Σπολέτο
Συντεταγμένες: 42°44′3.876″N 12°44′18.463″E / 42.73441000°N 12.73846194°E
| Σπολέτο | |
|---|---|
| Διοικητικές πληροφορίες | |
| Χώρα | |
| Περιφέρεια | Ούμπρια |
| Επαρχία | Περούτζια |
| Δήμαρχος | Ντανιέλε Μπενεντέτι |
| Περιοχή | |
| Υψόμετρο | 396 μ. |
| Πληθυσμός | 38.621 (31/12/2013) |
| Άλλες πληροφορίες | |
| Ζώνη ώρας | UTC+1 |
| http://www.comune.spoleto.pg.it | |
Το Σπολέτο (ιταλικά: Spoleto, λατινικά: Spoletium) είναι αρχαίας καταβολής πόλη στην κεντρική Ιταλία, η οποία υπάγεται στην επαρχία της Περούτζια της περιφέρειας Ούμπρια. Το Σπολέτο κατοικείται εδώ και τουλάχιστον 3000 χρόνια, ενώ η κεντρική του γεωγραφική θέση το καθιστά σπουδαίας γεωστρατηγικής και πολιτισμικής σημασίας ανά τους αιώνες.
Ιστορικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Αρχαιότητα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Λόγω της θέσης του, μια επισκοπή -τρόπον τινά- μιας κοιλάδας περιστοιχισμένης από βουνά, το Σπολέτο υπήρξε ανέκαθεν μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας. Πιθανότατα ήταν κεφαλοχώρι της φυλής των Ουμβρίων όπως μαρτυρούν τα τείχη του 5ου αι. π.Χ., μέρος των οποίων σώζεται μέχρι τις μέρες μας, τον 7ο αιώνα π.Χ. το κατέλαβαν οι Ετρούσκοι.[1] Η δε Βία Φλαμίνια -σπουδαία αρτηρία της αρχαιότητας- περνούσε σε πολύ κοντινό σημείο από την πόλη, μια γέφυρα, η αρχαία αγορά καθώς και άλλα ερείπια της εποχής μαρτυρούν το πολιτισμικό υπόβαθρο της περιοχής από τα αρχαία χρόνια. Η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά στο Σπολέτο προέρχεται από το 241 π.Χ.[2], οπότε και αναφέρεται ως αποικία. Κατά τον Κικέρωνα η λατινική αποικία υπήρχε ακόμη το 95 π.Χ. (colonia latina in primis firma et illustris).[3] Η πρώτη ιστορική καταγραφή για το Σπολέτο αναφέρεται την πρώτη φορά που έγινε Ρωμαϊκή αποικία αμέσως όταν έληξε ο Α΄ Καρχηδονιακός Πόλεμος, το έτος 513 σύμφωνα με το Ab urbe condita που ισοδυναμεί στο 513 π.Χ.[4] Την εποχή αυτή η πόλη γνώρισε την μεγαλύτερη επέκταση στην ιστορία της και οχυρώθηκε ισχυρά με πολυγωνικά τείχη.[5]
Μετά τη Μάχη της λίμνης Τρασιμένης (217 π.Χ.) το Σπολέτο απέκρουσε τον εισβολέα Αννίβα,[6] ενώ κατά τον Β΄ Καρχηδονιακό Πόλεμο η πόλη συντάχθηκε στο πλευρό της Ρώμης. Η Ρωμαϊκή σύγκλητος αποφάσισε να γίνει το Σπολέτο ο τόπος φυλάκισης του βασιλιά της Ιλλυρίας Γένθιου μετά την ήττα του (167 π.Χ.), οι κάτοικοι το αρνήθηκαν για αυτό επελέγη το Γκούμπιο.[7] Οι εμφύλιοι πόλεμοι μεταξύ των Γάιου Μάριου και Λεύκου Κορνήλιου Σύλλα επέφεραν σημαντικό πλήγμα στην πόλη, ο νικητής Σύλλας κατέκτησε το Σπολέτο το 82 π.Χ. Η θέση του παρέμεινε σημαντική, ο Οκταβιανός Αύγουστος ίδρυσε μια αποικία και ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων την καταγράφει σαν μια διάσημη και σημαντική Λατινική αποικία.[8] Το Σπολέτο έγινε κατόπιν Ισοπολίτιδα πόλη και σύμφωνα με τους Ιούλιους Νόμους ανήκε στην φυλή των Ορατίων, όταν ξέσπασε ο "Πόλεμος της Περούτζια" (41 π.Χ.) κατέφυγε σε αυτό ο Λεύκιος Μουνάτιος Πλάνκος μετά την ήττα του από τον Οκταβιανό. Οι ιστορικές πηγές για το Σπολέτο ήταν κατόπιν σπάνιες, συνέχισε ωστόσο να αποτελεί μια ευημερούσα Ρωμαική αποικία.[9]
Γοτθικοί πόλεμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Υπό τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το Σπολέτο ανακτά το κύρος του, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται συχνά σε ιστορικά ντοκουμέντα. Ο Μαρτιάλης αναφέρεται στο κρασί της περιοχής, ενώ ο Αιμιλιανός -ο οποίος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τους πολεμιστές του στη Μοισία- σφαγιάστηκε εκεί μετά την επιστροφή του το 253 μ.Χ., έχοντας βασιλέψει μόλις δυο με τρεις μήνες. Διατάγματα του Κωνσταντίνου (326) και του Ιουλιανού (362) φέρονται να προέρχονται από το Σπολέτο, το οποίο αργότερα αποτέλεσε σπουδαίο οχυρό κατά των Βανδάλων και Γότθων εισβολέων.[10] Τον 5ο αιώνα μ.Χ. ο Θεοδώριχος ο Μέγας, ο Βελισάριος, ο Τωτίλας και ο Ναρσής προχώρησαν σε καταστροφικές βαρβαρικές επιδρομές.[11] Την εποχή του Οδόακρου η περιοχή της Τοσκάνης καταστράφηκε και ερημώθηκε, η εκχύλιση του ποταμού Μαρότζια πλημμύρισε τα πεδινά τμήματα του Σπολέτο που μετατράπηκαν σε βάλτους, γέμισαν ερείπια και κατεστραμμένα κτίσματα.[12] Με την έκρηξη του εμφύλιου ανάμεσα στον Οδόακρο και τον Θεοδώριχο τον οποίο υποστήριζε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία οι κάτοικοι τάχθηκαν με τους Οστρογότθους. Ο Θεοδώριχος τους αντάμειψε ανοικοδομώντας την πόλη με την χρήση μεγάλων βασιλικών ποσών. O ποιητής Ρούστικος Ελπίδιος κάτοικος του Σπολέτο οικοδόμησε μια στοά και μια δημόσια πλατεία, στον Θεοδώριχο αποδίδεται επίσης η κατασκευή ενός ανακτόρου που συνδέεται με τα ερείπια σε μια στοά.[13] Το σημαντικότερο έργο της εποχής ήταν η αποχέτευση στις ελώδεις πεδιάδες του Σπολέτο που είχαν πλημμυρίσει, ο Ισαάκ ο Σύρος που ήρθε τότε στο Σπολέτο ίδρυσε το μοναστήρι του Σαν Τζουλιάνο.[14] Την εποχή που ξέσπασαν οι Γοτθικοί Πόλεμοι ο Προκόπιος καταγράφει το Σπολέτο, ο Τωτίλας κυρίευσε την πόλη και κατέστρεψε τμήμα των οχυρώσεων της.[15]
Ο Βελισάριος εισήλθε στην Ιταλία (536), κατέλαβε την Νάπολη και βάδισε προς την Ρώμη. Ο στρατηγός του Βελισάριου Βέσσας κατέλαβε το Νάρνι ενώ ο στρατηγός του Κωνσταντίνος διέσχισε τον Νέρα βαδίζοντας προς την Τοσκάνη, κατέλαβε το Σπολέτο, την Περούτζια και άλλες τοποθεσίες. Ο βασιλιάς των Γότθων Ουίτιγις προσπάθησε να ανακτήσει αυτές τις περιοχές αλλά απέτυχε και ηττήθηκε κοντά στην Περούτζια. Την ίδια εποχή ο στρατηγός του Βελισάριου Κωνσταντίνος λήστεψε τον Πρεσίντιο έναν πλούσιο ευγενή πρόσφυγα που ζούσε κοντά στην εκκλησία του Σαν Πιέτρο, ο Βελισάριος διέταξε την εκτέλεση του Κωνσταντίνου.[16] Οι Γότθοι ανέκτησαν τις δυνάμεις τους και ο Τωτίλας ανακατέλαβε το Σπολέτο αφού πρώτα η πόλη προδόθηκε.[17] Τα τείχη του πάντως κατέπεσαν υπό την εισβολή του Τοτίλα αφού πρώτα προδόθηκε από τον Ηρωδιανό.[18] Ο Τωτίλας κατέστρεψε τα τείχη και μετέτρεψε ένα αμφιθέατρο στην βάση της πόλης σε οχυρό, πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να δραπετεύσουν σε γειτονικούς οικισμούς.[19] Οι Γότθοι δολοφόνησαν τον επίσκοπο του Σπολέτο Ιωάννη Β΄ που διοικούσε την επισκοπή της πόλης για 50 χρόνια. Τα οστά του βρέθηκαν αργότερα, μεταφέρθηκαν σε ένα μοναστήριο και ο ίδιος καθιερώθηκε ως ο δεύτερος πολιούχος της πόλης, απεικονίζεται και σε νομίσματα.[20] Οι Βυζαντινοί ανακατέλαβαν αργότερα εύκολα την πόλη, ο Ναρσής έστειλε έναν άνδρα στην φρουρά που έκανε πολλούς άνδρες της να αποστατήσουν κατέλαβε την πόλη, επισκεύασε τα τείχη και κάλεσε πίσω τους παλιούς κατοίκους.[21] Το διοικητικό πρότυπο του Σπολέτο όπως καθιερώθηκε κατόπιν από τους Βυζαντινούς στάθηκε κατόπιν ως πρότυπο για την διοίκηση των μετέπειτα Ιταλικών δουκάτων.[22]
Λομβαρδοί
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υπό την κυριαρχία των Λομβαρδών το Σπολέτο αποτελεί πλέον την πρωτεύουσα του ομώνυμου ανεξάρτητου δουκάτου (570), οι άρχοντες του οποίου είχαν στην κατοχή τους ένα διόλου ευκαταφρόνητο κομμάτι της κεντρικής χώρας. Ο Φαροάλδος Α΄ του Σπολέτο έκανε το Σπολέτο έδρα στο σημαντικό Λομβαρδικό Δουκάτο του Σπολέτου, περιείχε την Ούμβρια, την Σαβίνα και το Πικηνόν και διανεμήθηκε σε περιφέρειες που κυβερνήθηκαν από αξιωματούχους.[23] Τον Φοροάλδο Α΄ διαδέχθηκε ο Αρίουλφος του Σπολέτου που επέκτεινε το Δουκάτο και τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασπάστηκε τον Καθολικισμό.[24] Οι συγκρούσεις ξέσπασαν ανάμεσα στους Λομβαρδούς βασιλείς και τον πάπα, την περίοδο αυτή της αστάθειας του Δουκάτο κυβερνήθηκε απ΄ευθείας από τον βασιλιά των Λομβαρδών.[25] Στα μέσα του 8ου αιώνα εξελέγη δούκας ο Αλβοΐνος του Σπολέτου με την υποστήριξη του πάπα και υπό την προστασία του Πεπίνου του Βραχύ, ο Δεσιδέριος επιτέθηκε, λεηλάτησε το Δουκάτο και συνέλαβε τον Αλβοΐνο.[26] Ο Δεσιδέριος κατόπιν ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον του πάπα προκαλώντας τον Καρλομάγνο αλλά τελικά ηττήθηκε και η εξουσία των βασιλέων της Λομβαρδίας έληξε. Οι δούκες του Σπολέτου είχαν κατόπιν τον έλεγχο στα εδάφη τους ως πραγματικοί κυβερνήτες.[27]
Στα 774 μ.Χ., παρά την αντίστασή του, το Σπολέτο -όπως και πολλά άλλα φέουδα- προσαρτάται στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, φιγούρες-κλειδιά αποτελούν η Ματθίλδη της Τοσκάνης η οποία προσφέρει γη και ύδωρ στον Πάπα Γρηγόριο Ζ΄. Ο τελευταίος Λομβαρδός δούκας που καταγράφεται ήταν ο Χιλδεπράνδος (789), κατόπιν ο Καρλομάγνος διόρισε τον Φράγκο Βίνιγκες.[28] Ο Καρλομάγνος με την διαθήκη του άφησε το Δουκάτο του Σπολέτο στους γιους του, με τον τρόπο αυτό ο Πάπας Αδριανός Α΄ ήταν υποχρεωμένος να πληρώνει ετήσιο φόρο στο βασιλικό ανάκτορο των Λομβαρδών.[29] Το Δουκάτο του Σπολέτο περιήλθε ουσιαστικά υπό εκκλησιαστική κυριαρχία τον 10ο αιώνα.[30]
Ένταξη στα Παπικά κράτη
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα ταξίδεψε στην Ρώμη και στέφτηκε αυτοκράτορας από τον πάπα Αδριανό Δ΄ (1155), δέχτηκε υποτέλεια από την Επαρχία της Ανκόνας και όλα τα υπόλοιπα Δουκάτα της Ούμπριας, το Δουκάτο του Σπολέτο αρνήθηκε να του την δώσει.[31] Ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος εξοργίστηκε και διέταξε την καταστροφή του, η οργή έφτασε στο αποκορύφωμα όταν οι κάτοικοι επιτέθηκαν στον απεσταλμένο του Γκουίντο Γκουέρρα, ο Γερμανικός στρατός εισήλθε, κατέλαβε, ισοπέδωσε και έκαψε την πόλη.[32] Ο Όθων του Φράιζινγκ του ζήτησε εξηγήσεις, ο Φρειδερίκος Α΄ του απάντησε ότι φυλάκισαν τον Γκουίντο Γκουέρρα και άλλους Γερμανούς απεσταλμένους, το Σπολέτο ήταν καλά οχυρωμένο με 100 πύργους και το ισοπέδωσε εκ θεμελίων.[33] Τα επόμενα χρόνια ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος ζήτησε συμφιλίωση με τους κατοίκους και διόρισε νέο δούκα του Σπολέτο τον Κορράδο του Ούρσλινγκεν. Ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα έκανε δωρεές στο μοναστήρι του Σαν Πιέτρο του Μόντε Μαρτίνο, με την παρέμβαση του δούκα τις παρέλαβαν οι κάτοικοι ως ένδειξη συμφιλίωσης (1185). Στο δημοτικό μέγαρο του Σπολέτο υπάρχει μια μεγάλη πλάκα που απομνημονεύει την καταστροφή που προκάλεσε στην πόλη ο Φρειδερίκος Α΄ Βαρβαρόσσα.[34] Ο Κορράδος ανατράπηκε προσωρινά από την εξουσία με την παρέμβαση των Γουέλφων που υποστήριζαν τον πάπα (1190) αλλά αργότερα επανήλθε (1195). Ο Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γιος του Φρειδερίκου Α΄ Βαρβαρόσσα όρισε με την διαθήκη του να κληρονομησει το Δουκάτο του Σπολέτο ο πάπας (1198), ο Κορράδος αναγκάστηκε να αποχωρήσει.[35] Ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ επισκέφτηκε προσωπικά το Σπολέτο μετά την επιστροφή του από το Ριέτι, υποσχέθηκε στους κατοίκους προστασία από την Περούτζια. Ο Καρδινάλιος Τζιοβάννι Κολάννα ο Νεότερος διορίστηκε ρέκτορας του Δουκάτου και το κυβέρνησε για τρία χρόνια. Ο Όθων Δ΄ της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αθετώντας τις υποσχέσεις του σφετερίστηκε εδάφη από την εκκλησία προκαλώντας την οργή του πάπα. Ο Όθων Δ΄ διόρισε αρχικά τον Ντήπολντ της Ατσέρα (1209-1218), κατόπιν τον Ραϊνάλδο του Ούρσλινγκεν γιο του Κορράδου ο οποίος συνέχισε της κατασχέσεις από την εκκλησία και τελικά φυλακίστηκε από τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Β΄.[36]
Ο Καρδινάλιος Ρανιέρο Καπότσι υπηρέτησε ως ρέκτορ ή Λεγάτος για την Κομητεία της Ανκόνα και το Δουκάτο του Σπολέτο (1223), αντιμετώπισε την αντίδραση του Μπέρτολντ του Ούρσλινγκεν επίσης γιου του Δούκα Κορράδου ο οποίος αφορίστηκε από τον πάπα. Ο Φρειδερίκος Β΄ ήταν εχθρικός και συγκρούστηκε με την εκκλησία, ο Πάπας Ονώριος Γ΄ συγκρότησε στρατεύματα στο Δουκάτο εναντίον του αυτοκράτορα αλλά οι κάτοικοι αρνήθηκαν να τον υποστηρίξουν. Την ίδια χρονιά ο Μπέρτολντ του Ούρσλινγκεν πήρε τον τίτλο του Δούκα με την στήριξη του Φρειδερίκου Β΄, προσπάθησαν να φράξουν τον δρόμο στον στρατό και να φυλακίσουν παπικούς απεσταλμένους.[37] Ακολούθησαν πολλοί ηγέτες του Σπολέτο από το κόμμα των Γιβελλίνων αλλά τον επίσημο τίτλο του δούκα κατείχε μόνο ο Κορράδος. Ο Φρειδερίκος Β΄ παραχώρησε την εποχή που προχώρησε σε εκστρατεία στην Συρία το Βασίλειο της Σικελίας στον Ραϊνάλδο του Ούρσλινγκεν ο οποίος με Σικελούς έφραξε τους δρόμους στην Ασσίζη ενώ ο αδελφός του Μπέρτολντ βρέθηκε στην Νόρτσα. Ο Πάπας Γρηγόριος Θ΄ θεώρησε άχρηστους τους αφορισμούς και αποφάσισε να αναλάβει στρατιωτική δράση, επικεφαλής του στρατού του ορίστηκε ο πρώην Βασιλέας της Ιερουσαλήμ Ιωάννης του Μπριέν, επανέφερε το Δουκάτο σε παπικά χέρια.[38] Το Δουκάτο του Σπολέτο διοικήθηκε από τότε με ρέκτορες διορισμένους από τον πάπα, ο πάπας Γρηγόριος Θ΄ ανέθεσε για τρία χρόνια την διοίκηση του στον Μίλο επίσκοπο του Μπωβαί. Ο πάπας διέμενε πολλές φορές στην περιοχή, την τετραετία 1228-1232 διέμενε διαδοχικά στο Ριέτι, το Σπολέτο και την Περούτζια, την ίδια περίοδο (30 Μαΐου 1232) αγιοποιήθηκε στο Σπολέτο ο Αντώνιος της Παδούης. Τα επόμενα χρόνια (1234) συνεκλήθη στο Σπολέτο Σύνοδος για νέα Σταυροφορία, συμμετείχε σε αυτήν ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄, ο γιος του Κορράδος Δ΄ της Γερμανίας, οι Λατίνοι αρχιεπίσκοποι της Κωνσταντινούπολης και της Αντιόχειας και αμέτρητοι επίσκοποι. Η Σταυροφορία ανακηρύχτηκε επίσημα στην κεντρική πλατεία της πόλης παρουσία ενός μεγάλου πλήθους.[39] Ο νέος Πάπας Αλέξανδρος Δ΄ διόρισε ως ρέκτορα στο Δουκάτο του Σπολέτο τον Μπονιφάτσιο ντα Φολιάνο (1254), ανέκτησε το Φολίνιο και πολλές άλλες τοποθεσίες που είχαν κατακτηθεί από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα την εποχή του προκατόχου του Ιννοκέντιου Δ΄. Κατά την περίοδο της κενής παπικής έδρας στην Αβινιόν το Σπολέτο θα αποτελέσει έρεισμα μεταξύ των Γουέλφων και Γιβελλίνων, ώσπου το 1354 ο Καρδινάλιος Αλμπορόθ το επανέκτησε υπέρ των Παπικών Κρατών. Ο Βασιλεύς της Σικελίας Κάρολος ο Ανδεγαυός είχε διατελέσει επίσης ρέκτορας την εποχή του πάπα Μαρτίνου Δ΄.[40]
Ύστερος μεσαίωνας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Την εποχή της Παποσύνης του Κλήμη Ε΄ οι Γιβελλίνοι του Σπολέτο σε συμμαχία με τον Φεντερίκο Α΄ ντα Μοντεφέλτρο και άλλους Γιβελλίνους επαναστάτησαν και έδιωξαν τους Γουέλφους από την πόλη λαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Οι επαναστάσεις που ακολούθησαν στο Όζιμο και στο Ρεκανάτι (1317) έδωσαν θάρρος στους Γιβελλίνους του Σπολέτο να προχωρήσουν σε νέες εξεγέρσεις. Ο Φεντερίκο Α΄ ντα Μοντεφέλτρο εισήλθε την νύχτα στην πόλη, φυλάκισε 200 Γουέλφους και έδιωξε από το Σπολέτο τους υπόλοιπους. Οι Γουέλφοι του Σπολέτο κάλεσαν για βοήθεια τους Γουέλφους της Περούτζια, ξεκίνησε η πολιορκία των Γιβελλίνων που τερματίστηκε όταν επαναστάτησε η Ασσίζη.[41] Οι Γιβελλίνοι της Περούτζια επιτέθηκαν στο Σπολέτο και το έκαψαν μερικώς (1324), στις συμφωνίες που ακολούθησαν τέθηκε υπό την προστασία της Περούτζια, εκδιώχθηκαν οι Γιβελλίνοι και επανήλθαν οι Γουέλφοι. Οι δυνάμεις των Γιβελλίνων ηττήθηκαν τελικά κοντά στο Σαν Τζέμινι από δυνάμεις Γουέλφων τόσο του Σπολέτο όσο και της Περούτζια (1328). Οι κάτοικοι του Σπολέτο αναγνώρισαν την κυριαρχία της Περούτζια (1326) αρνήθηκαν μεγαλύτερη υποταγή, η Περούτζια έκτισε ένα κάστρο την "Καστελλίνα" που καταστράφηκε αργότερα αλλά απομνημονεύεται η τοποθεσία του.[42] Ένας ισχυρός σεισμός κατέστρεψε την πόλη (1352), ο Καρδινάλιος Αλμπορνόζ απεστάλη (1353), επισκεύασε τα κατεστραμμένα κτίρια, ανακάλεσε τους Γιβελλίνους εξόριστους και έληξε την κυριαρχία της Περούτζια με τον διορισμό ενός Ποντεστά. Ο Καρδινάλιος Αλμπορνόζ προχώρησε ακόμα περισσότερο, ακύρωσε όλες τις συμφωνίες με την Περούτζια, κατεδάφισε το κάστρο της και οικοδόμησε το Ρόκκα του Σαίντ Ελία.[43] Το Σπολέτο και άλλες Ιταλικές πόλεις κατακτήθηκαν από την Οικογένεια Ορσίνι και την Φλωρεντία, το γεγονός αυτό προκάλεσε τον πάπα Ουρβανό ΣΤ΄ να αφορίσει τον Ρινάλντο Ορσίνι. Ο Πάπας Βονιφάτιος Θ΄ ανέκτησε το Σπολέτο (1388), ο ανεψιός του πάπα Τζιοβάννι Τοματσέλλι διορίστηκε δούκας του Σπολέτο και του Ορβιέτο.[44]
Ο βασιλεύς της Σικελίας Λαδίσλαος Α΄ της Νεαπόλεως προσπάθησε να κατακτήσει το Σπολέτο αλλά αποκρούστηκε με βαριές απώλειες (1414). Ο Πάπας Μαρτίνος Ε΄ διόρισε τον Κόμη του Ουρμπίνο Γκουινταντόνιο ντα Μοντεφέλτρο ως Δούκα του Σπολέτο (1418). Την επόμενη χρονιά (1419) το Σπολέτο υποτάχθηκε στον Μπράτσιο ντα Μοντόνε που προσπάθησε ανεπιτυχώς να κατακτήσει το κάστρο της πόλης και τραυματίστηκε κατά την διάρκεια της πολιορκίας.[45] Το Σπολέτο είχε επίσης την ίδια περίοδο υποφέρει σοβαρά από εξάρσεις πανώλης (1414, 1436).[46] Ο Φρανσέσκο Πιτσινίνο που βρισκόταν υπό τις υπηρεσίες του Δούκα του Μιλάνο κατέλαβε το Δουκάτο υπό την στήριξη του ηγούμενου και νομάρχη Πίρρο Τοματσέλι και συμμάχων του από την Νόρτσα και το Φολίνιο. Το Σπολέτο αντιστάθηκε και ξεκίνησαν συγκρούσεις, ο Βιταλιάνο του Φριουλί εισήλθε μέσω των ορεινών στενών, λεηλάτησε την πόλη, αιχμαλώτισε εκατοντάδες κατοίκους και μετέφερε πολλούς θησαυρούς στο Φολίνιο όπως το καμπαναριό του Κοινοτικού μεγάρου. Το κάστρο ανακαταλήφθη (10 Ιανουαρίου 1440), ο Πίρρο συνελήφθηκε και φυλακίστηκε στο Καστέλ Σαντ'Άντζελο όπου και πέθανε.[47] Ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ επισκέφτηκε το Σπολέτο όταν ξέσπασε στην Ρώμη επιδημία πανώλης (1449), επικύρωσε τα δικαιώματα της πόλης και ρύθμισε ειρήνη με την Νόρτσα (12 Φεβρουαρίου 1450), επισκεύασε επίσης και επέκτεινε το κάστρο. Ο Πάπας Κάλλιστος Γ΄ διόρισε Δούκα του Σπολέτο τον ανεψιό του Καίσαρα Βοργία (1455). Τα επόμενα χρόνια ξέσπασαν εξεγέρσεις στο Σπολέτο και το Τόντι, οι παπικές δυνάμεις ανέκτησαν την εξουσία στις δυο πόλεις και το Σπολέτο λεηλατήθηκε.[48] Ο Πάπας Ιννοκέντιος Η΄ διόρισε κυβερνήτη του Σπολέτο και του Φολίνιο τον Μαουρίτσιο Κύβο, οι εμφύλιες συγκρούσεις ξέσπασαν με το Τέρνι με μεγάλες καταστροφές μέχρι την εποχή που ο Πάπας Αλέξανδρος ΣΤ΄ έκανε επέμβαση για ειρήνη. Η Λουκρητία Βοργία διορίστηκε κυβερνήτισσα του Σπολέτο και διέμενε στο κάστρο της πόλης.[49]
Νεότερα χρόνια
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Ο Πάπας Ιούλιος Β΄ και ο Πάπας Λέων Ι΄ υποστήριξαν στις αρχές του 16ου αιώνα το Σπολέτο απέναντι στους δούκες του Ουρμπίνο. Οι κάτοικοι υποστήριξαν τον πάπα Κλήμη Ζ΄ ο οποίος επιτέθηκε στο Σουμπιάκο και κατέστρεψε το κάστρο των Κολόννα.[50] Οι κάτοικοι του Σπολέτο συμφώνησαν να υπερασπιστούν το Τσέζι (1568) αλλά ο Πάπας Πίος Ε΄ το αφαίρεσε από την κυριότητα του (1568). Ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ αποφάσισε να κάνει στην περιοχή εξορύξεις μεταλλείων αφαιρώντας πολλές Ουμβρικές τοποθεσίες για λογαριασμό της "Αποστολικής Κάμερας".[51] Στα μέσα του 17ου αιώνα (1667) ένας ισχυρός σεισμός έπληξε το Σπολέτο.[52] Ο Πάπας Πίος ΣΤ΄ επισκέφτηκε το Σπολέτο στον δρόμο του για την Βιέννη αφού βοήθησε πρώτα την πόλη να ανακάμψει από τους σεισμούς΄(1782), ακολούθησαν νέες ενισχύσεις στους επόμενους σεισμούς που ακολούθησαν (1785). Τα αναπτυξιακά έργα ξεκίνησαν στην περιοχή με την αποστράγγιση της κοιλάδας ανάμεσα στην Περούτζια, το Σπολέτο και το Τρεβί.[53] Την εποχή της Γαλλικής κυριαρχίας το Σπολέτο έγινε η έδρα του Γαλλικού Διαμερίσματος του Κλιτούννο και αργότερα ο Ναπολέων Βοναπάρτης το έκανε πρωτεύουσα του Γαλλικού Διαμερίσματος του Τρασιμένο. Ο Πάπας Πίος Ζ΄ επισκέφτηκε το Σπολέτο μετά την πρώτη αποκατάσταση της παπικής κυριαρχίας (1800).[54] Με την πτώση του Ναπολέοντα (1814) εισήλθε ξανά στα Παπικά Κράτη και έγινε η έδρα της "Αντιπροσωπείας του Σπολέτο", ενώθηκε με το Ριέτι (1827) και χωρίστηκε ξανά (1831).[55][56] Το Σπολέτο ενσωματώθηκε τελικά στο Βασίλειο της Ιταλίας (1860), ο πληθυσμός του καταγράφηκε στους 21.539 κατοίκους (1881).[57] Μετά την Ιταλική Ενοποίηση το Σπολέτο αναδείχθηκε εκ νέου σε θέατρο επεισοδίων, εν τέλει παίρνοντας τον ίδιο δρόμο με τις περισσότερες περιοχές της Ιταλικής χερσονήσου.
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ https://siusa-archivi.cultura.gov.it/cgi-bin/siusa/pagina.pl?TipoPag=prodente&Chiave=43335&RicProgetto=reg%2Dumb
- ↑ Liv. Epit. xx Αρχειοθετήθηκε 2009-02-14 στο Wayback Machine.; Vell. Pat. i.14.
- ↑ (Pro Balbo)
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ https://siusa-archivi.cultura.gov.it/cgi-bin/siusa/pagina.pl?TipoPag=prodente&Chiave=43335&RicProgetto=reg%2Dumb
- ↑ Livy xxii.9.
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ https://www.thelatinlibrary.com/cicero/balbo.shtml#48
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ https://siusa-archivi.cultura.gov.it/cgi-bin/siusa/pagina.pl?TipoPag=prodente&Chiave=43335&RicProgetto=reg%2Dumb
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Προκόπιος, de Bello Gothico iii. 12
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Προκόπιος, de Bello Gothico iii. 12.
- ↑ Προκόπιος, de Bello Gothico iii. 12.
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, pp. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Palmieri, Adone (1858). Topografia statistica dello Stato Pontificio, Τομ. 5. Tipografia Forense, σσ. 5–13
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
- ↑ https://siusa-archivi.cultura.gov.it/cgi-bin/siusa/pagina.pl?TipoPag=prodente&Chiave=43335&RicProgetto=reg%2Dumb
- ↑ Strafforello, Gustavo (1895). La patria; geografia dell'Italia. Provincia di Perugia. Unione Tipografico-Editrice, σσ. 233–263
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Basciano, Oliver (2020-02-14). "Beverly Pepper obituary"
- Marmer, Nancy (1966-01-01). "A Memorial Exhibition: David Smith at the LA County Museum"
- Shehadi, Lemma (2013-10-26). "Stabiles in Spoleto"
- Wilkin, Karen (2025-01-11). "'David Smith: The Nature of Sculpture' Review: The World Beyond the Pedestal"
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

