Αλβοΐνος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αλβοΐνος
Η δολοφονία του Αλβοΐνου. Έργο του Τσαρλς Λάντσιρ (1859)
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση530 (περίπου) ή 526
Θάνατος28  Ιουνίου 572[1]
Βερόνα
Συνθήκες θανάτουανθρωποκτονία
Τόπος ταφήςΒερόνα
ΘρησκείαΑρειανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςLombardic
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταμονάρχης[2]
Οικογένεια
ΣύζυγοςΧλοθσίνδη[3][4]
Ροζαμούνδη (σύζυγος του Αλβοΐνου)
ΤέκναΑλβσουίνδα[5]
ΓονείςΑυδοΐνος[5] και Ροδελίνδη[5]
ΑδέλφιαΓρασούλφος Α΄ του Φρίουλι
ΟικογένειαΟίκος των Γκαουζιδών
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΒασιλιάς της Ιταλίας (568–572)
Βασιλέας των Λομβαρδών (Δεκαετία του 560 – 572)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Αλβοΐνος (ιταλικά: Alboino, λατινικά: Alboinus, εκ του γερμανικού Alfwin, «φίλος των Ελφ», 530 - 28 Ιουνίου 572) από τον Οίκο των Γκαουζιδών ήταν Βασιλεύς των Λομβαρδών, κατά τα μισά του 6ου αιώνα, ο οποίος οδήγησε τον λαό του στην Ιταλία το 568, θέτοντας τα θεμέλια για το Βασίλειο των Λομβαρδών. Στην εποχή του οι Λομβαρδοί ολοκλήρωσαν τις Μεγάλες μεταναστεύσεις και εγκαταστάθηκαν στην βόρεια Ιταλία την οποία κατέκτησε ο Αλβοΐνος την περίοδο 569-572. Την προηγούμενη περίοδο βρίσκονταν στην Πεδιάδα της Παννονίας όπου νίκησαν τους Γήπαιδες, με τον τρόπο αυτό έληξε η κυριαρχία στα Γερμανικά φύλα. Την εποχή που διαδέχθηκε τον πατέρα του Αυδοΐνο η Γερμανική φυλή των Λομβαρδών βρισκόταν σε σύγκρουση στην Παννονία με την γειτονική επίσης Γερμανική φυλή των Γήπαιδων. Οι Γήπαιδες είχαν στην αρχή το πάνω χέρι αλλά ο Αλβοΐνος με την βοήθεια των Άβαρων τους συνέτριψε (567), στην συνέχεια επέτρεψε στους Άβαρους να κυριαρχήσουν στην περιοχή.

Μετά την ολοκλήρωση της κυριαρχίας τους αποφάσισε να αναχωρήσει για να καταλάβει την βόρεια Ιταλία στην οποία η Βυζαντινή αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή και οικονομικά εξασθενισμένη από τους Γοτθικούς πολέμους. Με έναν μεγάλο στρατό (568) διέσχισε τις Ιουλιανές Άλπεις και κατέλαβε αμέσως το Βένετο και την Λιγυρία, την επόμενη χρονιά (569) κατέλαβε την μεγαλύτερη πόλη της βόρειας Ιταλίας Μιλάνο. Η Παβία ήταν η μοναδική πόλη που είχε προβάλει σοβαρή αντίσταση αλλά έπεσε ύστερα από πολιορκία τριών ετών. Την περίοδο αυτή ο Αλβοΐνος έστρεψε την προσοχή του στην κατάκτηση της Τοσκάνης αλλά οι έριδες και τα σημάδια παρακμής στον στρατό του ήταν εμφανή. Ο Αλβοΐνος δολοφονήθηκε από ένα Πραξικόπημα που οργάνωσαν οι Βυζαντινοί (28 Ιουνίου 572). Οι πρωταγωνιστές ήταν ο νόθος αδελφός του Ελμίχις και η σύζυγος του Ροζαμούνδη της οποίας ο πατέρας ήταν βασιλιάς των Γήπαιδων και δολοφονήθηκε από τον ίδιο τον Αλβοΐνο. Το πραξικόπημα ωστόσο απέτυχε αφού οι Λομβαρδοί παρέμειναν στην βόρεια Ιταλία, τον διαδέχθηκε ο Κλέφος που ανάγκασε τον Ελμίχις και την Ροζαμούνδη να δραπετεύσουν στην Ραβέννα υπό αυτοκρατορική προστασία. Ο θάνατος του Αλβοΐνου στέρησε από τους Λομβαρδούς έναν μεγάλο ηγέτη, τον τελευταίο από τους ήρωες που κρατούσαν από την εποχή της μετανάστευσης τους από την κοιλάδα του Έλβα. Τα επικά κείμενα για το πρόσωπο του τόσο στην Σαξονία όσο και στην Βαυαρία διατηρήθηκαν πολλούς αιώνες.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λομβαρδός βασιλιάς Βάχο μετανάστευσε ανατολικά στην Παννονία με πλεονέκτημα το γεγονός ότι το Βασίλειο των Οστρογότθων είχε εξασθενήσει όταν πέθανε ο μεγάλος του ηγέτης Θεοδώριχος ο Μέγας (526). Ο Βάχο πέθανε (540) και τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Βάλταρι με κηδεμόνα τον Αυδοΐνο, σε επτά χρόνια ο νεαρός Βάλταρι πέθανε πρόωρα και έγινε βασιλιάς ο ίδιος ο Αυδοΐνος. Με τον τρόπο αυτό ανατράπηκε από το Βασίλειο των Λομβαρδών ο Οίκος των Λετιδών και ανήλθε ο Οίκος των Γκαουζιδών. Ο Αλβοΐνος γεννήθηκε την δεκαετία του 530 στην Παννονία, ήταν γιος του Αυδοΐνου και της συζύγου του Ροδελίνδης.[6] Η μητέρα του ήταν ανεψιά του βασιλιά Θεοδώριχου του Μέγα και αρραβωνιάστηκε τον Αλβοΐνο με την μεσολάβηση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού.[7][8] Ο Αλβοΐνος μεγάλωσε όπως και ο πατέρας του ως παγανιστής, σε κάποιο σημείο αποφάσισε να βαπτιστεί χριστιανός με στόχο να πετύχει Βυζαντινή υποστήριξη.[9] Παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο την χριστιανή Χλοθσίνδη, κόρη του βασιλιά των Φράγκων Χλωταρίου Α΄, ο γάμος έγινε όταν πέθανε ο βασιλιάς των Φράγκων Θευδεβάλδος (555). Ο στόχος του γάμου ήταν να εξασφαλίσει μιά δεύτερη υποστήριξη εναλλακτική στους Βυζαντινούς αφού όπως είναι γνωστό ήταν μόνιμα εχθροί με τους Φράγκους.[10][11] Ο Αλβοΐνος διακρίθηκε σημαντικά στο πεδίο της μάχης απέναντι στους Γήπαιδες. Στην "μάχη του Άσφελντ" (552) θανάτωσε τον Θουρισμόνδο, γιο του βασιλιά των Γήπαιδων Θουρισίνδου, με επέμβαση του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ιουστινιανού οι δύο πλευρές συμφιλιώθηκαν.[12] Μετά την μάχη σύμφωνα με την παράδοση όπως την περιγράφει ο Παύλος ο Διάκονος ο Αλβοΐνος ζήτησε να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με τον πατέρα του Θουρισίνδο. Η συνήθεια εκείνης της εποχής απαιτούσε ότι πριν επισκεφτεί τον ξένο βασιλιά θα έπρεπε να παραδώσει τα όπλα του σε ένδειξη φιλίας, κατόπιν πήρε από τον Γήπαιδα βασιλιά τα όπλα του Θουρισμόνδου.[13][14] Ο συγγραφέας Ουόλτερ Γκόφαρτ αμφισβητείται ωστόσο την ιστορικότητα του γεγονότος, ισχυρίζεται ότι ο γηγενής Παύλος ο Διάκονος χρησιμοποίησε μια τοπική παράδοση για να γράψει ένα επικό ποίημα.[15]

Βασιλιάς στην Παννονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μικρογραφία του Αλβοΐνου, προερχόμενη από το Χρονικό της Νυρεμβέργης (1493)

Ο Αλβοΐνος ανέβηκε στον θρόνο των Λομβαρδών μετά τον θάνατο του πατέρα του την περίοδο 560-565.[16] Σύμφωνα με τα Λομβαρδικά έθιμα η εκλογή του νέου μονάρχη γίνεται από τους ελεύθερους άνδρες του βασιλείου μετά τον θάνατο του προκατόχου του.[17][18] Αμέσως μετά (565) ξεσπά νέος πόλεμος με τους Γήπαιδες υπό την ηγεσία του νέου βασιλιά τους Κουνιμούνδου, του άλλου γιου του Θουρισίνδου. Ο Παύλος Διάκονος κατηγορεί τους Γήπαιδες, αντίθετα ο ιστορικός των Βυζαντινών Μένανδρος προτήκτωρ κατηγορεί τον Αλβοΐνο, μαζί του συμφωνεί και ο ιστορικός Βάλτερ Πολ.[19] Ο Βυζαντινός ιστορικός Θεοφύλακτος Σιμοκάττης καταγράφει μια άλλη εκδοχή, σύμφωνα με αυτή ο Αλβοΐνος απήγαγε την κόρη του Κουνιμούνδου Ροζαμούνδη και την παντρεύτηκε. Ο Ουόλτερ Γκόφαρτ βλέπει την άποψη αυτή με σκεπτικισμό αφού σύμφωνα με τις πηγές η Ροζαμούνδη απήχθη μετά τον θάνατο του πατέρα της.[20][21] Οι Γήπαιδες πέτυχαν την στήριξη των Βυζαντινών με την υπόσχεση να τους παραχωρήσουν μετά την νίκη τους την πρωτεύουσα τους Σίρμιο. Ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Β΄ έστειλε στρατιωτική βοήθεια στους Γήπαιδες υπό την ηγεσία του γαμπρού του Βαδουάριου, μαζί τους τελείωσε η μάχη με την συντριβή των Λομβαρδών.[22][23][24][25][26] Μπροστά στον κίνδυνο ανατροπής του ο Αλβοΐνος προχώρησε σε συμμαχία με τους Άβαρους υπό τον βασιλιά τους Μπάγιαν Α΄ οι οποίοι ήταν εχθροί των συμμάχων των Γήπαιδων Βυζαντινών. Ο Μπάγιαν Α΄ του ζήτησε πολλά ανταλλάγματα όπως το 1/10 των βοοειδών, την μισή από την λεία και την παράδοση σε αυτούς όλων των περιοχών των Γήπαιδων που θα κατακτηθούν.

Οι Βυζαντινοί από την άλλη πλευρά ήταν εξοργισμένοι με τους Γήπαιδες επειδή δεν τους παρέδωσαν το Σίρμιο όπως του είχαν υποσχεθεί. Ο Ιουστίνος Β΄ ο οποίος ήταν στην εξωτερική του πολιτική περισσότερο αυστηρός στην τήρηση των υποσχέσεων από τον θείο του Ιουστινιανό αρνήθηκε να υποστηρίξει περισσότερο του Γήπαιδες και κήρυξε ουδετερότητα.[27][28] Οι σύμμαχοι Άβαροι και Λομβαρδοί βάδισαν εναντίον του Κουνιμούνδου (567), ο Αλβοΐνος επιτέθηκε στους Γήπαιδες από τα βορειοδυτικά και ο Μπάγιαν Α΄ από τα βορειοανατολικά. Ο Κουνιμούνδος προσπάθησε να εμποδίσει τους δύο στρατούς να ενωθούν μεταξύ τους αλλά δεν τα κατάφερε. Στην μάχη που ακολούθησε οι Γήπαιδες συνετρίβησαν, ο ίδιος ο Κουνιμούνδος σκοτώθηκε από τον Αλβοΐνο που πήρε αιχμάλωτη την κόρη του Ροζαμούνδη. Οι Άβαροι ολοκλήρωσαν την καταστροφή των Γήπαιδων, ο λαός αυτός από τότε αφανίστηκε ιστορικά, συγχωνεύτηκε με τους Λομβαρδούς και τους Άβαρους.[29][30][31] Η πρώτη του σύζυγος Χλοθσίνδη πέθανε (568) και ο Αλβοΐνος παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο την ήδη αιχμάλωτη του Ροζαμούνδη ώστε να εξασφαλίσει την στήριξη των Γήπαιδων που είχαν διασωθεί.[32] Στις αρχές του 568, πιθανώς λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης του προς τους Αβάρους, αλλά και λόγω της γνώσης που είχε για την βυζαντινή κυριαρχία στην Ιταλία, η οποία είχε κλονιστεί σημαντικά μετά τους Γοτθικούς Πολέμους (535-553/61), αποφάσισε την μετανάστευση του λαού του στην Βόρεια Ιταλία, αφού πρώτα είχε έρθει σε συμφωνία με τον Μπάγιαν, ώστε να έχει δικαίωμα επιστροφής στην Πανονία και το Νωρικόν για διάστημα 200 ετών. Κατευθύνθηκε τότε με τον λαό του, αλλά και με άλλους λαούς, συμπεριλαμβανομένων των Γήπαιδων, 20.000 Σαξόνων, ακόμη και Αβάρων (περίπου 200.000 άτομα στο σύνολο), προς την Ιταλία, ξεκινώντας την πορεία του από την Λίμνη Μπάλατον (στην σημερινή Ουγγαρία), την Δευτέρα του Πάσχα του έτους 568. Με την Λομβαρική μετανάστευση έληξε η κυριαρχία των Γερμανικών φυλών στην πεδιάδα της Παννονίας που διατηρήθηκε πέντε αιώνες.[33]

Οι προετοιμασίες για την εκστρατεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι λομβαρδικές κατακτήσεις στην Ιταλία κατά την βασιλεία του βασιλιά Αλβοΐνου

Παρά τις μεγάλες επιτυχίες που είχε ο Αλβοΐνος απέτυχε να αυξήσει τις δυνάμεις του και αντιμετώπισε αυτή την φορά μια νέα μεγαλύτερη απειλή που ήταν οι Άβαροι.[34] Οι ιστορικοί θεωρούν ότι το γεγονός αυτό ήταν καθοριστικός παράγοντας για την μετανάστευση στην βόρεια Ιταλία αν και πολλοί άλλοι θεωρούν ότι η ιδέα υπήρχε πριν τον πόλεμο με τους Γήπαιδες. Οι Λομβαρδοί γνώριζαν την βόρεια Ιταλία από την δεκαετία του 550 όπου συμμετείχαν στους Γοτθικούς πολέμους, στο πλευρό των Βυζαντινών.[35][36] Οι Λομβαρδοί γνώριζαν επιπλέον ότι η Βυζαντινή κυριαρχία είχε εξασθενήσει σημαντικά στην περιοχή, ο πληθυσμός είχε ρημάξει από την Πανώλη του Ιουστινιανού και είχαν ξεσπάσει μεγάλες θρησκευτικές συγκρούσεις από την εποχή που ανακλήθηκε ο διάσημος στρατηγός Ναρσής.[37] Οι Λομβαρδοί είδαν την βόρεια Ιταλία σαν μια πλούσια και εύφορη περιοχή, γι΄αυτό κάλεσαν στο πλευρό τους και άλλα Γερμανικά φύλλα όπως Έρουλοι, Σουάβοι, Γήπαιδες, Θουρίγγιοι, Βούλγαροι και Σαρμάτες. Η σημαντικότερη εθνοτική ομάδα εκτός από τους Λομβαρδούς ήταν οι Σάξονες με 20.000 άντρες υποτελείς του Φράγκου βασιλιά Σιγιβέρτου Α΄ κάτι που υποδηλώνει ότι θα είχαν την στήριξη τους.[38][39] Ο ακριβής αριθμός της μεγάλης ετερογενούς στρατιάς δεν είναι γνωστός. Ο Νιλ Κρίστι την καταγράφει στους 150.000, ο Γιοργκ Γιάρνουτ στους 100.000-150.000, ο Ουίλφριντ Μένγκχιν στους 150.000-200.000 και ο Στέφανο Γκασπάρρι στους 100.000-300.000.[40][41][42][43]

Στην προσπάθεια του να κατακτήσει την βόρεια Ιταλία ο Αλβοΐνος παραμέρισε τις διαφορές του με τους Άβαρους και αναγκάστηκε να συμμαχήσει μαζί τους. Οι όροι της συμμαχίας προέβλεπαν ότι θα βοηθούσαν τους Λομβαρδούς να καταλάβουν την βόρεια Ιταλία και σε αντάλλαγμα θα διατηρούσαν την Παννονία, θα μπορούσαν επίσης να την διεκδικήσουν ξανά τα επόμενα 200 χρόνια σε περίπτωση που ακολουθούσε αποτυχία της εκστρατείας. Ο πιο πολύτιμος όρος της συμμαχίας ήταν ότι θα εμπόδιζαν οι Άβαροι στους Βυζαντινούς να περάσουν από τα εδάφη τους, ο όρος αυτός αποδείχτηκε καθοριστικός για την κατάκτηση της βόρειας Ιταλίας.[44][45][46] Μια άλλη πηγή αναφέρει ότι κάλεσε τους Λομβαρδούς στην βόρεια Ιταλία ο ίδιος ο στρατηγός Ναρσής, αυτός ήταν ο λόγος που εκδιώχθηκε ο στρατηγός από τον αυτοκράτορα Ιουστίνο Β΄ που διαφωνούσε με την κίνηση αυτή. Η πηγή θεωρήθηκε αναξιόπιστη αλλά δεν αποκλείεται να κλήθηκαν από τον Ναρσή ως Φοιδεράτοι για να προστατέψουν την περιοχή από τους Φράγκους και αυτός να ήταν ο λόγος της ανάκλησης του.[47][48][49][50][51][52] Οι Λομβαρδοί ξεκίνησαν την μετανάστευση την ημέρα του Πάσχα (2 Απριλίου 568), το γεγονός αυτό συνδέθηκε με την απόφαση του Αλβοΐνου να ασπαστεί την Αρειανική αίρεση του χριστιανισμού, υπήρχαν Αρειανιστές στην αυλή του.[53][54] Η μεταστροφή αυτή πιθανότατα έγινε για πολιτικούς λόγους με στόχο να εδραιώσει την συνοχή της μετανάστευσης.[55][56] Η μετανάστευση των Λομβαρδών συνδέθηκε με τους Οστρογότθους που είχαν απομείνει στην Ιταλία και είχαν υπηρετήσει στον Βυζαντινό στρατό ως Φοιδεράτοι.[57] Η απόφαση να ξεκινήσουν την μετανάστευση το καλοκαίρι ήταν ασυνήθιστα πρώιμη αφού οι Γερμανικοί λαοί το έπρατταν πάντοτε μετά το φθινόπωρο. Ο πιθανότερος λόγος είναι ότι πιέστηκαν από τους Άβαρους παρά την συνθήκη φιλίας που έκλεισαν μαζί τους, περίμεναν επίσης και εκείνοι το φθινόπωρο για να ξεκινήσουν την μετανάστευση. Η πιθανότητα αυτή αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Αλβοΐνος λεηλάτησε την Παννονία, μια ζώνη ανάμεσα στους Λομβαρδούς και τους Άβαρους.[58][59]

Η κατάκτηση της Βόρειας Ιταλίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Λομβαρδοί εισήλθαν στην Ιταλία δίχως να συναντήσουν καμιά αντίσταση στα σύνορα, οι Βυζαντινές πηγές είναι σπάνιες για το θέμα και τα συνοριακά κάστρα δεν καταγράφονται. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στην περιοχή δεν έδειξαν καμιά βίαιη σύγκρουση, όπως έγραψε ο Παύλος ο Διάκονος η κατάκτηση έγινε "χωρίς αντίσταση".[60] Η πρώτη περιοχή που έπεσε στους Λομβαρδούς ήταν η συνοριακή Φριούλι-Βενέτσια Τζούλια έδρα του τοπικού στρατιωτικού διοικητή.[61] Ο Αλβοΐνος επέλεξε την πόλη Φριούλι, με αυτό σαν πρωτεύουσα δημιούργησε το Δουκάτο του Φριούλι, τοποθετήθηκε ως δούκας ο ανεψιός του Γισούλφος Α΄ του Φρίουλι με καθήκον να υπερασπίσει τα σύνορα από τους Βυζαντινούς και τους Άβαρους. Ο Γισούλφος Α΄ ζήτησε από τον Αλβοΐνο άδεια για να επιλέξει ποια γένη θα εξουσίαζαν στο Φρίουλι και το αίτημά του έγινε δεκτό. Η απόφαση του Αλβοΐνου να δημιουργήσει Δουκάτο με τον κυβερνήτη στον τίτλο του Δούκα έφερε μιά σημαντική καινοτομία αφού μέχρι τότε οι Λομβαρδοί δεν είχαν δουκάτα με έδρα μια τοιχισμένη πόλη. Ο Αλβοΐνος βασίστηκε σε προγενέστερα Ρωμαϊκά και Οστρογοτθικά μοντέλα της μετέπειτα αρχαιότητας με τον τίτλο του Ρωμαϊκού κόμητος σαν κύριου διοικητή της περιοχής. Η προαγωγή του κόμητος σε δούκα και της κομητείας σε δουκάτο δείχνει ταχύτατη στρατιωτικοποίηση της Ιταλίας.[62] Η επιλογή μιας οχυρωμένης πόλης σαν έδρα του νέου δουκάτου με ολόκληρη την αριστοκρατία να διαμένει σε αυτήν αποτελεί άλλη μια σοβαρή καινοτομία από την εποχή που οι Λομβαρδοί βρίσκονταν στην Παννονία. Η τακτική αυτή θα επαναληφθεί και στις υπόλοιπες πόλεις που θα καταλάβουν οι Λομβαρδοί στην Ιταλική χερσόνησος.[63]

Από το Φρίουλι ο Αλβοΐνος έφτασε στην Ακυληία, τον σημαντικότερο οδικό κόμβο στα βορειοανατολικά και το διοικητικό κέντρο της Βενετίας. Η άφιξη των Λομβαρδών έφερε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή, ο πατριάρχης της Ακυληίας Παυλίνος δραπέτευσε με τον κλήρο και τον λαό του στο νησάκι Γκράντο που βρισκόταν ακόμα υπό Βυζαντινό έλεγχο.[64][65] Από την Ακυληία ο Αλβοΐνος βάδισε την Ποστούμια Οδό και κατέλαβε αμέσως το Τρεβίζο, την Βιτσέντσα, την Βερόνα, την Μπρέσια και το Μπέργκαμο. Οι Λομβαρδοί συνάντησαν δυσκολίες στην κατάληψη του Οντέρτσο και τις παραλιακές πόλεις κατά μήκος της Αννίας Οδού όπως την Πάντοβα, την Μάντοβα και την Κρεμόνα.[66][67] Οι κατακτήσεις θα δημιουργήσουν ένα μεγάλο κύμα προσφύγων σε παραλιακές περιοχές που παρέμειναν υπό Βυζαντινή κατοχή, ίδρυσαν το Τορτσέλλο και την Ερακλέα που θα εξελιχθούν αργότερα στην Δημοκρατία της Βενετίας.[68][69][70] O Αλβοΐνος έφτασε στην Λιγυρία και κατέλαβε το Μιλάνο όταν το εγκατέλειψε ο βικάριος της Ιταλίας (3 Σεπτεμβρίου 569), ο βικάριος, ο αρχιεπίσκοπος Ονοράτος, ο λαός και ο κλήρος εγκαταστάθηκαν στην Γένοβα. Με πρωτεύουσα το Μιλάνο ο Αλβοΐνος πήρε τον τίτλο του "κυρίου της Ιταλίας", οι Βυζαντινές άμυνες στην Κοιλάδα του Πάδου κατέρρευσαν και οι πρόσφυγες κατέφυγαν στα νησιά της Βενετίας.[71][72][73][74] Δεν υπάρχουν επαρκείς εξηγήσεις σχετικά με την εύκολη προέλαση των Λομβαρδών στην βόρεια Ιταλία, σύμφωνα με μια πηγή οι Βυζαντινοί προδόθηκαν από τους Γότθους μισθοφόρους που είχαν στον στρατό τους. Το πιθανότερο είναι ότι οι Βυζαντινοί ήταν πλήρως αδιάφοροι για την βόρεια Ιταλία, ήταν απασχολημένοι με άλλους εχθρούς όπως οι Άβαροι, οι Σλάβοι και η Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Το ενδιαφέρον για τις Ιταλικές κτήσεις σταμάτησε να υπάρχει στο Βυζάντιο μετά τον θάνατο του Ιουστινιανού.[75][76][77]

Δολοφονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 28 Ιουνίου 572, ο Αλβοΐνος δολοφονήθηκε στην Βερόνα, ενώ κοιμόταν. Σύμφωνα με τον μύθο, ιθύνων νους αυτής της δολοφονίας ήταν η γυναίκα του Ροζεμόνδη, η οποία θέλησε με αυτόν τον τρόπο να εκδικηθεί τον Βασιλιά, ο οποίος την είχε υποχρεώσει στην διάρκεια γλεντιού να πιει κρασί από έναν κύπελλο, το οποίο ήταν φτιαγμένο από το κρανίο του ίδιου της του πατέρα. Ένα κύπελλο που διατηρείτο τουλάχιστον μέχρι την βασιλεία του Ράτχη (744-749), σύμφωνα με την μαρτυρία του Παύλου του Διακόνου, ιστορικού των Λομβαρδών, ο οποίος αναφέρει στο έργο του, Historia Langobardorum, πως το είδε με τα μάτια του στην βασιλική αυλή της Παβίας, όταν ο Βασιλιάς Ράτχης το έδειξε στους καλεσμένους του. Ο τάφος του συλήθηκε τον 8ο αιώνα από τον Λομβαρδό Δούκα Γισελπέρτο της Βερόνα.

Οικογένεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νυμφεύτηκε πρώτα τη Χλοθσίνδη, κόρη του Χλωτάριου Α΄ βασιλιά των Φράγκων και είχε τέκνο:

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. p67160.htm#i671596.
  2. Εθνική Βιβλιοθήκη της Γερμανίας: (Γερμανικά, Αγγλικά) Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31  Μαρτίου 2015.
  3. Κριστιάν Σετιπανί: «La Préhistoire des Capétiens» (Γαλλικά) Βιλνέβ-ντ'Ασκ. 1993. σελ. 72. ISBN-13 978-2-9501509-3-6. ISBN-10 2-9501509-3-4.
  4. p67160.htm#i671596. Ανακτήθηκε στις 7  Αυγούστου 2020.
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 5,4 Darryl Roger Lundy: (Αγγλικά) The Peerage.
  6. Martindale 1992, s.v. Alboin, σσ. 38–40
  7. Rovagnati 2003, σσ. 28–29
  8. Amory 2003, σ. 462
  9. Wickham 1989, σσ. 29–30
  10. Jarnut 1995, σ. 21
  11. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  12. Rovagnati 2003, σ. 28
  13. Martindale 1992, s.v. Alboin, σσ. 38–40
  14. Ausenda 1999, σ. 433
  15. Goffart 1988, σ. 387
  16. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  17. Jarnut 1995, σ. 25
  18. Wolfram 1997, σ. 284
  19. Pohl 1997, σ. 96
  20. Goffart 1988, σ. 392
  21. Martindale 1992, s.v. Cunimundus, σ. 364
  22. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  23. Pohl 1997, σ. 96
  24. Rovagnati 2003, σ. 30
  25. Jarnut 1995, σ. 22
  26. Martindale 1992, s.v. Baduarius (2), σσ. 64–65
  27. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  28. Pohl 1997, σσ. 96–97
  29. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  30. Jarnut 1995, σ. 22
  31. Rovagnati 2003, σσ. 30–31
  32. Gasparri 1990, σ. 20
  33. Curta 2001, σ. 204
  34. Jarnut 1995, σ. 29
  35. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  36. Moorhead 2005, σ. 152
  37. Christie 1998, σ. 60
  38. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  39. Schutz 2002, σ. 82
  40. Gasparri 1990, σ. 25
  41. Schutz 2002, σ. 82
  42. Christie 1998, σσ. 63–64
  43. Jarnut 1995, σ. 30
  44. Pohl 1997, σ. 98
  45. Wolfram 1997, σ. 286
  46. Jarnut 1995, σσ. 29–30
  47. Moorhead 2005, σ. 152
  48. Jarnut 1995, σ. 30
  49. Whitby 2001, σ. 91
  50. Christie 1998, σσ. 60–63
  51. Pohl 1997, σσ. 98–99
  52. Collins 1991, σ. 186
  53. Moorhead 2005, σ. 152
  54. Palmieri 1996, σσ. 43–44
  55. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  56. Gasparri 1990, σσ. 24–25
  57. Moorhead 2005, σ. 152
  58. Wolfram 1997, σ. 286
  59. Collins 1991, σ. 186
  60. Christie 1998, σσ. 73, 76
  61. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  62. Wolfram 1997, σσ. 287–288
  63. Christie 1998, σ. 77
  64. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  65. Madden 2004, σ. 44
  66. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  67. Wolfram 1997, σ. 288
  68. Lane 1991, σ. 7
  69. Humphries 2001, σσ. 535–536
  70. Richards 1979, σ. 34
  71. Martindale 1992, s.v. Alboin, σσ. 38–40
  72. Bertolini 1960, σσ. 34–38
  73. Christie 1998, σ. 78
  74. Gasparri 1990, σσ. 25–26
  75. Gasparri 1990, σσ. 25–26
  76. Jarnut 1995, σ. 31
  77. Ostrogorsky 1993, σ. 68

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Gianluigi Barni, La Conquête de l'Italie par les Lombards - VIe siècle - Les Événements, Le Mémorial des Siècles, Éditions Albin Michel, Paris (1975).
  • Paul Diacre, Histoire des Lombards, fin du VIIIe siècle
  • Amory, Patrick. People and Identity in Ostrogothic Italy, 489–554. Cambridge: Cambridge University Press, 2003.
  • Ausenda, Giorgio. "Current issues and future directions in the study of Franks and Alamanni in the Merovingian period", Franks and Alamanni in the Merovingian Period: An Ethnographic Perspective. Ian Wood (ed.). Woodbridge: Boydell, 1998, pp. 371–455.
  • (in Italian) Azzara, Claudio. L'Italia dei barbari. Bologna: il Mulino, 2009.
  • (in Italian) Bertolini, Paolo. "Alboino, re dei Longobardi", Dizionario Biografico degli Italiani. Alberto M. Ghisalberti (ed.). v. 2, Rome: Istituto dell'Enciclopedia Treccani, 1960, pp. 34–38.
  • Christie, Neil. The Lombards: The Ancient Longobards. Oxford: Wiley-Blackwell, 1995 [1998].
  • Collins, Roger. Early Medieval Europe 300–1000. London: Macmillan, 1991.
  • Curta, Florin (2001). The Making of the Slavs: History and Archaeology of the Lower Danube Region, c. 500–700. Cambridge: Cambridge University Press. .
  • Curta, Florin (2006). Southeastern Europe in the Middle Ages, 500–1250. Cambridge: Cambridge University Press.
  • (in Italian) Gasparri, Stefano. "I longobardi: alle origini del medioevo italiano". Storia Dossier, (1990) 42, Florence: Giunti. .
  • Goffart, Walter. The Narrators of Barbarian History (A.D. 550–800): Jordanes, Gregory of Tours, Bede, and Paul the Deacon. Princeton: Princeton University Press, 1988.
  • Gregory of Tours. History of the Franks. Ernest Brehaut (translator). New York: Columbia University Press, 1916.
  • Humphries, Mark. "Italy, A. D. 425–605", Cambridge Ancient History – Volume XIV: Late Antiquity: Empire and Successors, A. D. 425–600. Averil Cameron, Bryan Ward-Perkins and Michael Whitby (eds.). Cambridge: Cambridge University Press, 2001.
  • (in Italian) Jarnut, Jörg. Storia dei Longobardi. Turin: Einaudi, 1982 [1995].
  • (in Italian) Lane, Frederic C.. Storia di Venezia. Turin: Einaudi, 1973 [1991].
  • Madden, Thomas F. "Aquileia", Medieval Italy: an encyclopedia. Christopher Kleinhenz (ed.). v. 1, New York: Routledge, 2004.
  • Martindale, John R. (ed.), Prosopography of the Later Roman Empire – Volume III: A.D. 527–641, Cambridge: Cambridge University Press, 1992.
  • Moorhead, John. "Ostrogothic Italy and the Lombard invasions", The New Cambridge Medieval History: Volume I c. 500 – c. 700. Paul Fouracre (ed.). Cambridge: Cambridge University Press, 2005.
  • (in Italian) Ostrogorsky, Georg. Storia dell'impero bizantino. Turin: Einaudi, 1963 [1993].
  • (in Italian) Palmieri, Stefano. "Duchi, Principi e Vescovi nella Longobardia meridionale", Longobardia e longobardi nell'Italia meridionale: le istituzioni ecclesiastiche. Giancarlo Andenna e Giorgio Picasso (eds.). Milan: Vita e Pensiero, 1996.
  • Paul the Deacon. History of the Langobards. William Dudley Foulke (translator). Philadelphia: University of Pennsylvania Press, 1907.
  • Pohl, Walter. "The Empire and the Lombards: treaties and negotiations in the sixth century", Kingdoms of the Empire: the integration of barbarians in late Antiquity. Walter Pohl (ed.). Leiden: Brill, 1997, pp. 75–134..
  • Richards, Jeffrey. The Popes and the Papacy in the Early Middle Ages, 476–752. London: Routledge, 1979.

(in Italian) Rovagnati, Sergio. I Longobardi. Milan: Xenia, 2003.

  • Schutz, Herbert. Tools, Weapons and Ornaments: Germanic Material Culture in Pre-Carolingian Central Europe, 400–750. Leiden: Brill, 2001.
  • Whitby, Michael. "The successors of Justinian", The Cambridge Ancient History – Volume XIV. pp. 86–112.
  • Wickham, Chris. Early Medieval Italy: Central Power and Local Society 400–1000. Ann Arbor: University of Michigan Press, 1981 [1989].
  • Wickham, Chris. Framing the Early Middle Ages: Europe and the Mediterranean, 400–800. Oxford: Oxford University Press, 2005.
  • Wolfram, Herwig. The Roman Empire and Its Germanic Peoples. Berkeley: University of California Press, 1990 [1997].

Εξωτερικοί Σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βασιλικοί τίτλοι
Προκάτοχος
Αυδοΐνος
Βασιλιάς των Λομβαρδών
560 - 572
Διάδοχος
Κλέφος