Εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία - 1939

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία ξεκίνησε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 και ουσιαστικά σηματοδότησε την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εισβολή πραγματοποιήθηκε μία εβδομάδα μετά την υπογραφή του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότωφ μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. 17 ημέρες μετά την έναρξη της γερμανικής εισβολής, και στα πλαίσια του συμφώνου αυτού, ακολούθησε η σοβιετική εισβολή. Στις 6 Οκτωβρίου 1939 η Πολωνία είχε πλέον υποταχθεί πλήρως.

Ιστορικό υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γιόζεφ Πιλσούντσκι (μέσον, με το μουστάκι) και Γιόζεφ Γκέμπελς. Βαρσοβία, 15/06/1934

Μια από τις πρώτες ενέργειες του Χίτλερ, όταν ανέλαβε την εξουσία, σχετικά με την εξωτερική πολιτική του ήταν η σύναψη αμοιβαίας δεκαετούς συμφωνίας μη επίθεσης με την Πολωνία (Βερολίνο, 26 Ιανουαρίου 1934). Ο τότε ηγέτης της Πολωνίας Γιόζεφ Κλέμενς Πιλσούντσκι (Jozef Klemens Pilsudski) δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τον Χίτλερ, ήθελε, όμως, να εξασφαλίσει τη χώρα του από οποιαδήποτε εξωτερική απειλή, ενώ δεν έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για την εξωτερική πολιτική που ακολουθούσαν στην Ευρώπη οι Γάλλοι και οι Βρετανοί. Αυτός ήταν που επέβαλε τον Γιόζεφ Μπεκ (Josef Beck) ως Υπουργό Εξωτερικών και τον Στρατάρχη Ρυτζ - Σμίγκλυ (Rydz-Smigly) ως διάδοχό του ηγέτη των Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1934 διαπιστώνεται ότι ο Πιλσούντσκι έχει προσβληθεί από καρκίνο του ήπατος. Καλεί επειγόντως τον Μπεκ και του καθορίζει τη φύση των πιθανών κινδύνων τόσο από την ΕΣΣΔ όσο και από την Ναζιστική Γερμανία, ενώ του υπερτονίζει την ανάγκη να διατηρήσει τη Συμμαχία της χώρας με την Γαλλία με κάθε θυσία και, αν μπορέσει, να προσελκύσει σε αυτή τη Συμμαχία και την Βρετανία.[1] Ο Πιλσούντσκι πεθαίνει στις 12 Μαΐου 1935.

Η κίνηση αυτή δεν έγινε δεκτή με ιδιαίτερη θέρμη από πολλούς Γερμανούς, που δεν είχαν ξεχάσει το γεγονός ότι η Πολωνία, σύμφωνα με την Συνθήκη των Βερσαλλιών, είχε υπό την κατοχή της περιοχές όπως η Ανατολική Πρωσία, η Άνω Σιλεσία και η Βάρτα, τις οποίες πολλοί θεωρούσαν γερμανικές, επειδή είχαν, στην πλειοψηφία, πληθυσμό γερμανικής καταγωγής. Η κίνηση αυτή του Χίτλερ δεν αποσκοπούσε, φυσικά, στην διατήρηση της ειρήνης (εξάλλου υπήρχε η μόνιμη διένεξη για τον Διάδρομο του Ντάντσιχ ανάμεσα στις δύο χώρες). Απώτερος στόχος ήταν η εξουδετέρωση της πιθανής γαλλοπολωνικής συμμαχίας πριν προλάβει η Γερμανία να ολοκληρώσει τον επανεξοπλισμό της.[2]

Η Πολωνία της εποχής προβάλλει ως διάδοχο κράτος της Γαλλίας. Θεωρώντας εαυτήν πανίσχυρη προβάλλει αξιώσεις για την Μαδαγασκάρη (γαλλική αποικία) υποστηρίζοντας ότι "τα αναπτυσσόμενα κράτη έχουν δικαίωμα σε μια παγκόσμια ανακατανομή". Οι Πολωνικές αυτές θέσεις, όπως και η εν γένει στάση της Πολωνίας υπαγορεύονται από τις στρατιωτικές επιτυχίες του Πιλσούντσκι εναντίον του Στρατού των Μπολσεβίκων στις αρχές της δεκαετίας του 1920, (οι οποίες αρχικά δεν του αναγνωρίστηκαν). Στη στάση αυτή συμβάλλουν η Γαλλία και η Βρετανία, που συνάπτουν συμμαχία με την Πολωνία, θεωρώντας την "κράτος - μαξιλάρι" σε ενδεχόμενη επίθεση τόσο της ΕΣΣΔ όσο και της Γερμανίας και ακολουθούν την λεγόμενη "πολιτική κατευνασμού" απέναντι στην ολοένα αυξανόμενη επεκτατικότητα του Χίτλερ. Ωστόσο οι ηγέτες της δεν έχουν ούτε το ανάστημα ούτε την διορατικότητα του Πιλσούντσκι, ο οποίος, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, διείδε τις πολιτικές εξελίξεις και εκμυστηρεύτηκε στην κόρη του: "Σε δέκα χρόνια θα έχετε πόλεμο. Εγώ δεν θα ζω τότε, αλλά αυτόν τον πόλεμο θα τον χάσετε".[3] Από την άλλη, οι στρατιωτικές του αντιλήψεις παραμένουν καθηλωμένες σε αυτές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δυστυχώς αυτές μεταβιβάζει και στον διάδοχό του Ρυντζ - Σμίγκλυ. Έτσι, η ηγεσία της χώρας παραμένει μακάρια, παρά το γεγονός ότι ο Χίτλερ επανεξοπλίζεται, αγνοώντας την Συνθήκη των Βερσαλλιών. Η πολιτική κατευνασμού των Δυτικών κορυφώνεται το 1938, οπότε και υπογράφεται η Συμφωνία του Μονάχου.

Η Πολωνία καρπώνεται ένα μικρό τμήμα της τεμαχισμένης Τσεχοσλοβακίας και στις επισημάνσεις ότι μετά τους Τσεχοσλοβάκους θα έρθει η σειρά τους, απαντούν: "Δε φοβόμαστε τίποτα! Μας φοβούνται!"[4]. Οι Δυτικές δυνάμεις "απαντούν" στο Σύμφωνο αυτό αναλαμβάνοντας να εγγυηθούν την εδαφική ακεραιότητα της Πολωνίας. Αυτό έχει ως συνέπεια η μακαριότητα των κυβερνώντων να συνεχιστεί και ο Πολωνικός στρατός δεν υφίσταται σοβαρό εκσυγχρονισμό. Ο Πολωνός πρεσβευτής στο Βερολίνο Λίπσκι, μολονότι έχει παρακολουθήσει μεγαλειώδεις παρελάσεις Γερμανικών αρμάτων στο Βερολίνο, διαβεβαιώνει τους προϊσταμένους του ότι ένας πόλεμος εκείνη τη στιγμή θα προκαλέσει σχεδόν επανάσταση στη Γερμανία. Από την άλλη, οι Γερμανοί κάνουν ό,τι μπορούν για να "αποκοιμίσουν" τους Πολωνούς: Ο Χέρμαν Γκέρινγκ που επισκέπτεται συχνά την Πολωνία για να κυνηγήσει, τους διαβεβαιώνει ότι η Γερμανία χρειάζεται μια ισχυρή Πολωνία για να διασφαλιστεί απέναντι σε μια μέλλουσα εισβολή της ΕΣΣΔ. Ο Γερμανός Υπουργός Εξωτερικών Ρίμπεντροπ, που επισκέπτεται την Βαρσοβία το 1939 τους δίνει παρόμοιες διαβεβαιώσεις. Οι Πολωνοί θεωρούν, έτσι, εαυτούς ισχυρούς.

Στο μεταξύ η Πολωνία αναπτύσσεται οικονομικά. Η περίοδος 1936 - 1939 αποτελεί περίοδο εκβιομηχάνισης της χώρας με τη νέα βιομηχανική ζώνη να εγκαθίσταται μεταξύ των ποταμών Βιστούλα και Σαν. Είναι μια περιοχή 25.000 τετρ. μιλίων, που εκτείνεται από τα νότια της Βαρσοβίας μέχρι τα σύνορα της Σλοβακίας και απέχει εξίσου τόσο από τα γερμανικά όσο και από τα σοβιετικά σύνορα. Το αρχικό αυτό πλεονέκτημα εξανεμίζεται όταν η Γερμανία προσαρτά Βοημία και Μοραβία.[5] Το μέσο βιοτικό επίπεδο ανεβαίνει, η ανεργία μειώνεται σημαντικά και το πλεόνασμα των εργατικών χειρών της υπαίθρου απορροφάται από τις βιομηχανίες. Ως αποτέλεσμα επέρχεται η δημογραφική αύξηση και το 1939 η χώρα έχει πληθυσμό 35 περίπου εκατομμύρια[6]. Ωστόσο, η μόνη επάρκεια που έχει η Πολωνία είναι σε είδη διατροφής.

Το μυστικό πρωτόκολλο του Συμφώνου Ρίμπεντροπ - Μολότωφ

Οι πολιτικές εξελίξεις, όμως, υπερκαλύπτουν την Πολωνική ανάπτυξη. Στις 21 Αυγούστου 1939 υπογράφεται το σύμφωνο μη επίθεσης μεταξύ Γερμανίας - ΕΣΣΔ, γνωστό ως Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ. Οι Πολωνοί δεν υποπτεύονται το μυστικό πρωτόκολλο που ακολουθεί το Σύμφωνο αυτό και που δεν είναι άλλο από τον μελλοντικό διαμελισμό της χώρας τους μεταξύ Χιτλερικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ.

Στις αρχές του 1939 εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις των χιτλερικών προθέσεων: Ο Χίτλερ, στην επέτειο ανάληψης της εξουσίας (Ιανουάριος 1933) για το 1939 αναφέρεται στον λόγο του και στο Σύμφωνο μη επίθεσης του 1934, αλλά μόνο για να πει ότι οι Πολωνοί καταπιέζουν τους γερμανικούς πληθυσμούς στην χώρα τους και η Γερμανία διαμαρτύρεται έντονα γι' αυτό. Είναι ο πρόλογος των γερμανικών απαιτήσεων: Ύστερα από σύντομο διάστημα η Γερμανία ζητά την ενσωμάτωση του Ντάντσιχ στο Ράιχ και την κατασκευή αυτοκινητόδρομου μεγάλων ταχυτήτων διαμέσου του πολωνικού τμήματος της Πομερανίας. Η Βρετανία και η Γαλλία απαντούν στις αξιώσεις αυτές με εκ νέου εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας της Πολωνίας. Από την πλευρά της Γαλλίας, η εγγύηση αυτή είναι γράμμα κενό: Η Γαλλία δεν έχει καμία διάθεση για νέο Πόλεμο, ύστερα από την πληθυσμιακή αφαίμαξη που υπέστη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη Βρετανία, ωστόσο, κάτι ανάλογο δεν διαφαίνεται, αν και ο Πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν φαίνεται αναποφάσιστος και προσεκτικός.

Ήδη από τα τέλη Μαΐου ο Χίτλερ έχει ζητήσει από τη στρατιωτική ηγεσία να ετοιμάσει σχέδια για την εισβολή στην Πολωνία. Τους λέγει μάλιστα: "Μην περιμένετε μια επανάληψη αυτού που έγινε στην Τσεχοσλοβακία. Αυτή τη φορά, κύριοι, θα τον έχετε τον πόλεμο...".[7] Στα τέλη Αυγούστου οι Γερμανικές δυνάμεις είναι έτοιμες για εισβολή στο Πολωνικό έδαφος. Ο Χίτλερ διστάζει για λίγες μόνον ημέρες, αναζητώντας τρόπο να αποφύγει την επέμβαση των Βρετανών - είναι απόλυτα βέβαιος για την αδράνεια των Γάλλων. Ο Βρετανός πρεσβευτής Χέντερσον γράφει σχετικά: "Είμαι βέβαιος, από όσα έβλεπα στο Βερολίνο, ότι ο Χίτλερ είχε διατάξει την εισβολή στην Πολωνία την νύκτα της 25ης προς 26η Αυγούστου, διαφορετικά δεν μπορώ να εξηγήσω όσα συνέβαιναν στην Γερμανία: Οι άδειες των στρατιωτικών είχαν ανακληθεί, τα αεροδρόμια είχαν κλείσει, οι εσωτερικές πτήσεις δεν γίνονταν, τα τρόφιμα είχε προβλεφθεί να μοιράζονται με δελτίο...".[8] Διαβλέποντας την αναποφασιστικότητα του Τσάμπερλεν αποφασίζει την εισβολή. Αναζητεί πλέον την αφορμή.

Ο Δυτικοί υπολογίζουν ότι, με βάση τον πληθυσμό της, η Πολωνία έχει περίπου 80 συγκροτημένες μεραρχίες στην ξηρά. Υπολογίζουν, επίσης, ότι διαθέτει περίπου 450 αεροσκάφη[9]. Δυστυχώς γι' αυτούς (και τους Πολωνούς) η χώρα διαθέτει περίπου τις μισές μεραρχίες συγκροτημένες, μόνο μία μηχανοκίνητη ταξιαρχία, πολλές ταξιαρχίες ιππικού, 450 αεροσκάφη, από τα οποία λίγα μπορούν να θεωρούνται σύγχρονα, αν και διαθέτει άριστα εκπαιδευμένους πιλότους: Θα το αποδείξουν διαφεύγοντας από την κατακτημένη χώρα τους και συμμετέχοντας στην Μάχη της Αγγλίας. Υπάρχουν, επίσης, περίπου 100 παλαιού τύπου θωρακισμένα, 500 αντιαεροπορικά πυροβόλα, αντί των προβλεπόμενων 2000[10] και το πυροβολικό, μολονότι αξιόλογο, είναι εξ ολοκλήρου ιππήλατο, αν και διαθέτει το εξαίρετο αντιαρματικό "Bofors" των 37 mm, το οποίο θα επιφέρει σημαντικές φθορές στις γερμανικές θωρακισμένες μονάδες. Το δίκτυο διαβιβάσεων είναι υποτυπώδες, οι εφεδρείες ανεπαρκείς, δεν υπάρχει εκ των προτέρων συγκροτημένο σχέδιο αντιμετώπισης ενδεχόμενης Γερμανικής εισβολής. Ο Πολωνικός στρατός παραμένει στα πρότυπα του Πρώτου Πολέμου και μετά την "αψιμαχία" του Γκλάιβιτς υπολογίζει ότι θα χρειαστούν 15 ημέρες στους Γερμανούς για να συγκεντρώσουν τα στρατεύματά τους. Οι ίδιοι πιστεύουν ότι έχουν ένα στρατό "αγροτικό" (το πεζικό μετακινείται με τα πόδια ή με κάρα), ευκίνητο, προσαρμοσμένο στις εδαφικές συνθήκες της χώρας. Επιπλέον, η ελλιπής συγκρότηση των πολωνικών δυνάμεων οφείλεται και σε έναν ακόμη λόγο: Θέλουν να αποφύγουν να δώσουν αφορμή στην γερμανική επιθετικότητα.

Το Πολωνικό Πολεμικό Ναυτικό διαθέτει δυνάμεις ακόμη πιο ανεπαρκείς από το Γερμανικό: Διαθέτει μερικά αντιτορπιλικά, μερικά υποβρύχια και ορισμένα σκάφη υποστήριξης.

Η εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

1939: Το Γερμανικό σχέδιο εισβολής στην Πολωνία και η διάταξη των αντίπαλων δυνάμεων

Αφορμή για εισβολή δεν υπάρχει και οι Ναζί αποφασίζουν να την δημιουργήσουν. Οι άνδρες της SS παίρνουν 150 κρατούμενους από το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, τους μεταφέρουν στον συνοριακό σταθμό διαβιβάσεων του Γκλάιβιτς και τους ντύνουν με πολωνικές στολές. Αμέσως μετά τους υποχρεώνουν να καταπιούν δηλητήριο, πυροβολούν τα πτώματα, προξενούν μικρές καταστροφές στον σταθμό, ώστε να φαίνεται ότι δέχτηκε επίθεση. Στον ασύρματο του σταθμού ένας άνδρας των SS ουρλιάζει στα Πολωνικά ότι τα στρατεύματα της Πολωνίας πρόκειται να εισβάλουν στην Γερμανία.[11] Ο διοικητής του σταθμού συνταγματάρχης Στάινμετς αρχικά δοκιμάζει να αντισταθεί στην απάτη, αλλά οι SS του απαντούν με ένα "Fuhrerbefehl!" (διαταγή του Φύρερ). Μετά τη λήψη και σχετικών φωτογραφιών, οι SS αποχωρούν.

Με αυτό τον τρόπο ο Χίτλερ μπορεί πλέον να αναγγείλει επίσημα, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, στο Ράιχσταγκ ότι οι Πολωνοί προσπάθησαν την προηγούμενη να εισβάλουν στο Γερμανικό έδαφος και ότι η Βέρμαχτ ανταποδίδει τα πυρά που δέχτηκε στις 5:45 το πρωί. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Ο Χίτλερ έχει διατάξει την επίθεση κατά της Πολωνίας από τις 31 Αυγούστου. Η Βέρμαχτ, με βάση λεπτομερές σχέδιο που κατάρτισαν ο Βάλτερ φον Μπράουχιτς και το Επιτελείο του, με το κωδικό όνομα Fall Weiss (λευκό σχέδιο), επιτίθεται από ξηράς, θαλάσσης και αέρος στην Πολωνία. Είναι 1 Σεπτεμβρίου 1939 και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αρχίζει στην Ευρώπη.

Στο Νότο επιτίθεται η ομάδα στρατιών του Γκερντ φον Ρούντστεντ: Αποτελείται από την 8η στρατιά του Στρατηγού Γιοχάνες Μπλάσκοβιτς, την 10η του Βάλτερ φον Ράιχεναου και την 14η του Βίλχελμ Λιστ. Σύνολο 18 μεραρχίες Πεζικού (συν μία Σλοβακική), μία ορεινή, δύο μηχανοκίνητες, 4 ελαφρές μηχανοκίνητες και 4 μεραρχίες αρμάτων. Συνολικά περιλαμβάνει πάνω από 2000 άρματα μάχης και 800 θωρακισμένα οχήματα. Ο Ρούντστεντ επιτίθεται από την πλευρά της Σιλεσίας - Μοραβίας.

Στο Βορρά επιτίθεται η ομάδα στρατιών του Φέντορ φον Μποκ. Σε αυτήν περιλαμβάνονται η 4η στρατιά του Γκίντερ φον Κλούγκε, με 8 μεραρχίες Πεζικού, δύο μηχανοκίνητες και μία μεραρχία θωρακισμένων. Επιτίθεται από τη πλευρά της Δυτικής Πομερανίας. Βορειότερα επιτίθεται η 3η στρατιά του Γκέοργκ φον Κύχλερ, που περιλαμβάνει 11 μεραρχίες Πεζικού και μία θωρακισμένη. Αυτή επιτίθεται από την πλευρά της Ανατολικής Πρωσίας. Συγκριτικά, η ομάδα του Βορρά διαθέτει λιγότερα θωρακισμένα: Περίπου 600 άρματα και 200 θωρακισμένα οχήματα. Και οι τρεις ομάδες έχουν κοινό στόχο και συγκλίνουν προς αυτόν: Την πρωτεύουσα Βαρσοβία. Εκεί είναι συγκεντρωμένη η Πολωνική ηγεσία αλλά και ο πυρήνας της πολεμικής βιομηχανίας της Πολωνίας.

Σε σύνολο, οι δυνάμεις ξηράς των Γερμανών περιλαμβάνουν περίπου 1.850.000 στρατιώτες, 3100 άρματα μάχης και 67.000 πυροβόλα κάθε διαμετρήματος (πολλά από αυτά ακόμη ιππήλατα).

Η Luftwaffe δεν διαθέτει λιγότερο επιβλητικές δυνάμεις: Υποστηρίζει την επιχείρηση με 2.085 αεροσκάφη, κατανεμημένα σε δύο αεροστόλους (Loftflotte). Συγκριτικά ασθενέστερο είναι το Πολεμικό Ναυτικό (Kriegsmarine), το οποίο υποστηρίζει με πυρά πυροβόλων της ομάδας "Ost" (=Ανατολή) τις επιχειρήσεις και καλείται να αντιμετωπίσει το, ακόμη πιο ασθενές, Πολωνικό Ναυτικό. Στο λιμάνι του Ντάντσιχ έχει αγκυροβολήσει το "εκπαιδευτικό" καταδρομικό "Σλέσβιγκ - Χόλσταϊν". Υποστηρίζει την χερσαία επίθεση με τα πυρά των πυροβόλων του.

Το Γερμανικό καταδρομικό "Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν" ανοίγει πυρ. Λιμάνι Γκντανσκ, 1/9/1939

Η επιχείρηση δεν έχει παραμελήσει, επίσης, την "Πέμπτη φάλαγγα": Υπάρχει ευρύ κατασκοπευτικό δίκτυο για την αποκάλυψη των κινήσεων των πολωνικών δυνάμεων, ενώ οι Γερμανοί γνωρίζουν πολύ καλά τόσο το οδικό όσο και το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας, αφού τα κατασκεύασαν οι ίδιοι. Υποστηρίζονται, επίσης, από τους γερμανικής καταγωγής πληθυσμούς που βρίσκονται στην χώρα (κυρίως στην περιοχή του Βάρτα (Wartherland)).

Η συνδυασμένη επίθεση αρμάτων μάχης και αεροπορίας είναι η πρώτη εφαρμογή στην πράξη της στρατηγικής που θα ακολουθήσει στο μέλλον η Βέρμαχτ: Είναι η στρατηγική του "κεραυνοβόλου πολέμου" (Blitzkrieg). Με αυτό τη στρατηγική πολέμου, οι Γερμανοί κατάφερναν σε πολύ μικρά χρονικά διαστήματα να εκμηδενίζουν τις δυνάμεις των αντιπάλων, και κατά τον Χάιντς Γκουντέριαν, στρατηγό του γερμανικού στρατού και κύριο εμπνευστή του σχεδίου του κεραυνοβόλου πολέμου, το Blitzkrieg μπορεί να διαλύσει ένα στρατό σε μία μέρα. Οι Γερμανοί χρησιμοποίησαν επίλεκτες μεραρχίες τανκς, και αεροπλάνα κάθετης εφόρμησης, με τα οποία κατακερμάτιζαν τις γραμμές του πολωνικού στρατού.

Οι Πολωνοί έχουν καταφέρει να κινητοποιήσουν περίπου 600.000 άνδρες (έναντι των υπολογιζόμενων 2.500.000, τους οποίους κατανέμουν σε επτά ομάδες στρατιών: Στο Μόντλιν , Στρατηγός Krukowicz-Przedrzymirski, στο Πομόρτζε , Στρατηγός Μπορτνόφσκι (Bortnowski), στο Πόζναν, Στρατηγός Κουτρζέμπα (Kutrzeba), στο Λοτζ, Στρατηγός Γιούλιους Ρόμελ (Juliusz Rómmel)[12], Κρακοβία, Στρατηγός Ζίλινγκ (Szilling), Λούμπλιν, Στρατηγός Πίσκορ (Piskor) και στην περιοχή των Καρπαθίων, Στρατηγός Φάμπριτσι (Fabrycy). Μια ομάδα από διάφορες ομάδες είναι παραταγμένη κατά μήκος του ποταμού Νάρεβ υπό τον Στρατηγό Μλοτ-Φιγιαλκόβσκι (Mlot-Fijalkowski). Οι εφεδρείες δεν έχουν ολοκληρώσει την συγκρότησή τους. Ο Ρυντζ - Σμίγκλυ διαπράττει, έτσι, το σοβαρό σφάλμα να θέλει να υπερασπίσει το σύνολο του εθνικού εδάφους από τα δυτικά, πράγμα που διασπά τις ήδη πενιχρές δυνάμεις του. Σε σύνολο διαθέτει περίπου 39 μεραρχίες Πεζικού, 11 ταξιαρχίες Ιππικού, 3 ορεινές ταξιαρχίες, δύο θωρακισμένες - μηχανοκίνητες και μερικές μικρότερες μονάδες. Διαθέτει μόνο 600 άρματα μάχης, σχετικά ελαφρά, και 52 θωρακισμένα οχήματα, ενώ 185 άρματα μάχης παραμένουν σε εφεδρεία[13].

Ο Πολωνικός στρατός δεν έχει προλάβει να συγκροτηθεί πλήρως. Λειτουργώντας με τα πρότυπα του Πρώτου Πολέμου αιφνιδιάζεται ολοσχερώς από την βιαιότητα της γερμανικής επίθεσης. Οι Πολωνοί πεζοί στρατιώτες και (λιγότερο) οι έφιπποι είναι ανίσχυροι μπροστά στα άρματα μάχης, εκτός αν διαθέτουν σημαντικό αριθμό αντιαρματικών. Η Αεροπορία δεν κτυπά τους μάχιμους σχηματισμούς, αλλά επιτίθεται στα μετόπισθεν, αποδιοργανώνοντάς τα ολοσχερώς, καταστρέφοντας αποθήκες υλικού και προκαλώντας τρόμο στους άμαχους, που ξεχύνονται στους δρόμους και φεύγουν μαζικά, προκαλώντας συμφορήσεις. Το ιππήλατο πολωνικό πυροβολικό χάνει, από τις αεροπορικές επιθέσεις, όλα του τα άλογα και, πρακτικά, εξουδετερώνεται. Είναι η πρώτη εφαρμογή της νέας γερμανικής πολεμικής τακτικής, του "πολέμου της κίνησης", του "αστραπιαίου πολέμου" (Blitzkrieg). Αντίθετα, σχετικά σημαντικές απώλειες προκαλεί στους Πολωνούς μαχητές το Γερμανικό πυροβολικό. Το ήδη πενιχρό δίκτυο διαβιβάσεων καταστρέφεται, καθιστώντας την επικοινωνία κεντρικής διοίκησης - μάχιμων μονάδων σχεδόν αδύνατη, με αποτέλεσμα τον κατατεμαχισμό των Πολωνικών δυνάμεων, εφόσον δεν υπάρχει συντονισμός.[14] Η πολωνική αεροπορία χάνει στο έδαφος ένα μέρος των αεροσκαφών της. Ορισμένα αξιόμαχα αεροσκάφη, εντούτοις, παραμένουν ενεργά για αρκετό διάστημα και, μολονότι υποδεέστερα των Γερμανικών, προκαλούν σχετικά σημαντικές απώλειες στην Λουφτβάφφε.

Οι Πολωνοί αποπειρώνται μια αντεπίθεση: Η ομάδα Μπορτνόφσκι επιτίθεται στην πλευρά της ομάδας Ρούντστεντ, ο οποίος αντιδρά άμεσα: Αναστρέφει το μέτωπο της 10ης Στρατιάς (Ράιχεναου) και αντιμετωπίζει την αντεπίθεση, επιτυγχάνοντας έτσι να κυκλώσει, στον αποκαλούμενο "θύλακα της Μπζούρα" 19 Πολωνικές μεραρχίες και διεξάγεται η Μάχη της Μπζούρα.

1939: Ο βομβαρδισμός της Βαρσοβίας: Ένα παιδί πάνω στα ερείπια

Γενικά πιστεύεται ότι η Πολωνία δεν αντιστάθηκε στις δυνάμεις του Άξονα και κατέρρευσε πολύ εύκολα. Η εντύπωση αυτή αρχικά ενισχύθηκε επειδή οι πολωνικές δυνάμεις ήταν σαφώς κατώτερες, ποσοτικά και, κυρίως, ποιοτικά (από την άποψη του υλικού και της συγκρότησης) από τις αντίπαλες.[15] Η πραγματικότητα είναι ότι οι Πολωνοί πολέμησαν με γενναιότητα απέναντι και στους δύο αντιπάλους τους, σε ορισμένες περιπτώσεις απελπισμένα, ακόμη και όταν είχε ήδη γίνει φανερό ότι η άμυνα της χώρας κατέρρεε και δεν υπήρχε ελπίδα νίκης. Το πολωνικό ιππικό, δρώντας περισσότερο ως ταχυκίνητο πεζικό, προξένησε σημαντικές ζημίες στα γερμανικά "πάντσερ" (θωρακισμένα): Υπολογίζεται ότι καταστράφηκε, συνολικά, μια ολόκληρη θωρακισμένη μεραρχία (μεταξύ 360 και 400 αρμάτων). Το ίδιο αποφασιστικά πολέμησε και η αεροπορία, η οποία ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη, τόσο λόγω μικρού αριθμού αεροσκαφών, όσο και των υποδεέστερων τύπων τους (τα πολωνικά αεροσκάφη ήταν, τεχνολογικά, μια γενεά πίσω σε σχέση με τα γερμανικά). Η κατάρρευση των Πολωνών επήλθε ενώ προετοίμαζαν την αντεπίθεσή τους. Δεν πρόλαβαν: Στις 17 του μηνός η Πολωνία, ύστερα από τη δήλωση του Μολότωφ ότι "η Πολωνική Κυβέρνηση έπαψε να δίνει σημεία ζωής", δέχεται εισβολή από τα ανατολικά: Οι Σοβιετικοί εφαρμόζουν το σύμφωνο που υπέγραψαν με την Γερμανία τον Αύγουστο και καταλαμβάνουν το "δικό τους" τμήμα αντιμετωπίζοντας σχετικά μικρή - αλλά πεισματική - αντίσταση, αφού οι περισσότερες πολωνικές μονάδες που υπάρχουν ακόμη είναι στραμμένες προς τα δυτικά. Στις 28 Σεπτεμβρίου κυκλώνεται η Βαρσοβία, την υπεράσπιση της οποίας έχει αναλάβει ο Γιούλιους Ρόμμελ. Οι Γερμανοί περιμένουν να πέσει με πολιορκία, ο Χίτλερ, όμως, δηλώνει ότι είναι "φρούριο" και διατάσσει τον βομβαρδισμό της. Η πόλη παραδίδεται στις 27 Σεπτεμβρίου ύστερα από τετραήμερο ανηλεή βομβαρδισμό από ξηράς και αέρος και οι υπερασπιστές της αιχμαλωτίζονται.[7] Η Κυβέρνηση έχει, ήδη αυτοεξοριστεί στην Ρουμανία, όπου καταφεύγει και ο Ρυντζ-Σμίγκλυ "... χωρίς, εννοείται, όπλα, αλλά με σημαντικές αποσκευές..."[7]. Η ολοσχερής κατάρρευση της χώρας ολοκληρώνεται στις 6 Οκτωβρίου, χωρίς, ωστόσο, ποτέ η Πολωνία να παραδοθεί επίσημα σε κάποιον από τους αντιπάλους της ή να υπογραφεί κάποια συνθήκη κατάπαυσης του πυρός. Η επίσημη Πολωνία δεν υφίσταται πλέον, αλλά η πολωνική αντίσταση θα αρχίσει πολύ σύντομα να κάνει αισθητή την παρουσία της.

Απώλειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε ανθρώπινο υλικό οι Πολωνικές απώλειες είναι τεράστιες: 65.000 νεκροί, 600.000 αιχμάλωτοι (Γερμανία), 297.000 αιχμάλωτοι (ΕΣΣΔ). Συγκριτικά οι γερμανικές απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό είναι ελαφρότατες: 10.000 νεκροί, 30.000 τραυματίες, 3.000 εξαφανισθέντες. Είναι ο πιο αναίμακτος (για την Γερμανία) πόλεμος που έχει γίνει ποτέ.

Σε υλικό οι Πολωνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι, ουσιαστικά, κατεστραμμένες. Οι Γερμανικές απώλειες υλικού είναι επίσης σχετικά βαρειές, καθώς οι Γερμανοί έχασαν 350 - 400 άρματα (η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων ήταν PzKw - 1 και PzKw - 2) και περίπου 300 αεροσκάφη καταρριφθέντα, ενώ άλλα 300 υπέστησαν σοβαρές ζημιές[16].

Η διπλωματία κατά την εισβολή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νέβιλ Τσάμπερλεν, Νέβιλ Χέντερσον (δεξιά). 23/09/1938

Σε διπλωματικό επίπεδο η εισβολή στην Πολωνία προκάλεσε σημαντικές συνέπειες: Την ίδια ημέρα της εισβολής πρώτα η Βρετανική Κυβέρνηση δια του Πρεσβευτή της Νέβιλ Χέντερσον (Neville Henderson) και, σχεδόν ταυτόχρονα, η Γαλλική δια του Πρεσβευτή της Ρομπέρ Κουλόντρ (Robert Coulondre) επιδίδουν ένα μήνυμα στον Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, Υπουργό Εξωτερικών του Ράιχ και του ζητούν να σταματήσει αμέσως η Γερμανική εισβολή, διαφορετικά είναι υποχρεωμένες να εκπληρώσουν την υπόσχεση που έχουν δώσει στην Πολωνία. Ο Ρίμπεντροπ ερωτά αν πρόκειται για τελεσίγραφο και οι πρεσβεις του απαντούν ότι είναι μια προειδοποίηση. Ο Χίτλερ την αγνοεί. Εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι δυτικές δυνάμεις δεν θα επέμβουν. Αν για την Γαλλία έχει δίκιο, για τη Βρετανία πλανάται: Ο Χέντερσον επιδίδει, στις 3 Σεπτεμβρίου σε κάποιον Σμιτ, υπάλληλο του Υπουργείου Εξωτερικών (αφού ο Ρίμπεντροπ κρύβεται) διακοίνωση της Κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητος, με την οποία καλείται η Γερμανία, εντός δύο ωρών από την επίδοσή της, να σταματήσει τις εχθροπραξίες και να αποχωρήσει από το Πολωνικό έδαφος. Αν αυτό δεν συμβεί, θα υπάρχει εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ Βρετανίας και Γερμανικού Ράιχ. Η διακοίνωση επιδίδεται αμέσως στον Χίτλερ, ο οποίος απελπίζεται και, στρεφόμενος στον Ρίμπεντροπ τον ερωτά: "Was nun?" (κάτι σαν "τι κάνουμε τώρα;"). Παρόμοια διακοίνωση, αν και λιγότερο επιτακτική, επιδίδει και ο Κουλόντρ τρεις ώρες αργότερα. Οι διακοινώσεις αυτές σηματοδοτούν τον Παγκόσμιο χαρακτήρα του Πολέμου.

Η Γαλλία ξεκινά ράθυμα μια διείσδυση σε γερμανικές περιοχές στις 7 Σεπτεμβρίου. Ο Χίτλερ, μη θέλοντας να εμπλακεί σε διμέτωπο αγώνα, έχει δώσει εντολή στις δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή απλά να αντισταθούν, εκδιώκοντας τους εισβολείς, χωρίς να εμπλακούν περαιτέρω. Η γαλλική εισβολή εξελίσσεται σε μια απλή αψιμαχία, η οποία ανακόπτεται όταν διαπιστώνεται ότι η όλη διαδικασία είναι μάταιη για την Πολωνία, καθώς, πρακτικά, δεν υπάρχει πια Πολωνία. Η Βρετανία, επίσης, δεν κινεί καμία δύναμή της, με εξαίρεση ορισμένα αεροσκάφη της RAF και παλεύει σε διπλωματικό επίπεδο.

Αποτελέσματα[17][Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Χίτλερ πάντα αντιπαθούσε τους Πολωνούς. Όταν η Πολωνία διαμελίζεται μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, ο Χίτλερ αποφασίζει την άμεση και απλή προσάρτηση της Ανατολικής Πρωσίας, της Βάρτα (Reichsgau Wartheland) και της Σιλεσίας στο Ράιχ, με διάταγμα που εκδίδει στις 8 Οκτωβρίου. Το Ναζιστικό κράτος μεγαλώνει έτσι κατά 94.000 km2 και πληθυσμιακά κατά 10 περίπου εκατομμύρια (μερικοί είναι γερμανικής καταγωγής, η πλειοψηφία είναι Πολωνοί). Στο υπόλοιπο τμήμα της χώρας ο Χίτλερ δημιουργεί, με ειδικό διάταγμα, στις 12 Οκτωβρίου 1939 το "Γενικό Κυβερνείο" (Generalgouvernement), ορίζοντας Κυβερνήτη τον Χανς Φρανκ. Βασικό του μέλημα, όπως δείχνει η σχετική οδηγία που εξέδωσε ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, είναι να αποδομήσει την πνευματική και πολιτιστική ζωή των Πολωνών, να καταστρέψει την ιντελιγκέντσια και να μετατρέψει την Πολωνία σε "αποθήκη εργατικών χειρών" για το Ράιχ. Χαρακτηριστικά, ο Χάιντριχ είπε σε υφισταμένους του: "Όλοι οι ευγενούς καταγωγής Πολωνοί, οι ιερείς και οι Εβραίοι πρέπει να πεθάνουν".[18] Πριν καν δημιουργηθεί επίσημα το Γενικό Κυβερνείο, πριν ολοκληρωθεί η κατάληψη της Πολωνίας, στο Κοτσμπόροβο (τέλη Σεπτεμβρίου 1939) τέθηκε για πρώτη φορά σε εφαρμογή το Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4 και ακολούθησαν σύντομα παρόμοιες πράξεις στο υπόλοιπο της χώρας: Τα πρώτα πειράματα με χρήση αερίων και οχημάτων διασκευασμένων σε κινητούς θαλάμους αερίων διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου του 1939 στο Πόζναν (Poznań) της Πολωνίας με ασθενείς από το ψυχιατρικό νοσοκομείο της Όβινσκα (Owińska) και τον Μάρτιο του 1940 στο νοσοκομείο της Κοτσάνοφκα (Kochanówka) κοντά στο Λοτζ. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου 26.000 ασθενών (με φυματίωση και, κυρίως, με ψυχικές παθήσεις) στην Πολωνία.[19]

Οι αναλυτικές δραστηριότητες του Γενικού Κυβερνείου περιέχονται σε ειδικά εκπονημένο σχέδιο, το επονομαζόμενο "Generalplan Ost". Λίγο καιρό αργότερα, το Γενικό Κυβερνείο θα γίνει "αποθήκη" για τους εκτοπιζόμενους Εβραίους. Στις μεγάλες πόλεις δημιουργούνται γκέτο, στα οποία επιδιώκεται η εξόντωση των Πολωνοεβραίων με βασικό "όπλο" την πείνα. Όταν διαπιστώνεται ότι ο τρόπος αυτός είναι υπερβολικά αργός, στο έδαφος του Γενικού Κυβερνείου, που ασφυκτιά από το πλήθος των εκτοπισμένων Εβραίων και ο Κυβερνήτης του διαμαρτύρεται για τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή του, θα δημιουργηθούν έξι από τα επτά Στρατόπεδα εξόντωσης στα πλαίσια της Επιχείρησης Ράινχαρντ, το κύριο πεδίο δράσης και έκφρασης του Ολοκαυτώματος.

Η εξόντωση της Πολωνικής άρχουσας τάξης και πνευματικής - θρησκευτικής ηγεσίας της χώρας αποτελούν το αντικείμενο δύο επιχειρήσεων: της "Επιχείρησης Τάννενμπεργκ" (Unternehmen Tannenberg), που έχει καταστρωθεί με τη βοήθεια των γερμανοπολωνών και της "Επιχείρησης ΑΒ" (Außerordentliche Befriedungsaktion). Το αποτέλεσμά τους είναι το επιδιωκόμενο: Εξοντώνεται ή συλλαμβάνεται και φυλακίζεται η πλειοψηφία των ευγενών, των πνευματικών ανθρώπων (δασκάλων, καθηγητών, ηθοποιών, συγγραφέων κτλ) και αρκετοί ιερείς. Η χώρα υφίσταται, επίσης, συστηματική λεηλασία, με αποτέλεσμα να επικρατήσουν συνθήκες λιμού ήδη από το 1941. Η "αποθήκη εργατικών χειρών", όπως θεωρούν την Πολωνία οι Εθνικοσοσιαλιστές, γίνεται επίσης αντικείμενο εκμετάλλευσης. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής περισσότεροι από 1.000.000 Πολωνοί εργάτες μεταφέρθηκαν για εργασία σε Γερμανικές εγκαταστάσεις της πολεμικής βιομηχανίας του Ράιχ για καταναγκαστική εργασία.

Σοβιετική Ένωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γερμανός και Σοβιετικός αξιωματικός σε χειραψία, μετά την ολοκλήρωση της κοινής εισβολής στην χώρα.

Μετά την κατάρρευση της άμυνας της Πολωνίας η ΕΣΣΔ κατέλαβε περίπου το 52% του εδάφους της, στο οποίο κατοικούσαν σχεδόν 14 εκατ. άτομα, με το 38% να είναι γνήσιοι Πολωνοί, 37% Ουκρανοί, 14% Λευκορώσοι , 8,5% Εβραίοι, 1% Ρώσοι και 0,5% Γερμανοί. Υπήρχαν, επίσης, αρκετοί πρόσφυγες από τις περιοχές που είχε καταλάβει η Γερμανία (περίπου 200.000), η πλειοψηφία των οποίων ήταν Εβραίοι.

Η Γερμανία βάσιζε την πολιτική της στην κατακτημένη Πολωνία καθαρά στον ρατσισμό. Η ΕΣΣΔ, αντίθετα, βάσισε την πολιτική της στην πάλη των τάξεων και επιδίωκε την "σοβιετοποίηση" του κατακτημένου πληθυσμού. Τα πάσης φύσεως ιδρύματα (εκπαιδευτικά, κοινωνικά, πολιτιστικά κτλ) άλλαξαν ηγεσία (όλα τα στελέχη διοίκησης ήταν Ρώσοι και σε ελάχιστες περιπτώσεις Ουκρανοί ή Πολωνοί). Τα μεγάλα Πανεπιστήμια "επιανιδρύθηκαν" (όπως αυτό του Λβιβ) και άρχισαν να λειτουργούν ως Σοβιετικά Πανεπιστήμια, ενώ διαλύθηκαν τα τμήματα που σχετίζονταν με την Πολωνική λογοτεχνία και την Πολωνική γλώσσα. Παράλληλα, οι σοβιετικές αρχές προσπάθησαν να εξαλείψουν ό,τι σχετιζόταν με το Πολωνικό κράτος αλλά και με την Πολωνική κουλτούρα γενικότερα. Στις 21 Δεκεμβρίου 1939 το νόμισμα της χώρας αποσύρθηκε από την κυκλοφορία και αντικαταστάθηκε με το ρούβλι, με αποτέλεσμα ολόκληρος ο εγχώριος πληθυσμός να χάσει, μέσα σε μια νύκτα, τις αποταμιεύσεις του. Από τα σχολεία αποσύρθηκαν τα πολωνικά βιβλία. Όλα τα μέσα ενημέρωσης περιήλθαν υπό σοβιετικό έλεγχο, ενώ η σοβιετική κατοχή εγκαθίδρυσε σύστημα βασιζόμενο στον τρόμο.[20][21]Τα πολιτικά κόμματα, φυσικά, καταργήθηκαν και επιτράπηκε μόνον η ύπαρξη του Κομμουνιστικού κόμματος.

Διώξεις υπέστησαν, επίσης, όλες οι θρησκείες. Οι περισσότερες εκκλησίες σταμάτησαν να λειτουργούν, οι ιερείς διώχθηκαν με κάθε τρόπο, από τη βαρειά φορολογία μέχρι την υποχρεωτική στρατολόγηση, τις συλλήψεις και τον εκτοπισμό. Όλες οι επιχειρήσεις πέρασαν στην κατοχή του κράτους και η γεωργία μετατράπηκε σε κολλεκτιβιστική. Τα αποτελέσματα της πολιτικής αυτής δεν άργησαν να φανούν. Τον χειμώνα άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες ελλείψεις σε αγαθά, που εξελίχτηκαν, ύστερα από σύντομο διάστημα, σε λιμό.

Σύμφωνα με τον Σοβιετικό νόμο, όλοι οι κάτοικοι των προσαρτημένων περιοχών όφειλαν να λάβουν τη Σοβιετική υπηκοότητα. Επειδή, όμως, κάτι τέτοιο απαιτούσε και την συναίνεση του κάθε πολίτη, η κατοχική διοίκηση άρχισε πιέσεις, οι οποίες έφθαναν μέχρι τον εκβιασμό, απειλώντας ότι όσοι δεν συναινούσαν θα απελαύνονταν στη Ναζιστική ζώνη κατοχής.[22]

Η Σοβιετική κατοχή τερματίσθηκε με την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα, την εισβολή, δηλαδή, της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ το καλοκαίρι του 1941.

Η Πολωνική αντίσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνοί μαχητές του "Στρατού της Πατρίδας" σε αναμνηστική τελετή. Sanok, 2008

Αν και το πολωνικό έδαφος δεν προσφέρεται ιδιαίτερα για ανταρτοπόλεμο, λόγω της επίπεδης διαμόρφωσής του, η αντίσταση των Πολωνών άρχισε σχεδόν αμέσως[23]. Ο "Στρατός της Πατρίδας" (πολων. Armia Krajowa) συγκροτήθηκε σχεδόν αμέσως από ένα Πολωνό αξιωματικό, τον Ταντέους Κομορόβσκι (Tadeusz Bór-Komorowski), ο οποίος τη στιγμή που ετοιμαζόταν να εγκαταλείψει τη χώρα, ύστερα από την κατάρρευση του Στρατού της, άκουσε την εσωτερική του παρόρμηση και, παίρνοντας το ψευδώνυμο "Μπορ" (Bór) παρέμεινε συγκροτώντας το αντιστασιακό κίνημα[7]

Η Armia Krajowa, προς το τέλος του 1944, αριθμούσε 400.000 μέλη. Συγκροτήθηκε, επίσης, και ο "Λαϊκός Στρατός" (πολων. Armia Ludowa), με την υποστήριξη του Πολωνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, με πολύ μικρότερη, όμως, δύναμη. Το βασικό πρόβλημα της πολωνικής αντίστασης ήταν η έλλειψη μέσων και, κυρίως, όπλων. Η Εξέγερση της Βαρσοβίας καταπνίγηκε - με αρκετή δυσκολία - από τις δυνάμεις Κατοχής, κύρια επειδή οι Πολωνοί αντιστασιακοί δεν διέθεταν επαρκή οπλισμό και, γενικότερα, επαρκή μέσα.

Με το τέλος του Πολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λίγο πριν την λήξη του Πολέμου η Πολωνία καταλήφθηκε εξ ολοκλήρου από τον Ερυθρό Στρατό. Στη Διάσκεψη της Γιάλτας τον Φεβρουάριο του 1945 ο Ιωσήφ Στάλιν έθεσε τους Δυτικούς Συμμάχους του προ τετελεσμένου: Η χώρα είχε καταληφθεί από τον στρατό του και θα παρέμενε υπό τη Σοβιετική σφαίρα επιρροής, όπως και, τελικά, έγινε.

Ο Χανς Φρανκ συνελήφθη με το τέλος του Πολέμου από τα Αμερικανικά στρατεύματα, δικάσθηκε στην Δίκη της Νυρεμβέργης και καταδικάστηκε σε θάνατο δι' απαγχονισμού. Εκτελέσθηκε την 1η Οκτωβρίου 1946.

Χωρίς αμφιβολία, η Πολωνία ήταν η χώρα που υπέφερε περισσότερο από όλες όσες ενεπλάκησαν στον Πόλεμο, με εξαίρεση την ίδια την Γερμανία: Έχασε πάνω από επτά εκατομμύρια πολίτες της, τρία από τα οποία ήταν Πολωνοεβραίοι.[24]

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Roman Solecki, Professor Emeritus of Mechanical Engineering University of Connecticut, Prominent Poles
  2. Μουσείο Ολοκαυτώματος ΗΠΑ
  3. Solecki, ό.π.
  4. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964
  5. The German Campaign in Poland, U.S. War Department, Washington, 1942
  6. Polonia today
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Καρτιέ, ό.π.
  8. Sir Neville Henderson, Failure of a Mission, G. P. Putnam's Sons
  9. The German Campaign in Polandό.π.
  10. Henri Michel, Histoire de la Seconde Guerre Mondiale, Paris, Omnibus, 2000
  11. Doris L. Bergen, War & Genocide: A Concise History of the Holocaust, Rowman & Littlefield, 2002 ISBN 0-8476-9631-6
  12. Απλή συνωνυμία με τον Έρβιν Ρόμελ, Στρατηγό της Βέρμαχτ
  13. Achtung Panzer!
  14. Henri Michel, La Seconde Guerre Mondiale, Omnibus, Paris, 2001
  15. The German Campaign in Poland... ό.π.
  16. The Sarmatian Review: Polish Losses in World War II, Witold J. Lukaszewski
  17. Polish Ministry of Information, The German New Order in Poland, Hutchinson & Co., London, 1941
  18. Bergen, ό.π.
  19. Aktion Reinhard Camps
  20. Craig Thompson-Dutton, The Police State & The Police and the Judiciary. The Police State: What You Want to Know about the Soviet Union, 1950
  21. Michael Parrish, The Lesser Terror: Soviet State Security, 1939-1953, Greenwood Publishing Group, 1996, ISBN 0-275-95113-8
  22. Zvi Gitelman, A Century of Ambivalence: The Jews of Russia and the Soviet Union, 1881 to the Present, Indiana University Press, 2001 ISBN 0-253-21418-1
  23. Polish Resistance in WW II
  24. Lukaszewski, ό.π.