Μάχη της Νικόπολης (1396)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μάχη της Νικόπολης
Μέρος των Οθωμανικών πολέμων στην Ευρώπη
και των Σταυροφοριών
NikopolisSchlacht.jpg

μικρογραφία του Ζαν Κολόμπ (π. 1475)
Ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 1396
Τοποθεσία 43°42′21″N 24°53′45″E / 43.70583°N 24.89583°E / 43.70583; 24.89583Coordinates: 43°42′21″N 24°53′45″E / 43.70583°N 24.89583°E / 43.70583; 24.89583
Αποτέλεσμα

νίκη των Οθωμανών

Συμμετέχοντες

Σταυροφορίες: Γερμανική αυτοκρατορία

 βασίλειο της Γαλλίας

βασίλειο της Ουγγαρίας[1]

  • πριγκιπάτο της Τρανσυλβανίας

βασίλειο της Κροατίας[1]

Coa Romania Country Wallachia History 2 (14th century).svg πριγκιπάτο της Βλαχίας

Ιωαννίτες Ιππότες[1]

 Δημοκρατία της Βενετίας[1]

 Δημοκρατία της Γένοβας

Β΄ Βουλγαρική αυτοκρατορία

βασίλειο της Πολωνίας

βασίλειο της Καστίλης

βασίλειο της Αραγωνίας

βασίλειο της Πορτογαλίας

βασίλειο της Ναβάρρας

Τευτονικό Τάγμα

Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία

Διοικητές και ηγέτες

Coat of arms of Moravian Serbia.svg Στέφανος Λαζάρεβιτς

Δύναμη ανδρών

Πολύ συζητήσιμη, αλλά αξιόπιστα εκτιμάται σε 25.000–30.000

Πολύ συζητήσιμη αλλά αξιόπιστα εκτιμάται σε 15.000–19.000

Θύματα και απώλειες
Σημαντικές απώλειες Οθωμανών.

Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού των Σταυροφόρων καταστράφηκε ή αιχμαλωτίστηκε.[2]

  • 3.000 αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν.

Η Μάχη της Νικόπολης διεξήχθη στις 25 Σεπτεμβρίου 1396 όταν ένας συμμαχικός στρατός Ουγγρικών, Κροατικών, Βουλγαρικών, Βλαχικών, Γαλλικών, Βουργουνδικών, Γερμανικών και ανάμεικτων σταυροφόρων, με τη βοήθεια του Βενετικού ναυτικού, ξεκίνησε την πολιορκία του παρά τον Δούναβη φρουρίου της Νικόπολης. Ο Χριστιανικός στρατός κατέληξε στα χέρια μίας Οθωμανικής δύναμης και υπέστη δεινή ήττα· αυτό οδήγησε στο τέλος της Β΄ Βουλγαρικής αυτοκρατορίας. Συχνά η εκστρατεία αναφέρεται ως Σταυροφορία της Νικόπολης, καθώς ήταν μία από τις τελευταίες μεγάλης κλίμακας Σταυροφορίες του Μεσαίωνα, μαζί με αυτή της Βάρνας το 1443–1444.

Ιστορικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρξαν πολλές μικρές Σταυροφορίες τον 14ο αι., που πραγματοποιήθηκαν από μεμονωμένους βασιλείς ή ιππότες. Πιο πρόσφατη υπήρξε η αποτυχημένη Σταυροφορία εναντίον της Τυνησίας το 1390 και υπήρχε συνεχής πόλεμος στη βόρεια Ευρώπη κατά μήκος των ακτών της Βαλτικής. Μετά τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, οι Οθωμανοί είχαν κατακτήσει τα περισσότερα από τα Βαλκάνια και είχαν περιστείλει τη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη, την οποία απέκλεισαν από το 1394 και μετά

Το 1393 ο Βούλγαρος τσάρος Ιβάν Σισμάν είχε απολέσει τη Νικόπολη -την προσωρινή πρωτεύουσά του- από τους Οθωμανούς. Ο αδελφός του, ο Ιβάν Στρατσίμιρ, εξακολουθούσε να κρατάει τον Βιντίν, αλλά είχε γίνει υποτελής των Οθωμανών. Στα μάτια των Βουλγάρων βογιάρων, των δεσποτών και άλλων ανεξάρτητων ηγεμόνων των Βαλκανίων, η Σταυροφορία ήταν μία μεγάλη ευκαιρία να ανατρέψει την πορεία της Οθωμανικής κατάκτησης και να ανακτηθούν τα Βαλκάνια από την Ισλαμική εξουσία. Επιπλέον, η συνοριακή γραμμή μεταξύ Ισλάμ και Χριστιανισμού είχε κινηθεί αργά προς το βασίλειο της Ουγγαρίας. Αυτό ήταν τώρα το σύνορο μεταξύ των δύο θρησκειών στην Ανατολική Ευρώπη και οι Ούγγροι κινδύνευαν από επίθεση. Η Δημοκρατία της Βενετίας φοβόταν ότι ο Οθωμανικός έλεγχος της χερσονήσου των Βαλκανίων, που περιλάμβανε Βενετικά εδάφη όπως τμήματα του Μωρέως και της Δαλματίας, θα μείωνε την επιρροή τους στην Αδριατική Θάλασσα, το Ιόνιο και το Αιγαίο Πέλαγος. Η Δημοκρατία της Γένοβας από την άλλη πλευρά φοβόταν, ότι εάν οι Οθωμανοί αποκτήσουν τον έλεγχο του ποταμού Δούναβη και των στενών στη Θάλασσα του Μαρμαρά, θα αποκτήσουν τελικά το μονοπώλιο των εμπορικών οδών μεταξύ της Ευρώπης και της Μαύρης Θάλασσας, όπου οι Γενουάτες είχαν πολλές σημαντικές αποικίες όπως η Κάφα, η Σινώπη και η Αμάσρα. Οι Γενουάτες κατείχαν επίσης την ακρόπολη του Γαλατά, που βρίσκεται στα βόρεια του Κερατίου κόλπου στην Κωνσταντινούπολη, την οποία πολιορκούσε ο Βαγιαζίτ Α΄ από το 1395. 

Το 1394 ο πάπας Boνιφάτιος Θ΄ διακήρυξε μία νέα Σταυροφορία εναντίον των Τούρκων, παρόλο που το δυτικό σχίσμα είχε χωρίσει την παποσύνη στα δύο, με αντίπαλους πάπες στην Αβινιόν και τη Ρώμη· οι ημέρες που ο πάπας είχε την εξουσία να καλέσει σε μία Σταυροφορία είχαν περάσει εδώ και πολύ καιρό. 

Οι δύο καθοριστικοί παράγοντες στη διαμόρφωση της τελευταίας Σταυροφορίας ήταν ο συνεχιζόμενος Εκατονταετής Πόλεμος μεταξύ του Ριχάρδου Β΄ της Αγγλίας και του Καρόλου ΣΤ΄ της Γαλλίας, με την υποστήριξη στον πρώτο του Φιλίππου Β΄ δούκα της Βουργουνδίας. [3] Το 1389 ο πόλεμος βρισκόταν σε μία από τις περιοδικές ανακωχές του. Τον Μάρτιο του 1395 ο Ριχάρδος Β΄ πρότεινε ένα γάμο μεταξύ του ιδίου και της κόρης τού Καρόλου ΣΤ΄, της Iσαβέλλας, προς το συμφέρον της ειρήνης, έτσι οι δύο βασιλείς συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 1396 στα σύνορα του Καλαί, για να συζητήσουν για τον γάμο και συμφώνησαν να επιμηκύνουν την εκεχειρία του Λόιλινγκεμ. [4] Η υποστήριξη του δούκα της Βουργουνδίας, μεταξύ των ισχυρότερων από τους Γάλλους ευγενείς, ήταν επίσης ζωτικής σημασίας. Το 1391 ο δούκας, προσπαθώντας να αποφασίσει μεταξύ της αποστολής Σταυροφορίας στην Πρωσία ή την Ουγγαρία, έστειλε τον απεσταλμένο του Γκυ ντε Λα Τρεμουάγ στη Βενετία και την Ουγγαρία, για να αξιολογήσει την κατάσταση. Ο δούκας αρχικά είχε οραματιστεί μία Σταυροφορία υπό την ηγεσία του και των δουκών της Ορλεάνης και του Λάνκαστερ, όμως κανένας τους δεν συμμετείχε στην τελική Σταυροφορία. Είναι πολύ απίθανο η άμυνα εναντίον των Τούρκων να θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντικός στόχος του εγχειρήματος. Το ενδιαφέρον του δούκα να υποστηρίξει τη Σταυροφορία ήταν να αυξήσει το κύρος και την εξουσία αυτού και τού Οίκου του και -σύμφωνα με την ιστορικό Μπάρμπαρα Τούχμαν- "δεδομένου ότι άρεσε στον δούκα η αυτοπροβολή, το αποτέλεσμα ήταν ότι η πλούσια προβολή έγινε το κυρίαρχο θέμα: σχέδια, εφοδιασμός, γνώση για τον εχθρό ερχόταν δεύτερα, αν όχι καθόλου". [5] Το 1394 η Βουργουνδία εξήγαγε 120.000 λίβρες από τη Φλάνδρα, αρκετές για να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες για τη Σταυροφορία και τον Ιανουάριο του 1395 έστειλε μήνυμα στον Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας, ότι ένα επίσημο αίτημα στον βασιλιά της Γαλλίας θα γινόταν αποδεκτό. [5]

Τον Αύγουστο μία αντιπροσωπεία τεσσάρων ιπποτών του Σιγισμούνδου και ένας επίσκοπος έφτασαν στην Αυλή του Παρισιού, για να δώσουν μία περιγραφή τού πώς "40.000" Τούρκοι καταστρέφουν και απειλούν τα Χριστιανικά εδάφη. Η αντιπροσωπεία ζήτησε εκ μέρους του Σιγισμούνδου της Ουγγαρίας, βοήθεια. Ο Κάρολος ΣΤ΄, έχοντας εξασφαλίσει μία ειρήνη με την Αγγλία μέσω του γάμου της κόρης του, μπόρεσε να απαντήσει ότι ήταν ευθύνη του να προστατεύσει τον Χριστιανισμό και να τιμωρήσει τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄. Οι Γάλλοι ευγενείς απάντησαν με ενθουσιασμό στη δήλωση. Ο Φίλιππος του Αρτουά κόμης του Ε, ο κοντόσταυλος της Γαλλίας και ο Ζαν Λε Μαινγκρ, ο στρατάρχης της Γαλλίας, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη Σταυροφορία, που είναι το καθήκον κάθε «γενναίου άνδρα». [6]

Η σύνθεση του στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο αριθμός των μαχητών ποικίλλει σε μεγάλο βαθμό στις ιστορικές πηγές. Ο ιστορικός Tούχμαν σημειώνει, πως "οι χρονογράφοι συνήθιζαν να ταιριάζουν τους αριθμούς με τη μεγάλη επιχείρηση" και ότι η μάχη της Νικόπολης εθεωρείτο τόσο σημαντική, που ο αριθμός των μαχητών που έδωσαν οι μεσαιωνικοί χρονογράφοι κυμαίνεται μέχρι 400.000, με κάθε πλευρά να επιμένει ότι ο εχθρός τους ξεπέρασε τους αριθμούς δύο προς ένα, το οποίο για τους Σταυροφόρους προσέφερε παρηγοριά για την ήττα τους και για τους Τούρκους αύξαινε τη δόξα της νίκης τους. Ο αριθμός των 100.000 Σταυροφόρων, που απορρίπτεται συχνά, αποβάλλεται και από τον Tούχμαν, ο οποίος σημειώνει ότι 100.000 άνδρες θα χρειάζοντο έναν μήνα για να διασχίσουν τον Δούναβη στις Σιδηρές Πύλες, ενώ οι σταυροφόροι χρειάστηκαν οκτώ ημέρες. [7]

Η πιο κοντά στην πραγματικότητα καταγραφή έγινε από τον Γιόχαν Σίλτμπεργκερ, τον Γερμανό ακόλουθο ενός Βαυαρού ευγενή, ο οποίος ήταν μάρτυρας της μάχης σε ηλικία 16 ετών· συνελήφθη και υποδουλώθηκε για 30 χρόνια από τους Τούρκους πριν επιστρέψει σπίτι του, όπου έγραψε μία αφήγηση της μάχης. Αυτός υπολογίζει τη δύναμη των σταυροφόρων στην τελική μάχη σε 17.000, [7] αν και υπερεκτίμησε επίσης τις τουρκικές δυνάμεις διογκώνοντάς τες υπερβολικά σε 200.000. [8] Οι Γερμανοί ιστορικοί του 19ου αι., που προσπάθησαν να εκτιμήσουν τους μαχητές από κάθε πλευρά, κατέληξαν στους αριθμούς περίπου 7.500–15.000 Χριστιανών και περίπου 12.000–20.000 Οθωμανών, σημειώνοντας ότι από την άποψη του εφοδιασμού, θα ήταν αδύνατο για την ύπαιθρο γύρω από τη Νικόπολη να προμήθευε τρόφιμα για δεκάδες χιλιάδες άνδρες και ζωοτροφές σε άλογα. [7] (Οι μεσαιωνικοί στρατοί αποκτούσαν προμήθειες λαμβάνοντάς τες από τη γύρω περιοχή καθώς βάδιζαν, σε αντίθεση με τη χρήση των γραμμών εφοδιασμού των σύγχρονων στρατών.)

Πηγή Έτος Δεσμός Αριθμός σταυροφόρων Αριθμός Τούρκων Σύνολο Παραπομπή
Γιόχαν Σίλτμπεργκερ 1427 ευρωπαϊκός 16.000 200.000 216.000 [8]
Σουκρουλάχ στο έργο του Behçetu't-Tevârih 1460 οθωμανικός 130.000 60.000 190.000 [9]
Γερμανοί ιστορικοί του 19ου αι. 19ος αι. ευρωπαϊκός 7.500–9.000 12.000-20.000 19.500-29.000 [7]
Ντέιβιντ Νίκολ 1999 ευρωπαϊκός 16.000 15.000 31.000 [10]

Η σύνθεση των σταυροφορικών δυνάμεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη της Νικόπολης, όπως απεικονίζεται από τον Τούρκο μινιατουρίστα Νακάς Οσμάν στο Hünername, 1584–88

.

Από τη Γαλλία λέγεται ότι εντάχθηκαν περίπου 5.000 ιππότες και στρατιώτες και συνοδεύτηκαν από 6.000 τοξότες και πεζικάριους, που προέρχοντο από τις καλύτερες εθελοντικές και μισθοφορικές εταιρείες, συνολικά περίπου 11.000 άνδρες. [11] Οι επόμενοι σε σπουδαιότητα ήταν οι Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι ήταν οι τυπικοί φορείς του Χριστιανισμού στο Λεβάντε από την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1204) και της Κύπρου. Η Βενετία παρείχε τον ναυτικό στόλο για την υποστήριξη της επιχείρησης, ενώ οι Ούγγροι απεσταλμένοι ενθάρρυναν τους Γερμανούς πρίγκιπες της Ρηνανίας, της Βαυαρίας, της Σαξονίας και άλλων τμημάτων της Γερμανικής αυτοκρατορίας για να συμμετάσχουν. Οι Γάλλοι κήρυκες είχαν διακηρύξει τη Σταυροφορία στην Πολωνία, τη Βοημία, τη Ναβάρρα και την Αραγωνία, από τις οποίες ήρθαν να συμμετάσχουν ιδιώτες. [1]

Οι ιταλικές πόλεις-κράτη ήταν πολύ απασχολημένες στις συνήθεις βίαιες αντιπαλότητες μεταξύ τους για να συμμετάσχουν, και η ευρέως αναφερόμενη και φημολογούμενη συμμετοχή των Άγγλων δεν συνέβη ποτέ. Η αναφορά των 3.000 Άγγλων ιπποτών προέρχεται από τον σύγχρονο Αντόνιο Φιορεντίνο και θεωρήθηκε αληθής από τον ιστορικό Αζίζ Ατίγια και άλλους που τον ακολουθούσαν. Χίλιοι ιππότες, θα ανέρχοντο στην πραγματικότητα σε "τέσσερις έως έξι χιλιάδες άνδρες και τουλάχιστον δύο φορές περισσότερα άλογα", προσμετρώντας τους πεζικάριους και άλλους ακολούθους των ιπποτών. Ωστόσο δεν υπάρχουν αρχεία τέτοιων δαπανών στην Αγγλία για την αποστολή δύναμης στο εξωτερικό, ούτε μία βασιλική προετοιμασία που απαιτείται για την οργάνωση και την αποστολή τέτοιας δύναμης. Οι αναφορές του Ερρίκου (Δ΄) του Μπόλινγκμπροκ ή άλλου «γιου του δούκα του Λάνκαστερ» που να ηγείται Αγγλικού σώματος, πρέπει να είναι ψευδείς, αφού η παρουσία του Ερρίκου (Δ΄) και κάθε άλλου τέτοιου γιου, καθώς και σχεδόν κάθε άλλου σημαντικού ευγενούς, καταγράφεται στον γάμο του βασιλιά πέντε μήνες μετά την αναχώρηση της Σταυροφορίας. Ο Αζίζ Ατίγια πίστευε επίσης ότι η "επίκληση του Αγίου Γεωργίου" ως πολεμική κραυγή στη Νικόπολη σήμαινε την παρουσία Άγγλων στρατιωτών, για τους οποίους ο Γεώργιος ήταν προστάτης Άγιος. Αλλά ο Ζαν Φρουασάρ, ο οποίος επίσης το αναφέρει, ισχυρίζεται ότι η κραυγή έγινε από τον Γάλλο ιππότη Φίλιππο κόμη του Ε. Επιπλέον, δεν υπήρχε συλλογή χρημάτων λύτρων στην Αγγλία για την πληρωμή αιχμαλώτων, όπως υπήρχε σε κάθε άλλη χώρα που είχε στείλει άνδρες στη μάχη. Η σποραδική αναφορά στους σύγχρονους απολογισμούς της παρουσίας των "Άγγλων" μπορεί να αποδοθεί στους Ιωαννίτες ιππότες της υποομάδας της αγγλικής γλώσσας, οι οποίοι προσχώρησαν στους συντρόφους τους για τη Σταυροφορία μετά την αναχώρηση από τη Ρόδο (όπου οι Ιωαννίτες είχαν βάση εκείνη την εποχή) και είχαν αποπλεύσει από τον Δούναβη. [12] Πιθανοί λόγοι για την απουσία των Άγγλων είναι η αυξανόμενη ένταση μεταξύ του βασιλιά και του δούκα του Γκλώστερ, η οποία μπορεί να έκανε τους δύο να πιστεύουν ότι ήταν καλύτερα να κρατήσουν τους οπαδούς τους κοντά, και η αντιπάθεια που προκλήθηκε από τον μακρύ πόλεμο μεταξύ Άγγλων και Γάλλων, με αποτέλεσμα οι Άγγλοι να αρνούνται να δεχθούν να τεθούν υπό τη Γαλλική ηγεσία στη Σταυροφορία, παρά την πρόσφατα συναφθείσα ειρήνη. [1]

Ωστόσο οι προφανώς διογκωμένες αναφορές συνεχίζουν να επαναλαμβάνονται. Σε αυτές περιλαμβάνονται 6.000–12.000 Ούγγροι, [13]  [14] π. 11.000 Γαλλικά, Αγγλικά και Βουργουνδικά [14] στρατεύματα, π. 12.000 Βλάχοι, με επικεφαλής τον Μίρκεα τσελ Μπατράν (τον Πρεσβύτερο) πρίγκιπα της Βλαχίας, [15] π. 6.000 Γερμανούς [15] και σχεδόν 15.000 [15] Ολλανδικά, Βοημικά, Aραγωνικά, Ιταλικά, Πολωνικά, Βουλγαρικά, Σκωτικά και Ελβετικά στρατεύματα πεζικού, με τη ναυτική υποστήριξη της Βενετίας, της Γένοβας και των Ιωαννιτών ιπποτών. Αυτά έχουν ως αποτέλεσμα συνολικά περίπου 47.000 - 49.000 άνδρες, πιθανώς έως 120.000 ή 130.000 σύμφωνα με πολλές πηγές, συμπεριλαμβανομένου του Οθωμανού ιστορικού Σουκρουλάχ, ο οποίος το 1460 δίνει τη μορφή του στρατού των σταυροφόρων ως 130.000 στο έργο του Behçetu't-Tevârih (Χαρά της Ιστορίας). [9]

Η σύνθεση των Οθωμανικών δυνάμεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ισχύς των οθωμανικών δυνάμεων εκτιμάται επίσης σε περίπου 15-20.000 [13], αλλά και εδώ τα στοιχεία είναι διογκωμένα. Πολλές πηγές παρέχουν εκτιμήσεις για το μέγεθος του στρατού έως και 60.000, συμπεριλαμβανομένου του Οθωμανού ιστορικού Σουκουλάχ, ο οποίος γράφοντας τη δεκαετία του 1460, δίνει τον αριθμό του οθωμανικού στρατού ως 60.000 στο έργο του Behçetu't-Tevârih [9], που εναλλάξ περιγράφεται ως περίπου το μισό του στρατού των σταυροφόρων. Η Οθωμανική δύναμη περιλάμβανε επίσης 1.500 Σέρβους ιππότες βαρύ ιππικού [16] κάτω από την εντολή του πρίγκιπα Στέφαν Λαζάρεβιτς, ο οποίος ήταν κουνιάδος του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α΄ και υποτελής του έπειτα από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389. [17]

Το ταξίδι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ ο Φίλιππος δούκας της Βουργουνδίας είχε αρχικά προγραμματίσει να ηγηθεί της σταυροφορίας μαζί με τον Ιωάννη της Γάνδης δούκα του Λάνκαστερ και τον Λουδοβίκο Α΄ δούκα της Ορλεάνης, και οι τρεις αποσύρθηκαν, ισχυριζόμενοι ότι οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με την Αγγλία απαιτούσαν την παρουσία τους, ίσως όμως επειδή κανένας δεν τολμούσε να εγκαταλείψει την έδρα του αν έμεναν οι κύριοι αντίπαλοί του. Ωστόσο η Βουργουνδία διατήρησε τον έλεγχο της επιχείρησης που χρηματοδότησε, ορίζοντας τον 24χρονο Ιωάννη κόμη του Νεβέρ, τον μεγαλύτερο γιο του δούκα, κατ' όνομα διοικητή. Ο δούκας της Βουργουνδίας, αναγνωρίζοντας ίσως ότι ο γιος του, καθώς και ο κοντόσταυλος του Ε και ο στρατάρχης Μπουσικώ, που ήταν και οι δύο κάτω των 35 ετών, δεν είχαν την απαραίτητη εμπειρία, κάλεσε τον Ανγκεράν Ζ΄ κύριο του Κουσύ, τον πιο έμπειρο πολεμιστή και πολιτικό του βασιλείου, και τον έθεσε «επικεφαλής σύμβουλο» του κόμη του Νεβέρ κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας. Η ασάφεια της δομής διοίκησης των σταυροφόρων θα αποδειχθεί ζωτικής σημασίας στο τελικό αποτέλεσμα. Ενώ στον κόμη δόθηκε ένας μακρύς κατάλογος "συμβούλων", καθώς και ένας άλλος κατάλογος διακεκριμένων Γάλλων αρχόντων της Σταυροφορίας, τους οποίους ο κόμης θα μπορούσε να συμβουλευτεί "όταν του φαινόταν καλό", η έννοια της ενότητας διοίκησης δεν είχε ακόμη υιοθετηθεί από τους μεσαιωνικούς πολεμιστές. [18] Οι κανόνες πειθαρχίας για τη Σταυροφορία θεσπίστηκαν σε ένα Συμβούλιο Πολέμου στις 28 Μαρτίου 1396, το οποίο περιελάμβανε την τελική διάταξη, "όπου [στη μάχη] ο κόμης και η εταιρεία του διεκδίκησαν την εμπροσθοφυλακή", αποκαλύπτοντας ότι ο ιπποτικός κώδικας συνέχισε να απαιτεί ιππότες, για να αποδείξουν την ανδρεία τους με την ηγεσία της επίθεσης [19].

Προς τη Βούδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της Ευρώπης με τον Δούναβη.

Η Σταυροφορία ξεκίνησε από τη Ντιζόν στις 30 Απριλίου 1396 και από το Στρασβούργο. Αφού διέσχισε τη Βαυαρία, κατευθύνθηκε προς τον άνω Δούναβη, από όπου οι σταυροφόροι χρησιμοποίησαν ποτάμιες μεταφορές, για να ενωθούν με τον Σιγισμούνδο στη Βούδα. Από εκεί οι στόχοι των σταυροφόρων, αν και δεν είχαν λεπτομέρειες σχεδιασμού, ήταν να εκδιώξουν τους Τούρκους από τα Βαλκάνια και στη συνέχεια να πάνε σε βοήθεια της Κωνσταντινούπολης, να διαπεράσουν τον Ελλήσποντο και να περάσουν από την Οθωμανική Μ. Ασία και τη Συρία για να απελευθερώσουν την Παλαιστίνη και τον Πανάγιο Τάφο, πριν επιστρέψουν θριαμβευτικά στην Ευρώπη δια θαλάσσης. Έγιναν ρυθμίσεις για έναν στόλο Βενετσιάνικων σκαφών για τον αποκλεισμό των Τούρκων στη Θάλασσα του Μαρμαρά, και για τους Βενετούς να ταξιδέψουν στον Δούναβη για να συναντήσουν τους σταυροφόρους στη Βλαχία τον Ιούλιο. [19]

Η Σταυροφορία του Δούναβη και η Μάχη της Νικόπολης.

Ο Κουσύ δεν ήταν με τη στρατιά των σταυροφόρων καθώς ταξίδευε, αφού είχε αποσπαστεί σε μία διπλωματική αποστολή στον Τζαν-Γκαλεάτσο Βισκόντι δούκα του Μιλάνου. Εξαγριωμένος με τους γαλλικούς πολιτικούς ελιγμούς, που είχαν απομακρύνει τη Γένοβα από την επιρροή του, ο Τζαν-Γκαλεάτσο προσπαθούσε να σταματήσει τη μεταφορά της Γενουατικής κυριαρχίας στη Γαλλία και ο Κουσύ στάλθηκε για να τον προειδοποιήσει, ότι η Γαλλία θα θεωρούσε το ενδεχόμενο περαιτέρω παρέμβασης ως εχθρική πράξη. Η διαμάχη ήταν κάτι περισσότερο από πολιτική: η Βαλεντίνα Βισκόντι, σύζυγος του δούκα της Ορλεάνης και αγαπημένη του κόρη του Τζαν-Γκαλεάτσο, είχε εξοριστεί από το Παρίσι λόγω των μηχανοραφιών της βασίλισσας Ισαβέλλας τον ίδιο μήνα με την αναχώρηση της Σταυροφορίας. Ο δούκας του Μιλάνου απείλησε να στείλει ιππότες για να υπερασπιστεί την τιμή της κόρης του, αλλά μετά την καταστροφή στη Νικόπολη, έγινε πιστευτό ευρέως ότι είχε μεταδώσει πληροφορίες των κινήσεων των στρατευμάτων των σταυροφόρων στον Βαγιαζήτ Α΄. Δεν υπάρχει σταθερή απόδειξη γι' αυτό και είναι πιθανό ότι ο Τζαν-Γκαλεάτσο έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος μετά το γεγονός, λόγω της υπάρχουσας εχθρότητας με τη Γαλλία, αν και παραμένει η πιθανότητα ότι ο δούκας του Μιλάνου (ο οποίος είχε δολοφονήσει τον θείο του για να εξασφαλίσει την εξουσία) στην πραγματικότητα πρόδωσε τους σταυροφόρους. Ο Κουσύ, έχοντας ολοκληρώσει τη διπλωματική του αποστολή και συνοδευόμενος από τον Ερρίκο του Μπαρ και τους ακολούθους τους, έφυγε από το Μιλάνο για τη Βενετία. Εκεί ζήτησε ένα πλοίο στις 17 Μαΐου για να διασχίσει στην Αδριατική Θάλασσα και να αποβιβαστεί στο Κροατικό λιμάνι Σένγι στις 30 Μαΐου, πριν οδεύσει για τη συνάντηση στη Βούδα. [20] Οι Κροατικές δυνάμεις με επικεφαλής τον μπαν Nικόλαο Β΄ Γκαράι κινήθηκαν προς τη Βούδα από την παραλιακή πόλη Nιν τον Ιούνιο, μετά από σύνοδο της Κροατικής Συνέλευσης και ενώθηκαν με τον βασιλικό Ουγγρικό στρατό, που είχε επικεφαλής τον Σιγισμούνδο. [21]

Ο Κουσύ έφτασε πολύ πριν από τον κόμη του Νεβέρ, ο οποίος είχε σταματήσει στον άνω Δούναβη για δεξιώσεις και εορτές που έκαναν Γερμανοί πρίγκιπες. Ο κόμης του Nεβέρ έφτασε στη Βιέννη στις 24 Ιουνίου, έναν ολόκληρο μήνα μετά από την εμπροσθοφυλακή των σταυροφόρων με επικεφαλής τον κόμη του Ε και τον Μπουσικώ. Ένας στόλος 70 Βενετικών σκαφών φορτωμένων με εφόδια στάλθηκε στον Δούναβη, ενώ ο κόμης του Νεβέρ απολάμβανε ακόμη περισσότερες δεξιώσεις, που έγιναν από τον κουνιάδο του Λεοπόλδο Δ΄ δούκα της Αυστρίας. Στη συνέχεια ο κόμης του Νεβέρ ζήτησε από τον κουνιάδο του ένα εντυπωσιακό δάνειο 100.000 δουκάτων, το οποίο χρειάστηκε χρόνος για να τακτοποιήσει και τελικά έφτασε στη Βούδα τον Ιούλιο. [22]

Από τη Βούδα προς τη Νικόπολη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι σταυροφόροι χρειάστηκαν οκτώ ημέρες για να διασχίσουν τον Δούναβη στις Σιδηρές Πύλες.

Μόλις έφτασαν οι ηγέτες, η στρατηγική έπρεπε να συντονιστεί με τον Φιλιμπέρ ντε Ναιλάκ, τον μάγιστρο του Ιπποτών και τους εκπροσώπους του Βενετικού στόλου. Σαράντα τέσσερα βενετσιάνικα πλοία μετέφεραν τους Ιωαννίτες από τη Ρόδο μέσω του Αιγαίου στη Θάλασσα του Μαρμαρά και μερικά συνέχισαν στη Μαύρη Θάλασσα και στον Δούναβη χωρίς να συμμετάσχουν στη μάχη. Το γεγονός ότι οι Τούρκοι, οι οποίοι είχαν κατώτερη ναυτική παρουσία, δεν προκάλεσαν τους Βενετούς για τον έλεγχο της θάλασσας, θεωρείται ως απόδειξη ότι ο Βαγιαζήτ Α΄ και η πλειονότητα των δυνάμεών του ήταν ήδη στην ευρωπαϊκή πλευρά. [22]

Το Πολεμικό Συμβούλιο στη Βούδα έγινε αμέσως το πεδίο μίας έντονης διαμάχης. Την προηγούμενη χρονιά ο Βαγιαζήτ Α΄ είχε δηλώσει ότι θα επιτεθεί στην Ουγγαρία μέχρι τον Μάιο, αλλά δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τα τέλη Ιουλίου. Οι Ούγγροι έστειλαν προφυλακές ως τον Ελλήσποντο, αλλά δεν φαινόταν κανένα σημάδι του σουλτάνου, κάνοντας τους Γάλλους να διακηρύξουν ότι ήταν δειλός. Ο Σιγισμούνδος της Ουγγαρίας διαβεβαίωσε τους σταυροφόρους ότι θα έρθει ο Βαγιαζήτ Α΄, και συμβούλεψε ότι θα ήταν πιο σοφό να αφήσουν τους Τούρκους να κάνουν τη μεγάλη πορεία σε αυτούς, αντί να κάνουν οι σταυροφόροι την ίδια πορεία για να τους βρουν. Αυτή η στρατηγική απορρίφθηκε από τους Γάλλους και τους συμμάχους τους. Ο Κουσύ, ενεργώντας ως εκπρόσωπος, δήλωσε: «οι υπερηφάνειες του Σουλτάνου είναι ψέματα και αυτό δεν πρέπει να μας εμποδίζει με τα όπλα να καταδιώκουμε τους εχθρούς μας, γιατί αυτός είναι ο σκοπός για τον οποίο ήρθαμε». Ο Σιγισμούνδος δεν είχε άλλη επιλογή από το να συναινέσει, αν και οι χρονογράφοι γράφουν επίσης ότι η ομιλία του Κουσύ ήγηρε τον φθόνο του ντ' Ε, ο οποίος θεώρησε ότι έπρεπε να είχε την τιμή του ομιλητή λόγω της θέσης του ως κοντόσταυλου της Γαλλίας. [23]

Οι σταυροφόροι άρχισαν να βαδίζουν προς τα κάτω στην αριστερή όχθη του Δούναβη, αν και μέρος του Ουγγρικού στρατού στράφηκε βόρεια για να συγκεντρώσει τις δυνάμεις της Τρανσυλβανίας και της δυνάμεις της Βλαχίας υπό τον Μίρτσεα τον Πρεσβύτερο. Οι υπόλοιποι Ούγγροι ήταν η οπισθοφυλακή των σταυροφόρων. Καθώς οι σταυροφόροι εισήλθαν σε επικράτεια μουσουλμάνων, η λεηλασία και η κακομεταχείριση του πληθυσμού φέρεται να αυξάνονται. Ενώ για τους σταυροφόρους είχε αναφερθεί ότι έκαναν περιοδικά λεηλασίες και βιασμούς ενώ περνούσαν από τη Γερμανία, η απειθαρχία των Γάλλων αναφέρεται να έφτασε σε νέα ύψη, όταν μπήκαν σε «σχισματικά» εδάφη. Οι χρονογράφοι είναι εύγλωττοι για την ανηθικότητα και τη βλασφημία των σταυροφόρων, γράφοντας λεπτομερείς απολογισμούς μεθυσμένων ιπποτών που μένουν με πόρνες για ημέρες, παρά το ότι σε δεύτερη καταγραφή δεν αναφέρονται τα έκτροπα. Ο Tούχμαν θεωρεί ότι τέτοιοι χρονογράφοι ήταν μέρος μίας σύγχρονης τάσης να δικαιολογούν την ήττα της σταυροφορίας από την ανηθικότητα των σταυροφόρων και ότι είναι αδύνατο να επαληθευτούν τέτοιοι ισχυρισμοί. [24]

Στην Όρσοβα, όπου ο Δούναβης στενεύει στο σημείο των Σιδηρών Πυλών, η στρατιά διέσχισε στη δεξιά όχθη χρησιμοποιώντας σχεδίες και βάρκες για οκτώ ημέρες. Ο πρώτος στόχος τους ήταν το Βιντίν, προηγουμένως η πρωτεύουσα της Δυτικής Βουλγαρίας, που στη συνέχεια ήταν υπό τουρκικό έλεγχο. Ο κυβερνήτης του Βιντίν, Ιβάν Σρατσιμίρ της Βουλγαρίας, που δεν επιθυμούσε να πολεμήσει για τους Τούρκους κατακτητές του ενάντια σε μία συντριπτική δύναμη σταυροφόρων, παραδόθηκε αμέσως. Η μόνη αιματοχυσία ήταν η εκτέλεση Τούρκων αξιωματικών στην αμυντική φρουρά, αν και το περιστατικό χρησίμευσε για να πείσει τους Γάλλους ότι οι Τούρκοι ήταν ανίκανοι να προκαλέσουν τους σταυροφόρους στο πεδίο. [7]

Ο επόμενος στόχος ήταν το Oρυάχοβο (Ράχοβα), ένα ισχυρό φρούριο που βρίσκεται 75 μίλια από το Βιντίν. Απογοητευμένοι από την έλλειψη ευκαιρίας να δείξουν την ανδρεία τους με πράξεις όπλων, οι Γάλλοι πραγματοποίησαν μία αναγκαστική πορεία το βράδυ για να φτάσουν στο κάστρο πριν από τους συμμάχους τους, φτάνοντας το πρωί ακριβώς όταν οι τουρκικές δυνάμεις είχαν βγει για να καταστρέψουν τη γέφυρα της τάφρου. Μετά από έντονη μάχη οι Γάλλοι εξασφάλισαν τη γέφυρα, αλλά δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν μέχρι να φτάσει ο Σιγισμούνδος. Οι δυνάμεις συνδυάστηκαν και κατάφεραν να φτάσουν στα τείχη πριν από τη νύχτα, αναγκάζοντας τους μαχητές να αποσυρθούν. Το επόμενο πρωί οι κάτοικοι του Oρυάχοβο συμφώνησαν να παραδοθούν στον Σιγισμούνδο, με τη διαβεβαίωση ότι θα σώσουν τη ζωή και την περιουσία τους. Οι Γάλλοι έσπασαν αμέσως τη συμφωνία του Σιγισμούνδου, λεηλατώντας και σφάζοντας στην πόλη μετά το άνοιγμα των πυλών· αργότερα ισχυρίστηκαν ότι είχαν καταλάβει την πόλη με κατάκτηση, επειδή οι άνδρες τους είχαν φτάσει στα τείχη το προηγούμενο βράδυ. Χίλιοι κάτοικοι, Τούρκοι και Βούλγαροι, συνελήφθησαν όμηροι και η πόλη πυρπολήθηκε. Οι Ούγγροι θεώρησαν τη γαλλική δράση ως σοβαρή προσβολή για τον βασιλιά τους, ενώ οι Γάλλοι κατηγόρησαν τους Ούγγρους ότι προσπάθησαν να τους πάρουν τη δόξα της νίκης μέσω μάχης. [25] [26]

Αφήνοντας μία φρουρά για να κρατήσει το Oρυάχοβο, οι σταυροφόροι συνέχισαν προς τη Νικόπολη, επιτιθέμενοι σε ένα ή δύο οχυρά ή οικισμούς στην πορεία, αλλά παρακάμπτοντας μία ακρόπολη από την οποία αγγελιοφόροι διέφυγαν, για να ενημερώσουν τον Βαγιαζήτ Α΄ για τον Χριστιανικό στρατό. [26] Στις 12 Σεπτεμβρίου οι σταυροφόροι έβλεπαν το φρούριο της Νικόπολης επάνω στον ασβεστολιθικό του βράχο. [27]

Πολιορκία της Νικόπολης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τίτους Φάυ σώζει τον Σιγισμούνδο της Ουγγαρίας στη μάχη της Νικόπολης. Ζωγραφική στο Κάστρο της Βάγια, έργο του Φέρεντς Λορ, 1896.

Η Νικόπολη, που βρίσκεται σε φυσική αμυντική θέση, ήταν ένα βασικό προπύργιο, που ελέγχει τον κάτω Δούναβη και τις γραμμές επικοινωνίας με το εσωτερικό. Ένας μικρός δρόμος υπήρχε μεταξύ του γκρεμού και του ποταμού, ενώ το φρούριο ήταν στην πραγματικότητα δύο τειχισμένες πόλεις, η μεγαλύτερη σε ύψος στο βράχο και η μικρότερη κάτω. Πιο μέσα από τα οχυρωμένα τείχη, ο γκρεμός έχει απότομη κλίση προς την πεδιάδα. [27] Καλά υπερασπισμένος και καλά εφοδιασμένος, [28] ο Τούρκος κυβερνήτης της Νικόπολης, Ντοσάν Μπέη, ήταν σίγουρος ότι ο Βαγιαζήτ Α΄ θα έπρεπε να έρθει σε βοήθεια της πόλης και ήταν έτοιμος να υπομείνει μία μακρά πολιορκία. [29]

Οι σταυροφόροι δεν είχαν φέρει πολιορκητικές μηχανές μαζί τους, αλλά ο Μπουσικώ δήλωσε αισιόδοξα ότι οι σκάλες γίνονται εύκολα και αξίζουν περισσότερο από τους καταπέλτες, όταν χρησιμοποιούνται από θαρραλέους άνδρες. Ωστόσο η έλλειψη όπλων πολιορκίας, η απότομη πλαγιά μέχρι τα τείχη και οι τρομερές οχυρώσεις καθιστούσαν αδύνατη την κατάληψη του κάστρου με βία. Οι σταυροφόροι πήραν θέσεις γύρω από την πόλη, για να μπλοκάρουν τις εξόδους και με τον ναυτικό αποκλεισμό του ποταμού εγκαταστάθηκαν για μία πολιορκία, ώσπου να λιμοκτονήσουν οι υπερασπιστές της. [29] Παρ' όλα αυτά ήταν πεπεισμένοι, ότι η πολιορκία του φρουρίου θα ήταν απλώς ένα προοίμιο μίας σημαντικής επιχείρησης για την ανακούφιση της Κωνσταντινούπολης και δεν πίστευαν ότι ο Βαγιαζήτ Α΄ θα έφτανε τόσο γρήγορα, για να δώσει μία πραγματική μάχη. [30]

Πέρασαν δύο εβδομάδες, με τους βαριεστημένους σταυροφόρους να διασκεδάζουν με εορτές, παιχνίδια και προσβάλλοντας τη στρατιωτική ανδρεία του εχθρού τους. Λόγω της μέθης ή της απροσεξίας, οι σταυροφόροι δεν είχαν θέσει φρουρούς, παρ' όλο που οι κτηνοτρόφοι που απομακρύνοντο από τα στρατόπεδα έφερναν μηνύματα για την προσέγγιση των Τούρκων. Η Bαγιαζήτ Α΄ αυτή τη στιγμή, μέσω της Αδριανούπολης και με μία αναγκαστική πορεία μέσω του περάσματος Σίπκα, ήταν ήδη στο Τίρνοβο. [31] Ο σύμμαχός του Στέφαν Λάζαρεβιτς από τη Σερβία ενώθηκε μαζί του στον δρόμο. Ο Σιγισμούνδος είχε στείλει 500 ιππείς, για να πραγματοποιήσει αναγνώριση γύρω από το Τίρνοβο, 70 μίλια προς νότο, και αυτοί επέστρεψαν με το μήνυμα ότι πράγματι έρχονταν οι Τούρκοι. Το μήνυμα έφτασε επίσης στους πολιορκημένους κατοίκους της Νικόπολης, οι οποίοι φύσηξαν τα κέρατα και έκαναν επευφημίες. Ο Μπουσικώ ισχυρίστηκε ότι ο θόρυβος της εορτής τους ήταν απάτη, καθώς πίστευε ότι ο σουλτάνος δεν θα επιτεθεί ποτέ. Απείλησε περαιτέρω να κόψει τα αυτιά, σε όποιον συζητούσε τις φήμες για την προσέγγιση των Τούρκων, καθώς αυτές έβλαπταν το ηθικό των σταυροφόρων. [31]

Ένας από τους λίγους που ασχολήθηκε με τον εντοπισμό της κατάστασης ήταν ο ντε Κουσύ, ο οποίος πήρε μία ομάδα 500 ιπποτών και 500 έφιππων τοξοτών προς τα νότια. Μαθαίνοντας για μία μεγάλη ομάδα Τούρκων που πλησίαζαν από ένα κοντινό πέρασμα, ξεχώρισε 200 ιππείς για να πραγματοποιήσει μία ψευδή υποχώρηση, τραβώντας τους Τούρκους που ακολουθούσαν σε ενέδρα, όπου οι υπόλοιποι άνδρες του, περιμένοντας κρυμμένοι, επιτέθηκαν στο πίσω μέρος τους. Χωρίς έλεος, οι άνδρες του ντε Κουσύ σκότωσαν όσους μπορούσαν και επέστρεψαν στο στρατόπεδο, όπου η δράση του Κουσύ ξύπνησε τη στρατιά από τον λήθαργό της και προκάλεσε τον θαυμασμό των άλλων σταυροφόρων. Ο Tούχμαν υποστηρίζει ότι το συμβάν αύξησε επίσης την υπερβολική αυτοπεποίθηση των Γάλλων και επέστρεψε ξανά ο φθόνος του ντ' Ε, ο οποίος κατηγόρησε τον Κουσύ ότι διακινδύνευε τον στρατό από απερισκεψία, προσπαθώντας να κλέψει δόξα και εξουσία από τον Νεβέρ. [32]

Ο Σιγισμούνδος συγκάλεσε συμβούλιο πολέμου στις 24 Σεπτεμβρίου, λοπου αυτός και ο Μίρτσεα της Βλαχίας πρότειναν ένα σχέδιο μάχης, στο οποίο οι Βλάχοι πεζικάριοι, οι οποίοι είχαν εμπειρία στην καταπολέμηση των Τούρκων, θα αποσταλούν στην πρώτη επίθεση για να συναντήσουν την τουρκική εμπροσθοφυλακή. Αυτοί ήταν συνήθως μία κακώς οπλισμένη πολιτοφυλακή, που συνήθως χρησιμοποιείτο για λεηλασία, αλλά θα χρησιμοποιείτο στη μάχη για να κουράσει τους αντιπάλους, προτού συναντήσουν καλύτερες τουρκικές δυνάμεις. Ο Σιγισμούνδος ισχυρίστηκε ότι αυτή η εμπροσθοφυλακή δεν άξιζε την προσοχή των ιπποτών. Ο βασιλιάς πρότεινε ότι, μόλις περνούσε η ένταση της πρώτης σύγκρουσης, οι Γάλλοι να σχηματίσουν την πρώτη γραμμή και να σπεύσουν, ενώ οι Ούγγροι και οι άλλοι σύμμαχοι να ακολουθούν, για να υποστηρίξουν την επίθεση και να εμποδίσουν τους σπαχήδες (το τουρκικό βαρύ ιππικό) να επιτεθεί στα πλευρά των σταυροφόρων. Ο ντ' Ε κατήγγειλε την πρόταση ως υποτιμητική για τους ιππότες, οι οποίοι θα αναγκάζοντο να ακολουθήσουν αγρότες (τους Βλάχους) στη μάχη. Σύμφωνα με πληροφορίες δήλωσε: "το να αναλάβουμε την οπισθοφυλακή μας ατιμάζει και να μας εκθέτει στην περιφρόνηση όλων" και δήλωσε ότι θα διεκδικήσει την πρώτη θέση ως κοντόσταυλος και όποιος έμπαινε εμπροσθοφυλακή θα του έκανε θανάσιμη προσβολή. Σε αυτό υποστηρίχθηκε από τον Μπουσικώ. Ο Nεβέρ, καθησυχασμένος από την εμπιστοσύνη των νεότερων Γάλλων αρχόντων, εύκολα πείσθηκε. [32]

Με τους Γάλλους να έχουν επιβληθεί, ο Σιγισμούνδος έφυγε για να κάνει ένα σχέδιο μάχης για τις δικές του δυνάμεις. Προφανώς μέσα σε λίγες ώρες, έστειλε μήνυμα στο στρατόπεδο ότι ο Βαγιαζήτ Α΄ ήταν μόλις έξι ώρες μακριά. Οι σταυροφόροι, που λέγεται ότι ήταν μεθυσμένοι κατά τη διάρκεια του δείπνου, αντέδρασαν με σύγχυση. Κάποιοι αρνήθηκαν να πιστέψουν την αναφορά, κάποιοι πανικοβλήθηκαν και άλλοι προετοιμάστηκαν βιαστικά για μάχη. Σε αυτό το σημείο, δήθεν εξαιτίας της έλλειψης εφεδρικών φρουρών, οι κρατούμενοι που ελήφθηκαν στη Ράχοβα, σφαγιάστηκαν. Ακόμη και οι Ευρωπαίοι χρονογράφοι χαρακτήρισαν την ενέργεια αυτή αργότερα ως «βαρβαρότητα». [33]

Η μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης της μάχης

Τα ξημερώματα στις 25 Σεπτεμβρίου οι μαχητές άρχισαν να οργανώνονται κάτω από τα λάβαρα των ηγετών τους. Σε αυτό το σημείο ο Σιγισμούνδος έστειλε τον μεγάλο Στρατάρχη του στον Νεβέρ, για να αναφέρει ότι οι προφυλακή του είδε την τουρκική εμπροσθοφυλακή και ζήτησε την αναβολή της επίθεσης για δύο ώρες, όταν οι προφυλακή του θα επέστρεφε με γνώση σχετικά με το πλήθος και τη διάθεση του εχθρού. Ο Nεβέρ συγκάλεσε ένα βιαστικό συμβούλιο, στο οποίο ο Κουσύ και ο Ζαν ντε Βιέν, ο ναύαρχος της Γαλλίας και ο πρεσβύτερος Γάλλος ιππότης στη Σταυροφορία, συμβούλεψαν να τηρούν τις επιθυμίες του Ούγγρου βασιλιά, που τους φαινόταν σοφός. Σε αυτό, ο ντ' Ε δήλωσε ότι ο Σιγισμούνδος ήθελε απλώς να συσσωρεύσει τις τιμές της μάχης για τον εαυτό του και δήλωσε την προθυμία του να ηγηθεί της επίθεσης. Ο Κουσύ, ο οποίος χαρακτήρισε τα λόγια του ντ' Ε ως "αλαζονία", ζήτησε τη συμβουλή του Βιέν, ο οποίος σημείωσε πως "όταν δεν μπορεί να ακουστεί η αλήθεια και ο λόγος, τότε πρέπει να κυβερνήσει η αλαζονία." [34] Ο Βιέν σχολίασε ότι εάν ο ντ' Ε ήθελε να προχωρήσει, ο στρατός πρέπει να ακολουθήσει, αλλά ότι θα ήταν πιο σοφό να προχωρήσει σε συνεννόηση με τους Ούγγρους και άλλους συμμάχους. Ο ντ' Ε απέρριψε κάθε αναμονή και το συμβούλιο περιέπεσε σε μία έντονη διαμάχη, με τους νεότερους να κατηγορούν ότι οι πρεσβύτεροι ιππότες δεν ήταν συνετοί, αλλά φοβισμένοι. Το επιχείρημα φαίνεται να έχει διευθετηθεί όταν ο ντ' Ε αποφάσισε να προχωρήσει. [34]

Ο ντ' Ε ανέλαβε τον έλεγχο της εμπροσθοφυλακής των Γάλλων ιπποτών, ενώ ο Nεβέρ και ο Κουσύ διοικούσαν το κύριο σώμα. Οι Γάλλοι ιππότες, συνοδευόμενοι από τους έφιππους τοξότες, έφυγαν με τα νώτα τους στη Νικόπολη για να συναντήσουν τους Τούρκους, που κατέβαιναν στους λόφους προς τα νότια. Οι Ιωαννίτες Ιππότες, οι Γερμανοί και άλλοι σύμμαχοι έμειναν με τις ουγγρικές δυνάμεις υπό τον Σιγισμούνδο. Τα επόμενα συμβάντα είναι ασαφή λόγω αντιφατικών αναφορών. Ο Τούχμαν σημειώνει ότι "από τη σύγχυση διαφορετικών εκδοχών, δεν μπορεί να υπάρχει συνεκτική περιγραφή των κινήσεων και της τύχης των ανδρών στο πεδίο της μάχης· υπάρχουν μόνο μεμονωμένες αναφορές." [35] Η γαλλική επίθεση συνέτριψε τους ανεκπαίδευτους στρατιώτες στην τουρκική πρώτη γραμμή και προχώρησε στις γραμμές του εκπαιδευμένου πεζικού, αν και οι ιππότες δέχτηκαν έντονα πυρά από τοξότες και παρεμποδίστηκαν από σειρές ακονισμένων πασσάλων, που είχαν σχεδιαστεί για να τρυπήσουν τα στομάχια των αλόγων τους. Οι χρονογράφοι γράφουν για άλογα που είχαν παγιδευτεί σε πασσάλους, αναβάτες που αφίππευαν, πασσάλους που τραβιούνταν για να επιτρέψουν τα άλογα να περάσουν και το τελικό σπάσιμο του τουρκικού πεζικού, που έφυγε πίσω από τη σχετική ασφάλεια των σπαχήδων. Οι Κουσύ και Βιέν συνέστησαν στους Γάλλους να σταματήσουν να ανασχηματίζουν τις τάξεις τους, να ξεκουραστούν και να αφήσουν στους Ούγγρους χρόνο να προχωρήσουν σε μία θέση όπου θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τους Γάλλους. Αναιρέθηκαν από τους νεότερους ιππότες, που -χωρίς να έχουν ιδέα για το μέγεθος της τουρκικής δύναμης- πίστευαν ότι είχαν μόλις νικήσει ολόκληρο τον στρατό του Βαγιαζήτ Α΄ και επέμεναν να τον καταδιώξουν. [16]

Οι Γάλλοι ιππότες συνέχισαν έτσι ανεβαίνοντας στον λόφο, αν και οι πηγές αναφέρουν ότι περισσότεροι από τους μισούς ήταν με τα πόδια μέχρι αυτό το σημείο, είτε επειδή είχαν αφιππεύσει στη γραμμή των ακονισμένων πασσάλων, είτε για να σπρώξουν τα άλογα. Φέροντας με κόπο τη βαριά πανοπλία τους, έφτασαν στο πλάτωμα στην κορυφή του λόφου, όπου περίμεναν να βρουν φυγάδες Τούρκους, αλλά αντίθετα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα νέο σώμα των σπαχήδων, τους οποίους ο Βαγιαζήτ Α΄ είχε κρατήσει σε εφεδρεία. Καθώς οι σπαχήδες προχώρησαν προς τα εμπρός στην αντεπίθεση, ηχώντας τις τρομπέτες, χτυπώντας τα τύμπανα και φωνάζοντας «ο Θεός είναι μεγαλύτερος!», η απόγνωση της κατάστασής τους ήταν άμεσα εμφανής στους Γάλλους: μερικοί ιππότες λύγισαν και έφυγαν πίσω στην πλαγιά. Οι υπόλοιποι αγωνίστηκαν "σαν αφρισμένα αγριογούρουνα ή πιο οργισμένοι από λύκους", με τα λόγια ενός σύγχρονου χρονογράφου. Ο ναύαρχος ντε Βιέν, στον οποίο του δόθηκε η τιμή ως ο πρεσβύτερος ιππότης της μετακίνησης να φέρει το Γαλλικό λάβαρο στη μάχη, τραυματίστηκε πολλές φορές, καθώς προσπαθούσε να συσπειρώσει το ηθικό των συμπατριωτών του, πριν χτυπηθεί. Άλλοι αξιοσημείωτοι ιππότες που σκοτώθηκαν περιλαμβάνουν τους Ζαν ντε Καρούζ, Φιλίπ ντε Μπαρ και Oντάρ ντε Σασερόν. Οι Τούρκοι απείλησαν να υπερκεράσουν τον Νεβέρ και τον σωματοφύλακά του. Οι δύο τους έπεσαν στο έδαφος με σιωπηλή υποταγή, για να ζητήσουν να τους χαριστεί η ζωή. Ανεξάρτητα από τη διακήρυξη της τζιχάντ, οι Τούρκοι ενδιαφέρθηκαν για τον πλούτο, που θα μπορούσε να αποκτηθεί με την εξαγορά των ευγενών αιχμαλώτων όπως οποιοσδήποτε άλλος και αιχμαλώτισαν τον κόμη. Βλέποντας τον Νεβέρ αιχμάλωτο, οι υπόλοιποι Γάλλοι υποχώρησαν. [36]

Απεικόνιση του 1540 της Mάχης

Το χρονοδιάγραμμα των γεγονότων είναι θολό, αλλά φαίνεται ότι καθώς οι Γάλλοι προχωρούσαν επάνω στην πλαγιά, οι σπαχήδες κατέβαιναν με τις πλευρές τους έτοιμες για περικύκλωση. Οι πηγές μιλάνε για Ούγγρους και άλλες εθνικότητες σε μία μπερδεμένη μάχη στο πεδίο και για αδέσποτα άλογα χωρίς αναβάτες, τα οποία ο Tούχμαν πιστεύει ότι ήταν απαλλαγμένα από τα ηνία τους. Βλέποντας αυτά οι Τρανσυλβάνιοι και οι Βλάχοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μέρα χάθηκε και εγκατέλειψαν το πεδίο. Ο Σιγισμούνδος, ο μάγιστρος της Ρόδου και οι Γερμανοί πολέμησαν για να αποτρέψουν την περικύκλωση και την «ανείπωτη σφαγή» και στις δύο πλευρές της παράταξης. [16] Σε αυτό το σημείο, η ενίσχυση 1.500 [16] Σέρβων ιπποτών υπό την ηγεσία του Στέφαν Λαζάρεβιτς αποδείχθηκε κρίσιμη: [13] η δύναμη του Σιγισμούνδου υπερκεράστηκε. Πεπεισμένοι ότι έπρεπε να φύγουν, ο Σιγισμούνδος και ο μάγιστρος κατάφεραν να ξεφύγουν με μία ψαρόβαρκα στα Βενετικά πλοία στον Δούναβη. [16] Ο Χέρμαν κόμης του Τσέλε, κυβερνήτης της Αωβουργικής Καρνιόλης και εξάδελφος της αποβιωσάσης συζύγου του Σιγισμούνδου, ηγήθηκε της δύναμης, που επέτρεψε τη διαφυγή· αργότερα θα γινόταν πεθερός του βασιλιά. Ο Βαγιαζήτ Α΄ και ο υποτελής του Στέφαν Λάζαρεβιτς αναγνώρισαν τον Νικόλαο Β΄ Γκαράι, αδελφό του Λαζάαρεβιτς, που πολεμούσε με την πλευρά του Σιγισμούνδου. Έγινε συμφωνία και ο στρατός του Σιγισμούνδου παραδόθηκε, ολοκληρώνοντας πλήρως την ήττα. 

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εκτέλεση των αιχμαλώτων στη Νικόπολη, σε αντίποινα για την προηγούμενη σφαγή του Ράχοβο και των Οθωμανών αιχμαλώτων από τους σταυροφόρους.

Ο Σιγισμούνδος αργότερα δήλωσε στον Διοικητή των Ιωαννιτών: «Χάσαμε την ημέρα από την υπερηφάνεια και τη ματαιοδοξία αυτών των Γάλλων. Αν πίστευαν τη συμβουλή μου, είχαμε αρκετούς άνδρες για να πολεμήσουμε τους εχθρούς μας". Ο χρονογράφος Ζαν Φρουασάρ θα δηλώσει: "Από τη μάχη του Ρονσεβάλ, όπου [και] οι δώδεκα ευγενείς της Γαλλίας είχαν δολοφονηθεί, η Χριστιανοσύνη δεν έχε δει τόσο μεγάλη ζημιά." [37]

Αιχμάλωτοι και λύτρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαγιαζήτ Β΄ περιόδευσε στο πεδίο της μάχης αργότερα εκείνη την ημέρα, ελπίζοντας να βρει το πτώμα του βασιλιά της Ουγγαρίας. Η οργή του αυξήθηκε μόνο με την ανακάλυψη των σφαγμένων κρατουμένων από το Ράχοβο. Τότε διέταξε όλους τους κρατούμενους να συγκεντρωθούν ενώπιόν του το επόμενο πρωί (26 Σεπτεμβρίου). Οι Τούρκοι αναγνώρισαν τον Ζακ ντε Ελύ, έναν Γάλλο ιππότη που είχε υπηρετήσει υπό τον Μουράτ Α΄, και τον ανάγκασαν να αναγνωρίσει τους ευγενείς αρχηγούς για λύτρα. Οι Κουσύ, Μπαρ, ντ' Ε, Γκυ ντε Λα Τρεμουάγ και αρκετοί άλλοι ομαδοποιήθηκαν με τον κόμη του Νεβέρ για να γλιτώσουν. Εκείνοι που κρίθηκαν ότι ήταν κάτω των 20 ετών τέθηκαν σε καταναγκαστική δουλεία. [38]

Οι υπόλοιποι, που πιστεύεται ότι αριθμούν αρκετές χιλιάδες, ενώθηκαν σε ομάδες τριών ή τεσσάρων και είχαν δεμένα τα χέρια τους για να βαδίσουν γυμνoί ενώπιον του σουλτάνου. Τους παραγγέλθηκε να προχωρήσουν· ένα σύνολο εκτελεστών σκότωνε κάθε ομάδα με τη σειρά, με αποκεφαλισμό είτε κόβοντας τα άκρα τους από το σώμα. Ο Νεβέρ και οι υπόλοιποι ευγενείς αιχμάλωτοι αναγκάστηκαν να σταθούν δίπλα στον Βαγιαζήτ Α΄ και να παρακολουθήσουν τις εκτελέσεις. Ο Ζαν Λε Μαινγκρ, ο επονομαζόμενος "Μπουσικώ", αναγνωρίστηκε στη γραμμή και ο Nεβέρ έπεσε στα γόνατά του ενώπιον τού σουλτάνου και έδειξε με αλληλένδετα δάχτυλα ότι ήταν σαν αδέλφια. Έτσι ο σουλτάνος, πεπεισμένος ότι ο Μπουσικώ άξιζε ως ευγενής λύτρα, τον εξαίρεσε και τον ομαδοποίησε με τους άλλους υψηλούς ευγενείς. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα, οπότε ο Βαγιαζήτ Α΄, είτε επειδή ο ίδιος κορέστηκε από την αιματοχυσία είτε επειδή πείστηκε από τους υπουργούς του ότι άχρηστα εξόργιζε τους Χριστιανούς εναντίον του, έπαυσε τους εκτελεστές. Αφήνοντας στην άκρη την πιο υπερβολική εκτίμηση, ο αριθμός των νεκρών λέγεται ότι κυμαινόταν από 300 ως 3.000, αν και ο αριθμός των πτωμάτων στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ μεγαλύτερος. [39] [15]

Από αυτούς που εγκατέλειψαν το πεδίο της μάχης, λίγοι επέζησαν. Πολλοί προσπάθησαν να κολυμπήσουν προς τις βάρκες στον Δούναβη, που αρκετές βυθίστηκαν από το φορτίο· ή αυτοί που βρίσκοντο στα σκάφη έσπρωχναν εκείνους που προσπαθούσαν να επιβιβαστούν. Πολλοί που προσπάθησαν να κολυμπήσουν κατά μήκος του ποταμού, πνίγηκαν. Ο Σιγισμούνδος, φοβισμένος ότι θα τον προδώσουν οι Βλάχοι, απέπλευσε στη Μαύρη Θάλασσα και στην Κωνσταντινούπολη, προτού επιστρέψει από τη θάλασσα στην πατρίδα του. Αυτοί οι Σταυροφόροι που κατάφεραν να περάσουν τον Δούναβη και προσπάθησαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, βρήκαν ότι η γη στην οποία ταξίδευαν είχε ήδη απογυμνωθεί από ζωοτροφές από την υποχωρούσα δύναμη των Βλάχων. Αποδεκατισμένοι από την περιπλάνηση μέσα στο δάσος με τα ρούχα τους κουρέλια, και έχοντας ληστευτεί από οτιδήποτε είχαν, πολλοί από τους επιζώντες λιμοκτόνησαν στο δρόμο. Ίσως ο πιο διάσημος από τους λίγους που έφτασαν στο σπίτι μετά από αυτό το ταξίδι, ήταν ο Ρούπερτ κόμης της Βαυαρίας, ο οποίος έφτασε στο κατώφλι του με ράκη επαίτη και απεβίωσε αρκετές ημέρες αργότερα από τις δοκιμασίες του. [39]

Οι αιχμάλωτοι αναγκάστηκαν να βαδίσουν σε μήκος 350 μιλίων προς την Καλλίπολη, στερημένοι από τα ρούχα τους, μόνο με το πουκάμισό τους και οι περισσότεροι χωρίς υποδήματα, με τα χέρια δεμένα και χτυπημένοι από τους απαγωγείς τους. Στην Καλλίπολη, οι ευγενείς αιχμάλωτοι κρατήθηκαν στα ανώτερα δωμάτια ενός πύργου, ενώ οι 300 κρατούμενοι -που ήταν το μερίδιο του σουλτάνου από τους κοινούς αιχμαλώτους- κρατήθηκαν κάτω. Το πλοίο που μετέφερε τον Σιγισμούνδο πέρασε μισό μίλι από τον πύργο, καθώς περνούσε από τον Ελλήσποντο. Οι Τούρκοι έβαλαν σε μία γραμμή τους αιχμαλώτους κατά μήκος της ακτής και κορόιδευαν τον Σιγισμούνδο, φωνάζοντας να έρθει και να σώσει τους συντρόφους του. Ο Σιγισμούνδος, ενόσω ήταν στην Κωνσταντινούπολη, έκανε διαβήματα για να πληρώσει λύτρα για τους αιχμαλώτους, αλλά ο Βαγιαζήτ Α΄ γνώριζε ότι ο πλούτος της Ουγγαρίας είχε εξαντληθεί στη Σταυροφορία, και ότι θα μπορούσε να έχει πιο πλούσια λύτρα από τη Γαλλία. Μετά από δύο μήνες στην Καλλίπολη, οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στην Προύσα, την Οθωμανική πρωτεύουσα που βρίσκεται στην Ασία, όπου περίμεναν μήνυμα για τα λύτρα τους. [40]

Την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου φήμες για μεγάλη ήττα έφτασαν στο Παρίσι. Καθώς δεν υπήρχαν συγκεκριμένες ειδήσεις, οι φημολόγοι φυλακίστηκαν στο Γκραν Σατελέ και, εάν καταδικάζοντο για ψέματα, θα τιμωρούντο σε θάνατο με πνιγμό. Ο βασιλιάς της Γαλλίας, η Βουργουνδία, η Ορλεάνη και το δουκάτο του Μπαρ έστειλαν όλοι τους απεσταλμένους στη Βενετία και την Ουγγαρία, για να φέρουν πίσω ακριβείς ειδήσεις. Στις 16 Δεκεμβρίου τα εμπορικά πλοία έφεραν το μήνυμα στη Βενετία για την ήττα στη Νικόπολη και τη διαφυγή του Σιγισμούνδου. [41]

Ο Ζακ ντε Ελύ, ο ιππότης που είχε εντοπίσει τους ευγενείς μετά τη μάχη, ανέλαβε από τον Βαγιαζήτ Α΄ -με τον όρκο να επιστρέψει- να ενημερώσει τον βασιλιά της Γαλλίας και τον δούκα της Βουργουνδίας για τη νίκη του σουλτάνου και τα αιτήματα για λύτρα. Τα Χριστούγεννα ο ντε Ελύ έφθασε στο Παρίσι και γονατισμένος ενώπιον του βασιλιά διηγήθηκε την αποστολή, τη μάχη, την ήττα και τη σφαγή των κρατουμένων από τον σουλτάνο. Μετέφερε επίσης επιστολές από τον Νεβέρ και τους άλλους ευγενείς αιχμαλώτους. Εκείνοι για τους οποίους δεν έφερε επιστολές θεωρήθηκαν νεκροί, και τα δακρυσμένα μέλη της Αυλής συγκεντρώθηκαν γύρω από τον ντε Ελύ, για να ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες για τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Σύμφωνα με τον Μοναχό του Σαιν Ντενί, «η οδύνη βασίλευε σε όλες τις καρδιές» και ο Ντεσάμπ έγραψε για «κηδείες από το πρωί έως την παραμονή». Η 9η Ιανουαρίου ανακηρύχθηκε ημέρα πένθους σε όλη τη Γαλλία και εκείνη την ημέρα "ήταν θλιβερό να ακούμε τις καμπάνες να ηχούν σε όλες τις εκκλησίες στο Παρίσι." [42]

Μία αντιπροσωπεία με πλούσια δώρα για την Βαγιαζήτ Α΄ έφυγε από το Παρίσι στις 20 Ιανουαρίου 1397 για να διαπραγματευτεί τα λύτρα. Ο ντε Ελύ, δεσμευμένος από τον όρκο του να επιστρέψει, είχε ήδη αναχωρήσει με επιστολές για τους αιχμαλώτους. Η βοήθεια του Τζαν-Γκαλεάτσο έγινε ζωτικής σημασίας, καθώς είχε εκτεταμένες επαφές στην Οθωμανική Αυλή. Απεσταλμένοι στάλθηκαν να τον ενημερώσουν ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας εγκρίνει τα κρίνα των Βαλουά να προστεθούν στον θυρεό των Βισκόντι, καθώς η πρώτη σύζυγος του Γκαλεάτσο ήταν από τον Γαλλικό βασιλικό Οίκο, και να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να κερδίσουν τη βοήθειά του. Εν τω μεταξύ αυτοί οι απεσταλμένοι που στάλθηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου, είχαν φτάσει στη Βενετία και -έχοντας μάθει για τη μοίρα των αιχμαλώτων- προσπαθούσαν να φτάσουν στην Προύσα. Η Βενετία, η οποία ήταν ο αγωγός των Γάλλων προς τη μουσουλμανική Ανατολή λόγω του εμπορικού της δικτύου, έγινε το κέντρο ανταλλαγής ειδήσεων, μετρητών και λύτρων. [43]

Στις 13 Φεβρουαρίου 1397 ο ντε Κουσύ, άρρωστος και που ίσως να υπέφερε από πληγές στη μάχη, απεβίωσε. Ο Μπουσικώ και ο Γκυ ντε Τρεμουάγ, που απελευθερώθηκαν με δική τους συμφωνία για να αναζητήσουν χρήματα στο Λεβάντε, έφτασαν στη Ρόδο, όπου ο ντε Τρεμουάγ ασθένησε και απεβίωσε γύρω στο Πάσχα. Γάλλοι διαπραγματευτές στην Αυλή του σουλτάνου κατέληξαν τελικά σε συμφωνία για λύτρα 200.000 χρυσών φλορινιών τον Ιούνιο. Ο κόμης του Ε απεβίωσε στις 15 Ιουνίου. Με προκαταβολή 75.000 οι κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι στις 24 Ιουνίου, υποσχόμενοι να παραμείνουν στη Βενετία μέχρι να καταβληθούν τα υπόλοιπα λύτρα. Ωστόσο οι ευγενείς βρήκαν αδιανόητο να ταξιδεύουν με λιγότερο από το συνηθισμένο μεγαλείο τους και δανείστηκαν σχεδόν όσο το ποσό των λύτρων για προμήθειες. Αφού σταμάτησαν σε διάφορα νησιά για να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους και να δανειστούν χρήματα, έφθασαν στη Βενετία τον Οκτώβριο. Εκεί οι οικονομικές συναλλαγές, που απαιτούντο τόσο για την παροχή λύτρων όσο και για την πληρωμή των ταξιδιωτικών ρυθμίσεων και των εξόδων διαβίωσης των ευγενών, ήταν εξαιρετικά περίπλοκες: μία τριμερής συναλλαγή μεταξύ Βουργουνδίας, Σιγισμούνδου και Βενετίας χρειάστηκε 27 χρόνια για να διευθετηθεί. Μία επιδημία πανώλης στη Βενετία έκανε τους ευγενείς να μετακινηθούν προσωρινά στο Τρεβίζο, αλλά εξακολουθούσαν να διεκδικούν τον Ερρίκο του Μπαρ [44].

Οι τελευταίοι από τους ηγέτες των σταυροφόρων -Nεβέρ, Μπουσικώ, Γκυγιώμ ντε Λα Τρεμουάγ και Ζαν ντε Λα Μαρς-, μαζί με επτά ή οκτώ άλλους ιππότες, επανήλθαν στη Γαλλία τον Φεβρουάριο του 1398. Τους υποδέχοντο οι μενεστρέλοι, οι εορτασμοί και οι παρελάσεις καθώς ταξίδευαν στο βασίλειο, αν και όπως σημείωσε ο Τούχμαν, "οι δεξιώσεις αντιπροσώπευαν όχι λαοφιλή ενθουσιασμό, όσο οργανωμένες εορτές, στις οποία ο 14ος αι. υπερέβη." [45]

Ευρύτερες επιπτώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο μετέπειτα ιστορικός Γιόχαν Χουιτσίνγκα παρατήρησε «τις θλιβερές συνέπειες της διακυβέρνησης, η οποία ξεκινά απερίσκεπτα μία επιχείρηση ζωτικής σημασίας με το πνεύμα μίας ιπποτικής περιπέτειας», [46] αν και οι συμμετέχοντες και οι σύγχρονοι χρονογράφοι δεν ανέλυσαν το γεγονός με αυτούς τους όρους.

Καμία νέα αποστολή δεν ξεκίνησε από τη Δυτική Ευρώπη για να σταματήσει η τουρκική πρόοδος στα Βαλκάνια μετά από αυτή την ήττα, μέχρι το 1440. Η Αγγλία και η Γαλλία ανανέωσαν σύντομα τον πόλεμό τους. Η Βλαχία συνέχισε τη στάση της εναντίον των Οθωμανών, έχοντας σταματήσει μία άλλη εκστρατεία εκείνων τον επόμενο χρόνο (το 1397) και το 1400 μία ακόμη αποστολή των Οθωμανών. Η ήττα και η φυλάκιση του σουλτάνου Βαγιαζίτ Α΄ από τον Τιμούρ (Ταμερλάνο) στην Άγκυρα το καλοκαίρι του 1402 άνοιξε μία περίοδο αναρχίας στην Οθωμανική επικράτεια και ο Mίρτσεα ο Πρεσβύτερος επωφελήθηκε από αυτό, για να οργανώσει μαζί με το βασίλειο της Ουγγαρίας μία εκστρατεία κατά των Τούρκων. Όμως οι Ούγγροι, οι Πολωνοί και οι Βλάχοι ηττήθηκαν στη μάχη της Βάρνας το 1444 και η Κωνσταντινούπολη τελικά έπεσε το 1453 στους Τούρκους, ακολουθούμενη από τον δεσποτάτο του Μοριά το 1460, την ηγεμονία της Τραπεζούντας το 1461 και το πριγκιπάτο της Θεοδωρούς (Κριμαίας) το 1475, που τερμάτισε τα τελευταία απομεινάρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθώς και τους τελευταίους θύλακες της Ελληνικής αντίστασης κατά των Οθωμανών Τούρκων τόσο στα Βαλκάνια, όσο και στη Μ. Ασία.

Η Μάχη της Νικόπολης θεωρείται επίσης ευρέως ως το τέλος της Β΄ Βουλγαρικού βασιλείου, καθώς οι ελπίδες για την αναβίωσή του τελείωσαν με την ήττα των Σταυροφόρων. Ο τελευταίος κυβερνήτης του, ο Ιβάν Σρατσιμίρ της Βουλγαρίας, συνελήφθη και σκοτώθηκε στην Προύσα. [47]

Με τη νίκη τους στη Νικόπολη, οι Τούρκοι αποθάρρυναν τη δημιουργία μελλοντικών Ευρωπαϊκών συνασπισμών εναντίον τους. Διατήρησαν τις πιέσεις τους στην Κωνσταντινούπολη, έσφιξαν τον έλεγχό τους στα Βαλκάνια και έγιναν μία μεγαλύτερη απειλή για την Κεντρική Ευρώπη. [2]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Leonhard Reichartinger


Βιβλιογραφικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

 

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Tuchman, 548
  2. 2,0 2,1 "Battle of Nicopolis".
  3. Tuchman, 544–545
  4. Tuchman, 533–537
  5. 5,0 5,1 Tuchman, 545
  6. Tuchman, 545–546
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 Tuchman, 554
  8. 8,0 8,1 Schiltberger, Johann (c. 1427). «The Battle of Nicopolis (1396)». from The Bondage and Travels of Johann Schiltberger, trans. J. Buchan Telfer (London: Hakluyt Society, series 1, no.58; 1879. The Society for Medieval Military History. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Φεβρουαρίου 2009. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2009. 
  9. 9,0 9,1 9,2 «Askerı Yapi Ve Savaşlar: Savaşlar (2/11)» (στα Τουρκικά). www.theottomans.org. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2009. 
  10. Nicolle, p. 37.
  11. A Global Chronology of Conflict: From the Ancient World to the Modern Middle ..., by Spencer C. Tucker, 2009 p.316
  12. Tipton, Charles L. (1962). «The English at Nicopolis». Speculum (37): 533–40. 
  13. 13,0 13,1 13,2 Grant
  14. 14,0 14,1 Madden
  15. 15,0 15,1 15,2 15,3 See, for example, an estimate of 10,000 executed in «I Turchi E L'Europa: Dalla battaglia di Manzikert alla caduta di Costantinopoli: Bayazed I (1389–1402)» (στα Ιταλικά). www.maat.it. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαρτίου 2009. Ανακτήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2009. 
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 Tuchman 560
  17. Alexandru Madgearu, The Wars of the Balkan Peninsula: Their Medieval Origins, ed. Martin Gordon, (Scarecrow Press, 2008), 90.
  18. Tuchman, 549
  19. 19,0 19,1 Tuchman, 550
  20. Tuchman, 550–551
  21. Andrić 2015, σελ. 485.
  22. 22,0 22,1 Tuchman, 552
  23. Tuchman, 553
  24. Tuchman, 553–554
  25. Tuchman, 554–555
  26. 26,0 26,1 Madden, p 184
  27. 27,0 27,1 Tuchman, 555
  28. Grant, p 122
  29. 29,0 29,1 Tuchman, 556
  30. Madden, 185
  31. 31,0 31,1 Tuchman, 556–557
  32. 32,0 32,1 Tuchman, 558
  33. Tuchman, 558–559
  34. 34,0 34,1 Tuchman 559
  35. Tuchman 559–560
  36. Tuchman 560–561
  37. Tuchman 561
  38. Tuchman 561–2
  39. 39,0 39,1 Tuchman 562
  40. Tuchman 564–6
  41. Tuchman 566
  42. Tuchman 566–7
  43. Tuchman 568
  44. Tuchman 571–5
  45. Tuchman 575
  46. Huizinga, The Waning of the Middle Ages (1919) 1924:69.
  47. Andreev, Jordan· Lalkov, Milcho (1996). Българските ханове и царе (στα Βουλγαρικά). Veliko Tarnovo: Abagar. σελίδες 297–298. ISBN 954-427-216-X. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Andrić, Stanko (2015). «A Garai főnemesi család és a Horvát Királyság / Velikaška obitelj Gorjanski i Hrvatsko Kraljevstvo [The aristocratic Garai family and the Kingdom of Croatia]». Στο: Fodor, Pál. A horvát-magyar együttélés fordulópontjai: Intézmények, társadalom, gazdaság, kultúra / Prekretnice u suživotu Hrvata i Mađara: Ustanove, društvo, gospodarstvo i kultura [Turning Points of the Croatian-Hungarian Co-habitation: Institutions, Society, Economy and Culture] (στα Ουγγρικά και Κροατικά). MTA Bölcsészettudományi Kutatóközpont Történettudományi Intézet, Hrvatski institut za povijest. σελίδες 481–492, 543–554. ISBN 978-963-416-019-9. 
  • Atiya, Aziz S. (1965). The Crusades in the Later Middle Ages. New York. 
  • Atiya, Aziz S. (1978). The Crusade of Nicopolis. New York. 
  • Földi, Pál (2000). Nagy hadvezérek: Hunyadi János (Great Warlords: János Hunyadi) (στα Ουγγρικά). Budapest: Anno Publisher. ISBN 963-9066-66-4. 
  • Froissart, Jean (1400). Froissart's Chronicles. IV. ISBN 0-14-044200-6. 
  • Grant, R.G. (2005). Battle: A Visual Journey Through 5,000 Years of Combat. London: Dorling Kindersley. 
  • Housley, Norman, επιμ. (1996). Documents on the Later Crusades, 1274–1580. New York. 
  • Madden, Thomas F. (2005). Crusades: the Illustrated History (1 έκδοση). Ann Arbor: University of Michigan Press. 
  • Mango, Cyril (2002). The Oxford History of Byzantium (1 έκδοση). New York: Oxford University Press. 
  • Nicolle, David (1999). Nicopolis 1396: The Last Crusade. Campaign Series. London: Osprey Publishing. 
  • Parker, Geoffrey (2005). Compact History of the World (4 έκδοση). London: Times Books. 
  • Riley-Smith, Jonathan (1995). The Oxford History of the Crusades. Oxford. 
  • Sherrard, Philip (1966). Great Ages of Man: Byzantium: A History of the World's Cultures. Time-Life Books. ISBN 978-0-662-83340-6. 
  • Tuchman, Barbara W. (1978). A Distant Mirror: the Calamitous 14th Century. New York: Alfred A. Knopf. ISBN 0-345-28394-5. 
  • Zsolt, Hunyadi (1999). The Crusades and the military orders: expanding the frontiers of Latin Christianity. CEU Medievalia. London: Budapest Dep. of Medieval Studies, Central European Univ. 2001. σελ. 226. ISBN 978-963-9241-42-8. 
  • Šuica, Marko (2009). «Битка код Никопоља у делу Константина Филозофа [The Battle of Nicopolis in the work of Constantine the Philosopher]». Историјски часопис 58: 109–124. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]