Ιερά Μητρόπολις Κορίνθου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ιερά Μητρόπολις Κορίνθου, Σικυώνος, Ζεμενού, Ταρσού και Πολυφέγγους
Γενικές πληροφορίες
Ίδρυση50
ΙδρυτήςΑπόστολος Παύλος
XώραΕλλάδα
ΈδραΚόρινθος
ΥπαγωγήΕκκλησία της Ελλάδος
Αρχιερατικές περιφέρειες13
Ενορίες162
Μονές18 (7 ανδρικές και 11 γυναικείες)
Μητροπολιτικός ναόςΙερός Καθεδρικός Ναός Αποστόλου Παύλου
Ιστοσελίδαimkorinthou.org
Ιεραρχία
ΜητροπολίτηςΔιονύσιος
ΠρωτοσύγκελλοςΕπίσκοπος Κεγχρεών Αγάπιος

Η Ιερά Μητρόπολις Κορίνθου, Σικυώνος, Ζεμενού, Ταρσού και Πολυφέγγους είναι μια Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος με έδρα την Κόρινθο. Από τον Μεσαίωνα υπήρχε επίσης και ως τίτλος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Σημερινός μητροπολίτης (από το 2006) είναι ο Διονύσιος Μάνταλος.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ίδρυση της επισκοπής της Κορίνθου αποδίδεται στον Απόστολο Παύλο, ο οποίος κήρυξε στην πόλη και απηύθυνε δύο επιστολές στην Κορινθιακή Εκκλησία. Διάδοχός του και πρώτος επίσκοπος ήταν ο Άγιος Απόλλων της Εφέσου. Ο Πάπας Κλήμης Α΄ έγραψε επίσης μια επιστολή στην τοπική εκκλησία, τον πρώτο αιώνα μ.Χ.[1] Κατά την ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο, η Κόρινθος ήταν η πρωτεύουσα και μητροπολιτική έδρα της επαρχίας Αχαΐας (νότια Ελλάδα)[2].

Η πόλη καταστράφηκε σε μεγάλο βαθμό από τους σεισμούς του 365 και 375, και κατόπιν από την εισβολή του Αλάριχου το 396. Ανακατασκευάστηκε σε μικρότερη κλίμακα στη συνέχεια, αλλά με μεγαλοπρεπή κτήρια[2]. Η Κόρινθος παρήκμασε μετά τον 6ο αιώνα και ο κύριος οικισμός μετακινήθηκε από την κάτω πόλη στην Ακροκόρινθο. Παρότι έγινε πρωτεύουσα των θεμάτων της Ελλάδας και της Πελοποννήσου, μόλις τον 9ο αιώνα άρχισε να ανακάμπτει, φτάνοντας στο απόγειό της τον 11ο και 12ο αιώνα, όταν έγινε κέντρο ακμάζουσας βιομηχανίας μεταξιού. Η περίοδος αυτή της ευημερίας τελείωσε με την νορμανδική λεηλασία του 1147.

Εκτός από τον Άγιο Απόλλωνα, ο Le Quien (II, 155) αναφέρει σαράντα τρεις επισκόπους κατά την Ρωμαϊκή / Βυζαντινή εποχή: ανάμεσά τους ο Άγιος Σωσθένης, μαθητής του Αποστόλου Παύλου, ο Άγιος Διονύσιος, ο Παύλος, αδελφός του Αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους τον δέκατο αιώνα, ο Άγιος Αθανάσιος τον ίδιο αιώνα, ο Γεώργιος ή Γρηγόριος, σχολιαστής λειτουργικών ύμνων. Μέχρι τον 9ο αιώνα, η Κόρινθος παρέμεινε η μητρόπολη της νότιας Ελλάδας, και ιδιαίτερα της Πελοποννήσου. Πράγματι, ο επίσκοπος Κορίνθου ήταν ο μόνος επίσκοπος από την Πελοπόννησο που συμμετείχε στην Σύνοδο της Εφέσου το 431, και ο μόνος επίσκοπος από την Ελλάδα που παρευρέθηκε στην Τρίτη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 680[2]. Από τις αρχές του 9ου αιώνα, ωστόσο, το πρωτείο της Κορίνθου στην Πελοπόννησο αμφισβητήθηκε από την Επισκοπή Πατρών και από τον 10ο αιώνα η Κόρινθος περιορίστηκε στην ανατολική Πελοπόννησο και σε ορισμένα από τα Ιόνια νησιά. Σύμφωνα με διάφορα εκκλησιαστικά τακτικά του 10ου-12ου αιώνα, η Κόρινθος αριθμούσε επτά επισκοπές: Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Δαμαλών, Λακεδαίμονος/Μονεμβασίας, Άργους, Έλους και Ζεμενού[3].

Το 1203/4, η πόλη περιέπεσε στον φιλόδοξο άρχοντα της Αργολίδας, Λέοντα Σγουρό, ο οποίος εξασφάλισε την κατοχή της Κορίνθου προσκαλώντας τον Μητροπολίτη της, Νικόλαο, στην Ακροναυπλία για δείπνο, και ρίχνοντάς τον στη συνέχεια από τα ύψη[4]. Οι φιλοδοξίες του Σγουρού να δημιουργήσει δικό του κράτος στη νότια Ελλάδα περιορίστηκαν από νικηφόρα επίθεση Σταυροφόρων, οι οποίοι κατέλαβαν την Κόρινθο το 1210[5][6]. Μετά την κατάληψη της πόλης, οι Σταυροφόροι δημιούργησαν Λατινική Αρχιεπισκοπή σε αντικατάσταση της ελληνορθόδοξης[3][7]. Ο Le Quien (III, 883) αναφέρει είκοσι λατίνους επισκόπους από το 1210 έως το 1700, αλλά ο Eubel (I, 218, II, 152) αναφέρει είκοσι δύο αρχιεπισκόπους την περίοδο από το 1212 έως το 1476. Αν και η Κόρινθος ήταν η παλαιότερη και πιο σπουδαία επισκοπή στη νότια Ελλάδα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας επισκιάστηκε από τη Λατινική Αρχιεπισκοπή Πατρών[8].

Η πόλη ανακτήθηκε από το Βυζαντινό Δεσποτάτο του Μυστρά το 1395 και, μετά από μια σύντομη περίοδο (1397-1404) κυριαρχίας από Ιππότες, επέστρεψε σε βυζαντινά χέρια, όπου παρέμεινε έως ότου έπεσε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 8 Αυγούστου 1458[2]. Μετά τη βυζαντινή ανάκτηση της πόλης, ο καθολικός επίσκοπος διατηρήθηκε ως τιτουλάριος. Σήμερα, η Μητρόπολη Κορίνθου ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Επισκοπικός κατάλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όνομα Έτη Σημειώσεις
Απόλλων μέσα 1ου αιώνα Άγιος
Σίλας Άγιος
Ονησιφόρος
Σωσθένης
Απολλώνιος αρχές 2ου αιώνα
Διονύσιος Α΄ ~ 170
Βακχύλος ~ 196
Ησίοδος 3ος αιώνας
Διονύσιος Β΄ ~ 350
Δωρόθεος τέλη 4ου αιώνα
Ευστάθιος 381
Αλέξανδρος 406
Περιγένης ~ 431
Ερασίστρατος 446
Πέτρος ~ 451
Φώτιος ~ 536
Θεόδωρος 6ος αιώνας
Αναστάσιος ~ 590 – 591
Ιωάννης Α΄ 591
Στέφανος Α΄ 681
Γαβριήλ Α΄ 8ος/9ος αιώνας
Ιλαρίων ~ 869[9]
Ιωάννης Β΄ 879 – 880
Παύλος
Βασίλειος
Αθανάσιος
Γαβριήλ
Γεώργιος ~ 1027[9]
Νικήτας
Μιχαήλ
Νικόλαος
Στέφανος Β΄
Γρηγόριος
Σέργιος επί Αλεξίου Κομνηνού[9]
Νικόλαος ~ 1156 δολοφονήθηκε από τον Λέοντα, τύραννο Ναυπλίου και Άργους[9]
Θεόδωρος ~ 1166[10]
Νικόδημος Α΄
Υάκινθος 1343 – 1347[11]
Θεόληπτος
Ισίδωρος
Θεόγνωστος ~ 1394[9]
Λατίνοι Αρχιεπίσκοποι, 1212–μέσα 15ου αιώνα
Μάρκος 1445
Μαλαχίας 1446
Ιωακείμ ~ 1447
Κύριλλος Α΄ 1492 – 1507 παραιτήθηκε[12]
Μακάριος Α΄ (Παπαγεωργόπουλος) Οκτώβριος 1507 – 4 Απριλίου 1517 κατόπιν Θεσσαλονίκης[13]
Θεοφάνης 1517 – 1534
Ιωάσαφ Α΄ πριν το 1541[14] – 1549
Σωφρόνιος 1549 – 1569
Λαυρέντιος 1574 – 1585 παραιτήθηκε[9]
Νεόφυτος Α΄ 1585 – 1589
Λαυρέντιος 1590
Νεόφυτος Α΄ 1595
Άνθιμος 1620 – 1622
Νεόφυτος Β΄ 1622 – 1625
Δανιήλ 1625[15] – 1628 κατόπιν Σερρών
Κύριλλος Α΄ (Σπανός) 1628 – 1635/6[16] μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης (1652, 1654)
Ιεζεκιήλ Β΄ 1636 – 1638 καθαιρέθηκε[16]
Ιωάσαφ Β΄ Αύγουστος 1638[16] – 1641
Γρηγόριος Α΄ (ο Γουλανός) 1641 – 1660
Παρθένιος 1660 – 1668 †
Κάλλιστος Νοέμβριος 1668[16] – 1672
Ζαχαρίας Α΄ ~ 1676[17] – 1684 μαρτύρησε[16]
Γρηγόριος Β΄ (Νοταράς) 1684 – 1715 υπό Ενετοκρατία
Ιωάσαφ Γ΄ 1715 – 1719
Μητροφάνης 1719
Παρθένιος 1734 – 1763
Μακάριος (Νοταράς) 1764 – 1768;[16]/1770
Γαβριήλ Γ΄ Απρίλιος 1771[18] – 1783 κατόπιν Νικαίας
Ζαχαρίας Β΄ 1784 – 1819
Κύριλλος Β΄ (Ροδόπουλος) 1819 – 1836
Κύριλλος Γ΄ (Βογάσαρης) 1841 – 1842
Γεράσιμος (Ράλλης-Σπανός) 18 Δεκεμβρίου 1842 – 13 Αυγούστου 1843 †
Ιωνάς (Κωνσταντινίδης) 10 Ιουλίου 1852 – 29 Νοεμβρίου 1853 †
Αμφιλόχιος (Γαρδέλης) 23 Αυγούστου 1854 – 8 Φεβρουαρίου 1875 †
Σωκράτης (Κολιάτσος) 2 Φεβρουαρίου 1884 – 15 Φεβρουαρίου 1899 †
Βαρθολομαίος (Γεωργιάδης) 26 Σεπτεμβρίου 1899 – 26 Φεβρουαρίου 1918 †
Δαμασκηνός (Παπανδρέου) 20 Δεκεμβρίου 1922 – 6 Νοεμβρίου 1938 μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1941–1949)
Μιχαήλ (Κωνσταντινίδης) 10 Σεπτεμβρίου 1939 – 11 Οκτωβρίου 1949 κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής
Προκόπιος (Τζαβάρας) 23 Νοεμβρίου 1949 – 3 Δεκεμβρίου 1964 †
Παντελεήμων (Καρανικόλας) 18 Νοεμβρίου 1965 – 16 Αυγούστου 2006 †
Διονύσιος (Μάνταλος) 10 Οκτωβρίου 2006 – σήμερα

Αρχιερατικές περιφέρειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερά Μητρόπολη Κορίνθου διαιρείται σε 13 αρχιερατικές περιφέρειες: Κορίνθου, Βέλου, Βόχας, Ευρωστίνης, Κλεωνών, Λουτρακίου, Νεμέας, Ξυλοκάστρου, Σικυώνος, Στυμφαλίας, Σολυγείας, Τρικάλων και Φενεού.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. First Epistle to the Corinthians (Clement)
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Gregory 1991, σελ. 531–533.
  3. 3,0 3,1 Setton 1975, σελ. 36–37 σημ. 45.
  4. Setton 1975, σελ. 21–24 σημ. 28.
  5. Bon 1969, σελ. 56–59.
  6. Setton 1975, σελ. 22–25, 36.
  7. Bon 1969, σελ. 93-94.
  8. Bon 1969, σελ. 92.
  9. 9,0 9,1 9,2 9,3 9,4 9,5 Μυστακίδης 1936, σελ. 183.
  10. Χωνιάτης, Νικήτας (1865). Τα ευρισκόμενα πάντα. σελ. 256. 
  11. Preiser-Kapeller, Johannes (2008). Das Episkopat im späten Byzanz : ein Verzeichnis der Metropoliten und Bischöfe des Patriarchats von Konstantinopel in der Zeit von 1204 bis 1453. Saarbrücken: VDM Verlag Dr. Müller. ISBN 978-3836487863. 
  12. Γλαβίνας 1973, σελ. 169.
  13. Γλαβίνας 1973, σελ. 163 κ.ε..
  14. «Έγγραφον συνοδικόν 68 Μητροπολιτών (...)». Γρηγόριος ο Παλαμάς ΜΘ: 226. Ιανουάριος 1920. http://digital.lib.auth.gr/record/139966/files/5076_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 30 Απριλίου 2022. 
  15. Βεροίας, Καλλίνικος (1918). «Περί της ομολογίας των χειροτονούμενων αρχιερέων του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Γρηγόριος ο Παλαμάς ΙΘ: 62. https://digital.lib.auth.gr/record/139964/files/5074_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2022. 
  16. 16,0 16,1 16,2 16,3 16,4 16,5 Μυστακίδης 1936, σελ. 184.
  17. Δελιάλης, Ν. (2017). «Δύο Πατριαρχικά Σιγίλλια Διονυσίου του Δ' και Γρηγορίου του Ε'». Μακεδονικά (1): 112. doi:https://doi.org/10.12681/makedonika.9121. 
  18. Μυστακίδης 1936, σελ. 185.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]