του Λαού των Λομβαρδών) του έβδομου αιώνα.

Το Origo Gentis Langobardorum αφηγείται την ιστορία μιας μικρής φυλής που ονομαζόταν Winnili[3] και κατοικούσε στη νότια Σκανδιναβία[4] (Scadanan) (ο Codex Gothanus γράφει ότι οι Winnili κατοικούσαν αρχικά κοντά σε ένα ποτάμι ονόματι Vindilicus στο ακραίο όριο της Γαλατίας). [10] Οι Winnili χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και ένα μέρος τους εγκατέλειψε την πατρίδα τους για να αναζητήσει ξένες γαίες. Ο λόγος της φυγής τους ήταν μάλλον ο υπερπληθυσμός.[11] Εκείνοι που έφυγαν είχαν αρχηγό το Γκάμπαρα και τους γιους του Υμπορ και Aιο [12][13] και έφτασαν στα εδάφη της Σκορίνγκα, ίσως στις ακτές της Βαλτικής[14] ή στο Μπάρντενγκάου στις όχθες του Έλβα.[15] Τη Σκορίνγκα κυβερνούσαν οι Βάνδαλοι και τους αρχηγούς τους, τους αδελφούς Άμπρι και Άσι, που έδωσαν στους Winnili την επιλογή μεταξύ φόρου υποτέλειας ή πολέμου.

Οι Winnili ήταν νέοι και γενναίοι και αρνήθηκαν την υποτέλεια, λέγοντας «Είναι καλύτερα να διατηρείς την ελευθερία με τα όπλα παρά να τη λερώσεις με την πληρωμή φόρου.»[16] Οι Βάνδαλοι ετοιμάστηκαν για πόλεμο και συμβουλεύτηκαν τον Γκόνταν (το θεό Όντιν[4]), που απάντησε ότι θα έδινε τη νίκη σε αυτούς που θα έβλεπε πρώτα με την ανατολή του ηλίου.[17] Οι Winnili ήταν λιγότεροι [16] και ο Γκάμπαρα ζήτησε βοήθεια από τη Φρέα (τη θεά Φρίγκα[4]), που συμβούλευσε όλες τις γυναίκες τους να δένουν τα μαλλιά τους μπροστά στο πρόσωπό τους σαν γένια και να βαδίζουν στη γραμμή με τους συζύγους τους. Με την ανατολή του ηλίου η Φρέα γύρισε το κρεβάτι του συζύγου της έτσι ώστε να κοιτάζει προς τα ανατολικά και τον ξύπνησε. Έτσι ο Γκόνταν εντόπισε πρώτα τους Winnili και ρώτησε, «Ποιοι είναι αυτοί με τα μακρυά γένεια;» και ο Φρέα απάντησε, «Κύριέ μου, τους έδωσες το όνομα, τώρα δώσε τους και τη νίκη».[18] Από εκείνη τη στιγμή και μετά οι Winnili ήταν γνωστοί ως Langobardi στα λατινικά, Longobardi στα ιταλικά και Langobards ή Lombards στα αγγλικά).

Όταν ο Παύλος ο Διάκονος έγραψε την Historia του μεταξύ 787 και 796 ήταν Καθολικός μοναχός και αφοσιωμένος Χριστιανός. Θεωρούσε ότι οι παγανιστικές ιστορίες του λαού του ήταν «ανόητες» και «γελοίες».[17][19] Ο Παύλος εξήγησε ότι το όνομα "Langobard" προήλθε από το μήκος των γενειάδων τους.[20] Μια σύγχρονη θεωρία υποστηρίζει ότι το όνομα "Langobard" προέρχεται από το Langbarðr, ένα όνομα του Oντιν.[21] Ο Πρίστερ αναφέρει ότι όταν οι Winnili άλλαξαν το όνομά τους σε "Λομβαρδοί", άλλαξαν επίσης την παλιά τους λατρεία για της γονιμότητας της γης σε λατρεία του Oντιν, δημιουργώντας έτσι μια συνειδητή φυλετική παράδοση.[22] Ο Φρέχλιχ αντιστρέφει την κατά τον Πρίστερ σειρά των γεγονότων και αναφέρει ότι με τη λατρεία του Oντιν οι Λομβαρδοί άφησαν μεγάλα τα γένια τους για να μοιάζουν με τον Όντιν του θρύλου και το νέο τους όνομα αντικατόπτριζε αυτό.[23] Ο Μπρούκνερ παρατηρεί ότι το όνομα των Λομβαρδών βρίσκεται σε στενή σχέση με τη λατρεία του Όντιν, του οποίου τα πολλά ονόματα περιλαμβάνουν τα «ο μακρυγενειοφόρος» ή «γκρίζος γενειοφόρος» και ότι το λομβαρδικό όνομα Ansegranus («αυτός με τα γένια των θεών») δείχνει ότι οι Λομβαρδοί είχαν αυτή την ιδέα για την κύρια θεότητά τους..[24]

Εναλλακτικά, ορισμένες ετυμολογικές πηγές προτείνουν μια παλαιά ανώτερη γερμανική ρίζα, barta, που σημαίνει «τσεκούρι» (και σχετίζεται με το αγγλικό halberd), ενώ ο Έντουαρντ Γκίμπον διατυπώνει μια εναλλακτική πρόταση που υποστηρίζει ότι:

…Börde (ή Börd) εξακολουθεί να σημαίνει «μια εύφορη πεδιάδα δίπλα σε ένα ποτάμι» και μια συνοικία κοντά στο Μαγδεμβούργο εξακολουθεί να ονομάζεται lange Börde. Σύμφωνα με αυτή την άποψη το Langobardi θα σήμαινε «κατοίκους της μεγάλης κοίτης του ποταμού» και τα ίχνη του ονόματός τους υποτίθεται ότι υπάρχουν ακόμη σε ονόματα όπως Μπάρντενγκάου και Μπάρντεβικ στην περιοχή του Έλβα.[25]

Σύμφωνα με το χριστιανό ιερέα, ιστορικό και θεολόγο Παύλο Ορόσιο από τη Γαλικία, οι Λομβαρδοί ή Winnili ζούσαν αρχικά στο Βίνουιλοθ (Βινόβιλιθ) που αναφέρει ο Ιορδάνης, στο αριστούργημά του Getica, στα βόρεια της Ουψάλα στη Σουηδία. Η Σκορίνγκα ήταν κοντά στην επαρχία Ούπλαντ, βόρεια του Έστεργκετλαντ.

Στη συνέχεια η υποσημείωση εξηγεί την ετυμολογία του ονόματος Σκορίνγκα :

Οι ακτές του Ούπλαντ και του Έστεργκετλαντ καλύπτονται με μικρούς βράχους και βραχονησίδες, που ονομάζονται στα γερμανικά Schæren και στα σουηδικά Skiaeren. Heal σημαίνει λιμάνι στις βόρειες γλώσσες. Συνεπώς το Skiæren-Heal είναι το λιμάνι του Skiæren, ένα όνομα που ταιριάζει πολύ με το λιμάνι της Στοκχόλμης, στο Ούπλαντσκε Σκιέρεν, και η χώρα μπορεί δίκαια να ονομάζεται Σκόρουνγκ ή Σκιερούνγκα.[26]

Ο μυθικός βασιλιάς Σεάφα της Σκάντζας ήταν ένας αρχαίος Λομβαρδός βασιλιάς στην αγγλοσαξονική μυθολογία. Το παλιό αγγλικό ποίημα Widsith, σε ένα κατάλογο διάσημων βασιλιάδων και των χωρών τους, έχει τον Sceafa [weold] Longbeardum, ονομάζοντάς τον έτσι κυβερνήτη των Λομβαρδών.[27]

Ομοιότητες μεταξύ των λογκοβαρδικών και των γοτθικών μεταναστευτικών παραδόσεων έχουν επισημανθεί από τους μελετητές. Αυτοί οι πρώιμοι μεταναστευτικοί θρύλοι υποδηλώνουν ότι μια σημαντική μετατόπιση φυλών συνέβη κάποια στιγμή μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αιώνα π.Χ., που μάλλον συμπίπτει με την εποχή που οι Τεύτονες και οι Κίμβροι εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους στη Σκανδιναβία και μετανάστευσαν μέσω της Γερμανίας, εισβάλλοντας τελικά στη Ρωμαϊκή Ιταλία.

Bασίλειο της Ιταλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 568, υπό την ηγεσία του Αλβοΐνου, εισέβαλαν στη βόρεια Ιταλία, όπου ίδρυσαν βασίλειο με πρωτεύουσα την Παβία. Κατόπιν, προχώρησαν στην κεντρική και νότια Ιταλία, εκτός από την Πεντάπολη, τις Παπικές Κτήσεις και τα νότια παράλια, που παρέμειναν βυζαντινά.

Μετά το θάνατο του Αλβοΐνου (περ. 570) και την βραχύβια βασιλεία του Κλέφου, η χώρα χωρίστηκε σε 36 δουκάτα. Τα δουκάτα του Σπολέτο και του Μπενεβέντο στη νότια Ιταλία ανεξαρτητοποιήθηκαν. Το 584 οι Λομβαρδοί ευγενείς εξέλεξαν βασιλιά τον Αυθάριο, γιο του Κλέφου. Ο βασιλιάς Λιουτπράνδος (712-744) ενίσχυσε το βασίλειο με νόμους ενώ κατέκτησε και πάλι το Σπολέτο και το Μπενεβέντο.

Ο Πάπας Στέφανος Β΄ ζήτησε βοήθεια από τον Φράγκο βασιλιά Πιπίνο τον Βραχύ. Οι Φράγκοι νίκησαν τους Λομβαρδούς. Ο Κάρολος ο Μέγας βοήθησε και πάλι τον πάπα, εισέβαλε στη Λομβαρδία και στέφθηκε βασιλιάς των Λομβαρδών στην Παβία το 774.

Οι Λομβαρδοί έδωσαν το όνομά τους στην ομώνυμη βορειοδυτική περιοχή της Ιταλίας. Πολλοί γνωστοί Ιταλοί έμποροι του 14ου αιώνα ήταν γνωστοί ως «Λομβαρδοί» και οι οποίοι διέθεταν αντιπροσωπείες σε βασικά εμπορικά κέντρα της εποχής, π.χ. Λονδίνο, Παρίσι. Κεντρικοί δρόμοι των πόλεων αυτών έχουν πάρει την ονομασία τους από γνωστούς "Λομβαρδούς" εμπόρους.


Το 568 εισέβαλαν στην Ιταλία και εξαπλώθηκαν ραγδαία με αρχηγό τον Αγκιλούλφο (590-616), αφού προηγουμένως συμμάχησαν με τον Βυζαντινό έξαρχο Ραβέννας και ίδρυσαν ένα ισχυρό βασίλειο στην Ιταλία. Γύρω στα 680 Βυζαντινοί ιεραπόστολοι και καλλιτέχνες από την Κωνσταντινούπολη ταξίδεψαν στο Λογγοβαρδικό βασίλειο, ανακόπτοντας με την δράση τους την επιθετική συμπεριφορά των Λογγομβάρδων απέναντι στο Βυζάντιο. Το 751 κατέλαβαν την Ραβέννα και την Πεντάπολη. Το 774 ο Φράγκος ηγεμόνας Καρλομάγνος, κατέλυσε το κράτος τους. Στο εξής οι Λογγοβάρδοι περιορίστηκαν στις κτήσεις τους στον Νότο, στο δουκάτο του Βενεβέντο, στο οποίο είχαν προσαρτήσει και τις περισσότερες περιοχές της βυζαντινής Απουλίας και Καλαβρίας. Οι Λογγοβάρδοι δούκες στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον Καρλομάγνο δήλωσαν υπακοή στον Βυζαντινό αυτοκράτορα.

Στα μέσα του 9ου αιώνα το λογγομβαρδικό δουκάτο διασπάστηκε σε μικρότερα πριγκιπάτα και δουκάτα όπως του Σαλέρνο, της Κάπουας, του Αμάλφι , της Γέτας και της Νεάπολης. Το 876 οι Λομβαρδοί του Μπάρι προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των Αράβων, ζήτησαν τη βοήθεια του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Το 896 και ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες οι Βυζαντινοί κατόρθωσαν να ανακαταλάβουν το μεγαλύτερο μέρος της Απουλίας. Τον 11ο αιώνα στα πρώην εδάφη των Λομβαρδών της Ιταλίας θα εγκατασταθούν οι Νορμανδοί.[28].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. "Lombard". Collins English Dictionary.
  2. *Christie 1995. "The Lombards, also known as the Longobards, were a Germanic tribe whose fabled origins lay in the barbarian realm of Scandinavia."
    • Whitby 2012, σελ. 857. "Lombards, or Langobardi, a Germanic group..."
    • Brown 2005. "Lombards... a west-Germanic people..."
    • Darvill 2009. "Lombards (Lombard). Germanic people..."
    • Taviani-Carozzi 2005. "Lombards, A people of Germanic origin, conquerors of part of Italy from 568."
  3. 3,0 3,1 Priester, 16. From Proto-Germanic winna-, meaning "to fight, win".
  4. 4,0 4,1 4,2 4,3 Harrison, D.; Svensson, K. (2007). Vikingaliv Fälth & Hässler, Värnamo. (ISBN 978-91-27-35725-9) p. 74
  5. 2. Runriket - Täby Kyrka Αρχειοθετήθηκε 2008-06-04 στο Wayback Machine., an online article at Stockholm County Museum, retrieved July 1, 2007.
  6. Christie 1995, σελ. 3.
  7. Sergent, Bernard (1991). «Ethnozoonymes indo-européens». Dialogues d'Histoire Ancienne 17 (2): 15. doi:10.3406/dha.1991.1932. https://www.persee.fr/doc/dha_0755-7256_1991_num_17_2_1932. 
  8. Christie 2018b, σελίδες 920-922.
  9. 9,0 9,1 Christie 1995, σελίδες 1-6.
  10. CG, II.
  11. Menghin, 13.
  12. Priester, 16. Grimm, Deutsche Mythologie, I, 336. Old Germanic for "Strenuus", "Sibyl".
  13. Ibor and Aio were called by Prosper of Aquitaine, Iborea and Agio; Saxo-Grammaticus calls them Ebbo and Aggo; the popular song of Gothland (Bethmann, 342), Ebbe and Aaghe (Wiese, 14).
  14. Priester, 16
  15. Hammerstein-Loxten, 56.
  16. 16,0 16,1 PD, VII.
  17. 17,0 17,1 PD, VIII.
  18. OGL, appendix 11.
  19. Priester, 17
  20. PD, I, 9.
  21. Nedoma, Robert (2005).Der altisländische Odinsname Langbarðr: ‘Langbart’ und die Langobarden. In Pohl, Walter and Erhart, Peter, eds. Die Langobarden. Herrschaft und Identität. Wien. pp. 439–444
  22. Priester, 17.
  23. Fröhlich, 19.
  24. Bruckner, 30–33.
  25. Smith’s Dict. of Greek and Roman Geogr., vol. ii. p. 119 — S.
  26. Orosius (1773). The Anglo-Saxon Version, from the Historian Orosius, by Ælfred the Great together with an English Translation from the Anglo-Saxon (στα Αγγλικά). Μτφρ. Daines Barrington (Alfred the Great έκδοση). London: Printed by W. Bowyer and J. Nichols and sold by S. Baker. σελ. 256. Ανακτήθηκε στις 7 Μαΐου 2020. 
  27. Widsith, lines 31-33
  28. Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 7ος , Κεφάλαιο 10, σελίδα 500-501 Εκδόσεις ΔΟΜΗ

Πινακοθήκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]