Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Η Ιερά Μητρόπολις Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου είναι μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδας. Έδρα της είναι η πόλη της Ναυπάκτου στην νοτιοανατολική Αιτωλοακαρνανία. Σημερινός μητροπολίτης (από το 1995) είναι ο Ιερόθεος (Βλάχος) .

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επισκοπή της Ναυπάκτου μαρτυρείται από τον 4ο αιώνα και αρχικά υπαγόταν στην Κόρινθο και αργότερα στην Αθήνα[1] [2].

Όπως και το υπόλοιπο Ιλλυρικό, η Ναύπακτος υπαγόταν στον Πάπα της Ρώμης μέχρι το 733, όταν ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος την υπήγαγε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ο επίσκοπός της, Αντώνιος, αναφέρεται μεταξύ των συμμετεχόντων στις Συνόδους που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 869–70 και το 879–80[3].

Όταν η Ναύπακτος έγινε έδρα του νέου βυζαντινού θέματος της Νικόπολης στο δεύτερο μισό του 9ου αιώνα, η επισκοπή προήχθη σε μητροπολιτική στα τέλη του 9ου αιώνα, αναλαμβάνοντας τον ρόλο που προηγουμένως κατείχε η Νικόπολη[4].

Έτσι, εμφανίζεται στις πηγές από τον 9ο αιώνα ως «Μητρόπολις Ναυπάκτου Νικοπόλεως», αριθμώντας αρχικά οκτώ εξαρτώμενες επισκοπές που κάλυπταν όλη την Ήπειρο: Βονίτσης, Αετού, Αχελώου, Ρωγών, Ιωαννίνων, Φωτικής, Αδριανόπολης, Βουθρωτού. Στο Τακτικόν του Εσκοριάλ στις αρχές της δεκαετίας του 970, προστέθηκε η επισκοπή της Χειμάρρας και κατά τον 11ο αιώνα δύο ακόμη, οι επισκοπές Κοζύλης και Άρτης υπήχθησαν στην Ναύπακτο[5]. Μετά την βυζαντινή κατάκτηση της Βουλγαρίας περί το 1020, οι βόρειες επισκοπές της τέθηκαν υπό την δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος[6].

Το 1025, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου τέθηκε επικεφαλής μιας εξέγερσης του τοπικού πληθυσμού, η οποία οδήγησε στο θάνατο του τοπικού στρατηγού Γεωργίου. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η΄ (1025–28) κατέστειλε βάναυσα την εξέγερση και τύφλωσε τον μητροπολίτη[2] [6].

Μετά την Δ΄ Σταυροφορία, η Ναύπακτος έγινε μέρος του Δεσποτάτου της Ηπείρου[2] [7]. Υπό τον μητροπολίτη Ιωάννη Απόκαυκο, ο θρόνος της Ναυπάκτου κέρδισε σε σημασία και ηγήθηκε τοπικής Συνόδου για το νότιο ήμισυ των περιοχών της Ηπείρου, αλλά σύντομα επισκιάστηκε από την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος υπό τον δραστήριο Δημήτριο Χωματηνό[8].

Η πόλη βρέθηκε υπό Φραγκοκρατία από το 1294[2] και έγινε Ρωμαιοκαθολική επισκοπή, στην οποία επισκόπευσαν περίπου 20 αρχιεπίσκοποι τον 14ο-15ο αιώνα. Η πόλη παρέμεινε τιτουλάρια επισκοπή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μέχρι το 1977 [9].

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nesbitt & Oikonomides (1994), p. 18
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Gregory (1991), pp. 1442–1443
  3. Veikou (2012), p. 466
  4. Nesbitt & Oikonomides (1994), pp. 9–10, 18
  5. Veikou (2012), pp. 47, 265
  6. 6,0 6,1 Veikou (2012), p. 467
  7. Fine (1994), p. 65
  8. Fine (1994), p. 115
  9. http://www.catholic-hierarchy.org/diocese/d2n01.html

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]