Εκατονταετής Πόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εκατονταετής Πόλεμος χαρακτηρίστηκε ίσως ο μακροβιότερος πόλεμος που έγινε ποτέ μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας, με πραγματική διάρκεια μεγαλύτερη των 100 ετών, από το 1337 μέχρι το 1453 (116 έτη), με πολύ μικρές διακοπές, του οποίου όμως η ιστορική σημασία υπήρξε πολλαπλή. Είναι γεγονός ότι σε αυτόν τον πόλεμο ακολουθήθηκαν νέα συστήματα τακτικής, στρατιωτικής σύνθεσης και στρατιωτικού εξοπλισμού.

Πίνακας περιεχομένων

Η αφορμή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αφορμή του πολέμου ήταν ο ταυτόχρονος ανταγωνισμός δύο διεκδικητών του θρόνου της Γαλλίας. Συγκεκριμένα, το 1328, όταν πέθανε ο Βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Δ΄, άτεκνος αλλά και χωρίς αδελφό, το γαλλικό θρόνο διεκδίκησαν αφενός μεν, ο Φίλιππος Βαλουά, ο πλησιέστερος εξάδελφος του θανόντος, ο οποίος και ανακηρύχθηκε αμέσως βασιλιάς ως Φίλιππος ΣΤ΄ (1328-1350), ο οποίος και ίδρυσε τη βασιλική δυναστεία των Βαλουά, αφετέρου δε ο Εδουάρδος Γ΄, ήδη Βασιλιάς της Αγγλίας (1327-1377), ανηψιός εξ αδελφής του θανόντος Καρόλου, απαίτησε τη διαδοχή του στηριζόμενος στο Σαλικό Νόμο που ίσχυε στη Γαλλία αποκλείοντας τη διαδοχή σε γυναίκες. Αποκλείοντας τη μητέρα του, κατέστησε εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο του γαλλικού θρόνου[1]. Για τους ίδιους ακριβώς αυτούς λόγους η διαμάχη αυτή εξακολούθησε και στους μετέπειτα κατά σειρά βασιλείς της Αγγλίας Ριχάρδου Β΄, Ερρίκου Δ΄, Ερρίκου Ε΄ και Ερρίκου ΣΤ΄, και στους βασιλείς της Γαλλίας Ιωάννη Β΄, Καρόλου Ε΄, Καρόλου ΣΤ΄ και Καρόλου Ζ΄.

Αίτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η κυριότερη αιτία ήταν η αμετακίνητη απόφαση του Εδουάρδου Γ΄ να διεκδικήσει το στέμμα της Γαλλίας. Προς την απόφαση αυτή συνετέλεσε και το επαναστατικό πνεύμα διαφόρων εκπατρισμένων Γάλλων, που η δημοτικότητα μιας εκστρατείας τούς παρείχε την ευκαιρία να λεηλατήσουν μια χώρα, και κυρίως ήταν το θέμα της Φλάνδρας - κλειδί για τις αγγλογαλλικές σχέσεις[2]. Πιο συγκεκριμένα ήταν η επιδίωξη της Γαλλίας ν΄ απομακρύνει τους Άγγλους από την Ακουιτανία, αλλά και η επιδίωξη της Αγγλίας να καταργήσει την υποτέλεια της Γουιένης από τη Γαλλία και να εξασφαλίσει την επιστροφή της Νορμανδίας, του Ανζού, και άλλων περιοχών. Και τα δύο κράτη επιδίωκαν την κυριαρχία στην πλούσια περιοχή της Φλάνδρας.[3] Το βασικό προϊόν της Αγγλίας ήταν το μαλλί, και βασική βιομηχανία της Φλάνδρας ήταν η υφαντουργία. Ο Κόμης της Φλάνδρας, Λουδοβίκος της Νεβέρ, υποστηριζόταν από τον επικυρίαρχό του βασιλιά της Γαλλίας, και οι Φλαμανδοί αστοί ήταν φανατικοί αγγλόφιλοι[2].

Περίοδοι πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εκατονταετής Πόλεμος κατανέμεται σε τέσσερεις περιόδους:

Η Γαλλία, αν και μεγαλύτερη σε έκταση και πλούτο, αποδείχθηκε πολύ κατώτερη στην πολεμική τέχνη, και αυτό διότι οι βασιλείς της διεξήγαγαν τον πόλεμο με τα πολιτικά δεδομένα του φεουδαλικού συστήματος της εποχής, δηλαδή με μόνη επικουρία των γεωδεσποτών και ευγενών. Αντίθετα ο Εδουάρδος Γ΄ μετέτρεψε επιτήδεια τη διαμάχη διαδοχής σε αγώνα όλου του λαού: με το μέρος του είχε κυρίως τον εμπορικό κόσμο του Λονδίνου.[2]. Μέχρι τότε οι Γάλλοι βασιλείς δε διέθεταν στρατό εθνικό, αλλά και σχεδόν καμία τότε χώρα. Αντ' αυτού διέθεταν μισθοφόρους και σχεδόν ατάκτους με λίγο εξοπλισμό και εκπαίδευση, μη μπορώντας όμως ν΄ αντιμετωπίσουν τον περισσότερο οργανωμένο και εξοπλισμένο με τελειοποιημένα μέσα της εποχής στρατό των Άγγλων, με αποτέλεσμα να υποστούν βαριές ήττες (Κρεσύ 1346, Πουατιέ 1356, Αζενκούρ 1415) ενώ είχαν σχεδόν πάντα αριθμητικό πλεονέκτημα. Όταν όμως άρχισε να συμμετέχει και ο γαλλικός λαός, τότε και με την παρέλευση του χρόνου ο πόλεμος είχε ξεφύγει της απλής διαμάχης διαδοχής και είχε μετατραπεί σε προσπάθεια κατάκτησης ηπειρωτικού ευρωπαϊκού εδάφους εκ μέρους των Άγγλων. Ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της Ιωάννας της Λωραίνης, η οποία θεωρήθηκε από τους Γάλλους θεόσταλτη, οι ρόλοι αντιστράφηκαν και σημειώθηκαν αρκετές γαλλικές νίκες (Ορλεάνη 1429, Φορμινύ 1450, Καστιγιόν 1453). Εκτός απ' την Αγγλία και τη Γαλλία, στη δίνη του πολέμου βρέθηκαν κατά καιρούς και άλλα κρατίδια της εποχής, όπως η Βουργουνδία, η Βρετάνη, η Φλάνδρα, η Καστίλλη και η Πορτογαλία.

Έναρξη του πολέμου: 1337–1360[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τερματισμός της υποτέλειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στα τέλη Απριλίου 1337, ο Φίλιππος ΣΤ΄ της Γαλλίας προσκλήθηκε να συναντηθεί με μια αντιπροσωπεία από την Αγγλία αλλά αρνήθηκε. Την ίδια στιγμή, σε όλη τη Γαλλία διακηρύχθηκε το κάλεσμα υπό τα όπλα, αρχής γενομένης από τις 30 Απριλίου. Ο Φίλιππος ΣΤ΄ συνεδρίασε τότε με το Μεγάλο Συμβούλιό του στο Παρίσι. Στις 24 Μαΐου 1337 συμφωνήθηκε ότι το Δουκάτο της Ακουιτανίας, στην ουσία η Γασκώνη, θα περνούσε πίσω στα χέρια του Φιλίππου ΣΤ΄, λόγω του ότι ο Εδουάρδος Γ΄ της Αγγλίας είχε παραβεί τις υποχρεώσεις του ως υποτελής του και είχε δώσει καταφύγιο στο "θανάσιμο αντίπαλο" του Γάλλου βασιλιά, Ροβέρτο του Αρτουά. Ο Εδουάρδος Γ΄ απάντησε στην κατάσχεση της Ακουιτανίας προκαλώντας το δικαίωμα του Φιλίππου ΣΤ΄ στο γαλλικό θρόνο. Η αμφισβήτηση αυτή εδραζόταν στο ότι όταν ο Κάρολος Δ΄ απεβίωσε το 1328, ο Εδουάρδος είχε εκφράσει την αξίωσή του για τη διαδοχή στο θρόνο της Γαλλίας, μέσω του δικαιώματος της μητέρας του, Ισαβέλλας, αδελφής του Καρόλου Δ΄ και κόρης του Φιλίππου Δ΄. Κάθε αξίωση θεωρήθηκε όμως άκυρη λόγω του όρκου υποτέλειας του Εδουάρδου Γ΄ στο Φίλιππο ΣΤ΄ το 1329. Ο Εδουάρδος Γ΄ όμως επανήλθε και ανανέωσε την αξίωσή του μετά το θέμα που προέκυψε με τη Γασκώνη, και το 1340 οικειοποιήθηκε επίσημα τον τίτλο "Βασιλιάς της Γαλλίας και των Γαλλικών Βασιλικών Δυνάμεων".

Στις 26 Ιανουαρίου 1340, ο Εδουάρδος Γ΄ επίσημα δέχθηκε τον όρκο υποτέλειας του Γκυ, ετεροθαλή αδελφού του Κόμη της Φλάνδρας. Οι πολιτικές αρχές της Γάνδης, της Υπρ και της Μπρυζ, ανακήρυξαν τον Εδουάρδο βασιλιά της Γαλλίας. Ο σκοπός του Εδουάρδου ήταν να ισχυροποιήσει τις συμμαχίες του με τις Κάτω Χώρες. Οι υποστηρικτές του θα μπορούσαν τότε να ισχυριστούν ότι ήταν πιστοί στον "πραγματικό" βασιλιά της Γαλλίας και δεν ήταν αντάρτες εναντίον του Φιλίππου. Το Φεβρουάριο του 1340, ο Εδουάρδος επέστρεψε στην Αγγλία και προσπάθησε να συγκεντρώσει περισσότερους πόρους και επίσης να αντιμετωπίσει τις διάφορες πολιτικής φύσεως δυσκολίες που είχαν ανακύψει.

Οι σχέσεις των Άγγλων με τη Φλάνδρα ήταν επίσης στενές λόγω του αγγλικού εμπορίου μαλλιού, μιας και οι κύριες πόλεις της περιοχής βάσιζαν σημαντικά τον εξαγωγικό τους τομέα στην κλωστοϋφαντουργία και η Αγγλία τούς παρείχε τις πρώτες ύλες που χρειάζονταν για το σκοπό αυτό. Ο Εδουάρδος Γ΄ είχε διατάξει τον πρωθυπουργό του να κάθεται στο κυβερνητικό συμβούλιο σε ένα μαξιλάρι γεμισμένο με μαλλί, ως σύμβολο της σημασίας του εμπορίου μαλλιού. Την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 110.000 ερίφια μόνο στην περιοχή του Σάσσεξ. Τα μεγάλα μεσαιωνικά αγγλικά μοναστήρια παρήγαν μεγάλα πλεονάσματα μαλλιού που πωλούνταν στην ηπειρωτική Ευρώπη. Διαδοχικές αγγλικές κυβερνήσεις είχαν καταστεί ικανές να αντλήσουν μεγάλα ποσά χρημάτων φορολογώντας το εν λόγω εμπόριο. Κατόπιν όμως, η ναυτική ισχύς της Γαλλίας οδήγησε σε οικονομικές δυσκολίες την Αγγλία, συρρικνώνοντας το εμπόριο μαλλιού με τη Φλάνδρα και το εμπόριο οίνου από τη Γασκώνη.

Ξέσπασμα της σύγκρουσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Ιουνίου 1340, ο Εδουάρδος Γ΄ σάλπαρε με το στόλο του από την Αγγλία και την επόμενη μέρα έφτασε στις εκβολές του Τσβιν. Ο γαλλικός στόλος έλαβε αμυντικό σχηματισμό έξω από το λιμάνι της πόλης Σλους. Ο αγγλικός στόλος εξαπάτησε τον γαλλικό κάνοντάς τον να πιστέψει ότι αποσυρόταν. Όταν όμως ο άνεμος άλλαξε φορά αργά το απόγευμα, ο αγγλικός στόλος επιτέθηκε με τον άνεμο και τον ήλιο πίσω του. Ο γαλλικός στόλος καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά κατά τη σύγκρουση που έγινε γνωστή ως μάχη του Σλους. Η Αγγλία κυριάρχησε στο Κανάλι της Μάγχης για το υπόλοιπο του πολέμου, αποτρέποντας γαλλικές εισβολές στο νησί. Σε εκείνη τη φάση, οι πόροι του Εδουάρδου εξαντλήθηκαν και ο πόλεμος πιθανόν θα είχε τελειώσει αν δεν σημειωνόταν ο θάνατος του Δούκα της Βρετάνης που ακολουθήθηκε από μια διαμάχη για τη διαδοχή ανάμεσα στον ετεροθαλή αδελφό του δούκα, Ιωάννη του Μονφόρ, και τον Κάρολο του Μπλουά, ανηψιό του Φιλίππου ΣΤ΄.

Το 1341, η σύγκρουση για τη διαδοχή στο Δουκάτο της Βρετάνης ξεκίνησε τον Πόλεμο της Βρετονικής Διαδοχής, στον οποίο ο Εδουάρδος Γ΄ υποστήριξε τον Ιωάννη του Μονφόρ και ο Φίλιππος ΣΤ΄ τον Κάρολο του Μπλουά. Τα επόμενα χρόνια η δράση επικεντρώθηκε γύρω από τη μάχη για τη Βρετάνη. Η πόλη Βαν άλλαξε χέρια αρκετές φορές, ενώ περαιτέρω εκστρατείες στη Γασκώνη είχαν ανάμεικτη επιτυχία και για τις δύο πλευρές.

Μάχη του Κρεσύ, 1346[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο 1346, ο Εδουάρδος ξεκίνησε μια μεγάλης κλίμακας εισβολή στη Γαλλία, αποβιβαζόμενος στη χερσόνησο Κοταντέν της Νορμανδίας, στην περιοχή Σαιν Βάαστ. Ο αγγλικός στρατός κατέλαβε την τελείως αφύλακτη πόλη της Καέν σε μια μόλις ημέρα, αιφνιδιάζοντας τους Γάλλους. Ο Φίλιππος συγκέντρωσε ένα μεγάλο στρατό για να αντιπαρατεθεί στον Εδουάρδο, ο οποίος επέλεξε να κατευθυνθεί βόρεια-βορειοανατολικά προς τις Κάτω Χώρες, λεηλατώντας την ενδιάμεση περιοχή στο διάβα του. Ο αγγλικός στρατός έφτασε στον ποταμό Σηκουάνα όπου βρήκε τα περισσότερα περάσματα του ποταμού κατεστραμμένα. Συνέχισε ως εκ τούτου την πορεία του όλο και πιο νότια κατά μήκος του Σηκουάνα, πλησιάζοντας μάλιστα ανησυχητικά κοντά στο Παρίσι, μέχρι που βρήκε το πέρασμα του ποταμού στο Πουασσύ. Το πέρασμα στο σημείο αυτό είχε μόνο μερικώς καταστραφεί, οπότε οι μηχανικοί του αγγλικού στρατού κατάφεραν να το αποκαταστήσουν. Αφού ο στρατός του πέρασε απέναντι συνέχισε την πορεία του στη Φλάνδρα μέχρι που έφτασε στον ποταμό Σομ. Ο στρατός διέσχισε το Σομ σε μια παλιρροιακή διάβασή του στην περιοχή Μπλανστάκ, αφήνοντας το γαλλικό στρατό του Φιλίππου άπραγο στην αντίπερα όχθη. Ο Εδουάρδος συνέχισε την πορεία του προς τη Φλάνδρα για ακόμη μια φορά, μέχρι που, όταν λίγο αργότερα διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να ελιγχθεί περαιτέρω απέναντι στο στρατό του Φιλίππου, διέταξε τις δυνάμεις του να παραταχθούν για μάχη, ευκαιρία που έσπευσε να εκμεταλλευθεί ο Φίλιππος διατάσσοντας επίθεση του γαλλικού στρατού.

Η Μάχη του Κρεσύ που ακολούθησε αποτέλεσε όμως ολοκληρωτική καταστροφή για τους Γάλλους, κυρίως λόγω της ικανότητας των Άγγλων τοξοτών αλλά και της ανεπάρκειας του Γάλλου βασιλιά, που επέτρεψε στο στρατό του να επιτεθεί πριν να είναι απόλυτα έτοιμος. Ο Φίλιππος απευθύνθηκε τότε στους Σκωτσέζους συμμάχους του για να τον βοηθήσουν διεξάγοντας μια επίθεση αντιπερισπασμού στην Αγγλία. Ο βασιλιάς Δαυίδ Β΄ της Σκωτίας ανταποκρίθηκε εισβάλλοντας στη βόρεια Αγγλία, αλλά ο στρατός του ηττήθηκε και ο ίδιος συνελήφθη αιχμάλωτος στη μάχη του Νέβιλς Κρος στη βορειανατολική Αγγλία στις 17 Οκτωβρίου 1346. Το γεγονός αυτό μείωσε σημαντικά την απειλή των Σκωτσέζων. Στη Γαλλία, ο Εδουάρδος συνέχισε την πορεία του βόρεια άνευ αντίστασης και πολιόρκησε το Καλαί, καταλαμβάνοντάς το το 1347. Η κατοχή του Καλαί αποτέλεσε σημαντική στρατηγική επιτυχία για τους Άγγλους, επιτρέποντάς τους να διατηρούν με ασφάλεια στρατεύματα στη βόρεια Γαλλία. Το Καλαί θα παρέμενε υπό αγγλικό έλεγχο ακόμη και μετά το τέλος του Εκατονταετούς Πολέμου, μέχρι την επιτυχή πολιορκία του από τους Γάλλους το 1558, 212 έτη αργότερα.

Μάχη του Πουατιέ, 1356[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1348, ο Μαύρος Θάνατος, που μόλις είχε φτάσει από το Παρίσι, άρχισε να καταστρέφει την Ευρώπη. Το 1355, μετά το τέλος της επιδημίας, ο γιος του βασιλιά Εδουάρδου Γ΄, συνονόματός του Εδουάρδος, Πρίγκηπας της Ουαλίας, γνωστός αργότερα ως Μαύρος Πρίγκηπας, ηγήθηκε μιας εκστρατείας λεηλασιών με αφετηρία τη Γασκώνη διαμέσου της Γαλλίας, κατά τη διάρκεια της οποίας λεηλάτησε τις κοινότητες Αβινιονέ και Καστελνωνταρύ, κατέστρεψε την Καρκασσόν και λεηλάτησε την πόλη Ναρμπόν. Τον επόμενο χρόνο κατά τη διάρκεια μιας άλλης παρόμοιας εκστρατείας λεηλάτησε τις περιοχές Ωβέρν, Λιμουζέν και Μπερρύ, αλλά απέτυχε να καταλάβει την πόλη Μπουρζ. Κατόπιν προσέφερε όρους ειρήνης στο βασιλιά Ιωάννη Β΄ της Γαλλίας, που τον είχε περικυκλώσει κοντά στο Πουατιέ, αλλά αρνήθηκε να παραδοθεί ως τίμημα για την αποδοχή της πρότασης ειρήνευσης από το Γάλλο βασιλιά. Η άρνηση παράδοσης του πρίγκηπα Εδουάρδου οδήγησε στη Μάχη του Πουατιέ στις 19 Σεπτεμβρίου 1356, όπου ο αγγλικός στρατός έτρεψε σε φυγή τους Γάλλους. Κατά τη διάρκεια της μάχης, ο Γασκώνος ευγενής Ιωάννης ντε Γκραϊγύ, φεουδάρχης λόρδος της στρατηγικής πόλης-λιμανιού Μπυσέ στις ακτές του Ατλαντικού, ηγήθηκε μιας ππικής δύναμης που είχε κρυφθεί σε ένα παρακείμενο δάσος. Όταν η γαλλική προέλαση αναχαιτίστηκε, ο Γκραϊγύ διενήργησε πλευρική κίνηση με τους ιππείς του αποκόπτοντας τη γαλλική υποχώρηση και επιτυγχάνοντας να συλλάβει αιχμάλωτο τον Ιωάννη Β΄ και πολλούς Γάλλους ευγενείς. Με τον Ιωάννη Β΄ όμηρο των Άγγλων, ο γιος του ο δελφίνος Κάρολος (ο αργότερα Κάρολος Ε΄) ανέλαβε τις εξουσίες του Γάλλου βασιλιά ως αντιβασιλέας. Μετά τη μάχη του Πουατιέ, πολλοί Γάλλοι ευγενείς και μισθοφόροι υιοθέτησαν ληστρική προς τους αδύναμους και περιφρονητική προς την κεντρική εξουσία συμπεριφορά, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας χαώδους κατάστασης στη χώρα.

Η εκστρατεία της Ρενς και η Μαύρη Δευτέρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Εδουάρδος Γ΄ εισέβαλε στη Γαλλία για τρίτη και τελευταία φορά, ελπίζοντας να κεφαλαιοποιήσει τη δυσαρέσκεια και το χάος στη χώρα και ν΄ αρπάξει το γαλλικό θρόνο. Η στρατηγική του Γάλλου δελφίνου Καρόλου ήταν αυτή της μη εμπλοκής με τον αγγλικό στρατό σε "ανοικτή" μάχη. Παρόλα αυτά, ο Εδουάρδος ήθελε το στέμμα και επέλεξε την καθεδρική πόλη της Ρενς για τη στέψη του (η Ρενς αποτελούσε παραδοσιακά την πόλη στέψης του εκάστοτε βασιλιά της Γαλλίας). Οι πολίτες όμως της Ρενς έκτισαν και επιδιόρθωσαν τις οχυρώσεις της πόλης πριν φτάσει εκεί ο Εδουάρδος με το στρατό του. Ο Εδουάρδος πολιόρκησε την πόλη για πέντε εβδομάδες, αλλά τα αμυντικά έργα άντεξαν και δεν υπήρξε τελικά στέψη. Κατόπιν ο Εδουάρδος κινήθηκε προς το Παρίσι, αλλά υποχώρησε μετά απο λίγες αψιμαχίες που σημειώθηκαν στα προάστιά του.

Ακολούθησε η πόλη Σαρτρ, όπου όμως μια τρομερή θύελλα απο χαλάζι έπληξε το στρατοπεδευμένο αγγλικό στρατό τη λεγόμενη Μεγάλη Δευτέρα του Πάσχα του έτους 1360, προκαλώντας περισσότερους από 1.000 θανάτους Άγγλων στρατιωτών. Το γεγονός αυτό καταρράκωσε το στρατό του Εδουάρδου, αναγκάζοντάς τον να διαπραγματευτεί όταν τον προσέγγισαν οι Γάλλοι. Ακολούθησε η σύγκληση μιας διάσκεψης στο χωριό Μπρετινύ κοντά στη Σαρτρ, που κατέληξε στη Συνθήκη του Μπρετινύ (8 Μαΐου 1360). Η συνθήκη επικυρώθηκε στο Καλαί τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς. Σε αντάλλαγμα για την αύξηση των εδαφών του στην Ακουιτανία, ο Εδουάρδος αποκήρυξε τις περιοχές Νορμανδία, Τουραίν, Ανζού και Μαιν, και συγκατατέθηκε στη μείωση κατά 1.000.000 γαλλικές κορόνες του ποσού των λύτρων για το βασιλιά Ιωάννη Β΄ που κρατούσε όμηρο.

Πρώτη περίοδος ειρήνης, 1360-1369[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γάλλος βασιλιάς Ιωάννης Β΄ είχε κρατηθεί όμηρος στην Αγγλία. Η Συνθήκη του Μπρετινύ όρισε τα λύτρα του στο ύψος των 3.000.000 κορονών και επέτρεψε να κρατηθούν άλλοι όμηροι στη θέση του Ιωάννη. Στους ομήρους αυτούς περιλαμβάνονταν δύο από τους γιους του, αρκετοί πρίγκηπες και ευγενείς, τέσσερεις κάτοικοι του Παρισιού και δύο πολίτες από καθεμία από τις 19 κύριες πόλεις της Γαλλίας. Ενώ οι όμηροι αυτοί ήταν υπό κράτηση, ο Ιωάννης επέστρεψε στη Γαλλία για να προσπαθήσει ν΄ αυξήσει τα έσοδά του ώστε να πληρώσει τα λύτρα. Το 1362 ο γιος του Ιωάννη, Λουδοβίκος του Ανζού, που εκρατείτο όμηρος στο υπό αγγλική κατοχήΚαλαί, διέφυγε της αιχμαλωσίας. Λόγω του γεγονόττος αυτού, ο Ιωάννης Β΄ αισθάνθηκε υποχρεωμένος, για λόγους τιμής, να επιστρέψει ως αιχμάλωτος στην Αγγλία.

Το γαλλικό στέμμα βρισκόταν σε ασυμφωνία με το Βασίλειο της Ναβάρρας (κοντά στη νότια Γασκώνη) από το 1354 για τη διαδοχή στο Δουκάτο της Βουργουνδίας, και το 1363 οι Ναβαρρέζοι χρησιμοποίησαν την ομηρεία του Ιωάννη Β΄ στο Λονδίνο και την πολιτική αδυναμία του δελφίνου του (ο μετέπειτα Κάρολος Ε΄), για να προσπαθήσουν ν΄ αρπάξουν την εξουσία στο δουκάτο. Παρόλο που δεν υπήρξε κάποια επίσημη συνθήκη, ο Εδουάρδος Γ΄ υποστήριξε τις κινήσεις των Ναβαρρέζων, ιδίως καθώς υπήρχε μια προοπτική να κερδίσει τον έλεγχο στις βόρειες και δυτικές επαρχίες της Γαλλίας. Με αυτό στο μυαλό του, ο Εδουάρδος Γ΄ σκόπιμα καθυστέρησε τις διαπραγματεύσεις ειρήνης. Το 1363, ο Ιωάννης Β΄ απεβίωσε στο Λονδίνο, ευρισκόμενος ακόμη υπό τιμητική αιχμαλωσία. Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Κάρολος Ε΄. Στις 7 Μαΐου 1363, ένα μήνα μετά την ανάδειξη του δελφίνου στο γαλλικό θρόνο και τρεις μέρες πριν τη στέψη του ως Καρόλου Ε΄ της Γαλλίας, οι Ναβαρρέζοι υπέστησαν συντριπτική ήττα από το γαλλικό στρατό στη μάχη του Κοσερέλ στη βόρεια Γαλλία.

H γαλλική υπεροχή υπό τον Κάρολο Ε΄: 1369-1389[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ακουιτανία και Καστίλλη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1366 σημειώθηκε εμφύλιος πόλεμος για τη διαδοχή στο Στέμμα της Καστίλλης. Οι δυνάμεις του ηγεμόνα Πέτρου της Καστίλλης αντιμετώπισαν εκείνες του ετεροθαλή αδελφού του, Ερρίκου της Τραστάμαρα. Το αγγλικό στέμμα υποστήριξε τον Πέτρο και οι Γάλλοι τον Ερρίκο. Ηγέτης των γαλλικές δυνάμεων ήταν ο βρετονικής καταγωγής Μπερτράν ντυ Γκεσλέν, που ξεκίνησε από σχετικά ταπεινές ρίζες για να ξεχωρίσει ως ένας από τους πολεμικούς ηγέτες της Γαλλίας. Ο Κάρολος Ε΄ της Γαλλίας ετοίμασε μια δύναμη 12.000 ανδρών, οι οποίοι υπό την ηγεσία του Γκεσλέν έσπευσαν να υποστηρίξουν τον Ερρίκο της Τραστάμαρα κατά την εισβολή του στα εδάφη της Καστίλλης.

Ο Πέτρος της Καστίλλης απηύθυνε έκκληση για βοήθεια στο λεγόμενο Μαύρο Πρίγκηπα της Αγγλίας και Ακουιτανίας, αλλά μη βλέποντας άμεση ανταπόκριση, αναγκάστηκε να καταφύγει εξόριστος στην Ακουιτανία. Ο Μαύρος Πρίγκηπας είχε προηγουμένως συμφωνήσει να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις του Πέτρου, όμως ανησυχίες του επί των όρων της Συνθήκης του Μπρετινύ τον οδήγησαν να συνδράμει τον Πέτρο ως εκπρόσωπος της Ακουιτανίας, παρά ως εκπρόσωπος της Αγγλίας. Κατόπιν ηγήθηκε ενός αγγλογασκωνικού στρατού που προήλασε στην Καστίλλη. Ο Πέτρος αποκαταστάθηκε στην εξουσία μετά την ήττα του στρατού του Ερρίκου της Τραστάμαρα στη μάχη της Νάχερα.

Παρόλο που οι Καστιλιάνοι είχαν συμφωνήσει να χρηματοδοτήσουν το Μαύρο Πρίγκηπα, απέτυχαν να το πράξουν. Ο Μαύρος Πρίγκηπας υπέφερε λόγω της κακής πλέον υγείας του και επέστρεψε με το στρατό του στην Ακουιτανία. Για να πληρώσει τα χρέη που προέκυψαν από την εκστρατεία στην Καστίλλη, ο πρίγκηπας εισήγαγε το λεγόμενο φόρο της εστίας, ένα φόρο στην ιδιοκτησία ανάλογα με τον αριθμό των εστιών (τζακιών) που υπήρχαν σε κάθε οικογένεια. Ο φεουδάρχης Λόρδος του Αλμπρέ, Αρνώ-Αμανιέ Η΄, είχε πολεμήσει στο πλευρό του Μαύρου Πρίγκηπα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο λόρδος του Αλμπρέ, που ήδη είχε δυσαρεστηθεί με την αθρόα έλευση Άγγλων διοικητικών αξιωματούχων στη διευρυμένη πλέον Ακουιτανία, αρνήθηκε να επιτρέψει τη συλλογή του φόρου της εστίας στα εδάφη του. Κατόπιν εντάχθηκε σε μια ομάδα Γασκώνων φεουδαρχών που έκανε έκκληση στον Κάρολο Ε΄ για υποστήριξη στην άρνησή τους να καταβάλουν το φόρο. Ο Κάρολος Ε΄ κάλεσε ένα Γασκώνο λόρδο και το Μαύρο Πρίγκηπα στο Ανώτατο Δικαστήριό του στο Παρίσι για να του εκθέσουν την υπόθεσή τους. Ο Μαύρος Πρίγκηπας απάντησε ότι θα πήγαινε στο Παρίσι να δει τον Κάρολο Ε΄ με 60.000 άνδρες πίσω του. Ο πόλεμος ξέσπασε πάλι και ο Εδουάρδος Γ΄ ανακήρυξε ξανά τον εαυτό του ως βασιλιά της Γαλλίας. Ο Κάρολος Ε΄ διακήρυξε τότε ότι όλες οι αγγλικές κτήσεις στη Γαλλία θα αφαιρούνταν από τον Άγγλο βασιλιά, και πριν το τέλος του έτους 1369 ολόκληρη η Ακουιτανία βρισκόταν υπό πλήρη εξέγερση κατά των Άγγλων.

Με το Μαύρο Πρίγκηπα να έχει φύγει από την Καστίλλη, ο Ερρίκος της Τραστάμαρα ηγήθηκε μιας δεύτερης εισβολής που ολοκληρώθηκε με το θάνατο του Πέτρου της Καστίλλης στη μάχη του Μοντιέλ το Μάρτιο του 1369. Το νέο καστιλιάνικο καθεστώς παρέσχε ναυτική υποστήριξη στις γαλλικές εστρατείες εναντίον της Ακουιτανίας και της Αγγλίας.

Η εκστρατεία του Ιωάννη της Γάνδης το 1373[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο 1373, ο Ιωάννης της Γάνδης, μαζί με τον Ιωάννη του Μονφόρ, Δούκα της Βρετάνης, ηγήθηκε μια μεγάλης επιδρομής λεηλασιών γαλλικών εδαφών επικεφαλής μιας δύναμης 9.000 ανδρών από το Καλαί. Ενώ αρχικώς η επιδρομή ήταν επιτυχής καθώς οι γαλλικές δυνάμεις ήταν ανεπαρκώς συγκεντρωμένες για ν΄ αντιμετωπίσουν την πρόκληση αυτή, οι Άγγλοι άρχισαν να συναντούν περαιτέρω αντίσταση καθώς συνέχιζαν νότια. Οι γαλλικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνονται γύρω από την αγγλική δύναμη, αλλά υπό συγκεκριμένες διαταγές του βασιλιά Καρόλου Ε΄ απέφευγαν να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως. Αντιθέτως, έκαναν επιθέσεις σε τμήματα των Γάλλων που είχαν αποσπαστεί από το κύριο σώμα για να κάνουν λεηλασίες.

Οι Γάλλοι παρακολουθούσαν από κοντά τους Άγγλους και τον Οκτώβριο οι τελευταίοι ανακάλυψαν ότι είχαν παγιδευθεί στον ποταμό Αλλιέ από τέσσερα ξεχωριστά γαλλικά στρατιωτικά σώματα. Με κάποια δυσκολία οι Άγγλοι διέσχισαν τη γέφυρα του ποταμού στο ύψος της κοινότητας Μουλέν, απώλεσαν όμως όλες τις αποσκευές τους και τα λάφυρα από την έως τότε επιδρομή τους. Συνέχισαν δε νότια διαμέσου του υψιπέδου της περιοχής Λιμουζέν, αλλά ο καιρός χειροτέρευε διαρκώς. Άντρες και άλογα πέθαναν σε μεγάλους αριθμούς, και πολλοί στρατιώτες, αναγκασμένοι να βαδίζουν πεζοί, εγκατέλειψαν τον οπλισμό τους. Στις αρχές του Δεκέμβρη του 1337, ο αγγλικός στρατός έφτασε τελικώς στη φιλική επικράτεια της Γασκώνης. Στα τέλη του Δεκέμβρη βρισκόταν στο Μπορντώ, πεινασμένος, χωρίς επαρκή εφόδια και εξοπλισμό, και έχοντας απωλέσει πάνω από το μισό αριθμό των 30.000 ίππων με τους οποίους είχε ξεκινήσει από το Καλαί. Παρόλο που η επιδρομή διαμέσου της Γαλλίας σε τεράστιες αποστάσεις υπήρξε ένας εκπληκτικός άθλος, από στρατιωτικής απόψεως υπήρξε μια αποτυχία.

Αναταραχή στην Αγγλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την υγεία του να συνεχίζει να χειροτερεύει, ο Μαύρος Πρίγκηπας επέστρεψε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1371, όπου τότε ο πατέρας του Εδουάρδος Γ΄ ήταν πλέον αρκετά ηλικιωμένος, με επιβαρυμένη υγεία. Η ασθένεια του Μαύρου Πρίγκηπα χειροτέρευε συνεχώς, και απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1376. Ο Εδουάρδος Γ΄ απεβίωσε την επόμενη χρονιά, στις 21 Ιουνίου 1377. Τον διαδέχθηκε ο δευτερότοκος γιος του Μαύρου Πρίγκηπα, Ριχάρδος Β΄ (ο πρωτότοκος γιος είχε επίσης πεθάνει λίγο καιρό νωρίτερα), παιδί ακόμα. Η Συνθήκη του Μπρετινύ είχε αφήσει τον Εδουάρδο Γ΄ και την Αγγλία με επαυξημένα εδάφη στη Γαλλία. Παρόλα αυτά, ένας μικρός επαγγελματικός γαλλικός στρατός υπό την ηγεσία του Μπερτράν ντυ Γκεσλέν απώθησε τους Άγγλους, και τον καιρό του θανάτου του Καρόλου Ε΄ το 1380, οι Άγγλοι κατείχαν μόνο το Καλαί και λίγες άλλες παράκτιες πόλεις.

Ήταν σύνηθες να ορίζεται ένας αντιβασιλέας στην περίπτωση ανήλικου μονάρχη, αλλά ουδείς αντιβασιλιάς ορίσθηκε για το Ριχάρδο Β΄, που κατ΄ όνομα ασκούσε τη βασιλική εξουσία από την ημερομηνία ανάρρησής του στο θρόνο το 1377. Παρόλα αυτά, μεταξύ 1377 και 1380, η πραγματική εξουσία βρισκόταν στα χέρια μια σειράς συμβουλίων. Η αγγλική πολιτική κοινότητα προτιμούσε τη μέθοδο αυτή από μια αντιβασιλεία που θα βρισκόταν υπό την ηγεσία του Ιωάννη της Γάνδης, παρόλο που η επιρροή του τελευταίου παρέμενε εξαιρετικά υψηλή.

Ο Ριχάρδος Β΄ αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μεταξύ αυτών και την Εξέγερση των Χωρικών υπό την ηγεσία του Ουάτ Τάιλερ το 1381, και έναν αγγλοσκωτικό πόλεμο την περίδο 1384-1385. Οι προσπάθειές του ν΄ αυξήσει τους φόρους για ν΄ ανταπεξέλθει στη σκωτική του περιπέτεια, καθώς και για να προστατέψει το Καλαί από τους Γάλλους, τον κατέστησαν εξαιρετικά αντιδημοφιλή.

Η εκστρατεία του κόμη του Μπάκιγχαμ το 1380[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Ιούλιο 1380, ο Θωμάς του Γούντστοκ, Κόμης του Μπάκιγχαμ (μικρότερο τέκνο του πρώην βασιλιά της Αγγλίας Εδουάρδου Γ΄ και θείος του Ριχάρδου Β΄), ηγήθηκε μιας εκστρατείας στη Γαλλία για να συνδράμει το σύμμαχο των Άγγλων, Δούκα της Βρετάνης. Οι Γάλλοι αρνήθηκαν να δώσουν μάχη μπροστά από τα τείχη της Τρουά στις 25 Αυγούστου, έτσι οι δυνάμεις του Μπάκιγχαμ συνέχισαν την επιδρομή τους και το Νοέμβριο άρχισαν την πολιορκία της Νάντης. Παρόλα αυτά, η αναμενόμενη υποστήριξη από το Δούκα της Βρετάνης δεν εμφανίστηκε και υπό το φόβο των υψηλών απωλειών σε άνδρες και άλογα, ο αγγλικός στρατός αναγκάστηκε ν΄ άρει την πολιορκία τον Ιανουάριο του 1381. Το Φεβρουάριο 1381, συμφιλιωμένη πλέον με το καθεστώς του νέου Γάλλου βασιλιά Καρόλου ΣΤ΄, η Βρετάνη κατέβαλε 50.000 γαλλικά φράγκα στον κόμη του Μπάκιγχαμ για να εγκαταλείψει οριστικά την πολιορκία της Νάντης και συνολικά την εκστρατεία.

Αναταραχή στη Γαλλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τους θανάτους των Καρόλου Ε΄ και Μπερτράν ντυ Γκεσλέν το 1380, η Γαλλία έχασε την κύρια ηγεσία της και το συνολικό μομέντουμ του πολέμου. Ο Κάρολος ΣΤ΄ διαδέχθηκε τον πατέρα του ως βασιλιάς της Γαλλίας στην ηλικία των μόλις 11 ετών, ως εκ τούτου τοποθετήθηκε υπό την αντιβασιλεία των θείων του, που κατάφεραν να διατηρήσουν μια αποτελεσματική λαβή στα κυβερνητικά θέματα και πολύ μετά την ενηλικίωσή του.

Με τη Γαλλία ν΄ αντιμετωπίζει γενικευμένη καταστροφή, επιδημία και οικονομική ύφεση, η επιβληθείσα υψηλή φορολογία πρόσθεσε μεγάλο βάρος στους Γάλλους χωρικούς και στον πληθυσμό των πόλεων. Η πολεμική προσπάθεια εναντίον της Αγγλίας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη φορολογία, αλλά ο πληθυσμός διάκειτο αυξανόμενα απρόθυμος να πληρώσει, καθώς θα φαινόταν καθαρά με τις εξεγέρσεις των Αρέλ και Μαϊγιοτίν στα 1382. Ο Κάρολος Ε΄ είχε καταργήσει πολλούς από αυτούς τους φόρους στη νεκρική του κλίνη, αλλά επακόλουθες προσπάθειες να επανεπιβληθούν προκάλεσαν την εχθρότητα μεταξύ της γαλλικής κυβέρνησης και του πληθυσμού.

Οι δυσχέρειες στην αύξηση των φόρων και συνακόλουθα του κρατικού εισοδήματος, μείωσε την ικανότητα των Γάλλων να πολεμήσουν τους Άγγλους. Σε εκείνο το σημείο, ο ρυθμός του πολέμου είχε σημαντικά επιβραδυνθεί, και τα δύο έθνη βρέθηκαν να πολεμούν κυρίως μέσω [Διαμεσολαβητικός πόλεμος|πολέμων δια αντιπροσώπων]], όπως εκείνος της περιόδου 1383-1385 της πορτογαλικής μεσοβασιλείας. Το κόμμα της ανεξαρτησίας στο Βασίλειο της Πορτογαλίας, που υποστηριζόταν από τους Άγγλους, νίκησε τους υποστηρικτές του δικαιώματος στον πορτογαλικό θρόνο του βασιλιά της Καστίλλης, που με τη σειρά του υποστηριζόταν από τους Γάλλους.

Ο Κάρολος ΣΤ΄ ανέλαβε προσωπικά την εξουσία περίπου το 1388. Προχώρησε στην αποπομπή των θείων του, και αφού τους αντικατέστησε με τους πρώην συμβούλους του πατέρα του, προχώρησε κατόπιν στην έναρξη συνομιλιών ειρήνευσης με τους Άγγλους.

Δεύτερη περίοδος ειρήνης, 1389-1415[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοφιλία του πολέμου συνεχώς μειωνόταν στο αγγλικό κοινό, κυρίως εξαιτίας των υψηλών φόρων που χρειάζονταν για να συνεχιστεί. Οι φόροι αυτοί θεωρούνται ως ένας από τους λόγους για την Εξέγερση των Χωρικών υπό τον Ουάτ Τάιλερ το 1381. Η αυξανόμενη επίσης έλλειψη ενδιαφέροντος του Ριχάρδου Β΄ για τον πόλεμο, μαζί με την εύνοια που έδειχνε σε λίγους εκλεκτούς φίλους του και συμβούλους, εξαγρίωνε μια ομάδα φεουδαρχών που περιελάμβανε έναν από τους θείους του. Η ομάδα αυτή, γνωστή ως "Προσφεύγοντες Λόρδοι", κατάφερε ν΄ απευθυνθούν κατηγορίες περί προδοσίας εναντίον πέντε φίλων και συμβούλων του Ριχάρδου Β΄ κατά τη σύγκληση του λεγόμενου Αμείλικτου Κοινοβουλίου. Οι "Προσφεύγοντες Λόρδοι" κατάφεραν ν΄ αποκτήσουν τον έλεγχο του Βασιλικού Συμβουλίου το 1388 και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να επαναλάβουν τον πόλεμο με τη Γαλλία. Παρόλο που η πρόθεση υπήρχε, οι πόροι για την πληρωμή των στρατευμάτων δεν επαρκούσαν, έτσι το φθινόπωρο του 1388 το Συμβούλιο συμφώνησε να επαναλάβει τις διαπραγματεύσεις με το γαλλικό στέμμα, αρχίζοντας από τις 18 Ιουνίου 1389 με την υπογραφή μιας τριετούς ανακωχής στο χωριό Λελανγκέμ.

Το 1389, ο θείος του Ριχάρδου Β΄ και υποστηρικτής του, Ιωάννης της Γάνδης, επέστρεψε από την Ισπανία και ο Ριχάρδος κατάφερε σταδιακά μέχρι το 1397 ν΄ ανακτήσει την πραγματική εξουσία του, όταν και κατέστρεψε τους τρεις κύριους φεουδάρχες της ομάδας των "Προσφεύγοντων Λόρδων". Το 1399, μετά το θάνατο του Ιωάννη της Γάνδης, ο Ριχάρδος (που δεν είχε παιδιά) αποκλήρωσε από διάδοχό του το γιο του Ιωάννη της Γάνδης, τον υπό εξορία ευρισκόμενο Ερρίκο του Μπόλινμπροκ. Ο Ερρίκος του Μπόλινμπροκ επέστρεψε στην Αγγλία με τους υποστηρικτές του και ανέτρεψε το Ριχάρδο Β΄, στεφόμενος ο ίδιος βασιλιάς ως Ερρίκος Δ΄.

Στη Σκωτία, η αλλαγή του αγγλικού καθεστώτος προκάλεσε εκατέρωθεν συνοριακές επιδρομές, που ακολουθήθηκαν από μια εισβολή των Σκωτσέζων το 1402 και την ήττα του στρατού τους στη μάχη του Χόμιλντον Χιλ στις 14 Σεπτεμβρίου 1402. Μια διαμάχη για τα λάφυρα μεταξύ του Ερρίκου Δ΄ και του ισχυρού φεουδάρχη, Ερρίκου Πέρσυ, 1ου Κόμη του Νορθάμπερλαντ, κατέληξε σε μια μακρά και αιματηρή σύγκρουση ανάμεσα στους δύο για τον έλεγχο της βόρειας Αγγλίας, η οποία ολοκληρώθηκε με την ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή του Οίκου των Πέρσυ έως το έτος 1408.

Στην Ουαλία, ο Όουεν Γκλύντουρ ανακηρύθηκε Πρίγκηπας της Ουαλίας στις 16 Σεπτεμβρίου 1400. Υπήρξε ο ηγέτης της πιο σοβαρής και ευρείας εξέγερσης εναντίον της αγγλικής εξουσίας στην Ουαλία από την κατάκτηση της περιοχής την περίοδο 1282-1283. Η εξέγερση τελικώς κατεστάλη μόλις το 1415 και κατέληξε στην ημιαυτονομία των Ουαλών για κάποιον αριθμό ετών.

Το 1392 ο Κάρολος ΣΤ΄ αιφνιδίως αρρώστησε ψυχικά σοβαρά, αναγκάζοντας τη Γαλλία να συστήσει ένα Συμβούλιο Αντιβασιλείας που κυριαρχείτο από τους θείους του και τον αδελφό του. Μια "ανοικτή" σύγκρουση ξέσπασε τότε για τον έλεγχο της αντιβασιλείας ανάμεσα στο θείο του, Φίλιππο τον Τολμηρό, Δούκα της Βουργουνδίας, και τον αδελφό του, Λουδοβίκο των Βαλουά, Δούκα της Ορλεάνης. Μετά το θάνατο του Φιλίππου, ο γιος του και διάδοχος Ιωάννης ο Ατρόμητος συνέχισε τη μάχη εναντίον του Λουδοβίκου, αλλά με το μειονέκτημα του ότι δεν είχε στενή προσωπική σχέση με τον ψυχικά άρρωστο βασιλέα Κάρολο ΣΤ΄. Διαπιστώνοντας την πολιτική του απομόνωση, ο Ιωάννης διέταξε σε αντίποινα τη δολοφονία του Λουδοβίκου της Ορλεάνης. Η ανάμειξή του στη δολοφονία γρήγορα αποκαλύφθηκε, και ο Οίκος των Αρμανιάκ ανέλαβε την πολιτική εξουσία στη γαλλική κυβέρνηση, όντας πλέον σφοδρός αντίπαλος του Ιωάννη. Μέχρι το 1410, και οι δύο πλευρές ικέτευαν για τη συνδρομή των αγγλικών δυνάμεων στο πλευρό τους στον εμφύλιο πόλεμο που διεξαγόταν. Το 1418 τελικώς, το Παρίσι κατελήφθη από τους Βουργουνδούς, που στάθηκαν ανίκανοι να σταματήσουν τη σφαγή του Κόμη του Αρμανιάκ και περίπου 2.500 υποστηρικτών του από έναν παρισινό όχλο.

Όλη αυτή την περίοδο, η Αγγλία αντιμετώπισε επανειλημμένες επιδρομές από πειρατές που ζημίωσαν σε πολύ σημαντικό βαθμό το εμπόριο και τη ναυτιλία. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι ο Ερρίκος Δ΄ χρησιμοποίησε την κρατικά νομιμοποιηθείσα πειρατεία (κουρσάροι) ως ασύμμετρη μορφή πολέμου στο Κανάλι της Μάγχης. Χρησιμοποίησε δε αυτή τη μορφή πειρατικών εκστρατειών για να πιέσει τους εχθρούς του, χωρίς να ρισκάρει την κήρυξη "ανοικτού" πολέμου. Οι Γάλλοι απάντησαν με τον ίδιο τρόπο, και Γάλλοι κουρσάροι, υπό σκωτσέζικη προστασία, επέδραμαν σε πολλές παράκτιες αγγλικές πόλεις.

Τα εσωτερικά και δυναστικής φύσεως προβλήματα που αντιμετώπιζαν η Αγγλία και η Γαλλία εκείνη την περίοδο σίγησαν τον πόλεμο για μια δεκαετία.

Ο Ερρίκος Δ΄ πέθανε το 1413 και τον διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος γιος του, Ερρίκος Ε΄. Η ψυχική αρρώστια του Καρόλου ΣΤ΄ επέτρεψε σε βασιλικούς πρίγκηπες να συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας, των οποίων όμως οι αντιπαλότητες προκάλεσαν βαθιές διαιρέσεις στη Γαλλία. Ο Ερρίκος Ε΄ ήταν καλά ενήμερος για τους διχασμούς αυτούς και ήλπιζε να τους εκμεταλλευτεί. Το 1414, ενώ η Αυλή του ήταν στο Λέστερ, δέχθηκε πρέσβεις από τη Βουργουνδία. Ο Ερρίκος εξουσιοδότησε απεσταλμένους του να μεταβούν στο Γάλλο βασιλιά για να καταστήσουν σαφείς και ξεκάθαρες τις εδαφικές του δικεδικήσεις στη Γαλλία. Επίσης, απαίτησε το χέρι της νεότερης κόρης του Καρόλου ΣΤ΄, Αικατερίνης των Βαλουά. Οι Γάλλοι απέρριψαν τις απαιτήσεις του, ωθώντας τον Ερρίκο στην πολεμική προετοιμασία για επανάληψη της σύρραξης.

Συνέχιση του πολέμου υπό τον Ερρίκο Ε΄: 1415-1429[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η συμμαχία Άγγλων-Βουργουνδών και η κατάληψη του Παρισιού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάχη του Αζενκούρ, 1415[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Αύγουστο του 1415, ο Ερρίκος Ε΄ σάλπαρε από την Αγγλία με μια δύναμη περίπου 10.500 ανδρών και πολιόρκησε την Αρφλέρ. Η πόλη αντιστάθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο, αλλά τελικώς παραδόθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1415. Εξαιτίας της μη αναμενόμενης καθυστέρησης, το μεγαλύτερο τμήμα της εποχής για εκστρατεία είχε παρέλθει. Αντί να προελάσει προς το Παρίσι απευθείας, ο Ερρίκος επέλεξε να διεξαγάγει μια εκστρατεία επιδρομών διαμέσου των γαλλικών εδαφών προς το κατεχόμενο από τους Άγγλους Καλαί. Σε μια εκστρατεία που θύμιζε την παλαιότερη του Κρεσύ, ο Ερρίκος διαπίστωσε ότι είχε περικυκλωθεί με λίγες προμήθειες και έπρεπε να αγωνιστεί κόντρα σε έναν πολύ μεγαλύτερο γαλλικό στρατό στη μάχη του Αζενκούρ (25 Οκτωβρίου 1415), βόρεια του ποταμού Σομ. Παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, η νίκη του Ερρίκου ήταν συντριπτική, κοστίζοντας τη ζωή σε πολλούς αρχηγούς του Οίκου των Αρμανιάκ. Περίπου το 40% των Γάλλων ευγενών σκοτώθηκαν στη μάχη. Ο Ερρίκος, εμφανώς ανήσυχος από το μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων τον οποίο θεωρούσε σημαντικό ρίσκο ασφαλείας (υπήρχαν περισσότεροι Γάλλοι αιχμάλωτοι από το σύνολο των στρατιωτών του αγγλικού στρατεύματος), διέταξε την εκτέλεσή τους.

Συνθήκη της Τρουά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος ανέκτησε μεγάλο τμήμα της Νορμανδίας, περιλαμβάνοντας την Καέν το 1417, και τη Ρουέν στις 19 Ιανουαρίου 1419, μετατρέποντας τη Νορμανδία σε αγγλικό έδαφος για πρώτη φορά τους τελευταίους δύο αιώνες. Μια επίσημη συμμαχία συνήφθη με το Δουκάτο της Βουργουνδίας, οι δυνάμεις του οποίου είχαν καταλάβει το Παρίσι μετά τη δολοφονία του Δούκα Ιωάννη Α΄ της Βουργουνδίας (του επονομαζόμενου ο Ατρόμητος) το 1419. Το 1420, ο Ερρίκος συναντήθηκε με το Γάλλο βασιλιά Κάρολο ΣΤ΄, οπότε και υπέγραψαν τη Συνθήκη της Τρουά, με την οποία ο Ερρίκος τελικώς παντρεύτηκε την κόρη του Καρόλου Αικατερίνη των Βαλουά, με αποτέλεσμα οι κληρονόμοι του Ερρίκου να καταστούν κληρονόμοι του θρόνου της Γαλλίας. Ο δελφίνος, ο μετέπειτα Κάρολος Ζ΄ της Γαλλίας, κηρύχθηκε νόθος. Ο Ερρίκος Ε΄ εισήλθε επίσημα στο Παρίσι αργότερα την ίδια χρονιά και η συμφωνία επικυρώθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Τάξεων (συμβουλευτικό σώμα του Βασιλείου της Γαλλίας).

Θάνατος του δούκα του Κλάρενς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 22 Μαρτίου 1421 η πρόοδος του Ερρίκου Ε΄ κατά τη γαλλική του εκστρατεία συνάντησε μια απρόσμενη αντιστροφή. Ο Ερρίκος Ε΄ είχε αφήσει τον αδελφό του και διάδοχό του (δεν είχε αποκτήσει ακόμη ο Ερρίκος απόγονο), Τόμας, Δούκα του Κλάρενς στη θέση του πριν επιστρέψει στην Αγγλία. Ο Δούκας του Κλάρενς αντιμετώπισε μια γαλλοσκωτική δύναμη 5.000 ανδρών υπό την ηγεσία του Ζιλμπέρ Μοτιέ ντε Λα Φαγιέτ και του Τζων Στιούαρτ αντίστοιχα, στη μάχη του Μπωζέ, μιας κοινότητας στη δυτική Γαλλία. Αντίθετα με τη συμβουλή των υφισταμένων του αξιωματικών, πριν ο στρατός του αναπτυχθεί πλήρως, ο Τόμας επιτέθηκε με μια δύναμη λιγότερων από 1.500 ανδρών. Κατόπιν, κατά τη διάρκεια της μάχης, ηγήθηκε μιας επέλασης λίγων εκατοντάδων ανδρών επί του κυρίου σώματος του γαλλοσκωτικού στρατού, που ταχέως περικύκλωσε τους Άγγλους. Στην επακόλουθη συμπλοκή εκ του συστάδην ο Σκωτσέζος Τζων Καρμάικλ του Ντάγκλασντέιλ, έσπασε το δόρυ του ανατρέποντας το Δούκα του Κλάρενς από το άλογό του. Κατά την πτώση του στο έδαφος, ο δούκας σφαγιάστηκε από το Σκωτσέζο σερ Αλεξάντερ Μπιουκάναν. Το πτώμα του Δούκα του Κλάρενς ανακτήθηκε από το πεδίο της μάχης από τον Τόμας Μόντακιουτ, 4ο Κόμη του Σώλσμπερι, που διήθυνε την αγγλική υποχώρηση.

Αγγλική επιτυχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ερρίκος Ε΄ επέστρεψε στη Γαλλία και πήγε στο Παρίσι, και στη συνέχεια επισκέφθηκε την πόλη Σαρτρ και την επαρχία Γκατιναί, πριν επιστρέψει ξανά στο Παρίσι. Από εκεί, αποφάσισε να επιτεθεί στην πόλη Μω που κρατούσε ο Γάλλος δελφίνος. Η επίθεση αποδείχθηκε πιο δύσκολη υπόθεση απ΄ ότι πιστευόταν αρχικώς. Η πολιορκία άρχισε περίπου στις 6 Οκτωβρίου 1421, και η πόλη άντεξε για επτά μήνες πριν τελικώς πέσει στα αγγλικά χέρια στις 11 Μαΐου 1421.

Στο τέλος του Μαΐου, ο Ερρίκος ενώθηκε με τη σύζυγό του Αικατερίνη, και μαζί με τη γαλλική Αυλή πήγαν για αναψυχή στην κοινότητα Σανλίς στη βόρεια Γαλλία. Ενώ βρίσκονταν εκεί, έγινε προφανές ότι ο Ερρίκος είχε αρρωστήσει (πιθανώς από δυσεντερία), και όταν ξεκίνησε το ταξίδι για τον Άνω Λίγηρα, άλλαξε πορεία και κατευθύνθηκε στο βασιλικό κάστρο στην κοινότητα Βενσέν, κοντά στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε στις 31 Αυγούστου 1422. Ο μεγαλύτερός του ηλικιακά, και φρενοβλαβής, Κάρολος ΣΤ΄ της Γαλλίας, πέθανε δύο μήνες αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου 1422. Ο Ερρίκος Ε΄ άφησε πίσω του ένα μοναδικό απόγονο, τον μόλις εννέα μηνών γιο του Ερρίκο, που αργότερα έγινε ο Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας.

Στη νεκρική του κλίνη, ο Ερρίκος Ε΄ ανέθεσε την ευθύνη των αγγλικών εδαφών στη Γαλλία στο Δούκα του Μπέντφορντ, καθώς ο Ερρίκος ΣΤ΄ ήταν ακόμη νήπιο. Ο πόλεμος με τη Γαλλία συνεχίστηκε υπό την ηγεσία του Δούκα του Μπέντφορντ και αρκετές μάχες κερδήθηκαν. Στις 17 Αυγούστου 1424, οι Άγγλοι επέτυχαν εμφατική νίκη στη μάχη του Βερνέιγ. Στη μάχη της Μπωζέ το 1421, ο Δούκας του Κλάρενς είχε ορμήσει στη μάχη χωρίς την υποστήριξη των τοξοτών του. Αντίθετα στο Βερνέιγ, οι τοξότες συμμετείχαν ουσιαστικά, πετυχαίνοντας συντριπτικά πλήγματα κατά του αντίπαλου γαλλοσκωτικού στρατού. Η μάχη στο Βερνέιγ διέλυσε σχεδόν το στρατό του δελφίνου, και εξολόθρευσε τους Σκωτσέζους, οι οποίοι έπαψαν ν΄ αποτελούν σημαντική στρατιωτική δύναμη για το υπόλοιπο του πολέμου.

Γαλλική νίκη: 1429–1453[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιωάννα της Λωραίνης και η γαλλική ανάκαμψη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εμφάνιση της Ιωάννας της Λωραίνης κατά την πολιορκία της Ορλεάνης αποτέλεσε τη σπίθα που αναζωπύρωσε το γαλλικό πνεύμα, και η ζυγαριά άρχισε να γέρνει κατά των Άγγλων. Οι Άγγλοι άρχισαν την πολιορκία της Ορλεάνης το 1428, αλλά η δύναμή τους ήταν ανεπαρκής για να περικυκλώσουν ολοκληρωτικά την πόλη. Το 1429 η Ιωάννα της Λωραίνης έπεισε το δελφίνο να τη στείλει στην πολιορκία, λέγοντας ότι είχε δει θεϊκά οράματα που της έλεγαν να εκδιώξει τους Άγγλους. Η Ιωάννα ανέβασε το ηθικό του στρατεύματος, και οι Γάλλοι επιτέθηκαν στις αγγλικές οχυρώσεις, αναγκάζοντας τους Άγγλους να λύσουν την πολιορκία. Εμπνευσμένοι από την Ιωάννα, οι Γάλλοι ανέκτησαν αρκετά αγγλικά οχυρά στο Λίγηρα.

Οι Άγγλοι υποχώρησαν από την κοιλάδα του ποταμού Λίγηρα, καταδιωκόμενοι από ένα γαλλικό στράτευμα. Κοντά στο χωριό Παταί στη βορειοκεντρική Γαλλία, το γαλλικό ιππικό εισέδυσε σε μια μονάδα Άγγλων τοξοτών που είχε σταλεί να μπλοκάρει το δρόμο, και στη συνέχεια σάρωσε τον υποχωρούντα αγγλικό στρατό. Οι Άγγλοι απώλεσαν 2.200 άνδρες, και ο διοικητής τους, Τζων Τάλμποτ, 1ος Κόμης του Σριούσμπερι, συνελήφθη αιχμάλωτος. Η νίκη αυτή άνοιξε το δρόμο για το δελφίνο να κατευθυνθεί στη Ρενς, όπου έλαβε χώρα η στέψη του ως βασιλιά Καρόλου Ζ΄ της Γαλλίας στις 16 Ιουλίου 1429.

Μετά τη στέψη του Καρόλου Ζ΄, ο στρατός του άρχισε να έχει λιγότερες επιτυχίες. Μια απόπειρα των Γάλλων να πολιορκήσουν το Παρίσι κατέληξε σε ήττα στις 8 Σεπτεμβρίου 1429, και ο Κάρολος Ζ΄ αποσύρθηκε με το στρατό του στην κοιλάδα του Λίγηρα.

Η στέψη του Ερρίκου ΣΤ΄ και η αποστασία των Βουργουνδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιωάννα της Λωραίνης συνελήφθη αιχμάλωτη από τους Βουργουνδούς κατά την πολιορκία της πόλης Κομπιέν στις 23 Μαΐου 1430. Οι Βουργουνδοί την παρέδωσαν στους Άγγλους, που οργάνωσαν μια δίκη υπό τον Πιερ Κωσόν, επίσκοπο του Μπωβαί και μέλος του Αγγλικού Συμβουλίου στη Ρουέν. Η Ιωάννα καταδικάστηκε ως αιρετική και κάηκε στην πυρά στις 30 Μαΐου 1431 (25 χρόνια αργότερα αποκαταστάθηκε από τον πάπα Κάλλιστο Γ΄).

Μετά το θάνατο της Ιωάννας της Λωραίνης, οι τύχες του πολέμου άλλαξαν δραματικά κατά των Άγγλων. Οι περισσότεροι από τους βασιλικούς συμβούλους του Ερρίκου ΣΤ΄ ήταν εναντίον της σύναψης ειρήνης. Μεταξύ των διάφορων φατριών, ο Δούκας του Μπέντφορντ ήθελε να υπερασπιστεί τη Νορμανδία, ο Δούκας του Γκλόστερ ήταν αφοσιωμένος μόνο στην υπόθεση διατήρησης του Καλαί, ενώ ο καρδινάλιος Μπώφορτ έκλινε προς την ειρήνη. Οι διαπραγματεύσεις βάλτωσαν, καθώς πιθανότατα οι αγγλικές απαιτήσεις στο συνέδριο του Αρράς, το καλοκαίρι του 1435, όπου ο Δούκας του Μπέντφορντ ήταν ο μεσολαβητής, υπήρξαν μη ρεαλιστικές. Λίγες μέρες μετά τη λήξη του συνεδρίου το Σεπτέμβριο, ο Δούκας της Βουργουνδίας, Φίλιππος Γ΄, αποστάτησε και στράφηκε στον Κάρολο Ζ΄ της Γαλλίας, υπογράφοντας τη Συνθήκη του Αρράς με την οποία το Παρίσι επεστράφη στο βασιλιά της Γαλλίας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε καίριο πλήγμα για την αγγλική επικυριαρχία στα κατεχόμενα γαλλικά εδάφη. Ο Δούκας του Μπέντφορντ απεβίωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 1435 και αργότερα αντικαταστάθηκε στα καθήκοντά του από το Ριχάρδο Πλανταγενέτη, 3ο Δούκα της Υόρκης.

Η αναγέννηση των Γάλλων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πίστη των Βουργουνδών παρέμεινε ασταθής, αλλά η εστίαση του αγγλικού ενδιαφέροντος στην επέκταση των κτήσεων στις Κάτω Χώρες, στέρησε αρκετή ενέργεια από τους Άγγλους για να μπορούν να συνεχίσουν να παρεμβαίνουν στην υπόλοιπη Γαλλία. Οι μακρές περίοδοι ανακωχής που χαρακτήρισαν τον πόλεμο έδωσαν στον Κάρολο Ζ΄ το χρόνο να συγκεντροποιήσει το γαλλικό κράτος και αναδιοργανώσει το στρατό και την κυβέρνησή του, αντικαθιστώντας τις στρατολογήσεις των φεουδαρχών με έναν πιο σύγχρονο επαγγελματικό στρατό που μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους υπέρτερους αριθμούς του επωφελώς. Ένα κάστρο που παλαιότερα μπορούσε να καταληφθεί μόνο μετά από παρατεταμένη πολιορκία, τώρα έπεφτε μέσα σε λίγες μέρες μετά από κανονιοβολισμό. Το γαλλικό πυροβολικό απέκτησε τη φήμη του καλύτερου τότε στον κόσμο.

Μέχρι το 1449, οι Γάλλοι είχαν ανακτήσει τη Ρουέν. Το 1450 ο Κόμης του Κλερμόν και ο Αρθούρος, Κόμης του Ρίτσμοντ (του Οίκου Μονφόρ, ο μελλοντικός Δούκας της Νορμανδίας, Αρθούρος Γ΄), πρόλαβαν έναν αγγλικό στρατό που επιχειρούσε να άρει την πολιορκία της Καέν νικώντας τον στη μάχη του Φορμινύ. Οι δυνάμεις του Αρθούρου επιτέθηκαν στον αγγλικό στρατό από τα πλευρά και τα νώτα τη στιγμή ακριβώς που οι Άγγλοι βρίσκονταν κοντά στη νίκη επί των δυνάμεων του κόμη του Κλερμόν.

Η πτώση της Γασκώνης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την επιτυχημένη εκστρατεία του Καρόλου Ζ΄ στη Νορμανδία το 1450, ο Γάλλος βασιλιάς εστίασε τις προσπάθειές του στη Γασκώνη, την τελευταία επαρχία που βρισκόταν υπό την κατοχή των Άγγλων. Το Μπορντώ, πρωτεύουσα της Γασκώνης, πολιορκήθηκε και παραδόθηκε στους Γάλλους στις 30 Ιουνίου 1451. Εξαιτίας όμως κυρίως της συμπάθειας που έτρεφαν για τους Άγγλους οι Γασκώνοι, ο Τζων Τάλμποτ, 1ος Κόμης του Σριούσμπερι, με το στρατό του ανακατέλαβε την πόλη στις 23 Οκτωβρίου 1452. Παρόλα αυτά, οι Άγγλοι ηττήθηκαν αποφασιστικά στη μάχη της Καστιγιόν στις 17 Ιουλίου 1453. Ο Τάλμποτ είχε πειστεί να αντιμετωπίσει το γαλλικό στρατό στην Καστιγιόν κοντά στο Μπορντώ. Κατά τη διάρκεια της μάχης οι Γάλλοι εμφανίστηκαν να υποχωρούν προς το στρατόπεδό τους. Το γαλλικό στρατόπεδο στην Καστιγιόν είχε σχεδιαστεί και οργανωθεί από τον επιτελικό αξιωματικό του Καρόλου Ζ΄, Ζαν Μπυρώ, γεγονός που υπήρξε καθοριστικό για τη γαλλική επιτυχία, καθώς όταν τα γαλλικά κανόνια άνοιξαν πυρ από τις θέσεις τους στο στρατόπεδο, οι Άγγλοι υπέστησαν σοβαρές απώλειες, οι οποίες περιελάμβαναν και τον Τάλμποτ με το γιο του.

Τέλος του πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παρόλο που η μάχη της Καστιγιόν θεωρείται η τελευταία μάχη του Εκατονταετούς Πολέμου, η Αγγλία και η Γαλλία παρέμειναν επισήμως σε πόλεμο για ακόμη 20 χρόνια, αλλά οι Άγγλοι δεν ήταν πλέον σε θέση να συνεχίσουν τις εχθροπραξίες καθώς αντιμετώπιζαν εξεγέρσεις στο νησί. Μετά την ήττα τους στον Εκατονταετή Πόλεμο, οι Άγγλοι φεουδάρχες διαμαρτύρονταν έντονα για τις οικονομικές ζημίες που είχαν υποστεί από την απώλεια των γαλλικών τους κτήσεων. Η δυσαρέσκεια αυτή θεωρείται σημαντικός παράγοντας για το ξέσπασμα του Πολέμου των Ρόδων το έτος 1455.

Το 1474 ο Εκατονταετής Πόλεμος σχεδόν ξανάρχισε, όταν ο Δούκας Κάρολος της Βουργουνδίας, υπολογίζοντας στην αγγλική υποστήριξη, πήρε τα όπλα εναντίον του Λουδοβίκου ΙΑ΄. Ο Λουδοβίκος κατάφερε να απομονώσει τους Βουργουνδούς καταβάλλοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ένα ετήσιο επίδομα στο βασιλιά Εδουάρδο Δ΄ της Αγγλίας, μετά από συμφωνία που υπέγραψαν με τη Συνθήκη του Πικινύ (1475). Η συνθήκη τερμάτισε επίσημα τον Εκατονταετή Πόλεμο, με τον Εδουάρδο να αποκηρύσσει την αξίωσή του για το θρόνο της Γαλλίας. Παρόλα αυτά, οι μελλοντικοί βασιλείς της Αγγλίας (και αργότερα της Μεγάλης Βρετανίας) συνέχισαν να διεκδικούν τον τίτλο μέχρι το 1803, όταν αποσύρθηκαν από σεβασμό στον εξορισμένο μετά τη Γαλλική Επανάσταση Κόμη της Προβηγκίας και κατ΄ όνομα βασιλιά της Γαλλίας, Λουδοβίκο ΙΗ΄, που ζούσε τότε στην Αγγλία.

Ο τελευταίος Δούκας της Βουργουνδίας, Κάρολος ο Ριψοκίνδυνος, σκοτώθηκε στη μάχη της Νανσύ το 1477 κατά του Δουκάτου της Λωραίνης και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφήνοντας μια κόρη, τη Μαρία, που απώλεσε τις επαρχίες Αρτουά, Φλάνδρα, Πικαρδία και Βουργουνδία από τις στρατιές του Λουδοβίκου ΙΑ΄.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.53
  2. 2,0 2,1 2,2 Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.54
  3. 1453: Το τέλος του «Εκατονταετούς πολέμου»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1453: Το τέλος του «Εκατονταετούς πολέμου»[1]
  • Andres Maurois, «Ο Εκατονταετής Πόλεμος. Μήλο της έριδος το Στέμμα της Γαλλίας», Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.72 (Ιούνιος 1974), σελ.52-63

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ευάγγελος - Έκτωρ Χαρατσής, Εκατονταετής πόλεμος 1337-1453. Η πιο μακροχρόνια σύγκρουση στην παγκόσμια ιστορία,εκδ.Περισκόπιο, 2008