Εκατονταετής Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Εκατονταετής Πόλεμος χαρακτηρίστηκε ίσως ο μακροβιότερος πόλεμος που έγινε ποτέ μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, με πραγματική διάρκεια μεγαλύτερη των 100 ετών, από το 1337 μέχρι το 1453 (116 έτη), με πολύ μικρές διακοπές και του οποίου όμως η ιστορική σημασία υπήρξε πολλαπλή. Είναι γεγονός ότι σε αυτόν τον πόλεμο ακολουθήθηκαν νέα συστήματα τακτικής, στρατιωτικής σύνθεσης και στρατιωτικού εξοπλισμού.

Η αφορμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφορμή του πολέμου ήταν ο ταυτόχρονος ανταγωνισμός δύο διεκδικητών του θρόνου της Γαλλίας. Συγκεκριμένα, το 1328, όταν πέθανε ο Βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Δ΄ άτεκνος αλλά και χωρίς αδελφό, τον γαλλικό θρόνο διεκδίκησαν αφενός μεν, ο Φίλιππος Βαλουά, ο πλησιέστερος εξάδελφος του θανόντος, ο οποίος και ανακηρύχθηκε αμέσως Βασιλιάς ως Φίλιππος ΣΤ΄ (1328-1350), ο οποίος και ίδρυσε τη βασιλική δυναστεία των Βαλουά, αφετέρου δε ο Εδουάρδος Γ΄ ήδη Βασιλιάς της Αγγλίας (1327-1377), ανεψιός εξ αδελφής του θανόντος Καρόλου, απαίτησε την διαδοχή του στηριζόμενος στον Σαλικό Νόμο που ίσχυε στη Γαλλία αποκλείοντας τη διαδοχή σε γυναίκες. Αποκλείοντας τη μητέρα του, κατέστησε εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο του Θρόνου[1]. Για τους ίδιους ακριβώς αυτούς λόγους η διαμάχη αυτή εξακολούθησε και στους μετέπειτα κατά σειρά Βασιλείς της Αγγλίας Ριχάρδου Β΄, Ερρίκου Δ΄, Ερρίκου Ε΄ και Ερρίκου ΣΤ΄ και στους Βασιλείς της Γαλλίας Ιωάννου Β΄, Καρόλου Ε΄, Καρόλου ΣΤ΄ και Καρόλου Ζ΄.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυριότερη αιτία ήταν η αμετακίνητη απόφαση του Εδουάρδου Γ' να διεκδικήσει το στέμμα της Γαλλίας. Προς την απόφαση αυτή συνετέλεσε και το επαναστατικό πνεύμα διαφόρων εκπατρισμένων Γάλλων, που η δημοτικότητα μιας εκστρατείας τους παρείχε την ευκαιρία να λεηλατήσουν μια χώρα και κυρίως ήταν το θέμα της Φλάνδρας-κλειδί για τις αγγλογαλλικές σχέσεις[2]. Πιό συγκεκριμένα ήταν η επιδίωξη της Γαλλίας να αποαμκρύνει τους Αγγλους από την Ακουιτανία, αλλά και η επιδίωξη της Αγγλίας να καταργήσει την υποτέλεια της Γουιένης από τη Γαλλία και να εξασφαλίσει την επιστροφή της Νορμανδίας, του Ανζού και άλλων περιοχών. Και τα δύο κράτη επιδίωκαν την κυριαρχία στην πλούσια περιοχή της Φλάνδρας.[3] Το βασικό προϊόν της Αγγλίας ήταν το μαλλί, και βασική βιομηχανία της της Φλάνδρας ήταν η υφαντουργία. Ο κόμης της Φλάνδρας, Λουδοβίκος της Νεβέρ, υποστηριζόταν από τον επικυρίαρχό του βασιλιά της Γαλλίας, και οι Φλαμανδοί αστοί ήταν φανατικοί αγγλόφιλοι[2]..

Περίοδοι πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ε.Π. κατανέμεται σε τέσσερις περιόδους:

  • 1337-1360 (Αρχή του πολέμου, αγγλικές εκστρατείες του Εδουάρδου Γ΄ και του Μαύρου Πρίγκιπα)
  • 1364-1380 (Γαλλική αντεπίθεση με τον Κάρολο Ε΄, πόλεμος στην Καστίλλη)
  • 1381-1428 (Αγγλική αντεπίθεση με τον Ερρίκο Ε΄, συμμαχία των Άγγλων με το ατίθασο Δουκάτο της Βουργουνδίας)
  • 1429-1453 (Δεύτερη γαλλική αντεπίθεση με τον Κάρολο Ζ΄, τελική ήττα της Αγγλίας και λήξη του πολέμου)

Η Γαλλία αν και μεγαλύτερη σε έκταση και πλούτο αποδείχθηκε πολύ κατώτερη στη πολεμική τέχνη και αυτό διότι οι Βασιλείς της διεξήγαγαν τον πόλεμο με τα πολιτικά δεδομένα του φεουδαλικού συστήματος της εποχής, δηλαδή με μόνη επικουρία των Γεωδεσποτών και Ευγενών. Αντίθετα ο Εδουάρδος Γ΄ μετέτρεψε επιτήδεια την διαμάχη διαδοχής σε αγώνα όλου του λαού: με το μέρος του είχε κυρίως τον εμπορικό κόσμο του Λονδίνου.[2]. Μέχρι τότε οι Γάλλοι Βασιλείς δε διέθεταν στρατό εθνικό, αλλά και σχεδόν καμία τότε χώρα. Αντ' αυτών διέθεταν μισθοφόρους και σχεδόν ατάκτους με λίγο εξοπλισμό και εκπαίδευση μη μπορώντας όμως να αντιμετωπίσουν τον περισσότερο οργανωμένο και εξοπλισμένο με τελειοποιημένα μέσα της εποχής στρατό των Άγγλων, με αποτέλεσμα να υποφέρουν βαριές ήττες (Κρεσύ 1346, Πουατιέ 1356, Αζενκούρ 1415) ενώ είχαν σχεδόν πάντα αριθμητικό πλεονέκτημα. Όταν, όμως, άρχισε να συμμετέχει και ο γαλλικός λαός, τότε και με τη παρέλευση του χρόνου ο πόλεμος είχε ξεφύγει της απλής διαμάχης διαδοχής και είχε μετατραπεί σε προσπάθεια κατάκτησης ηπειρωτικού ευρωπαϊκού εδάφους εκ μέρους των Άγγλων. Ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της Ιωάννας της Λωρραίνης, η οποία θεωρήθηκε από τους Γάλλους θεόσταλτη, οι ρόλοι αντιστράφηκαν και σημειώθηκαν αρκετές γαλλικές νίκες (Ορλεάνη 1429, Φορμινύ 1450, Καστιγιόν 1453). Εκτός απ' την Αγγλία και τη Γαλλία, στη δίνη του πολέμου βρέθηκαν κατά καιρούς και άλλα κρατίδια της εποχής, όπως η Βουργουνδία, η Βρετάνη, η Φλάνδρα, η Καστίλλη και η Πορτογαλία.

Συνέχιση του πολέμου υπό τον Ερρίκο Ε΄: 1415-1429[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμμαχία Άγγλων-Βουργουνδών και η κατάληψη του Παρισιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάχη του Αζενκούρ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1415, ο Ερρίκος Ε΄ σάλπαρε από την Αγγλία με μια δύναμη περίπου 10.500 ανδρών και πολιόρκησε την Αρφλέρ. Η πόλη αντιστάθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο, αλλά τελικώς παραδόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1415. Εξαιτίας της μη αναμενόμενης καθυστέρησης, το μεγαλύτερο τμήμα της εποχής για εκστρατεία είχε παρέλθει. Αντί να προελάσει προς το Παρίσι απευθείας, ο Ερρίκος επέλεξε να διεξαγάγει μια εκστρατεία επιδρομών διαμέσου των γαλλικών εδαφών προς το κατεχόμενο από τους Άγγλους Καλαί. Σε μια εκστρατεία που θύμιζε την παλαιότερη του Κρεσύ, ο Ερρίκος διαπίστωσε ότι είχε περικυκλωθεί με λίγες προμήθειες και έπρεπε να αγωνιστεί κόντρα σε έναν πολύ μεγαλύτερο γαλλικό στρατό στη μάχη του Αζενκούρ, βόρεια του ποταμού Σομ. Παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, η νίκη του Ερρίκου ήταν συντριπτική, κοστίζοντας τη ζωή σε πολλούς αρχηγούς του Οίκου των Αρμανιάκ. Περίπου το 40% των Γάλλων ευγενών σκοτώθηκαν στη μάχη. Ο Ερρίκος, εμφανώς ανήσυχος από το μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων τον οποίο θεωρούσε σημαντικό ρίσκο ασφαλείας (υπήρχαν περισσότεροι Γάλλοι αιχμάλωτοι από το σύνολο των στρατιωτών του αγγλικού στρατεύματος), διέταξε την εκτέλεσή τους.

Συνθήκη της Τρουά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος ανέκτησε μεγάλο τμήμα της Νορμανδίας, περιλαμβάνοντας την Καέν το 1417, και τη Ρουέν στις 19 Ιανουαρίου 1419, μετατρέποντας τη Νορμανδία σε αγγλικό έδαφος για πρώτη φορά τους τελευταίους δύο αιώνες. Μια επίσημη συμμαχία συνήφθη με το Δουκάτο της Βουργουνδίας, οι δυνάμεις του οποίου είχαν καταλάβει το Παρίσι μετά τη δολοφονία του Δούκα Ιωάννη Α΄ της Βουργουνδίας (του επονομαζόμενου ο Ατρόμητος) το 1419. Το 1420, ο Ερρίκος συναντήθηκε με το Γάλλο βασιλιά Κάρολο ΣΤ΄, οπότε και υπέγραψαν τη Συνθήκη της Τρουά, με την οποία ο Ερρίκος τελικώς παντρεύτηκε την κόρη του Καρόλου Αικατερίνη των Βαλουά, με αποτέλεσμα οι κληρονόμοι του Ερρίκου να καταστούν κληρονόμοι του θρόνου της Γαλλίας. Ο δελφίνος, ο μετέπειτα Κάρολος Ζ΄ της Γαλλίας, κηρύχθηκε νόθος. Ο Ερρίκος Ε΄ εισήλθε επίσημα στο Παρίσι αργότερα την ίδια χρονιά και η συμφωνία επικυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Τάξεων (συμβουλευτικό σώμα του βασιλείου της Γαλλίας).

Θάνατος του δούκα του Κλάρενς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Μαρίου 1421 η πρόοδος του Ερρίκου Ε΄ κατά τη γαλλική του εκστρατεία συνάντησε μια απρόσμενη αντιστροφή. Ο Ερρίκος Ε΄ είχε αφήσει τον αδελφό του και διάδοχό του (δεν είχε αποκτήσει ακόμη ο Ερρίκος απόγονο), Τόμας, Δούκα του Κλάρενς στη θέση του πριν επιστρέψει στην Αγγλία. Ο Δούκας του Κλάρενς αντιμετώπισε μια γαλλοσκωτική δύναμη 5.000 ανδρών υπό την ηγεσία του Ζιλμπέρ Μοτιέ ντε Λα Φαγιέτ και του Τζων Στιούαρτ αντίστοιχα, στη μάχη του Μπωζέ, μιας κοινότητας στη δυτική Γαλλία. Αντίθετα με τη συμβουλή των υφισταμένων του αξιωματικών, πριν ο στρατός του αναπτυχθεί πλήρως, ο Τόμας επιτέθηκε με μια δύναμη λιγότερων από 1.500 ανδρών. Κατόπιν, κατά τη διάρκεια της μάχης, ηγήθηκε μιας επέλασης λίγων εκατοντάδων ανδρών επί του κυρίου σώματος του γαλλοσκωτικού στρατού, που ταχέως περικύκλωσε τους Άγγλους. Στην επακόλουθη συμπλοκή εκ του συστάδην ο Σκωτσέζος Τζων Καρμάικλ του Ντάγκλασντέιλ, έσπασε το δόρυ του ανατρέποντας το Δούκα του Κλάρενς από το άλογό του. Κατά την πτώση του στο έδαφος, ο δούκας σφαγιάστηκε από τον Αλεξάντερ Μπιουκάναν. Το πτώμα του Δούκα του Κλάρενς ανακτήθηκε από το πεδίο της μάχης από τον Τόμας Μόντακιουτ, 4ο Κόμη του Σώλσμπερι, που διήθυνε την αγγλική υποχώρηση.

Αγγλική επιτυχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Ε΄ επέστρεψε στη Γαλλία και πήγε στο Παρίσι, και στη συνέχεια επισκέφθηκε την πόλη Σαρτρ και την επαρχία Γκατιναί, πριν επιστρέψει ξανά στο Παρίσι. Από εκεί, αποφάσισε να επιτεθεί στην πόλη Μω που κρατούσε ο Γάλλος δελφίνος. Η επίθεση αποδείχθηκε πιο δύσκολη υπόθεση απ΄ ότι πιστευόταν αρχικώς. Η πολιορκία άρχισε περίπου στις 6 Οκτωβρίου 1421, και η πόλη άντεξε για επτά μήνες πριν τελικώς πέσει στα αγγλικά χέρια στις 11 Μαΐου 1421.

Στο τέλος του Μαΐου, ο Ερρίκος ενώθηκε με τη σύζυγό του Αικατερίνη, και μαζί με τη γαλλική Αυλή πήγαν για αναψυχή στην κοινότητα Σανλίς στη βόρεια Γαλλία. Ενώ βρίσκονταν εκεί, έγινε προφανές ότι ο Ερρίκος είχε αρρωστήσει (πιθανώς από δυσεντερία), και όταν ξεκίνησε το ταξίδι για τον Άνω Λίγηρα, άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε στο βασιλικό κάστρο στην κοινότητα Βενσέν, κοντά στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε στις 31 Αυγούστου 1422. Ο μεγαλύτερός του ηλικιακά, και φρενοβλαβής, Κάρολος ΣΤ΄ της Γαλλίας, πέθανε δύο μήνες αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου 1422. Ο Ερρίκος Ε΄ άφησε πίσω του ένα μοναδικό απόγονο, τον μόλις εννέα μηνών γιο του Ερρίκο, που αργότερα έγινε ο Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας.

Στη νεκρική του κλίνη, ο Ερρίκος Ε΄ ανέθεσε την ευθύνη των αγγλικών εδαφών στη Γαλλία στο Δούκα του Μπέντφορντ, καθώς ο Ερρίκος ΣΤ΄ ήταν ακόμη νήπιο. Ο πόλεμος με τη Γαλλία συνεχίστηκε υπό την ηγεσία του Δούκα του Μπέντφορντ και αρκετές μάχες κερδήθηκαν. Στις 17 Αυγούστου 1424, οι Άγγλοι επέτυχαν εμφατική νίκη στη μάχη του Βερνέιγ. Στη μάχη της Μπωζέ το 1421, ο Δούκας του Κλάρενς είχε ορμήσει στη μάχη χωρίς την υποστήριξη των τοξοτών του. Αντίθετα στο Βερνέιγ, οι τοξότες συμμετείχαν ουσιαστικά, πετυχαίνοντας συντριπτικά πλήγματα κατά του αντίπαλου γαλλοσκωτικού στρατού. Η μάχη στο Βερνέιγ διέλυσε σχεδόν το στρατό του δελφίνου, και εξολόθρευσε τους Σκωτσέζους, οι οποίοι έπαψαν ν΄ αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη για το υπόλοιπο του πολέμου.

Γαλλική νίκη: 1429–1453[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιωάννα της Λωραίνης και η γαλλική ανάκαμψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση της Ιωάννας της Λωραίνης κατά την πολιορκία της Ορλεάνης αποτέλεσε τη σπίθα που αναζωπύρωσε το γαλλικό πνεύμα, και η ζυγαριά άρχισε να γέρνει κατά των Άγγλων. Οι Άγγλοι άρχισαν την πολιορκία της Ορλεάνης το 1428, αλλά η δύναμή τους ήταν ανεπαρκής για να περικυκλώσουν ολοκληρωτικά την πόλη. Το 1429 η Ιωάννα της Λωραίνης έπεισε το δελφίνο να τη στείλει στην πολιορκία, λέγοντας ότι είχε δει θεϊκά οράματα που της έλεγαν να εκδιώξει τους Άγγλους. Η Ιωάννα ανέβασε το ηθικό του στρατεύματος, και οι Γάλλοι επιτέθηκαν στις αγγλικές οχυρώσεις, αναγκάζοντας τους Άγγλους να λύσουν την πολιορκία. Εμπνευσμένοι από την Ιωάννα, οι Γάλλοι ανέκτησαν αρκετά αγγλικά οχυρά στο Λίγηρα.

Οι Άγγλοι υποχώρησαν από την κοιλάδα του ποταμού Λίγηρα, καταδιωκόμενοι από ένα γαλλικό στράτευμα. Κοντά στο χωριό Παταί στη βορειοκεντρική Γαλλία, το γαλλικό ιππικό εισέδυσε σε μια μονάδα Άγγλων τοξοτών που είχε σταλεί να μπλοκάρει το δρόμο, και στη συνέχεια σάρωσε τον υποχωρούντα αγγλικό στρατό. Οι Άγγλοι απώλεσαν 2.200 άνδρες, και ο διοικητής τους, Τζων Τάλμποτ, 1ος Κόμης του Σριούσμπερι, συνελήφθη αιχμάλωτος. Η νίκη αυτή άνοιξε το δρόμο για το δελφίνο να κατευθυνθεί στη Ρενς, όπου έλαβε χώρα η στέψη του ως βασιλιά Καρόλου Ζ΄ της Γαλλίας στις 16 Ιουλίου 1429.

Μετά τη στέψη του Καρόλου Ζ΄, ο στρατός του άρχισε να έχει λιγότερες επιτυχίες. Μια απόπειρα των Γάλλων να πολιορκήσουν το Παρίσι κατέληξε σε ήττα στις 8 Σεπτεμβρίου 1429, και ο Κάρολος Ζ΄ αποσύρθηκε με το στρατό του στην κοιλάδα του Λίγηρα.

Η στέψη του Ερρίκου ΣΤ΄ και η αποστασία των Βουργουνδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιωάννα της Λωραίνης συνελήφθη αιχμάλωτη από τους Βουργουνδούς κατά την πολιορκία της πόλης Κομπιέν στις 23 Μαΐου 1430. Οι Βουργουνδοί την παρέδωσαν στους Άγγλους, που οργάνωσαν μια δίκη υπό τον Πιερ Κωσόν, επίσκοπο του Μπωβαί και μέλος του Αγγλικού Συμβουλίου στη Ρουέν. Η Ιωάννα καταδικάστηκε ως αιρετική και κάηκε στην πυρά στις 30 Μαΐου 1431 (25 χρόνια αργότερα αποκαταστάθηκε από τον πάπα Κάλλιστο Γ΄).

Μετά το θάνατο της Ιωάννας της Λωραίνης, οι τύχες του πολέμου άλλαξαν δραματικά κατά των Άγγλων. Οι περισσότεροι από τους βασιλικούς συμβούλους του Ερρίκου ΣΤ΄ ήταν εναντίον της σύναψης ειρήνης. Μεταξύ των διάφορων φατριών, ο Δούκας του Μπέντφορντ ήθελε να υπερασπιστεί τη Νορμανδία, ο Δούκας του Γκλόστερ ήταν αφοσιωμένος μόνο στην υπόθεση διατήρησης του Καλαί, ενώ ο καρδινάλιος Μπώφορτ έκλινε προς την ειρήνη. Οι διαπραγματεύσεις βάλτωσαν, καθώς πιθανότατα οι αγγλικές απαιτήσεις στο συνέδριο του Αρράς, το καλοκαίρι του 1435, όπου ο Δούκας του Μπέντφορντ ήταν ο μεσολαβητής, υπήρξαν μη ρεαλιστικές. Λίγες μέρες μετά τη λήξη του συνεδρίου το Σεπτέμβριο, ο Δούκας της Βουργουνδίας, Φίλιππος Γ΄, αποστάτησε και στράφηκε στον Κάρολο Ζ΄ της Γαλλίας, υπογράφοντας τη Συνθήκη του Αρράς με την οποία το Παρίσι επεστράφη στο βασιλιά της Γαλλίας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε καίριο πλήγμα για την αγγλική επικυριαρχία στα κατεχόμενα γαλλικά εδάφη. Ο Δούκας του Μπέντφορντ απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 1435 και αργότερα αντικαταστάθηκε στα καθήκοντά του από το Ριχάρδο Πλανταγενέτη, 3ο Δούκα της Υόρκης.

Η αναγέννηση των Γάλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πίστη των Βουργουνδών παρέμεινε ασταθής, αλλά η εστίαση του αγγλικού ενδιαφέροντος στην επέκταση των κτήσεων στις Κάτω Χώρες, στέρησε αρκετή ενέργεια από τους Άγγλους για να μπορούν να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν στην υπόλοιπη Γαλλία. Οι μακρές περίοδοι ανακωχής που χαρακτήρισαν τον πόλεμο έδωσαν στον Κάρολο Ζ΄ το χρόνο να συγκεντροποιήσει το γαλλικό κράτος και αναδιοργανώσει το στρατό και την κυβέρνησή του, αντικαθιστώντας τις στρατολογήσεις των φεουδαρχών με έναν πιο σύγχρονο επαγγελματικό στρατό που μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους υπέρτερους αριθμούς του επωφελώς. Ένα κάστρο που παλαιότερα μπορούσε να καταληφθεί μόνο μετά από παρατεταμένη πολιορκία, τώρα έπεφτε μέσα σε λίγες μέρες μετά από κανονιοβολισμό. Το γαλλικό πυροβολικό απέκτησε τη φήμη του καλύτερου τότε στον κόσμο.

Μέχρι το 1449, οι Γάλλοι είχαν ανακτήσει τη Ρουέν. Το 1450 ο Κόμης του Κλερμόν και ο Αρθούρος, Κόμης του Ρίτσμοντ (του Οίκου Μονφόρ, ο μελλοντικός Δούκας της Νορμανδίας, Αρθούρος Γ΄), πρόλαβαν έναν αγγλικό στρατό που επιχειρούσε να άρει την πολιορκία της Καέν νικώντας τον στη μάχη του Φορμινύ. Οι δυνάμεις του Αρθούρου επιτέθηκαν στον αγγλικό στρατό από τα πλευρά και τα νώτα τη στιγμή ακριβώς που οι Άγγλοι βρίσκονταν κοντά στη νίκη επί των δυνάμεων του κόμη του Κλερμόν.

Η πτώση της Γασκώνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επιτυχημένη εκστρατεία του Καρόλου Ζ΄ στη Νορμανδία το 1450, ο Γάλλος βασιλιάς εστίασε τις προσπάθειές του στη Γασκώνη, την τελευταία επαρχία που βρισκόταν υπό την κατοχή των Άγγλων. Το Μπορντώ, πρωτεύουσα της Γασκώνης, πολιορκήθηκε και παραδόθηκε στους Γάλλους στις 30 Ιουνίου 1451. Εξαιτίας όμως κυρίως της συμπάθειας που έτρεφαν για τους Άγγλους οι Γασκώνοι, ο Τζων Τάλμποτ, 1ος Κόμης του Σριούσμπερι, με το στρατό του ανακατέλαβε την πόλη στις 23 Οκτωβρίου 1452. Παρόλα αυτά, οι Άγγλοι ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη της Καστιγιόν στις 17 Ιουλίου 1453. Ο Τάλμποτ είχε πειστεί να αντιμετωπίσει το γαλλικό στρατό στην Καστιγιόν κοντά στο Μπορντώ. Κατά τη διάρκεια της μάχης οι Γάλλοι εμφανίστηκαν να υποχωρούν προς το στρατόπεδό τους. Το γαλλικό στρατόπεδο στην Καστιγιόν είχε σχεδιαστεί και οργανωθεί από τον επιτελικό αξιωματικό του Καρόλου Ζ΄, Ζαν Μπυρώ, γεγονός που υπήρξε καθοριστικό για τη γαλλική επιτυχία, καθώς όταν τα γαλλικά κανόνια άνοιξαν πυρ από τις θέσεις τους στο στρατόπεδο, οι Άγγλοι υπέστησαν σοβαρές απώλειες, οι οποίες περιελάμβαναν και τον Τάλμποτ με το γιο του.

Τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που η μάχη της Καστιγιόν θεωρείται η τελευταία μάχη του Εκατονταετούς Πολέμου, η Αγγλία και η Γαλλία παρέμειναν επισήμως σε πόλεμο για ακόμη 20 χρόνια, αλλά οι Άγγλοι δεν ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσουν τις εχθροπραξίες καθώς αντιμετώπιζαν εξεγέρσεις στο νησί. Μετά την ήττα τους στον Εκατονταετή Πόλεμο, οι Άγγλοι φεουδάρχες διαμαρτύρονταν έντονα για τις οικονομικές ζημίες που είχαν υποστεί από την απώλεια των γαλλικών τους κτήσεων. Η δυσαρέσκεια αυτή θεωρείται σημαντικός παράγοντας για το ξέσπασμα του Πολέμου των Ρόδων, το 1455.

Το 1474 ο Εκατονταετής Πόλεμος σχεδόν ξανάρχισε, όταν ο Δούκας Κάρολος της Βουργουνδίας, υπολογίζοντας στην αγγλική υποστήριξη, πήρε τα όπλα εναντίον του Λουδοβίκου ΙΑ΄. Ο Λουδοβίκος κατάφερε να απομονώσει τους Βουργουνδούς καταβάλλοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ένα ετήσιο επίδομα στο βασιλιά Εδουάρδο Δ΄ της Αγγλίας, μετά από συμφωνία που υπέγραψαν με τη Συνθήκη του Πικινύ (1475). Η συνθήκη τερμάτισε επίσημα τον Εκατονταετή Πόλεμο, με τον Εδουάρδο να αποκηρύσσει την αξίωσή του για το θρόνο της Γαλλίας. Παρόλα αυτά, οι μελλοντικοί βασιλείς της Αγγλίας (και αργότερα της Μεγάλης Βρετανίας) συνέχισαν να διεκδικούν τον τίτλο μέχρι το 1803, όταν αποσύρθηκαν από σεβασμό στον εξορισμένο μετά τη Γαλλική Επανάσταση Κόμη της Προβηγκίας και κατ΄ όνομα βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκο ΙΗ΄, που ζούσε τότε στην Αγγλία.

Ο τελευταίος Δούκας της Βουργουνδίας, Κάρολος ο Ριψοκίνδυνος, σκοτώθηκε στη μάχη της Νανσύ το 1477 κατά του Δουκάτου της Λωραίνης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφήνοντας μια κόρη, τη Μαρία, που απώλεσε τις επαρχίες Αρτουά, Φλάνδρα, Πικαρδία και Βουργουνδία από τις στρατιές του Λουδοβίκου ΙΑ΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.53
  2. 2,0 2,1 2,2 Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.54
  3. 1453: Το τέλος του «Εκατονταετούς πολέμου»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1453: Το τέλος του «Εκατονταετούς πολέμου»[1]
  • Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.52-63

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ευάγγελος - Έκτωρ Χαρατσής, Εκατονταετής πόλεμος 1337-1453. Η πιο μακροχρόνια σύγκρουση στην παγκόσμια ιστορία,εκδ.Περισκόπιο, 2008