Άντολφ Άιχμαν

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η ταυτότητα Ερυθρού Σταυρού, με την οποία το 1950 ο Άιχμαν φυγαδεύτηκε στην Αργεντινή.

Ο Άντολφ Άιχμαν (Adolf Eichmann), συνταγματάρχης των SS και επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο, θεωρείται ο αρχιτέκτονας του Ολοκαυτώματος, που στοίχισε τη ζωή σε περίπου έξι εκατομμύρια Εβραίους ολόκληρης της Ευρώπης.

Η σταδιοδρομία του στη Schutzstaffel[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ολοκαύτωμα (Φάσεις)

Ο Άιχμαν γεννήθηκε στο Ζόλινγκεν (Solingen), κοντά στην Κολωνία της Γερμανίας στις 19 Μαρτίου 1906. Πατέρας του ήταν ο επιχειρηματίας Άντολφ Καρλ Άιχμαν και μητέρα του η Μαρία Σέφερλινγκ (Schefferling). Η οικογένειά του ήταν μια τυπική οικογένεια της προτεσταντικής μεσοαστικής γερμανικής τάξης. Η μητέρα του πέθανε όταν ο Άντολφ ήταν σε μικρή ηλικία και η οικογένεια μετακόμισε στο Λιντς της Αυστρίας, όπου ο Άιχμαν πέρασε τα νεανικά του χρόνια. Ο πατέρας του κλήθηκε να υπηρετήσει στον Στρατό της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και όταν επέστρεψε συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησής του. Ο γιος του, όμως, απέτυχε να συνεχίσει τις σπουδές του (ήθελε να γίνει μηχανικός) και, το 1927, άρχισε να εργάζεται ως τοπικός περιοδεύων αντιπρόσωπος μιας θυγατρικής εταιρείας της αμερικανικής Στάνταρντ Όιλ, της Vacuum Oil Company. Για την πρόσληψή του στην εν λόγω εταιρεία μεσολάβησε ο οικογενειακός του φίλος Ερνστ Καλτενμπρούννερ. Στην εργασία αυτή παρέμεινε μέχρι το 1933, οπότε και απολύθηκε, σύμφωνα με την εταιρεία, λόγω περικοπών προσωπικού, ο ίδιος, όμως, ισχυρίστηκε στον Καλτενμπρούννερ ότι απολύθηκε λόγω της ανάμιξής του στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, μετά από εισήγηση κάποιου εβραϊκής καταγωγής στελέχους της εταιρείας.

Το 1932, σε ηλικία 26 ετών, πάλι με υπόδειξη του φίλου του Ερνστ Καλτενμπρούννερ, έγινε μέλος του Αυστριακού τμήματος του Εθνικοσιαλιστικού κόμματος (NSDAP) με αριθμό μέλους 889895. Στη συνέχεια έγινε μέλος της SS (αριθ. μέλους 45326) και το 1934 υπηρέτησε με το βαθμό του ομαδάρχη (Scharführer) στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου. Έβρισκε την απασχόληση αυτή βαρετή και μονότονη και τον Σεπτέμβριο του 1934 ζήτησε μετάθεση. Μετατέθηκε, πράγματι, τον Νοέμβριο του 1934 στην Ασφάλεια (Sicherheitspolizei) και τοποθετήθηκε στην υπηρεσία της SD (Sicherheitsdienst). Η αρμοδιότητα που αρχικά του δόθηκε εκεί ήταν η αρχειοθέτηση εγγράφων με πληροφορίες για τους Ελευθεροτέκτονες. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο τμήμα που ασχολείτο με τους Εβραίους, το οποίο ήταν διαρκώς απασχολημένο με τη συλλογή πληροφοριών για τους διακεκριμένους Εβραϊκής καταγωγής πολίτες. Η τοποθέτηση αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία του.

Στις 21 Μαρτίου 1935 νυμφεύεται την Βερόνικα (Βέρα) Λιμπλ (Veronica Catalina Liebl), με την οποία απέκτησε τέσσερις γιους: Τον Κλάους (1936, Βερολίνο) τον Χορστ (1940, Βιέννη), τον Ντίτερ Χέλμουτ (1942, Πράγα) και τον Ρικάρντο Φρανθίθκο (1955, Μπουένος Άιρες). Τον ίδιο χρόνο ονομάζεται επισήμως υπεύθυνος των "Εβραϊκών ζητημάτων" της SD και ειδικεύεται στην κουλτούρα των Εβραίων: Επισκέπτεται πολλές εβραϊκές συνοικίες σε γερμανικές πόλεις, από τις οποίες αποκομίζει ογκώδεις τόμους σημειώσεων. Μαθαίνει ένα συνονθύλευμα εβραϊκών διαλέκτων και το 1937 πραγματοποιεί, ύστερα από εισήγηση του προϊσταμένου του Χέρμπερτ Χάγκεν, ένα σύντομο ταξίδι στην Παλαιστίνη για να εξετάσει τις δυνατότητες μετανάστευσης των Εβραίων της Γερμανίας εκεί. Οι Βρετανικές αρχές τού αρνούνται τη χορήγηση βίζας και από την Χάιφα μεταβαίνει στο Κάιρο,όπου συναντάται, σύμφωνα με την κατάθεσή του στη δίκη του, με ένα πράκτορα της Χαγκάνα (Haganah), μιας Ισραηλινής παραστρατιωτικής οργάνωσης, για να συζητήσουν το θέμα της μετανάστευσης. Σύμφωνα με τον ίδιο, σκόπευε να συναντηθεί και με Άραβες ηγέτες της Παλαιστίνης, πράγμα που δεν κατάφερε λόγω της άρνησης εισόδου του σε αυτήν από τις Βρετανικές αρχές.

Ο Άιχμαν επιστρέφει στην Γερμανία και το 1938 μετατίθεται στην Βιέννη, όπου τοποθετείται επικεφαλής του "Γραφείου Μετανάστευσης Εβραίων". Είναι το μόνο άτομο που μπορεί να υπογράφει άδειες εξόδου Εβραίων από την χώρα. Αρχικά, η δικαιοδοσία αυτή αφορούσε στην Αυστρία, αργότερα όμως επεκτάθηκε στην Τσεχοσλοβακία και λίγο αργότερα σε ολόκληρη την επικράτεια του Γερμανικού Ράιχ πριν τον Πόλεμο. Ο Άιχμαν έγινε ο ειδικός της "εξαναγκασμένης μετανάστευσης": Μέσα σε διάστημα 18 μηνών, 150.000 Εβραίοι είχαν εγκαταλείψει την Αυστρία. Η εκβιαστική αυτή μετανάστευση αποτέλεσε θαυμάσια μέθοδο "εκπαίδευσης" για τον Άιχμαν, ο οποίος άρχισε πλέον να χειρίζεται υποθέσεις εξαναγκαστικών εκτοπίσεων Εβραίων στην Πολωνία. Το 1939 κερδίζει επάξια τη θέση του ειδικού συμβούλου επί των "εκκενώσεων" Εβραίων και Πολωνών από εδάφη του Ράιχ. Το Γραφείο του έγινε ο προθάλαμος των αναγκαστικών εκτοπίσεων Εβραίων προς τα Ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης που δημιουργήθηκαν στην κατεχόμενη Πολωνία.

Ο Άιχμαν μετατίθεται για μια ακόμη φορά, τον Δεκέμβριο του 1939, στο Γραφείο 4 (Amt IV), όπως λεγόταν το γραφείο της Γκεστάπο στο Κεντρικό Γραφείο Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA), και τοποθετείται επικεφαλής της Υποδιεύθυνσης Β4, η οποία είχε ως αντικείμενο τις εβραϊκές υποθέσεις και "εθελοντικές μεταναστεύσεις" (Zentralstelle für jüdische Auswanderung). Για τα επόμενα έξι χρόνια το γραφείο του Άιχμαν ήταν το επιτελείο εκπλήρωσης της Τελικής Λύσης (Endlösung). Το 1940 ο Άιχμαν προτείνει τη μεταφορά των Εβραίων στη Μαδαγασκάρη, την οποία η Γερμανία θα αποσπούσε από τη Γαλλία. Το σχέδιο του Άιχμαν δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αν και οι ανώτεροί του το είδαν με ενδιαφέρον, επειδή η κυριαρχία της θάλασσας εκείνη την εποχή ανήκε στη Μεγάλη Βρετανία και τον πολεμικό της στόλο, απέναντι στον οποίο δεν μπορούσε να αντιπαραταχθεί η "Kriegsmarine" (Πολεμικό Ναυτικό της Γερμανίας).

Η πρακτική εφαρμογή της Τελικής Λύσης άρχισε με τη δημιουργία, από άνδρες της Υποδιεύθυνσής του, αρχικά γκέτο στις μεγάλες κατεχόμενες πόλεις. πρώτα στη Βαρσοβία και ύστερα στο Λοτζ. Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και σε πόλεις της κατεχόμενης ζώνης στη Σοβιετική Ένωση. Η δημιουργία γκέτο λαμβανόταν μέριμνα να γίνεται πάντα κοντά σε σημεία διέλευσης σιδηροδρόμων, ώστε να είναι δυνατή η εύκολη μεταφορά των κατοίκων των γκέτο σε στρατόπεδα θανάτου.

Μεταφορές Εβραίων στα ειδικά δημιουργημένα στρατόπεδα θανάτου άρχισαν το καλοκαίρι του 1941. Ο ίδιος ο Άιχμαν ήταν υπεύθυνος για να οργανώνει το σύστημα μεταφορών των Εβραίων από όλα τα μέρη της κατεχόμενης Ευρώπης προς τα στρατόπεδα αυτά. Για να διαπιστώσει την πρόοδο των "εργασιών" της Τελικής Λύσης, ο Άιχμαν επισκέπτεται το στρατόπεδο του Άουσβιτς το 1941. Τον Νοέμβριο του 1941 προάγεται σε Αντισυνταγματάρχη (Sturmbannfuhrer) των SS και έχει ήδη οργανώσει τις μαζικές εκτοπίσεις Εβραίων από τη Γερμανία και τη Βοημία, σύμφωνα με τις εντολές του Χίτλερ "να εκκαθαρίσει το Ράιχ από τους Εβραίους το ταχύτερο δυνατό". Στις 20 Ιανουαρίου του 1942 πραγματοποιείται η Διάσκεψη της Βάνζεε, στην οποία είναι από τους κυριότερους συμμετέχοντες. Η διάσκεψη τον καθιερώνει ως "ειδικό επί των Εβραίων και των εβραϊκών ζητημάτων". Ο Άιχμαν αποδείχθηκε ο τέλειος γραφειοκράτης και εκτελεστής εντολών, αν και ποτέ δεν εκδήλωσε ανοιχτά τα αντισημιτικά του αισθήματα και ο ίδιος διακήρυσσε "ότι δεν έχει τίποτε εναντίον των Εβραίων". Λάμβανε, όμως, τις αποφάσεις για την εξόντωσή τους με απόλυτα γραφειοκρατική ψυχρότητα.

Ο Άιχμαν μετέβη σε πολλά γκέτο και στρατόπεδα θανάτου στα πλαίσια των καθηκόντων του. Στο γκέτο του Λβοφ είχε προσκαλέσει και τον αρχηγό του, Χάινριχ Χίμλερ, για να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τις εφαρμογές των μεθόδων του και την πρόοδο εκτέλεσης της διαταγής του Φύρερ. Ο Χίμλερ δεν άντεξε στο θέαμα: Σχεδόν ημιλιπόθυμος εγκατέλειψε τον χώρο για να επιστρέψει στην Γερμανία, από όπου εξέδωσε διαταγή να "ακολουθούνται περισσότερο ανθρωπιστικές μέθοδοι" για την εξόντωση των Εβραίων, και συγκεκριμένα με δηλητηρίαση από αέρια. Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου είχε ήδη αρχίσει στο "Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4". Επισκέπτεται ξανά το Άουσβιτς και εκεί, σε συνεργασία με τον Διοικητή του Ρούντολφ Ες (Rudolf Höss), επιλέγει προσεκτικά τους χώρους εγκατάστασης των θαλάμων αερίων. Εγκρίνει τη χρήση του Κυκλώνα-Β (Zyklon-B) ως αερίου θανάτου και παρακολουθεί προσωπικά τις πρώτες εφαρμογές του, για να βεβαιωθεί για την επιτυχία της μεθόδου. Ο ενθουσιασμός του δεν ανακόπτεται ύστερα από αυτό: Περιοδεύει ευσυνείδητα σε όλες τις κατεχόμενες περιοχές και οργανώνει τη μεταφορά Εβραίων από όλες τις κατεχόμενες χώρες προς τα στρατόπεδα θανάτου. Έχει, επίσης, δοθεί εντολή να αφαιρούνται από τους Εβραίους όλα τα πολύτιμα αντικείμενα (ακόμη και τα χρυσά δόντια!), τα γυαλιά όρασης, τα υποδήματα, οι βέρες, ακόμη και τα μαλλιά από τις γυναίκες κρατούμενες. Όλα αυτά πλουτίζουν τα ταμεία των SS. Στη δίκη του κατέθεσε, ωστόσο, ότι εκείνη την εποχή είχε άγνοια των οικονομικών ζητημάτων. Συνέχισε, επίσης, να εκφράζει παράπονα για την απροθυμία που επεδείκνυαν ορισμένες "σύμμαχες δυνάμεις", όπως η Γαλλία του Βισύ και η Ιταλία να παραδίδουν στην SS τον Εβραϊκό τους πληθυσμό.

Καθώς το τέλος του πολέμου άρχισε να διαγράφεται, ο Χίμλερ έγινε περισσότερο διαλλακτικός και "ήπιος", εκδίδοντας διαταγή για την αναστολή της χρήσης των θαλάμων αερίων. Ο Άιχμαν, καλυπτόμενος τόσο από τον Καλτενμπρούννερ, αντικαταστάτη του Ράινχαρντ Χάιντριχ στην ηγεσία της RSHA, όσο και τον άμεσο προϊστάμενό του Χάινριχ Μύλλερ (Heinrich Muller), αγνοεί τη διαταγή και οι εκτελέσεις στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων θανάτου συνεχίζονται. Τον Μάρτιο του 1944 πρωτοστατεί - "εργαζόμενος" για πρώτη φορά εκτός γραφείου - στη σφαγή των Εβραίων που είχαν απομείνει στην Ουγγαρία. Τον Αύγουστο του 1944 ο Άιχμαν αναφέρει στον αρχηγό του, Χίμλερ, ότι σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια Εβραίων είχαν εξολοθρευθεί στα στρατόπεδα θανάτου, ενώ δύο περίπου εκατομμύρια ακόμη είχαν θανατωθεί από τις "κινητές μονάδες", τα Einsatzgruppen.

Διαφυγή και εγκατάσταση στην Αργεντινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με το τέλος του πολέμου, ο Άιχμαν καταφέρνει να διαφύγει από την Ουγγαρία (ρωσική ζώνη) στην Αυστρία, όπου και συλλαμβάνεται από τους Αμερικανούς. Επειδή έχει φροντίσει να πάρει το ψευδώνυμο Ότο Έκμαν (Otto Eckmann), οι Αμερικανοί δεν του αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία. Εγκλείεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων, όχι όμως υψηλής ασφαλείας, και έτσι καταφέρνει να δραπετεύσει και κρύβεται επί τρία ολόκληρα χρόνια στη Γερμανία. Ο ρόλος του ως ηγετικής φυσιογνωμίας του Ολοκαυτώματος αποκαλύπτεται στη Δίκη της Νυρεμβέργης μέσω των μαρτυριών αλλά και όσων εγγράφων διασώθηκαν. Τα ίχνη του, όμως, έχουν χαθεί. Οι Ισραηλινοί δεν είναι, παρόλ' αυτά, διατεθειμένοι να αφήσουν ατιμώρητους όσους είναι υπεύθυνοι για το θάνατο έξι εκατομμυρίων ομοφύλων τους. Δημιουργούν το ειδικό "σώμα" των Εκδικητών (εβρ. Nokmim), όπως αποκαλείται. Αυτό έχει ως στόχο τον εντοπισμό εγκληματιών πολέμου που είτε έχουν διαφύγει τη σύλληψη, από αμέλεια των δυνάμεων κατοχής της Γερμανίας ή έλλειψη τεκμηρίων, είτε έχουν αλλάξει ταυτότητα και κρύβονται, όπως ο Άιχμαν. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιζε ο μεγαλύτερος, ίσως, διώκτης των φυγάδων Ναζιστών, Σίμον Βίζενταλ (Simon Wiesenthal), Εβραίος γεννημένος στο Λιντς, ο ρόλος του, όμως, στην υπόθεση Άιχμαν αμφισβητείται.

Ο Άιχμαν καταφέρνει, το 1950, με τη βοήθεια της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, να προμηθευτεί ένα Ιταλικό διαβατήριο στο όνομα Ρικάρντο Κλέμεντ (Riccardo Clement), γεννημένου στο Μπολτσάνο (Bolzano) της Ιταλίας, στο οποίο εμφανίζεται ως άπολις (χωρίς υπηκοότητα). Το ίδιο έτος του χορηγείται βίζα, πάλι με τη μεσολάβηση του Ερυθρού Σταυρού, για να μεταβεί στην Αργεντινή. Αρχικά εγκαταστάθηκε σε ένα προάστιο του Μπουένος Άιρες, όπου άνοιξε ένα καθαριστήριο ρούχων. Το κατάστημα χρεοκόπησε λίγο αργότερα και ο Άιχμαν μετακινήθηκε στην πόλη Τουκουμάν (Tucuman), περίπου 800 km βορειότερα, όπου εργάστηκε για ένα εργοστάσιο επεξεργασίας νερού και αρδεύσεων. Το 1952 κάλεσε τη σύζυγο και τα παιδιά τους να μεταβούν κοντά του, όπως και έγινε στις 28 Ιουλίου. Το 1953, όμως, η εταιρεία για την οποία εργαζόταν χρεοκόπησε και η οικογένεια μετακινήθηκε ξανά στο Μπουένος Άιρες. Ο Άιχμαν προσελήφθη ως υπάλληλος της τοπικής αντιπροσωπείας της Μερτσέντες - Μπεντς (Mercedes-Benz) και συνέχισε να ζει στην Αργεντινή.

Σύλληψη και μεταφορά στο Ισραήλ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1959 η μυστική υπηρεσία Μοσάντ του Ισραήλ πληροφορείται ότι ο Άιχμαν είναι ζωντανός και βρίσκεται στην Αργεντινή με το όνομα Κλέμεντ. Την πληροφορία φέρεται να έδωσε ο Φριτς Μπάουερ (Fritz Bauer), Εισαγγελέας του κρατιδίου της Έσσης (Hessen). Πράκτορες της Μοσάντ πηγαίνουν στην Αργεντινή και θέτουν τον Άιχμαν υπό παρακολούθηση. Δεν έχουν, όμως, αρκετά στοιχεία για να πεισθούν για την πραγματική ταυτότητα του κ. Ρικάρντο Κλέμεντ. Την απόδειξη τους παρέχει ο ίδιος ο Άιχμαν, όταν στις 11 Μαΐου 1960 πηγαίνει να εορτάσει την αργυρή επέτειο του γάμου του με τη σύζυγό του, την οποία υποτίθεται ότι είχε νυμφευθεί στην Αργεντινή μόλις πριν μερικά χρόνια. Οι Ισραηλινοί, έχοντας την επιβεβαίωση που ζητούσαν, δεν διστάζουν: Οργανώνουν την απαγωγή του καταζητούμενου, σε συνεργασία με τους "Εκδικητές" και τον κρατούν αιχμάλωτο σε ασφαλές κρησφύγετο, μέχρι να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία να τον φυγαδεύσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τις αρχές της Αργεντινής. Η οικογένειά του τον αναζητά, τηλεφωνώντας σε νοσοκομεία και κλινικές, αποφεύγει, όμως, να ειδοποιήσει την Αστυνομία.

Διεθνές επεισόδιο από την απαγωγή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 21 Μαΐου 1960 οι Ισραηλινοί φορτώνουν τον Άιχμαν, ναρκωμένο, σε ένα εμπορικό αεροσκάφος της Ελ Αλ και τον οδηγούν στην Ιερουσαλήμ. Στις 23 Μαΐου ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν, ηγέτης του Ισραήλ, ανακοινώνει στην Κνεσέτ (Ισραηλινό Κοινοβούλιο) τη σύλληψη ενός από τους πρωτεργάτες του Ολοκαυτώματος. Η Αργεντινή διαμαρτύρεται για την απαγωγή του Άιχμαν και, ύστερα από άκαρπες διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ζητεί σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ διότι, όπως υποστηρίζει, "παραβιάσθηκαν τα κυριαρχικά δικαιώματα του κράτους της Αργεντινής" και το Ισραήλ παραβίασε τον Χάρτη του ΟΗΕ. Στη διαμάχη που ακολουθεί, η εκπρόσωπος του Ισραήλ Γκόλντα Μέιρ (μετέπειτα πρωθυπουργός) υποστηρίζει ότι πράγματι έγινε παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων του Κράτους, όπως ισχυρίζεται η Αργεντινή, αυτή, όμως, δεν διαπράχθηκε από το κράτος του Ισραήλ, αλλά από Ισραηλινούς απλούς πολίτες (εννοώντας τους "Εκδικητές"), και όχι από κρατικούς υπαλλήλους. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εκδίδει συμβιβαστικό ψήφισμα, με το οποίο ζητείται "επανόρθωση από το Ισραηλινό κράτος" και "δίκη για τον Άντολφ Άιχμαν, για να κριθούν δημόσια τα εγκλήματα που φέρεται ότι έχει διαπράξει". Ωστόσο, το δίλημμα νομιμότητας, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, που δημιούργησε η απαγωγή του Άιχμαν (απαγωγή πολίτη από επικράτεια ουδέτερης χώρας χωρίς ενημέρωση των αρχών της ή με συνεργασία των εμπλεκομένων στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου), δεν διευθετήθηκε ποτέ. Το Ισραήλ ζήτησε συγγνώμη από την Αργεντινή, αρνήθηκε, όμως, να επιστρέψει τον κρατούμενο, τον οποίο, όπως δήλωσε, θα παρέπεμπε σε δίκη, σύμφωνα με το ψήφισμα του ΟΗΕ.

Η δίκη και η καταδίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Ισραήλ συγκροτεί, σύμφωνα με τον Ισραηλινό ποινικό νόμο, τριμελές Δικαστήριο, το οποίο απαρτίζεται από τους Μοσέ Λάνταου (Moshe Landau) ως προεδρεύοντα, Βενιαμίν Χαλεβί (Benjamin Halevi) και Γιτζάκ Ραβέχ (Yitzhak Raveh) ως μέλη. Ως Δημόσιος Κατήγορος ορίζεται ο Γκίντεον Χάουσνερ (Gideon Hausner), ιδρυτής του "Yad Vashem", της Αρχής "για τη διάσωση της μνήμης των ηρώων και των μαρτύρων του Ολοκαυτώματος". Την υπεράσπιση του Άιχμαν αναλαμβάνει ο Γερμανός δικηγόρος δρ. Ρόμπερτ Σερβάτιους (Robert Servatius). Παράλληλα η Κνεσέτ ψηφίζει ειδικό νόμο, στον οποίο προβλέπεται η ποινή του θανάτου σε όποιον κρίνεται ένοχος για εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας.

Η δίκη, η οποία απασχόλησε ολόκληρη τη διεθνή κοινή γνώμη, άρχισε στις 11 Απριλίου 1961. Ο κατηγορούμενος βρισκόταν έγκλειστος σε ειδικά κατασκευασμένο γυάλινο αλεξίσφαιρο κλωβό. Εκπληκτικά ήταν, για την εποχή εκείνη, και τα μέτρα ασφάλειας, επειδή αφενός πολλοί εξαγριωμένοι Ισραηλινοί ήθελαν να σκοτώσουν τον κατηγορούμενο, αφετέρου άλλοι πρώην Ναζί, με πρωτοστάτη τον Ότο Σκορτσένυ, ήθελαν επίσης να σκοτώσουν τον Άιχμαν, για να μην προβεί σε αποκαλύψεις. Η κατηγορία αφορούσε δεκαπέντε εν όλω αδικήματα, ανάμεσα στα οποία εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, εγκλήματα κατά των Εβραίων και συμμετοχή σε εκτός νόμου οργάνωση (την SS). Η υπεράσπιση του Άιχμαν επικέντρωσε την προσοχή της στο γεγονός ότι, ως υφιστάμενος, εκτελούσε απλώς διαταγές ανωτέρων του. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί καταρρίφθηκαν από πρώην συνεργάτες του στην SS, οι οποίοι κατέθεσαν όσα σχετικά είχαν δει. Ο Κατήγορος προσεκόμισε, επίσης, μεγάλο όγκο εγγράφων, με τα οποία απεδείκνυε την εμπλοκή του κατηγορουμένου στις πράξεις για τις οποίες κατηγορείτο. Η διαδικασία ολοκληρώνεται στις 14 Αυγούστου 1961 - λόγω των συνεχών ενστάσεων του Σερβάτιους - και αναμένεται η έκδοση της απόφασης, η οποία ανακοινώνεται στις 11 Δεκεμβρίου 1961: Το δικαστήριο βρίσκει τον Άιχμαν ένοχο για όλες τις κατηγορίες και στις 15 Δεκεμβρίου ανακοινώνεται η ποινή. Ο Άιχμαν καταδικάζεται σε θάνατο με απαγχονισμό. Ο καταδικασμένος απευθύνει δύο αιτήσεις χάριτος, μία στο Ανώτατο Δικαστήριο και μία στον τότε Ισραηλινό ηγέτη Γιτζάκ Μπεν-Ζβι, οι οποίες απορρίφθηκαν. Στις 31 Μαΐου 1962, ο Άιχμαν εκτελείται στις φυλακές της πόλης Ράμλα με απαγχονισμό. Η σορός του αποτεφρώνεται και οι στάχτες της διασκορπίζονται στα διεθνή ύδατα της Μεσογείου "για να αποτραπεί η κατασκευή οποιουδήποτε μνημείου θα μπορούσε να θυμίζει τον αρχιτέκτονα του Ολοκαυτώματος".

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Aharoni, Zvi and Dietl, Wilhelm (1996) Operation Eichmann, New York City, NY: John Wiley & Sons, Inc.
  • Χάνα Άρεντ (1992), Eichmann in Jerusalem. A Report on the Banality of Evil, New York City, NY: Penguin Group[1]
  • Crimes and Punishment: The Illustrated Crime Encyclopedia, Westport, CT: H.S. Stuttman Inc.
  • Louis Surel, «Άιχμαν. Ο δήμιος των Εβραίων», Ιστορία Εικονογραφημένη,τχ. 56 (Φεβρουάριος 1973), σελ. 52-59

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ο τρόπος συγγραφής του έργου δραματοποιείται στην ταινία της Μάργκαρετ φον Τρότα Χάνα Άρεντ