Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου
| Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Σουφλίου | |
|---|---|
![]() | |
| Γενικές πληροφορίες | |
| Xώρα | Ελλάδα |
| Έδρα | Διδυμότειχο |
| Υπαγωγή | Εκκλησία της Ελλάδος (επιτροπικώς) |
| Διοίκηση | |
| Μητροπολίτης | Δαμασκηνός |
| Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος | Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Γ. Σουργουτσίδης |
| Ιστοσελίδα | |
| imdos.gr/ | |
Η Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Σουφλίου είναι μια από τις Μητροπόλεις των λεγομένων «Νέων Χωρών[α]».
Έδρα της είναι το Διδυμότειχο και στην περιφέρειά της υπάγεται το βόρειο τμήμα του Νομού Έβρου.[2][3] Εντός των ορίων της Μητροπόλεως Διδυμοτείχου περιλαμβάνεται και τμήμα της ιστορικής παλαιάς Μητροπόλεως Λιτίτσης (του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως) της Βόρειας Θράκης, που είχε ως έδρα το Ορτάκιοϊ της Βόρειας Θράκης.[4][5]
Μητροπολίτης της από το 2009 είναι ο Δαμασκηνός (Καρπαθάκης).
Ιστορικά στοιχεία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η πρώτη μαρτυρία για χριστιανική επισκοπή στην περιοχή αναφέρεται σε αυτή της Πλωτινουπόλεως, γειτονικής προς το σημερινό Διδυμότειχο. Η πρώτη γνωστή αναφορά σε αυτήν χρονολογείται περί το 434-435, οπότε ο επίσκοπος Ιερόφιλος μετατίθεται στην Πλωτινούπολη από την Τραπεζούπολη της Φρυγίας.[6] Στο Συνέκδημο του Ιεροκλέους η Πλωτινούπολη αναφέρεται ως μία από τις επισκοπές της επαρχίας Αιμιμόντου. Στην έκθεση Επιφανίου αναφέρεται τρίτη μεταξύ των επισκοπών της Μητρόπολης Αδριανουπόλεως. Επίσκοπος Πλωτινουπόλεως Γεώργιος αναφέρεται το 787 στα Πρακτικά της Δεύτερης Συνόδου της Νίκαιας. Συμπεραίνεται έτσι ότι η «επισκοπή Πλωτινουπόλεως» διατηρήθηκε μέχρι τον 8ο αιώνα, αν και η έδρα της πρέπει να είχε μεταφερθεί από καιρό στο Διδυμότειχο (λόφος Καλέ).[7]
Έναν αιώνα αργότερα, το 879-880, σε Σύνοδο που συγκαλεί ο Πατριάρχης Φώτιος και επισημοποιεί τις αλλαγές που είχαν προκύψει στο χάρτη της Αυτοκρατορίας συναντάμε για πρώτη φορά την υπογραφή επισκόπου «Διδυμοτείχου». Στη Notitia του Λέοντος Φιλοσόφου το Διδυμότειχο βρίσκεται στην πρώτη θέση των επισκοπών της Μητρόπολης Τραϊανουπόλεως. Η Μητρόπολη Τραϊανουπόλεως είχε υπό τη δικαιοδοσία της ολόκληρη σχεδόν τη σημερινή Ελληνική Θράκη μέχρι το 1189.[6] Τότε, επί αυτοκράτορος Ισαακίου Β΄ Αγγέλου η Μητρόπολη συρρικνώνεται, ενώ η επισκοπή Διδυμοτείχου ανακηρύσσεται αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή και κατατάσσεται 37η θέση στην τάξη πρωτοκαθεδρίας των θρόνων του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Το 1206 πέθανε αυτοεξόριστος στο Διδυμότειχο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Ι΄ Καματηρός, ενσαρκωτής του πνεύματος της αντίστασης εναντίον των Φράγκων και Βουλγάρων.[8] Τον 13ο και ιδιαίτερα τον 14ο αιώνα συνέβησαν αναστατώσεις και ερημώσεις που είχαν σοβαρό αντίκτυπο και στην εκκλησιαστική οργάνωση. Έτσι, σε εκκλησιαστικό τακτικό της δεκαετίας 1261-1270 η Μητρόπολη Διδυμοτείχου βρίσκεται στην 96η θέση (αλλά ταυτόχρονα και ως Αρχιεπισκοπή στην 40η σειρά). Επί Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου ανέρχεται στην 54η θέση, ενώ επί Ανδρόνικου Γ΄ αναβαθμίζεται περαιτέρω στη 44η θέση.[6]
Το 1347 ο Ιωάννης Καντακουζηνός, με τη βοήθεια των Τούρκων, εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη, καθαίρεσε τον αντίπαλό του Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα και τον εξόρισε στο Διδυμότειχο.[9] Ο εκτεταμένος εξισλαμισμός και η εδραίωση της οθωμανικής κυριαρχίας στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα οδήγησαν στον περιορισμό του ελληνικού στοιχείου σε αστικές νησίδες, ανάμεσα στις οποίες και το Διδυμότειχο. Η περιοχή του Διδυμοτείχου εξακολουθεί και επί Τουρκοκρατίας να αποτελεί ιδιαίτερη Μητρόπολη, μία από τις τρεις σταθερές στο χώρο της σημερινής Ελληνικής Θράκης, μαζί με τις Μητροπόλεις Μαρωνείας και Ξάνθης. Σε σημειώσεις σε ελληνικό χειρόγραφο του Σινά, οι οποίες χρονολογούνται στο 15ο-16ο αιώνα, η Μητρόπολη Διδυμοτείχου αναφέρεται στην 140ή θέση, ενώ ο Paul Ricaut αναφέρει το 1692 το Διδυμότειχο μεταξύ των επισκοπών που εξαρτώνται αμέσως από το Πατριαρχείο μαζί με τη Σωζόπολη, τη Φιλιπούπολη και άλλες κοντινές πόλεις.[6]
Σε Συνταγμάτιο του Χρύσανθου Ιεροσολύμων του 17ου αιώνα, η Μητρόπολη Διδυμοτείχου καταλαμβάνει την 34η θέση[10], το 1715 την 33η και το 1767 την 30ή. Το 1855 έχει ανέλθει στην 17η θέση, κάτι που αντανακλά τη σημασία της πόλης στους αμέσως προηγούμενους χρόνους. Ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου φέρει τότε τον τίτλο «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Ροδόπης», κατέχοντας ήδη από το 18ο αιώνα και τον τόπο του Τραϊανουπόλεως. Η ξαφνική παρακμή της πόλης πιθανώς αντικατοπτρίζεται στην πτώση στην 31η θέση το 1862.[6]
Το 1897 ο Διδυμοτείχου βρίσκεται στην 28η θέση, στα 1906, 1923 και 1964 στην 29η θέση και το 1938 στην 40ή θέση. Λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους στη Μητρόπολη Διδυμοτείχου ανήκουν 53 κοινότητες με πάνω από 50.000 ορθόδοξους χριστιανούς πατριαρχικούς κατοίκους.[6]
Τον Απρίλιο του 1828 ξεσπά ρωσοτουρκικός πόλεμος, το τέλος του οποίου σφραγίζεται με τη συνθήκη της Αδριανούπολης στις 14 Σεπτεμβρίου του 1829 με την οποία αναγνωρίζεται επίσημα η θρησκευτική ελευθερία του χριστιανικού πληθυσμού. Έτσι, όπου οι συνθήκες και τα μέσα των κοινοτήτων το επιτρέπουν, οι ταπεινές παλιές εκκλησιές αντικαθίστανται με νέες, μεγάλες, μνημειακές κατασκευές.
Την εποχή της Βουλγαρικής Εξαρχίας, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος εκτοπίστηκε το 1917 στο μοναστήρι Καπνόφσκι στο Βελίκο Τύρνοβο της Βουλγαρίας και από εκεί στη Σόφια, όπου έμεινε έως το 1919. Στο Διδυμότειχο επέστρεψε στα τέλη Νοεμβρίου του 1919. Στη θέση του είχε τοποθετηθεί αρχιερατικός επίτροπος από το σχισματικό μητροπολίτη Κομοτηνής, τον πρώην Σκοπίων Θεοδόσιο, ο οποίος άρπαξε την πολύτιμη βιβλιοθήκη του Φιλάρετου που μεταξύ άλλων περιλάμβανε σπανιότατα χειρόγραφα. Ο Θεοδόσιος άνοιξε τις εκκλησίες και αποφυλάκισε ιερείς, τους οποίους υποχρέωσε να τον μνημονεύουν και σε κάποιες περιπτώσεις να τελούν ιεροπραξίες στα βουλγαρικά. Ταυτόχρονα, όλοι οι κάτοικοι αναγκάζονται να δηλώσουν εγγράφως βουλγαρική καταγωγή.[11]
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάσταση των προσφύγων, το 1924 το Σουφλί αποσπάται από το Διδυμότειχο και σχηματίζει δική του Μητρόπολη με πρώτο Μητροπολίτη το Νεόφυτο Γκοτζαμάνη (1924-1926) και δεύτερο και τελευταίο τον Ιωακείμ Καβύρη (1926-1934), ο οποίος μετά μετατέθηκε στην Αλεξανδρούπολη[12]. Το 1931 καταργείται η προσωρινή Μητρόπολη Νέας Ορεστιάδος που είχε δημιουργηθεί στη θέση της Μητρόπολης Αδριανουπόλεως και όλες οι ενορίες της αποδίδονται στην Μητρόπολη Διδυμοτείχου. Τον Ιούνιο του 1934 καταργείται και η Μητρόπολη Σουφλίου και ενσωματώνεται στη Μητρόπολη Διδυμοτείχου η οποία πλέον ονομάζεται «Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου» ενώ ο Μητροπολίτης έχει τη φήμη «Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Ροδόπης και παντός Αιμιμόντου». Σήμερα η Μητρόπολη διαλαμβάνει 103 Ενορίες και ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου καταλαμβάνει την 29η θέση στην «Τάξη Πρωτοκαθεδρίας».
Την 7η Απριλίου 1941, μετά την εισβολή των Γερμανών μέσω Βουλγαρίας στη Βόρεια Ελλάδα, η μόνη αρχή που παραμένει στην περιοχή είναι ο μητροπολίτης Ιωακείμ (Σιγάλας), ο οποίος αυτοορίστηκε Κυβερνήτης, εγκατέστησε αρχηγείο του στην πλατεία του Διδυμοτείχου, συνέστησε «πολιτοφυλακή» και με τη βοήθεια των τοπικών αρχόντων οργάνωσε την περιοχή εμψυχώνοντας τους πανικοβλημένους κατοίκους της επαρχίας του.[6]
Επισκοπικός κατάλογος
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Όνομα | Έτη | Σημειώσεις |
|---|---|---|
| Ιερόφιλος | ~ 434 | |
| Γεώργιος | ~ 787 | |
| Νικηφόρος | ~ 879 | |
| Γεώργιος | ~ 1232 | |
| Ιωάννης | 1261 – 1272 | |
| Μακάριος | πριν το 1285 – μετά τον Ιούνιο 1294[13] | |
| Θεόδουλος | 1315[β] – μετά τον Απρίλιο 1329[15] | |
| Ιλαρίων | ~ 1340 | |
| Θεόληπτος | 1343 – 1351[16] | |
| Μακάριος | 1393 – 1394 | |
| Σωφρόνιος | ~ 1565 | |
| Ματθαίος | πριν τον Ιανουάριο 1580[17] – μετά τον Ιούνιο 1583[18] | |
| Παφνούτιος | πριν τον Μάρτιο 1587 – μετά το 1596[19] | |
| Ματθαίος | ~ 1591 | |
| Ιωάσαφ | Σεπτέμβριος 1596 – 1601 | |
| Σωφρόνιος | ~ 1601 | |
| Ιωάσαφ | 1605 – 1606 | α΄ θητεία |
| Δανιήλ | 23 Ιουλίου 1606[20] – ; | α΄ θητεία |
| Ιωάσαφ | 1611 – 1613 | β΄ θητεία |
| Άνθιμος | ~ 1614[21] | |
| Δανιήλ | 1616 – 1617 | β΄ θητεία |
| Άνθιμος | Νοέμβριος 1620 | α΄θητεία |
| Παρθένιος | 1620 – 1621 | |
| Λαυρέντιος | 1621 | α΄ θητεία |
| Άνθιμος | 1621 – Ιούλιος 1631 | β΄ θητεία, παραιτήθηκε[22] |
| Λαυρέντιος | 16 Ιουλίου 1631[23] – 1633 | β΄ θητεία, κατόπιν Ναυπάκτου[24] |
| Μακάριος | ~ 1631; | |
| Ανανίας | ~ 1635; | |
| Δανιήλ | 18 Ιουλίου 1633[24], 1637, 1638 – 1639[25] | |
| Διονύσιος | 1636 – 1638 – 1639 | |
| Ιάκωβος | Ιανουάριος 1645; | |
| Κλήμης | ~ 1640[26] ~ 1650 † | |
| Ιάκωβος | Ιούνιος 1651[27] – 1669 | |
| Δανιήλ | ~ 1670 | |
| Νεόφυτος | ~ 1672 | |
| Γρηγόριος | 1672, 1680 – 1687 | |
| Νεκτάριος | ~ 1679 | |
| Νεόφυτος | 1687, Μάιος 1688 – 1689 | |
| Νεκτάριος | ~ 1689 | |
| Ιερεμίας | 1692 – 1698 | |
| Ιωακείμ | Αύγουστος 1702[28] – ; | |
| Νεκτάριος | 1702 – 1746 | |
| Παΐσιος | ~ 1708 | |
| Ιωακείμ | 1708 – 1714 | |
| Νεόφυτος | ~ 1720 | |
| Μισαήλ | 1723, 1727 – 1739 | |
| Αυξέντιος | 1744 – Ιούλιος 1757[29] | κατόπιν Φιλιππουπόλεως |
| Αλέξιος | ~ 1746 | |
| Νεόφυτος | 1757 – 1764, 1779 | |
| Μεθόδιος | ~ 1764 | |
| Παΐσιος | 1778 – 1795, 1797 – Νοέμβριος 1803 | |
| Μελέτιος | Ιανουάριος 1797 – 8 Αυγούστου 1799[30] † | |
| Ιερόθεος | ~ 1798; | |
| Ζαχαρίας | 17 Ιανουαρίου 1801 – 22 Σεπτεμβρίου 1806 ή ως το 1802 | |
| Μελέτιος | Νοέμβριος 1803 – 1814 † | από Βελεγράδων |
| Άνθιμος | Οκτώβριος 1814 – Μάρτιος 1821 | κατόπιν Δρύστρας[31] |
| Καλλίνικος | Μάρτιος 1821 – Σεπτέμβριος 1835 | από Δρύστρας[31], κατόπιν Αμασείας |
| Αβέρκιος | 1835 – Αύγουστος 1841 | κατόπιν Άρτης |
| Βησσαρίων | Αύγουστος 1841 – 1 Ιανουαρίου 1847 | από Προικοννήσου |
| Μελέτιος (Βυζάντιος) | 2 Ιανουαρίου 1847 – 18 Αυγούστου 1849 | από Σόφιας |
| Μελέτιος (ο Σίφνιος) | 22 Αυγούστου 1849 – 3 Ιουνίου 1860[32] † | |
| Μελέτιος (Καβάσιλας) | 2 Νοεμβρίου 1860[33] – 16 Νοεμβρίου 1868 | κατόπιν Κρήτης |
| Διονύσιος (Χαριτωνίδης) | 16 Νοεμβρίου 1868 – 1 Μαΐου 1873 | από Κρήτης, κατόπιν Αδριανουπόλεως, μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης |
| Σωφρόνιος (Χρηστίδης) | 1 Μαΐου 1873 – 23 Νοεμβρίου 1874 | κατόπιν Κρήνης |
| Μελέτιος (Καβάσιλας) | 23 Νοεμβρίου 1874 – 6 Ιουνίου 1877 | β΄θητεία, κατόπιν εκ νέου Κρήτης |
| Σωφρόνιος (Χρηστίδης) | 9 Ιουνίου 1877 – 12 Μαΐου 1878 | κατόπιν Νικαίας |
| Μεθόδιος (Αρώνης) | 12 Μαΐου 1878 – 30 Απριλίου 1893 | από Καισαρείας, κατόπιν Μυτιλήνης |
| Φιλόθεος (Κωνσταντινίδης) | 30 Απριλίου 1893 – 1 Αυγούστου 1896 | από Κορυτσάς, κατόπιν Δράμας |
| Κωνσταντίνος (Βαφείδης) | 1 Αυγούστου 1896 – 26 Απριλίου 1899 | από Νικοπόλεως και Πρεβέζης |
| Φιλάρετος (Βαφείδης) | 6 Μαΐου 1899 – 21 Φεβρουαρίου 1928 | από Καστορίας, κατόπιν Ηρακλείας, αδελφός του προκατόχου του |
| Ιωακείμ (Σιγάλας) | 21 Φεβρουαρίου 1928 – 13 Αυγούστου 1957 | παραιτήθηκε |
| Κωνσταντίνος (Πούλος) | 13 Νοεμβρίου 1957 – 13 Ιουλίου 1974 | συνεργάστηκε με τη Χούντα των Συνταγματαρχών και επαύθη το 1974 επί αρχιεπισκόπου Σεραφείμ |
| Αγαθάγγελος (Ταμπουρατζάκης) | 15 Ιουλίου 1974 – 23 Οκτωβρίου 1986 | κατόπιν Νέας Σμύρνης |
| Νικηφόρος (Αρχαγγελίδης) | 19 Νοεμβρίου 1988 – 4 Οκτωβρίου 2009 † | |
| Δαμασκηνός (Καρπαθάκης) | 12 Οκτωβρίου 2009 – σήμερα | |
Ιστορικοί Ναοί
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Βυζαντινοί Ναοί
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ο Ναός Αγίας Αικατερίνης. Αποτελεί ταφικό παρεκκλήσι αρχών 14ου αιώνα, της εποχής Παλαιολόγων, ενώ δίπλα στο ναό υπάρχουν λαξευμένοι τάφοι στο βράχο.[34]
- Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου Παλαιοκαστρίτη, όπου έγινε η στέψη του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού στις 26 Οκτωβρίου 1341 (σήμερα αρμένικη εκκλησία).
- Το Προσκύνημα Αγίου Δημητρίου.[35]
- Το βυζαντινό μονύδριο της Ζωοδόχου Πηγής (11ος αιώνας). Ο Ιωάννης Κατακουζηνός και ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρονται στην βαριά ασθένεια του αυτοκράτορα Ανδρονίκου του Γ΄ του Παλαιολόγου, μετά από κολύμβηση στα νερά του Ερυθροπόταμου το χειμώνα του 1330. Ο αυτοκράτορας είχε περιπέσει σε κώμα και οι ιατροί είχαν απολέσει κάθε ελπίδα. Σε μία στιγμή επαναφοράς των αισθήσεων του, ο Ανδρόνικος ζήτησε νερό από το αγίασμα της Ζωοδόχου Πηγής, το οποίο έφεραν αμέσως. Με αυτό τον ράντισαν και μετά από λίγες μέρες ο αυτοκράτορας ανάρρωσε. Σήμερα η παλαιά μονή βρίσκεται εντός των ορίων του Στρατοπέδου «Κιρλαγκίτση».[36]
- Το βυζαντινό Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου βρισκόταν μέσα σε μικρό αμυγδαλεώνα και κατεδαφίστηκε κατά τη δεκαετία του 1960 για να κτιστεί το μαθητικό οικοτροφείο της πόλης. Σήμερα στο κτιριακό αυτό συγκρότημα λειτουργεί το «Κέντρο Πολιτισμού και Κοινωνικής Διακονίας», όπου φιλοξενούνται η Σχολή Βυζαντινής Μουσικής και η Χορωδία Παραδοσιακής Μουσικής. Εντός του κτιρίου διαμορφώθηκε Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου για την ενθύμηση του βυζαντινού ναού.[37]
Ναός Σωτήρος Χριστού
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ναός Σωτήρος Χριστού κτίσθηκε το έτος 1846 πάνω σε προγενέστερο κτίσμα, αυτό της βυζαντινής μονής του Σωτήρος Χριστού. Είναι τρίκλινος με διπλή κιονοστοιχία από λίθινους κίονες. Το καμπαναριό είναι κτισμένο επί βυζαντινού πύργου και ανεγέρθηκε το 1873. Στον ναό φυλάσσονται δύο σημαντικές βυζαντινές εικόνες του 13ου και του 14ου αιώνα. Μια αμφιπρόσωπη εικόνα (1300 -1350) στην οποία απεικονίζονται η Σταύρωση και η Βρεφοκρατούσα Θεοτόκος η επονομαζόμενη Διδυμοτειχίτισσα, η οποία αποτελεί δώρο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου. Η δεύτερη εικόνα είναι η δεσποτική του Σωτήρος Χριστού (αρχές του 1200), και αυτή αμφιπρόσωπη. Στην πίσω πλευρά σώζονται τμήματα από την παράσταση της αποκαθηλώσεως. Λιτανεύεται κατά τη γιορτή της Πεντηκοστής, στο Καλέ-Παναΐρ, σύμφωνα με παλαιά βυζαντινή παράδοση. Και οι δύο εικόνες φυλάσσονται σήμερα, ύστερα από την πρόσφατη συντήρησή τους, στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μητροπόλεως Διδυμότειχου. Ο Ναός είναι κτισμένος πάνω σε προγενέστερο κτίσμα, αυτό της βυζαντινής μονής του Σωτήρος Χριστού.[38]
Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Αθανασίου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Αθανασίου χρονολογείται από το 1834 και κτίστηκε στη θέση βυζαντινού ναού. Βρίσκεται μέσα στο κάστρο, δίπλα στο μητροπολιτικό μέγαρο και σε μικρή απόσταση από το βυζαντινό τείχος. Είναι τρίκλινη ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα και εντός του ναού υπάρχει περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1835. Δίπλα στη βόρεια πλευρά του ναού, σώζονται κτιριακά κατάλοιπα σημαντικού μοναστηριακού συγκροτήματος που περιλαμβάνουν ένα επίμηκες ταφικό παρεκκλήσι, μια στενή αυλή και δύο δεξαμενές. Θεωρείται πως κτίσθηκε επί της βυζαντινής μονής της Παναγίας Οδηγήτριας. Ο τόπος αυτός αποτέλεσε σημείο μαρτυρίου του οσιομάρτυρα αγίου Ιακώβου το 1519 αλλά και του οσιομάρτυρα αγίου Παρθενίου, ο οποίος αφού έζησε οριακά στην Ικαρία και την Πάτμο, ευρισκόμενος ως πνευματικός στο Διδυμότειχο τουφεκίστηκε στην είσοδο του Μητροπολιτικού Ναού από Οθωμανό στις 5 Μαρτίου 1805.[34][39]
Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου ανοικοδομήθηκε το έτος 1843, στη θέση παλαιότερου ναού, σύμφωνα με επιγραφές στο ναό και αρχειακές μαρτυρίες, στα χρόνια του Μητροπολίτη Διδυμότειχου Βησσαρίωνα. Αποτελεί ναό μεγάλων διαστάσεων στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα σε σχήμα Π και γυναικωνίτη. Το κωδωνοστάσιο είναι διώροφο, οκταγωνικής κάτοψης και ανεγέρθηκε κατά τα έτη 1925-1926. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο με ποικιλία θεμάτων στις διακοσμητικές ζώνες του. Στον ναό φυλάσσεται και η μοναδική εικόνα του αγίου Ιωσήφ, έργο του αγιογράφου Νικολάου Αδριανουπολίτη, στην οποία απεικονίζονται ο γνώμονας, ο διαβήτης, το τρίγωνο και ο κανόνας[40].
Ιερές Μονές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Μονή Γενεθλίου Θεοτόκου Δαδιάς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Μονή Δαδιάς Έβρου (Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Δαδιάς) βρίσκεται κοντά στο Σουφλί και χρονολογείται από τον 17ο αιώνα. Κάηκε το 1913 από τους Βούλγαρους κατακτητές και στη συνέχεια από τους Τούρκους, ανεσυνεστήθη το 1959 και βρίσκεται μέσα στο περίφημο δάσος της Δαδιάς με την σπάνια πανίδα και χλωρίδα[41][42].
Μονή Παναγιάς Πορταΐτισσας Κορνοφωλιάς Έβρου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Μονή Κορνοφωλιάς Έβρου (ή Μονή Παναγιάς Πορταΐτισσας) βρίσκεται στην περιοχή του Σουφλίου και χρονολογείται στον 16ο αι. Το καθολικό της μονής είναι τρίκλιτη θολωτή βασιλική με ενιαία στέγη και έχει κτισθεί στη θέση παλιότερου. Επάνω από την κεντρική είσοδο του κυρίως ναού υπάρχει κτητορική επιγραφή σε μαρμάρινη πλάκα που αναγράφει ως ημερομηνία εγκαινίων του νέου καθολικού 15 Αυγούστου 1857. Τα σημαντικότερα κειμήλια είναι το αντίγραφο της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας της Πορταίτισσας καθώς και τα λείψανα του ποδιού του Αγίου Χαραλάμπους τα οποία μεταφέρθηκαν στη Μονής μετά την παραχώρησή της στην Μονή Ιβήρων. Αξιόλογα θεωρούνται το εικονοστάσιο του καθολικού (1865) που είναι ξυλόγλυπτο και επίχρυσο με παλαιές εικόνες.[43][44]
Μονή Αγίας Σκέπης – Αγίας Παρασκευής Νέας Βύσσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Μονή Αγίας Σκέπης – Αγίας Παρασκευής ιδρύθηκε το 2011 έξω από τη Νέα Βύσσα πολύ κοντά στην ελληνοτουρκική μεθόριο. Στο ημείο είχε βρεθεί θαμμένη η εικόνα της Αγίας Παρασκευής και το 1931 οι κάτοικοι της Νέας Βύσσας είχαν κτίσει Παρεκκλήσιο στη χάρη της Αγίας Παρασκευής. Το 2005 κτίστηκε νέος, μεγαλύτερος Ναός με τη συνδρομή των κατοίκων και το 2011 ιδρύθηκε επισήμως η νέα μονή.[45]
Μονή Αγίας Παρασκευής Διδυμοτείχου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η Μονή Αγίας Παρασκευής βρίσκεται στην πόλη του Διδυμοτείχου, καθιερώθηκε τον Ιούλιο του 2019 και σε αυτήν εγκαταβιεί και ο Μητροπολίτης Διδυμοτείχου.[46]
Εικόνες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ο ναός του Σωτήρος Χριστού και το κάστρο στο Διδυμότειχο.
- Ο βυζαντινός ναός της Αγίας Αικατερίνης (14ος αιώνας - εποχή των Παλαιολόγων).[34]
- O Καθεδρικός Ναός Παναγίας Ελευθερώτριας Διδυμότειχου (εσωτερικό).
- O Καθεδρικός Ναός Παναγίας Ελευθερώτριας Διδυμότειχου (εσωτερικό).
- Ο μικρός ναός του Αγίου Κυρίλλου ΣΤ' στο χωριό Πύθιο.
- Ο Άγιος Κύριλλος ΣΤ', Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο από Αδριανουπόλεως.
- Ο Άγιος Δωρόθεος ο Πρώιος Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως (+1821).
- Ψηφιδωτό στον Καθεδρικό Ναό Παναγίας Ελευθερώτριας Διδυμότειχου.
- Ο Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου στη Δαδιά Έβρου.
Υποσημειώσεις και παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Υποσημειώσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ «Νέες Χώρες» ονομάζονται 36 Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους περιήλθαν στην ελληνική επικράτεια. Αυτές συνεχίζουν να υπάγονται πνευματικά στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη της 4ης Σεπτεμβρίου 1928 η Διοίκησή τους παραχωρήθηκε «επιτροπικώς» και υπό δέκα ρητούς όρους στην Εκκλησία της Ελλάδος[1].
- ↑ Συνυπογράφει συνοδική απόφαση επί Πατριάρχου Ιωάννου ΙΓ'[14]
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Μαζαράκης, Ευάγγελος (2020). Το υφιστάμενο εκκλησιαστικό καθεστώς των Νέων Χωρών (PDF). Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 19 Απριλίου 2021. Ανακτήθηκε στις 19 Απριλίου 2021.
- ↑ «Ιερά Μητρόπολη Διδυμότειχου και Ορεστιάδας - Εκκλησία της Ελλάδος». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Νοεμβρίου 2018. Ανακτήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
- ↑ Ιερά Μητρόπολη Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος
- ↑ Ιερές Μητροπόλεις της Μικράς Ασίας και της Θράκης
- ↑ Ν. Ροδοοίνος, Ολίγα περί της Μητροπόλεως Λιτίτσης, Θρακικά, τόμος 12, 1939.
- 1 2 3 4 5 6 7 Ι.Μ.Διδυμοτείχου.
- ↑ Χριστιανόπουλος 1993, σελ. 13.
- ↑ Χριστιανόπουλος 1993, σελ. 16.
- ↑ Χριστιανόπουλος 1993, σελίδες 19-21.
- ↑ Χριστιανόπουλος 1993, σελ. 24.
- ↑ Αθ. Γουρίδη «Το ιστορικό Διδυμότειχο, Διδυμότειχο, Μάιος 1999, σελ. 78
- ↑ Σ. Ζεχερλή «Οι ρίζες της Θράκης μας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 132
- ↑ Failler, Albert (1993). «Un acte inédit du patriarche de Constantinople Jean XII (2 juin 1294)». Revue des études byzantines 51: 78. https://www.persee.fr/doc/rebyz_0766-5598_1993_num_51_1_1870. Ανακτήθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2024.
- ↑ Καλέκα, Μανουήλ (1865). Τα ευρισκόμενα πάντα. Παρίσι: Jacques-Paul Migne. σελ. 1090.
- ↑ von Miklosich, Franz Ritter· Müller, Joseph (1860). Acta patriarchatus Constantinopolitani 1315-1402 e codibus manu scriptis bibliothecae Palatinae Vindobonensis. Βιέννη: Gerold. σελ. 146.
- ↑ Preiser-Kapeller, Johannes (2008). Das Episkopat im späten Byzanz : ein Verzeichnis der Metropoliten und Bischöfe des Patriarchats von Konstantinopel in der Zeit von 1204 bis 1453. Saarbrücken: VDM Verlag Dr. Müller. ISBN 978-3836487863.
- ↑ Χαμουδόπουλος, Μηνάς (1881-1882). «Αποσπάσματα πατριαρχικών σελίδων». Εκκλησιαστική Αλήθεια Β (ΜΕ): 731. https://books.google.de/books?id=7EkWAAAAYAAJ&lpg=PA731&ots=ch0jdS98Cp&pg=PA731#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2022.
- ↑ Πάρδος, Αντώνης (1998). Ἀθωνικὰ Σύμμεικτα 5. Ἀρχεῖο τῆς Ἱ. Μ. Παντοκράτορος. Ἐπιτομὲς ἐγγράφων. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. σελ. 122. ISBN 960-90911-0-5.
- ↑ «Αγιορείτικων Κωδίκων Σημειώματα». Γρηγόριος ο Παλαμάς Α: 755. 1917. http://digital.lib.auth.gr/record/139963/files/5073_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 6 Μαΐου 2022.
- ↑ Αποστολόπουλος 1987, σελ. 240.
- ↑ «Σιγίλλιον του Πατριάρχου Τιμοθέου». Γρηγόριος ο Παλαμάς ΜΘ: 742. Ιανουάριος 1920. http://digital.lib.auth.gr/record/139966/files/5076_1.pdf. Ανακτήθηκε στις 1 Μαΐου 2022.
- ↑ Αποστολόπουλος 1987, σελίδες 381-382.
- ↑ Αποστολόπουλος 1987, σελ. 382.
- 1 2 Αποστολόπουλος 1987, σελίδες 396-397.
- ↑ Παπαδόπουλος-Κεραμεύς, Αθανάσιος (1897). Ανάλεκτα Ιεροσολυμιτικής σταχυολογίας, τόμ. Δ΄. Πετρούπολη: Εκ του Τυπογραφείου Β. Κιρσπάουμ. σελ. 104. Ανακτήθηκε στις 14 Ιουνίου 2025.
- ↑ Κουρίλας 1951, σελ. 33.
- ↑ Αποστολόπουλος 1987, σελ. 302.
- ↑ Κοτζαγεώργης, Φωκίων Π. (2020). «Μια Οθωμανική πηγή για την ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά το β´ μισό του 17ου αιώνα». Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 21: 58. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2024-05-25. https://web.archive.org/web/20240525113051/https://www.academia.edu/45626760/%CE%9C%CE%B9%CE%B1_%CE%9F%CE%B8%CF%89%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%AE%CE%B3%CE%AE_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%AE%CE%BD_%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%9F%CF%81%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%9F%CF%85_%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%9F%CF%85%CE%9C%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%9F%CF%85_%CE%A0%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%9F%CF%85_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%9F_%CE%92_%CE%9C%CE%B9%CF%83%CE%9F_%CF%84%CE%9F%CF%85_17%CE%9F%CF%85_%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%B1_%CE%94%CE%95%CE%9B%CE%A4%CE%99%CE%9F_%CE%9A%CE%95%CE%9D%CE%A4%CE%A1%CE%9F%CE%A5_%CE%9C%CE%99%CE%9A%CE%A1%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A3%CE%A0%CE%9F%CE%A5%CE%94%CE%A9%CE%9D. Ανακτήθηκε στις 25 Μαΐου 2024.
- ↑ «Πατριαρχικαί πινακίδες». Εκκλησιαστική Αλήθεια Β (ΙΕ): 231. 1882. https://books.google.de/books?id=7EkWAAAAYAAJ&hl=el&pg=PA231#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 14 Οκτωβρίου 2022.
- ↑ Μητροπολίτης από Μ.Πρωτοσυγκέλλων, Αθηναγόρας (1932). «Ο θεσμός των συγκέλλων εν τω Οικουμενικώ Πατριαρχείω». Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών: 272. https://ir.lib.uth.gr/xmlui/bitstream/handle/11615/19053/article.pdf?sequence=1&isAllowed=y. Ανακτήθηκε στις 31 Ιουλίου 2022.
- 1 2 «Acte patriarhie cesti referitoare la Mitropolia Proilavului». Studii istorice greco-romane: 300. https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/3/35/1939_-_Demostene_Russo%2C_Acte_patriarhice%C5%9Fti_referitoare_la_Mitropolia_Proilavului.pdf. Ανακτήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2022.
- ↑ Καλλίφρων, Βασίλειος Δ. (1867). Εκκλησιαστικά ή Εκκλησιαστικόν Δελτίον. Κωνσταντινούπολη. σελ. 179.
- ↑ Καλλίφρων, Βασίλειος Δ. (1867). Εκκλησιαστικά ή Εκκλησιαστικόν Δελτίον. Κωνσταντινούπολη. σελ. 186.
- 1 2 3 «Διδυμότειχο». ΙΕΛ - ILSP - Θρακικός Ηλεκτρονικός Θησαυρός. Ανακτήθηκε στις 30 Ιουνίου 2012.[νεκρός σύνδεσμος]
- ↑ Ηλεκτρονικός Θησαυρός Ανατολικής Μακεδονίας & Θράκης
- ↑ Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου - Μονές και Μετόχια
- ↑ «Παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου στο Διδυμότειχο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουνίου 2019. Ανακτήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2018.
- ↑ Ι.Ν. Σωτήρος Χριστού - ιστοσελίδα Δήμου Διδυμότειχου
- ↑ «Μεταβυζαντινός Ιερός Ναός Αγίου Αθανασίου Διδυμότειχου». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 30 Μαΐου 2017.
- ↑ Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου - Θησαυρός Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης
- ↑ Μονή Δαδιάς, Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς - Λευκίμης - Σουφλίου
- ↑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΔΑΔΙΑΣ - ΣΟΥΦΛΙ
- ↑ «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΟΡΝΟΦΩΛΙΑΣ ΕΒΡΟΥ». Μοναστήρια της Ελλάδος. 11 Σεπτεμβρίου 2012. Ανακτήθηκε στις 7 Απριλίου 2019.
- ↑ «Μονή Παναγιάς Πορταΐτισσας Κορνοφωλιάς». e-evros.gr. Ανακτήθηκε στις 7 Απριλίου 2019.
- ↑ Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου, Εγκαίνια Ιεράς Μονής Αγίας Σκέπης & Αγίας Παρασκευής Νέας Βύσσας
- ↑ Επαναλειτουργεί η μονή της Αγίας Παρασκευής στο Διδυμότειχο, pameevro.gr, 28 Ιουλίου 2019[νεκρός σύνδεσμος]
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Για τον επισκοπικό κατάλογο αντλήθηκαν πληροφορίες και από το ιστολόγιο του θεολόγου Μάρκου Μάρκου, από τον οποίο σε συνεργασία με τον ερευνητή συγγραφέα Δημήτριο Κυμηνά τηρείται πλήρης βιβλιογραφία και καταγραφή των σχετικών πηγών, που πρόκειται να δημοσιευθούν μελλοντικά μαζί με τις βιογραφίες σε έντυπη μορφή.
- Κουρίλας, Ευλόγιος (1951). Κώδιξ επισήμων εγγράφων Μεγίστης Λαύρας, καταρτισθείς υπό του Ευλογίου Κουρίλα από του 1910-1951 (PDF). Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων.
- Αποστολόπουλος, Δημήτρης Γ. (1987). Η Νομική Συναγωγή Του Δοσιθέου. Μία Πηγή Και Ένα Τεκμήριο. Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών.
- «Ιστορικό της Ιεράς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου». Ιερά Μητρόπολις Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου. Ανακτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2026.
- Χριστιανόπουλος, Ντίνος (1993). Σύντομη Ιστορία του Διδυμοτείχου. Θεσσαλονίκη. σελ. 13.
Εξωτερικές συνδέσεις
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
