Ιερά Μητρόπολις Νικαίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ιερά Μητρόπολις Νικαίας ήταν μια επαρχία (από τα μέσα του 4ου αιώνα Μητρόπολη) του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως με έδρα την πόλη της Νίκαιας στην Βιθυνία (σημερινό Ιζνίκ της Τουρκίας). Ήταν σπουδαία επαρχία λόγω της εγγύτητάς της με την βυζαντινή πρωτεύουσα, την Κωνσταντινούπολη, και επειδή σε αυτήν διεξήχθησαν δύο Οικουμενικές Σύνοδοι, το 325 και 787. Η Μητρόπολη Νικαίας παρέμεινε σημαντική μέχρι την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1331. Κατόπιν, το χριστιανικό στοιχείο στην περιοχή μειώθηκε γρήγορα, με την φυγή του ελληνικού πληθυσμού και τον εξισλαμισμό των υπολοίπων. Έτσι, η έδρα της Μητρόπολης μεταφέρθηκε στην Κίο. Η Μητρόπολη παρέμεινε ενεργή μέχρι την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Διατηρείται ως τίτλος ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και από τα μέσα του 15ου αιώνα και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Νίκαια ήταν σημαντική και ευημερούσα πόλη της Ύστερης Αρχαιότητας και έτσι ήκμασε και η τοπική εκκλησία. Το 325 συνεκλήθη στην πόλη η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος και υπό τον Αυτοκράτορα Ουάλη (364–378) η τοπική επισκοπή αποσπάστηκε από την γειτονική Νικομήδεια και αναβιβάστηκε σε ξεχωριστή Μητρόπολη[1]. Τον πέμπτο αιώνα απέσπασε τρεις επισκοπές από τη δικαιοδοσία της Νικομήδειας και αργότερα έξι. Το 787 πραγματοποιήθηκε εκεί η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία τερμάτισε την πρώτη περίοδο της Εικονομαχίας. Στην Notitiae Episcopatuum από τον 8ο έως τον 15ο αιώνα, η Νίκαια καταλαμβάνει σταθερά την όγδοη θέση στις Μητροπόλεις που υπάγονται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως[2].

Η πόλη παρέμεινε σημαντική καθ 'όλη τη μέση βυζαντινή περίοδο (7ος-12ος αιώνας). Μετά την εξέγερση του Νικηφόρου Μελισσηνού, οι Τούρκοι σύμμαχοί του κατέλαβαν την πόλη το 1081 και την έκαναν πρώτη πρωτεύουσα του Σελτζουκικού Σουλτανάτου του Ρουμ, μέχρι την ανακατάληψή της από την Α΄ Σταυροφορία το 1097[1]. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Τέταρτης Σταυροφορίας και την ίδρυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας (1204), η πόλη έγινε πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και έδρα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εν εξορία μέχρι την επανακατάκτηση της Πόλης το 1261[1]. Μεταξύ των 46 επισκόπων που καταγράφει ο Le Quien (Oriens Christianus, τόμ. I, 639–56), οι πιο αξιοσημείωτοι είναι: ο Θέογνις, ο πρώτος γνωστός επίσκοπος, που αφορίστηκε το 325, ο Αναστάσιος τον 6ο αιώνα, ο Πέτρος, ο Θεοφάνης ο Γραπτός (συγγραφέας της Οκτωήχου), ο Ιγνάτιος ο Διάκονος και ο Γρηγόριος Ασβεστάς τον 9ο αιώνα, ο Ευστράτιος στις αρχές του 12ου αιώνα και ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος τον 15ο αιώνα.

Η πόλη καταλήφθηκε μετά από μια μακρά πολιορκία από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1331[1]. Η μακρά αντίσταση της πόλης, η έξοδος του ελληνικού ορθόδοξου πληθυσμού της σε εδάφη ακόμη ελεγχόμενα από το Βυζάντιο και ο γρήγορος εξισλαμισμός που ακολούθησε την κατάκτηση (παρά το φαινόμενο του κρυπτο-χριστιανισμού) μείωσε γρήγορα το τοπικό ελληνικό ορθόδοξο στοιχείο[3]. Ήδη το 1354, όταν ο Γρηγόριος Παλαμάς επισκέφθηκε την πόλη, βρήκε ότι ο τοπικός χριστιανικός πληθυσμός ήταν πολύ εξαντλημένος[1] και σε μια μερική απογραφή της ίδιας της Νίκαιας που χρονολογείται από το 1454/5, καταγράφονται μόνο επτά χριστιανικά νοικοκυριά[3]. Παρότι ολόκληρη η περιοχή της Βιθυνίας υπέστη απότομη πτώση του χριστιανικού της στοιχείου κατά τη διάρκεια και μετά την οθωμανική κατάκτηση, το Πατριαρχείο διατήρησε ενεργές όλες τις μητροπόλεις της βυζαντινής εποχής καθ'όλη την πρώιμη οθωμανική περίοδο (πέρα από την Νίκαια, και την Νικομήδεια, την Χαλκηδόνα και την Προύσα) σε βαθμό εντελώς δυσανάλογο προς τις δημογραφικές πραγματικότητες. Πέρα από την επιθυμία να διατηρηθούν ενεργές ιστορικές και σπουδαίες επισκοπές όπως αυτή της Νικαίας, αυτή η πρακτική ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα της γειτνίασής τους με την έδρα του Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επέτρεψε στους επισκόπους τους να διαχειρίζονται τις επισκοπές τους και παράλληλα να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κεντρική διοίκηση της Εκκλησίας. Η πρακτική αυτή επισημοποιήθηκε τον 18ο αιώνα, όταν οι επίσκοποι των πλησιέστερων στην Κωνσταντινούπολη επισκοπών (δηλαδή της Βιθυνίας και της Ανατολικής Θράκης), οι οποίοι συνήθως κατοικούσαν στην οθωμανική πρωτεύουσα και ήταν μέλη της μόνιμης συνόδου του πατριαρχείου, αναβαθμίστηκαν σε «Γέροντες» Μητροπολίτες και σχημάτισαν μια ομάδα με την ισχύ να ελέγχει και να συμβουλεύει τους Πατριάρχες[3].

Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της έλλειψης του χριστιανικού στοιχείου στην ίδια τη Νίκαια, η έδρα της Μητρόπολης μεταφέρθηκε στο κοντινό λιμάνι της Κίου, της οποίας καταργήθηκε η αρχιεπισκοπή. Η ακριβής ημερομηνία μεταφοράς της έδρας μας είναι άγνωστη, αλλά μπορεί να συνέβη ήδη στα τέλη του 14ου αιώνα. Η τοπική εκκλησία της Κοιμήσεως (ή η Θεοτόκος Παζαριώτισσα, όπως ήταν γνωστή) χρησίμευσε ως καθεδρικός ναός της Μητρόπολης τουλάχιστον από την ανακαίνισή της το 1692[3].

Η Μητρόπολη γνώρισε μια αναβίωση στα τέλη της Οθωμανικής εποχής, ως αποτέλεσμα της γενικής δημογραφικής αύξησης του ορθόδοξου (όχι μόνο ελληνικού) πληθυσμού αυτήν την περίοδο. Στις αρχές του 20ού αιώνα περιελάμβανε 26 ενορίες, συμπεριλαμβανομένων των Ελληνόφωνων, των Αρμενίων και των Τουρκόφωνων. Σύμφωνα με την (όχι πάντα αξιόπιστη) απογραφή του Πατριαρχείου πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μητρόπολη ποίμαινε 33.470 άτομα[3].

Επισκοπικός κατάλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όνομα Έτη Σχόλια
Θέογνις 325 – 355 Αρειανιστής, αφορίστηκε
Χριστός 325 – 329
Θέογνις ~ 342 Αρειανιστής[4]
Ευγένιος 355 – 370 Αρειανιστής
Υπάτιος Α΄ 370 – 380 Αρειανιστής
Δωρόθεος 381
Αναστάσιος Α΄ 451 Πρώτος με τον τίτλο του Μητροπολίτη
Πέτρος Α΄ 458 – 459
Αναστάσιος Β΄ πριν το 518[5] – μετά το 536[6]
Στέφανος 553
Θεόφιλος περί τον 6ο-7ο αιώνα
Κωνσταντίνος Α΄ 7ος αιώνας
Φώτιος 680 – 681 συμμετείχε στην ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο[7]
Γεώργιος Α΄ 691
Αναστάσιος Γ΄ τέλη 7ου – αρχές 8ου αιώνα
Υπάτιος Β΄ 787
Ινγκερ τέλη 8ου – αρχές 9ου αιώνα
Πέτρος Β΄ 812 – 827
Θεοφάνης Α΄ ο Γραπτός 843 – 845
Ιγνάτιος ο Διάκονος 845 – 847
Νικηφόρος 847 – 858
Ιωάννης Α΄ 858 – 867
Νικηφόρος 867 – 877 β΄ θητεία
Αμφιλόχιος 877 – 878
Γρηγόριος Ασβεστάς 878 – 880
Θεόδωρος Α΄ 10ος αιώνας
Αλέξανδρος 925 – 935
Ιγνάτιος 935 – 945
Δανιήλ Α΄ μέσα του 10ου αιώνα
Θεόδωρος Β΄ 956
Κοσμάς 11ος αιώνας
Κωνσταντίνος Β΄ 1027
Ευστράτιος 1092 – 1117
Νικήτας 12ος αιώνας
Λέων 1144 – 1155
Γεώργιος Β΄ 1166 – 1173
Νικόλαος 1177
Γεράσιμος Α΄ 13ος αιώνας
Θεοβάνης Β΄ 1261 – 1283
Αρσένιος 1301 – 1313
Πέτρος Γ΄ 1315[α] – 1318
Καλλίστρατος 1327
Μανασσής 1355 – 1362
Θεοφάνης Γ΄ 1366 – 1380
Αλέξιος 1380 – 1393
Γεώργιος Γ΄ 1393 – 1403
Βησσαρίων 1437 – 1439 προσχώρησε στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έγινε καρδινάλιος[9]
Νεόφυτος 1439 – 1450
Σταυράκιος 1450
Ματθαίος ~ 1467[10]
Αλέξιος ~ 1528[11]
Αθανάσιος 1530[11]
Κύριλλος πριν το 1565 – 1579 υπογράφει την καθαίρεση του Πατριάρχη Ιωάσαφ Β΄ (Ιαν. 1565)[12]
Παρθένιος 1606 – 1621
Πορφύριος Α΄ 1624 – 17 Ιουνίου 1640 παραιτήθηκε[13]
Πορφύριος Β΄ 1640 – 1651[14]
Γρηγόριος Β΄ 1653 – 1655
Ναθαναήλ 1657
Φιλόθεος προ του 1659[15] – 1662
Γρηγόριος Γ΄ 1667
Δαμασκηνός 1667 – 1672[16]
Μεθόδιος 1672
Σωφρόνιος Α΄ πριν το 1676[17] – 1687
Νικόδημος 1691 – 1700
Γεννάδιος ο Λέριος 1712 – 25 Φεβρουαρίου 1714 από Χίου, κατόπιν Ηρακλείας
Ιωαννίκιος αρχές 18ου αιώνα[18]
Καλλίνικος Α΄ πριν το 1741[19] – μετά το 1744[20]
Ιερεμίας πριν το 1752[21] – μετά το 1761[22]
Άνθιμος προ του Ιουλίου 1772[23] – μετά το 1775[24]
Καλλίνικος Β΄ Σεπτέμβριος 1792 – 17 Ιουνίου 1801 από Αδριανουπόλεως, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Δανιήλ Ιούνιος 1801 – 1809 καθαιρέθηκε[25]
Ιωαννίκιος Μάρτιος 1811 – Ιούνιος 1817 από Αγκύρας, κατόπιν Καισαρείας
Μακάριος Γ΄ Ιούνιος 1817 – Απρίλιος 1821 από Τυρνόβου, κατόπιν Εφέσου
Ιερόθεος Απρίλιος 1821 – 14 Οκτωβρίου 1825 από Παροναξίας, μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Ιωσήφ Β΄ 14 Οκτωβρίου 1825 – 18 Ιουνίου 1859[26] από Πελαγονίας
Ιωαννίκιος Γ΄ 20 Ιουνίου 1859[26] – 12 Μαΐου 1878[27] από Νύσσης[26], κατόπιν Ηρακλείας
Σωφρόνιος Β΄ 12 Μαΐου 1878 – 14 Νοεμβρίου 1880 από Διδυμοτείχου, παραιτήθηκε
Διονύσιος 14 Νοεμβρίου 1880 – 23 Ιανουαρίου 1886 από Αδριανουπόλεως, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Σωφρόνιος Β΄ 23 Ιανουαρίου 1886 – 8 Ιανουαρίου 1890 † β΄ θητεία
Ιερώνυμος 11 Ιανουαρίου 1890 – 13 Μαΐου 1897[28] από Νικοπόλεως, κατόπιν Ηρακλείας
Σωφρόνιος Γ΄ 29 Μαΐου 1897 – 22 Μαΐου 1902 από Λέρου, κατόπιν Ιωαννίνων
Ιερώνυμος 22 Μαΐου 1902 – 30 Μαρτίου 1910 † από Ηρακλείας
Βασίλειος 13 Μαΐου 1910 – 13 Ιουλίου 1925 από Πελαγονίας, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Βενιαμίν Κυριακού 21 Ιουλίου 1925 – 21 Οκτωβρίου 1933 από Φιλιππουπόλεως, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Ιωάννης Ε΄ 4 Οκτωβρίου 2001[29] – 1 Ιουλίου 2010 † από Φιλλανδίας
Κωνσταντίνος 29 Αυγούστου 2011 – 8 Απριλίου 2021[30] από Δέρκων

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Συνυπογράφει συνοδική απόφαση επί Πατριάρχου Ιωάννου ΙΓ'[8]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Foss 1991.
  2. Nesbitt 1996, σελ. 104.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 Moustakas 2003.
  4. Γεδεών, Μανουήλ (1885). Πατριαρχικοί Πίνακες: Ειδήσεις ιστορικαί βιογραφικαί περί των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως: από Ανδρέου του Πρωτοκλήτου μέχρις Ιωακείμ Γ' του από Θεσσαλονίκης, 36-1884. Κωνσταντινούπολη: Lorenz & Keil. σελ. 118. 
  5. Sacrosancta Concilia Ad Regiam Editionem Exacta. Παρίσι. 1671. σελ. 168. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2021. 
  6. Sacrosancta Concilia Ad Regiam Editionem Exacta. Παρίσι. 1671. σελ. 257. Ανακτήθηκε στις 8 Αυγούστου 2021. 
  7. Sacrosancta Concilia Ad Regiam Editionem Exacta. Παρίσι. 1671. σελ. 711. Ανακτήθηκε στις 10 Αυγούστου 2021. 
  8. Καλέκα, Μανουήλ (1865). Τα ευρισκόμενα πάντα. Παρίσι: Jacques-Paul Migne. σελ. 1090. 
  9. Ζαχαριάδου 1996, σελ. 33.
  10. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Αθανάσιος (1903). «Μάρκος Ξυλοκαράβης: πατριάρχης οικουμενικός και είτα πρόεδρος Αχριδών». Византийский временник 10: 14. http://digital.lib.auth.gr/record/67552/files/arc-2007-26504.pdf. Ανακτήθηκε στις 14 Απριλίου 2021. 
  11. 11,0 11,1 Ζαχαριάδου 1996, σελ. 132.
  12. Μπέκερ, Άουγκουστ Ιμμάνουελ (1849). Historia politica et patriarchica Constantinopoleos. σελ. 184. Ανακτήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2020. 
  13. Σάθας, Κ.Ν. Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη - Γ΄ Τόμος. σελ. 575. 
  14. Κουρίλας, σελ. 48.
  15. Μπρούσκαρη, Έρση (1983). «Πατριαρχικά γράμματα του Μουσείου Κανελλοπούλου». Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρίας 11: 249-266. https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/deltion/article/viewFile/4589/4365.pdf. Ανακτήθηκε στις 8 Απριλίου 2021. 
  16. «Τα πατριαρχικά σιγίλλια». Ιερά Βασιλική Σταυροπηγιακή Μονή του Κύκκου. Ανακτήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2020. 
  17. Δελιάλης 2017, σελ. 112.
  18. Παπαδόπουλος Κεραμέως, Α. Τακτικόν των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής (PDF). σελ. 469. 
  19. Κουρίλας, σελ. 50.
  20. Κουρίλας, σελ. 187.
  21. Κουρίλας, σελ. 196ζ.
  22. Δελιάλης 2017, σελ. 122.
  23. Κατάλογος χειρογράφων κωδίκων της βιβλιοθήκης της κατά το αγιώνυμων όρος του Άθω ιεράς και μεγαλώνυμου Σκήτης της αγίας Θεομήτορος Άννης (μέρος Α') (PDF). σελ. 99. 
  24. Δελιάλης 2017, σελ. 120.
  25. Kiminas 2009, σελ. 78.
  26. 26,0 26,1 26,2 Καλλίφρων, Βασίλειος Δ. (1867). Εκκλησιαστικά ή Εκκλησιαστικόν Δελτίον. Κωνσταντινούπολη. σελ. 167. 
  27. Φιλιππαίου 1960, σελ. 356.
  28. Φιλιππαίου 1960, σελ. 357.
  29. Kiminas 2009, σελ. 79.
  30. «Η κηδεία του αειμνήστου Μητροπολίτου Γέροντος Νικαίας κυρού Κωνσταντίνου». Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ανακτήθηκε στις 12 Απριλίου 2021. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]